← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριος Ψωμάς, Αρ. Υπόθεσης: 7502/12, 24/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μάριος Ψωμάς, Αρ. Υπόθεσης: 7502/12, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7502/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Μάριος Ψωμάς Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 24/04/2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Δανιήλ. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πιο πάνω αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 31ην Αυγούστου 2011, στην Πάφο, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στην Τζακλίν Άννα Κρίκιττ από την Αγγλία και τώρα στον Κάθηκα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε πέντε

(5)μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2588 Α. Π΄΄Κλεοβούλου (Μ.Κ.1), τον Αστ. 4908 Μ. Χρίστου (Μ.Κ.2), την κα Τζακλίν Άννα Κρίκιττ (Μ.Κ.3), τον κ. Κυριάκο Γιαλλούρη (Μ.Κ.4) και την Δρ. Μάρω Σβανά (Μ.Κ.5). Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης την κα Αριστιάνα Π΄΄Αριστοδήμου (Μ.Υ.1), και την κα Έλενα Π΄΄Αριστοδήμου (Μ.Υ.2). Περαιτέρω, κατατέθηκαν εκ συμφώνου και αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα εκ μέρους του κατηγορουμένου τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, η κατάθεση του Αστ. 50 Ι. Αγαθοκλέους (τεκμήριο Α), η κατάθεση του Αστ. 1784 Κ. Κλεόπα (τεκμήριο Β) και ότι ουσιαστικά αυτός έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Γ. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω αναγκαίο και σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ αυτολεξεί σε αυτήν. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και λεπτομερείς θέσεις των μερών. Από αυτήν όμως, προκύπτει ότι στις 31/08/2011 και περί το μεσημέρι, δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης Μ.Κ.3 και του Μ.Κ.4 σε σχέση με το χώρο στάθμευσης στην περιοχή όπου διαμένει η μητέρα της παραπονούμενης. Ήταν η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη στην αριστερή μεριά του κεφαλιού της πάνω από το μάτι και ως αποτέλεσμα αυτού υπέστη κάταγμα 2ου κοπτήρα κάτω γνάθου δεξιά με απόσπαση μικρού τεμαχίου. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος αρνείται ότι κτύπησε την παραπονούμενη καθοιονδήποτε τρόπο και ότι της προκάλεσε οποιοδήποτε τραύμα. Ήταν η θέση του ότι το όλο επεισόδιο περιορίστηκε σε φραστική λογομαχία και ότι το τραύμα στο δόντι της ενδεχομένως να προκλήθηκε από πτώση της στο έδαφος μετά από σπρώξιμο του συζύγου της (Μ.Κ.4) όταν παρενέβη στο όλο επεισόδιο ή μπορεί να έφαγε κάτι σκληρό. Επίσης, ήταν η θέση του ότι η όλη υπόθεση εναντίον του είναι κατασκευασμένη και εκδικητική. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω εκδοχές, επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα και ιδιαίτερα στο τι έλαβε χώρα στο σημείο που εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο, κατά πόσο ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και κατά πόσο η παραπονούμενη έφερε οποιοδήποτε τραύμα ένεκα της οποιασδήποτε επίθεσης δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και τί έκτασης ήταν αυτό. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως φωτογράφος του ΤΑΕ Πάφου και υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση τεκμήριο 1 ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Ουσιαστικά η εμπλοκή του μάρτυρα αυτού στην υπόθεση περιορίστηκε στη λήψη φωτογραφιών από την παραπονούμενη στο ΤΑΕ Πάφου στις 31/08/2010 και ώρα 1701 - 1704 τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Οι ενέργειες του αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του ούτε η αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Έχοντας επίσης υπόψη μου τις αναφορές του στη γραπτή του κατάθεση αναφορικά με τον τρόπο λήψης των λόγω φωτογραφιών και ακολούθως τη διαδικασία που ακολούθησε για την εκτύπωση τους, δεν έχω διακρίνει κάτι το οποίο να καταδεικνύει ότι οι εν λόγω φωτογραφίες έχουν αλλοιωθεί ή ότι δεν απεικονίζουν αυτά που ο μάρτυρας φωτογράφισε. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ το τεκμήριο 2 και τις επεξηγήσεις που ο μάρτυρας έδωσε για κάθε φωτογραφία. Ουσιαστικά σε αυτές απεικονίζεται η παραπονούμενη χωρίς εμφανή εξωτερικά τραύματα κυρίως στο πρόσωπο της (βλ. φωτ. Αρ. 1 του τεκμηρίου 2). Επίσης, φαίνονται τα δόντια της χωρίς πάλι εμφανή τραύματα ή ζημιές. Περαιτέρω, φαίνεται ένα κομμάτι από δόντι. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ήταν το άτομο το οποίο δέχθηκε την καταγγελία από την παραπονούμενη στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου στις 31/08/2011 ότι ο γείτονας της επιτέθηκε κτυπώντας της στο πρόσωπο. Της έδωσε σχετικό έντυπο ιατρικής εξέτασης και στη συνέχεια μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο κομμάτι δοντιού το οποίο του παρέδωσε η παραπονούμενη την ημέρα της καταγγελίας ως τεκμήριο
  2. Ο ίδιος δεν θυμάται ούτε γνώριζε να πει από ποιο δόντι της είχε σπάσει. Επίσης, ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε η παραπονούμενη να είχε άλλες εκδορές, αίματα ή τραύματα κατά την ώρα της καταγγελίας της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο την ίδια μέρα και κατέθεσε στο Δικαστήριο τη γραπτή του κατηγορία ως τεκμήριο
  3. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια των καθηκόντων του για διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονουμένης, οι οποίες εν πάσει περιπτώσει δεν έτυχαν και αμφισβήτησης. Εκείνο που ουσιαστικά έγινε προσπάθεια από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, ήταν να καταδειχθεί μεροληπτική στάση της Αστυνομίας εναντίον του κατηγορούμενου, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Προέκυψε ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος όταν ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία για την εναντίον του καταγγελία μετέβηκε από μόνος του αλλά ακολούθως συνελήφθηκε. Δεν διαφαίνεται κάτι μεμπτό στην ενέργεια αυτή ούτε έχει καταδειχθεί ότι αυτό έγινε εκδικητικά από την Αστυνομία. Άλλωστε αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τη λήψη της κατάθεσης του και την γραπτή κατηγορία εναντίον του, που έλαβαν χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφέθηκε ελεύθερος. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τις ενέργειες τις οποίες έκανε κατά τη διερεύνηση της. Όσον αφορά τις αναφορές του για το τραύμα που η παραπονούμενη έφερε και κατά πόσο αυτό οφειλόταν στην κατ' ισχυρισμό επίθεση της από τον κατηγορούμενο είναι κάτι που θα προκύψει από την υπόλοιπή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και όχι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ο οποίος ουσιαστικά αναφέρθηκε στα ευρήματα της ιατρού στο ιατρικό πιστοποιητικό. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του με την πιο πάνω διευκρίνιση. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της εκδοχής των Μ.Κ.3 και 4 που ήταν αυτόπτες μάρτυρες και οι άμεσα εμπλεκόμενοι στο όλο επεισόδιο, κρίνω ορθό στο στάδιο αυτό να προβώ σε αξιολόγηση της Μ.Κ.5 που κατέθεσε ως η ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη. Τέτοια ιατρική μαρτυρία, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, αποτελεί και πραγματική μαρτυρία σε τέτοιου είδους υποθέσεις και αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων. Η Μ.Κ.5 λοιπόν, κατέθεσε ως η ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου η οποία στις 31/08/2011 και ώρα 15:33 εξέτασε την παραπονούμενη και κατέθεσε προς τούτο στο Δικαστήριο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ως τεκμήριο
  4. Σε αυτό αναφέρεται ότι η παραπονούμενη της ανέφερε επίθεση με κτύπημα με το χέρι στο πρόσωπο και αιμωδία αριστερής παρειάς. Κλινικά διαπίστωσε μικρό κάταγμα 2ου κοπτήρα κάτω γνάθου δεξιά με απόσπαση μικρού τεμαχίου χωρίς άλλες εμφανείς κακώσεις. Η μάρτυρας αυτή θεωρείται εμπειρογνώμονας που απώτερο σκοπό και στόχο έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είναι γνωστές οι αρχές στο Δικαστήριο πώς αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Εκείνο το οποίο προκύπτει σε σχέση με τη μάρτυρα αυτή, είναι ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι αυτή είναι γενική ιατρός στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και ότι είναι ειδική να αναφερθεί στα τραύματα που εντόπισε να φέρει η παραπονούμενη. Επομένως, αποδέχομαι την εν λόγω μάρτυρα ως γενική ιατρό και ειδικό στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να κριθεί είναι κατά πόσο έχει εξηγήσει επαρκώς τα ευρήματα της καθώς και άλλα επιμέρους ζητήματα που της τέθηκαν από αμφότερες τις πλευρές. Κατ' αρχή, θεωρώ ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως εκ της θέσης και ιδιότητας της δηλαδή ως η ιατρός του Νοσοκομείου η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέτασε την παραπονούμενη. Δεν έχω διαπιστώσει ότι είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους αλλά σκοπός της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ως εύρημα της είναι μικρό κάταγμα 2ου κοπτήρα κάτω γνάθου δεξιά με απόσπαση μικρού τεμαχίου. Και τούτο, όπως η μάρτυρας είπε, ήταν διότι η ίδια το είδε. Εκείνο το οποίο έχει σημασία όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο δύναται ένα τέτοιο τραύμα να προκληθεί. Η μάρτυρας επί τούτου, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, είπε ότι αυτό μπορεί να προκληθεί με κτύπημα από κάτι σκληρό διότι ήταν η άκρη του κοπτήρα. Η ίδια δεν γνώριζε ούτε η παραπονούμενη της ανέφερε πόσα κτυπήματα δέχθηκε. Όταν της τέθηκε η θέση αν το κτύπημα ήταν πάνω αριστερά από το μάτι πώς μπορεί να αποκοπεί κομμάτι από τον κοπτήρα κάτω δεξιά, η ίδια δεν μπορούσε να δικαιολογήσει ένα τέτοιο τραύμα λέγοντας συγκεκριμένα « Αν είχε κτύπημα στα αριστερά κάτω από το μάτι, δεν ξέρω, φεύγοντας το χέρι του, μπορεί να φορούσε κάποιο δακτυλίδι, φεύγοντας να το κτύπησε. Διαφορετικά δεν υπάρχει κάποια λογική». Ουσιαστικά εκείνο το οποίο η μάρτυρας είπε είναι ότι με την εκδοχή αυτή δεν μπορεί να συσχετιστεί ένα τέτοιο τραύμα. Περαιτέρω, δεν επεξηγήθηκε η δύναμη που απαιτείται να ασκηθεί και σε ποιο σημείο για να έχουμε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, δηλαδή αποκοπή μέρους του κοπτήρα κάτω δεξιά. Αναφορικά με το εύρημα της για αιμωδία αριστερής παρειάς, είπε ότι αυτό είναι υποκειμενικό και δεν μπορεί να ελεχθεί. Το κατέγραψε ένεκα των αναφορών της παραπονουμένης. Να σημειωθεί όμως, ότι όπως εξήγησε η αριστερή παρειά είναι το αριστερό μάγουλο. Σε σχέση με το μαύρισμα στο αριστερό μάτι και πότε αυτό δύναται να εμφανιστεί, η μάρτυρας εξήγησε ότι αυτό δύναται να εμφανιστεί και αργότερα μετά από κάποιες ώρες ή ακόμη και μέρες ανάλογα με το βάθος που ήταν το αγγείο που πιθανό να έσπασε και πόσο μεγάλη η αιμορραγία που προκάλεσε το αιμάτωμα. Παρά τις πιο πάνω αναφορές της μάρτυρος, εντούτοις δεν επεξηγήθηκε περαιτέρω πώς δύναται στο σημείο που παραπονείτο η παραπονούμενη ότι είχε αιμωδία να εμφανιστεί μαύρισμα μετά από κάποιο χρόνο και τι έντασης πρέπει να είναι το κτύπημα για να προκαλέσει κάτι τέτοιο. Πόσο βαθιά είναι τα αγγεία στο αριστερό μάγουλο ή έστω μάτι και κατά πόσο πριν από την εμφάνιση ενός τέτοιου μαυρίσματος προηγείται κάτι άλλο. Ούτε πως μπορεί να προκληθεί αιμωδία στο σημείο και ποια η σημασία της απουσίας οποιουδήποτε οιδήματος, που δεν είχε διαπιστώσει κάτι τέτοιο, πριν από το μελάνιασμα ή μαύρισμα. Θεωρώ ότι οι αναφορές της στο ζήτημα αυτό ήταν πολύ γενικές και με κανένα τρόπο δεν έχουν συνδεθεί και επαρκώς επεξηγηθεί με την εκδοχή του κτυπήματος στο σημείο που ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι δέχθηκε και μάλιστα είχε ως αποτέλεσμα να αποκοπεί και μέρος του κάτω δεξιού κοπτήρα. Θεωρώ ότι δεν παρέχεται ασφαλές υπόβαθρο για να προβώ σε συγκεκριμένο εύρημα για το σημείο αυτό. Ουσιαστικά από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής προκύπτει το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό να αποκοπεί μέρος του 2ου κοπτήρα κάτω δεξιά από ένα κτύπημα στην αριστερή μεριά του προσώπου πάνω από το αριστερό μάτι. Ερχόμενος στους μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4 τώρα, αυτοί κατέθεσαν ως τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα και περιέγραψαν τον τρόπο που κατά τη θέση τους έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο και τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.3 ουσιαστικά ανέφερε ότι λόγω του ότι στάθμευσε το όχημα της σε συγκεκριμένο σημείο του δημοσίου δρόμου χωρίς να εμποδίζει κανένα για να πάει στην οικία της μητέρας της, ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο μέρος υποδεικνύοντας της να μην το σταθμεύσει ξανά στο σημείο διότι είναι δικός του χώρος στάθμευσης. Ενώ αυτή βρισκόταν στην αυλή της οικίας της μητέρας της εντός του κάγκελου και συζητούσε με τον κατηγορούμενο ο οποίος στεκόταν έξω από αυτό σε απόσταση 80 εκ. με 1 μέτρο, σε κάποια στιγμή βγήκε και ο σύζυγος της για να δει τι γινόταν και τότε ο κατηγορούμενος τον έβρισε. Ενώ ο σύζυγος της πλησίασε στο σημείο που στεκόταν και αυτή και στάθηκε πίσω της, σε κάποια στιγμή είδε τον κατηγορούμενο να γυρίζει το δεξί του χέρι προς το μέρος τους και η ίδια δέχτηκε κτύπημα στην αριστερή πλευρά του προσώπου της ενώ ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έφυγε. Μετά το κτύπημα που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο αντιλήφθηκε ότι υπήρχε ένα σκληρό αντικείμενο στο στόμα της και αφαιρώντας το διαπίστωσε ότι ήταν κομματάκι του δοντιού της. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της παραπονουμένης αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο, τον τρόπο που ισχυρίστηκε ότι αυτή κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και τις συνέπειες του κτυπήματος αυτού καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκείνο το οποίο γενικά παρατηρώ και διαπιστώνω είναι ότι παρά την προσπάθεια της να υποστηρίξει και επεξηγήσει τα όσα αναφέρει στην γραπτή της κατάθεση τεκμήριο 6, η όλη εκδοχή της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά και δεν συνάδει με τη λογική. Επίσης, φαίνεται να συγκρούεται με την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε ή τουλάχιστον να μην υποστηρίζεται από αυτή σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμούς τραυματισμούς που υπέστηκε ένεκα του κτυπήματος από τον κατηγορούμενο. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης μου θα αναφερθώ κατωτέρω σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας της. Αναφορικά με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι την κτύπησε και πώς αυτό έλαβε χώρα, η εκδοχή της είναι αντιφατική. Λέει στην κατάθεση της ότι ο σύζυγος της στεκόταν στην βεράντα της οικίας ενώ αυτή ήταν στο κάγκελο. Όταν ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε, τότε προχώρησε και αυτός και πήγε και στάθηκε πίσω της. Εκείνη τη στιγμή λέει είδε τον κατηγορούμενο να γυρίζει το δεξί του χέρι προς του μέρος τους χωρίς να ξέρει ποιόν ήθελε να κτυπήσει. Στην κατάθεση της λέει ότι εκείνη τη στιγμή έκανε κίνηση και μπήκε μπροστά από το σύζυγο της για να αποτρέψει τον καυγά που φαινόταν να έρχεται. Η θέση της αυτή είναι αντιφατική και ακατανότη. Λέει δεν ξέρει ποιόν ήθελε να κτυπήσει ο κατηγορούμενος και μετά λέει ότι μπήκε μπροστά από το σύζυγο της για να αποτρέψει τον καυγά. Δηλαδή, ο καυγάς θα εξελισσόταν μεταξύ του κατηγορούμενου και του συζύγου της; Αυτή μπήκε μπροστά του συζύγου της για να αποτρέψει τον καυγά ή το κτύπημα προς το σύζυγο της από τον κατηγορούμενο; Το σημαντικό όμως, είναι ότι ενώ ήδη λέει ότι εκείνη τη στιγμή ο σύζυγος της ήταν πίσω της αμέσως μετά λέει ότι έκανε κίνηση η ίδια και μπήκε μπροστά από το σύζυγο της για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Αφού ήταν ήδη πίσω της, πώς έκανε κίνηση και μπήκε μπροστά του; Κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να διαφοροποίησε τη πιο πάνω θέση της στην προσπάθεια της να την επεξηγήσει. Είπε ότι ο σύζυγος της δεν ήταν ακριβώς πίσω της αλλά πίσω της και ελαφρώς αριστερά. Αλλά πάλι η θέση της για το πώς μπήκε μπροστά του δεν ήταν ότι έκανε κίνηση η ίδια προς τα αριστερά. Η θέση της ήταν εντελώς διαφορετική που συγκρούεται με τα όσα περιγράφει στην κατάθεση της. Δε αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε κίνηση, αλλά στο ότι όταν είδε το χέρι του κατηγορούμενου, αυτή άπλωσε τα χέρια της προς τα μπροστά ως αποτέλεσμα αυτόματης κίνησης. Όταν ερωτάται κατά πόσο είναι αυτή η κίνηση που λέει ότι έκανε στην κατάθεση της, συμφωνεί και λέει ότι άνοιξε τα χέρια της και μπήκε μπροστά από το σύζυγο της. Οι πιο πάνω αναφορές της μάρτυρος είναι αντιφατικές. Περαιτέρω, παρουσιάζει την εκδοχή ότι ενώ συζητούσε με τον κατηγορούμενο και ακολούθως όταν κατέβηκε και ο σύζυγος της από τη βεράντα και πήγε στο σημείο, ξαφνικά ο κατηγορούμενος την κτύπησε και ακολούθως έφυγε από το μέρος χωρίς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ήταν παρόν κατά τη θέση της ή ακόμη και ο άνδρας της να του πει οτιδήποτε. Κατά τη μαρτυρία της, δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι ο κατηγορούμενος μετά το κτύπημα έφυγε και αυτό το είπε λέει διότι το υπέθεσε. Ανέφερε ότι η ίδια μετά το κτύπημα είχε σκύψει ελαφρώς προς τα δεξιά, έφυγε κατευθείαν προς το σπίτι λόγω της έντονης ζαλάδας και μουδιάσματος που ένοιωσε και υπέθεσε ότι εκεί έληξε το επεισόδιο και ο κατηγορούμενος απεχώρησε. Αναφορικά με τη χρονική διάρκεια του επεισοδίου αναφέρει ότι αυτό διήρκεσε μισή ώρα με τρία τέταρτα, αλλά κατά την ώρα του κτυπήματος που όπως αναφέρει αυτό έλαβε χώρα στο τέλος, παρόν ήταν μόνο ο σύζυγος της. Είναι προφανές ότι στο σπίτι ήταν και η μητέρα της και η αδελφή της όπως λέει και ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε με ψηλό τόνο της φωνής του. Πώς είναι δυνατό να μην βγήκαν έξω και αυτοί και να είδαν το όλο επεισόδιο, δεν δικαιολογεί. Στο τέλος αφήνει να νοηθεί ότι μπορεί να ήταν και αυτή στη βεράντα αφού μετά το κτύπημα την είδε λέει. Επίσης, ερωτηματικά δημιουργούν και τα όσα αναφέρει ότι ακολούθησαν του όλου επεισοδίου. Είπε ότι μετά από αυτό επισκέφθηκαν την οικία της μητέρας της τα πεθερικά του κατηγορούμενου απαιτώντας από αυτούς να ζητήσουν συγνώμη από το γαμπρό τους. Ερωτούμενη να πει κατά πόσο αυτό δεν της φάνηκε παράξενο και να πει κατά πόσο ανέφεραν στα πρόσωπα αυτά ότι την κτύπησε ο κατηγορούμενος, συμφώνησε ότι ήταν παράξενο αυτό το γεγονός αλλά δεν τους ανέφεραν οτιδήποτε παρά μόνο η μητέρα της, τους είπε να φύγουν διότι ανέμενα να έρθει η Αστυνομία. Έστω και αν ανέμεναν την Αστυνομία θα ήταν λογικό κάποιος να τους έλεγε τι είχε συμβεί και ειδικότερα ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και μάλιστα βίαια και όχι να ζητούν από αυτούς να τους ζητήσουν συγνώμη. Αναφορικά με το σημείο που τραυματίστηκε είπε ότι αυτό ήταν στην αριστερή μεριά του προσώπου της και συγκεκριμένα αριστερά του ματιού της και ότι μετά το επεισόδιο, μετά που κατάγγειλε το όλο συμβάν στην Αστυνομία, μετά που επισκέφθηκε το Νοσοκομείο, το βράδυ, διαπίστωσε ότι υπήρχε μαύρισμα. Ερωτούμενη να πει πώς ήταν αυτό το μαύρισμα είπε ότι δεν ήταν έντονο, ήταν προς το γκρίζο και ήταν η θέση της ότι ήταν μαύρισμα όπως αυτό που προκαλείται όταν δέχεσαι κτύπημα. Δεν ήταν δηλαδή σε θέση να περιγράψει πώς ήταν αυτό το τραύμα που της προκλήθηκε και εκδηλώθηκε κατά την ίδια αργότερα το βράδυ. Πιο κάτω ερωτούμενη να εξηγήσει πώς έσπασε το συγκεκριμένο δόντι δεδομένου και του κτυπήματος που ήταν στην άλλη μεριά στο προσώπου της πάνω ψηλά δίδει την εξής απάντηση: «Υποθέτω ότι ήταν από το έντονο κτύπημα. Για να σπάσει το συγκεκριμένο κομματάκι είχα προσέξει ότι είχαν μετακινηθεί κάποια δόντια πολύ ελαφρώς προς εκείνο το δόντι». Δεν θεωρώ ότι χρήζει περαιτέρω σχολιασμού η πιο πάνω θέση της. Ουδέποτε παραπονέθηκε στην ιατρό ότι είχαν μετακινηθεί και άλλα δόντια με αποτέλεσμα να σπάσει το συγκεκριμένο κομμάτι του δοντιού. Ούτε μια τέτοια εκδοχή υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία η οποία αναφέρει ότι για να κοπεί το δόντι πρέπει να έρθει σε επαφή με κάτι σκληρό και προφανώς άμεσα. Ούτε μπορεί να εξηγήσει με ποιο τρόπο την κτύπησε ο κατηγορούμενος, αν δηλαδή ήταν με τα δάκτυλα ή με τη γροθιά του. Είδε το χέρι του είπε την ώρα που το σήκωσε ψηλά και δεν ξέρει όταν έφτασε στο πρόσωπο της τι μορφή είχε. Τα πιο πάνω δεν πείθουν και δεν συνάδουν με τη λογική, τη στιγμή μάλιστα που είδε τη συγκεκριμένη κίνηση όπως λέει και μάλιστα έκανε και κίνηση για να προστατευτεί ή να προστατέψει τον άνδρα της. Επιπρόσθετα, όταν ερωτάται να πει πώς και κατά τη λήψη των φωτογραφιών στην Αστυνομία η ίδια δεν είχε σημάδια στο πρόσωπο της και αυτά εμφανίστηκαν μετά, δεδομένου και του βίαιου κτυπήματος, δεν μπορούσε να εξηγήσει και στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει τη θέση της αυτή υπέπεσε σε περαιτέρω αντιφάσεις. Είπε αρχικά ότι μέχρι το βράδυ δεν είδε το πρόσωπο της στο καθρέφτη για να ξέρει αν είχε και άλλα τραύματα πέραν της αποκοπής του δοντιού αφήνοντας να νοηθεί ότι ενδεχομένως να είχε και να μην τα είδε. Όταν της υποδεικνύονται οι φωτογραφίες που λήφθηκαν στην Αστυνομία για να υποδείξει ένα τέτοιο τραύμα που είπε ότι εκδηλώθηκε μετά, προσπαθεί να το εντοπίσει λέγοντας ότι δεν υπάρχει έντονο σημάδι αλλά υπάρχει κάτι μαύρο κάτω από το μάτι αλλά λόγω του φωτισμού στο συγκεκριμένο δωμάτιο που λήφθηκαν οι φωτογραφίες αμφέβαλε αν θα φαινόταν αν υπήρχε. Πέραν του ότι δεν φαίνεται οποιοδήποτε σημάδι στις φωτογραφίες και ο Μ.Κ.2 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι δεν είχε εντοπίσει οποιαδήποτε άλλα τραύματα όταν η παραπονούμενη επισκέφθηκε την Αστυνομία. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ούτε να προβώ σε σαφή και ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται στην ολότητα η μαρτυρία της παραπονούμενης. O M.K.4 ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης ο οποίος ήταν και αυτός παρόν και εμπλεκόμενος στο όλο επεισόδιο και υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι της πεθεράς του άκουσε φωνές και βγήκε έξω στην βεράντα όπου είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται έξω από το κάγκελο της εισόδου της οικίας και την σύζυγο του από μέσα και να την βρίζει και να της φωνάζει. Όταν τον ρώτησε γιατί φωνάζει και βρίζει του ανέφερε ότι η σύζυγος του πήρε το χώρο στάθμευσης του και τότε αυτός του απάντησε ότι ο χώρος είναι δημόσιος. Τότε ο κατηγορούμενος τον έβρισε με την φράση «τι λαλείς ρε βλαμμένε» με άγριο τρόπο. Ακολούθως, προχώρησε προς το μέρος της συζύγου του και στάθηκε λοξώς αριστερά πίσω της και μόλις την πλησίασε, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με το δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να κτυπήσει τη σύζυγο του στο αριστερό της μάγουλο. Μετά, συνεχίζει, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει και αυτόν με το δεξί του πόδι και με το αριστερό του χέρι το απώθησε και τότε η πεθερά του μπήκε στη μέση κρατώντας το γιό του και ο κατηγορούμενος σταμάτησε να επιτίθεται και άρχισε να τους βρίζει και να τους απειλά. Ακολούθως, έφυγε και τότε αυτοί μπήκαν στο σπίτι. Έχω παρακολουθήσει και αυτό τον μάρτυρα με πολλή προσοχή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας του όπως προέκυψε και κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της υπόλοιπής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο παρατηρείται και προκύπτει είναι ότι ο μάρτυρας αυτός είναι ο σύζυγος της παραπονούμενης και άμεσα εμπλεκόμενος στο όλο επεισόδιο που έλαβε χώρα μεταξύ τους και του κατηγορούμενου σε σχέση με το χώρο στάθμευσης. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή της συζύγου του με απώτερο σκοπό την καταδίκη του κατηγορουμένου. Κατά την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο αλλά και κατά την αντεξέταση του, προσέθεσε γεγονότα τα οποία δεν αναφέρει στην κατάθεση του έτσι ώστε να συνάδουν και να υποστηρίζουν αυτά που ήδη η παραπονούμενη σύζυγος του κατέθεσε στο Δικαστήριο σε προηγούμενη δικάσιμο αλλά και να την συμπληρώνουν. Σε άλλα σημεία, η εκδοχή του σε σχέση με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο φαίνεται να μην συνάδει με τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε ενώ στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τα τραύματα της συζύγου του, η μαρτυρία του επί τούτου φαίνεται να συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ή τουλάχιστον να μην υποστηρίζεται από αυτή. Συγκεκριμένα, ενώ προκύπτει από την κατάθεση του ότι πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να κτυπήσει τον ίδιο αλλά τελικά κτύπησε την σύζυγο του με το δεξί του χέρι χωρίς να αναφέρει πώς ήταν το χέρι του όταν την κτύπησε, σε περαιτέρω κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο προσπάθησε να περιγράψει τον τρόπο που ο κατηγορούμενος κτύπησε τη σύζυγο του. Είπε, συγκεκριμένα, ότι την κτύπησε με το δεξί του χέρι το οποίο είχε παρατεταμένο στο πρόσωπο της με την παλάμη αυτού. Δηλαδή, εννοεί ότι πρόταξε το χέρι του ο κατηγορούμενος προς το πρόσωπο της παραπονουμένης με απώτερο σκοπό να την κτυπήσει και μάλιστα αυτό έλαβε χώρα με την παλάμη του; Αν είναι έτσι σημαίνει ότι ο σκοπός του κατηγορουμένου ήταν ευθύς εξ' αρχής να κτυπήσει τη σύζυγο του και όχι αυτόν όπως λέει στην κατάθεση του. Επίσης, γιατί δεν αναφέρει στην κατάθεση του ότι είναι με τη παλάμη του που την κτύπησε, τότε που ήταν πρόσφατα τα γεγονότα και το συμπληρώνει σήμερα στην κατάθεση του; Nα σημειωθεί ότι η σύζυγος του δεν ήταν σε θέση να πει πώς ο κατηγορούμενος την κτύπησε, αν δηλαδή ήταν με τη παλάμη ή με γροθιά. Πέραν των πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι το χέρι του κατηγορούμενου ήταν παρατεταμένο και την κτύπησε προφανώς, είπε, με την παλάμη στην αριστερή της μεριά. Ουσιαστικά προκύπτει ότι ενώ αναφέρει και χρησιμοποιεί τη λέξη παρατεταμένο αφήνοντας να νοηθεί ότι είδε τη κίνηση του χεριού και άρα τον τρόπο που την κτύπησε, στην πορεία αναφέρει ότι προφανώς ήταν με την παλάμη. Είδε ή δεν είδε τον τρόπο που ο κατηγορούμενος την κτύπησε; Aναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ αυτού και του κατηγορούμενου μετά το κτύπημα προς την σύζυγο του δίνει μια εκδοχή και ότι του επιτέθηκε και του ιδίου ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ουδεμία αναφορά κάνει στην κατάθεση του για το τι απέγινε η σύζυγος του μετά το συμβάν και κατά πόσο αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο εν όψει του ότι ήταν στη μέση ενός καυγά όπως περιγράφει. Στην κυρίως εξέταση του ερωτούμενος περί τούτου είπε ότι όπως αντιλήφθηκε η σύζυγος του μόλις δέχθηκε το κτύπημα προχώρησε προς την οικία. Το ερώτημα είναι πώς το αντιλήφθηκε αυτό, τη στιγμή μάλιστα που μετά το κτύπημα της, η επόμενη κίνηση του κατηγορουμένου ήταν να επιτεθεί και του ιδίου όπως λέει και μάλιστα προσπάθησε με επιτυχία να απωθήσει ένα τέτοιο κτύπημα και ακολούθως να επέμβει η πεθερά του και να τους χωρίσει και στη συνέχεια να ακολουθήσουν οι βρισιές και οι απειλές του κατηγορουμένου. Πιο κάτω πάλι στην κυρίως εξέταση του αναφέρει με βεβαιότητα ότι η σύζυγος του δεν είδε τίποτε από όλα αυτά που αναφέρει ότι ακολούθησαν του κτυπήματος της. Να σημειωθεί ότι η σύζυγος του ουδεμία αναφορά κάνει στην κατάθεση της για αυτά που αναφέρει ο κατηγορούμενος ότι ακολούθησαν αφού λέει ότι μετά πήγε προς το σπίτι. Επίσης, αναφέρει ότι δεν είχε δει τη μητέρα της στο επεισόδιο παρά μόνο όταν γύρισε νομίζει ότι ήταν στην βεράντα. Θεωρώ ότι οι αναφορές του μάρτυρα αυτού περί μη παρουσίας της συζύγου του στο επεισόδιο που συνεχίστηκε αμέσως μετά το κτύπημα σκοπό είχαν να καλύψουν τη μη αναφορά της ιδίας για ένα τέτοιο επεισόδιο. Περαιτέρω, ενώ αναφέρει ότι μετά το συμβάν μπήκαν σπίτι και ειδοποίησαν την Αστυνομία χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά, κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι η σύζυγος του έδειξε το δόντι που κόπηκε από τον κοπτήρα και ότι πονούσε το αριστερό μάγουλο της. Γιατί δεν τα αναφέρει αυτά στην κατάθεση του αφού όπως είναι η θέση τους ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα του μαυρίσματος του μάγουλου της συζύγου του. Ανέφερε στην κυρίως εξέταση αυτά τα οποία είπε και η παραπονούμενη κατά την μαρτυρία της, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την εκδοχή της. Το βράδυ είπε που πήγαν σπίτι παρατήρησαν ότι κάτω από το αριστερό μάτι είχε ελαφρώς μαυρίσει το μάγουλο της το οποίο λέει δεν είχαν προσέξει όταν πήγαν στο Νοσοκομείο. Τι εννοεί όμως με αυτό το τελευταίο; Ότι υπήρχε ένα τέτοιο σημάδι και δεν το είχαν προσέξει ή ότι δεν υπήρχε; Κατά την αντεξέταση του επί τούτου, είπε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μαυρίσει ακόμη, ήταν απλώς κοκκίνισμα και μαύρισε το βράδυ. Πιο κάτω δεν ήταν σε θέση να περιγράψει πώς ήταν το τραύμα αυτό διότι δεν είναι ιατρός όπως είπε και προσπαθώντας να περιγράψει το κοκκίνισμα που ανέφερε είπε ότι ήταν κοκκίνισμα το οποίο μπορεί να ήταν από την ένταση, μπορεί από το κτύπημα. Όλα αυτά που ανέφερε δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά, είναι ασαφή και προσπαθούσε να δικαιολογήσει προηγούμενες αναφορές τόσο της παραπονούμενης αλλά και να συνάδει με άλλη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως της ιατρού. Επίσης, δεν υποστηρίζονται από τις φωτογραφίες και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 που δεν εντόπισε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ενώ η σύζυγος του δεν ήταν βέβαιη για το κατά πόσο τελικά η μητέρα της είδε το όλο επεισόδιο και πού ήταν, ο μάρτυρας την τοποθετεί στο σημείο που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα το επεισόδιο και μάλιστα ότι είχε και ενεργό ρόλο αφού μπήκε στη μέση και τους χώρισε. Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι η πεθερά του ήταν στην βεράντα και ερωτούμενος γιατί δεν το ανέφερε στην Αστυνομία για να της λάβει κατάθεση αφού ήταν αυτόπτης μάρτυρας, λέει ότι το είπε αλλά η Αστυνομία του είπε ότι δεν χρειάζεται, κάτι το οποίο δεν επιβεβαιώνεται. Θεωρώ ότι η όλη εκδοχή που ο μάρτυρας αυτός παρουσίασε ήταν μια προσπάθεια ενίσχυσης και επιβεβαίωσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης με απώτερο σκοπό την καταδίκη του κατηγορουμένου, παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, ερωτηματικά, συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να την κάνει αποδεκτή ως περιλαμβάνουσα τα ακριβή γεγονότα που έλαβαν χώρα με σκοπό να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τεκμήριο Γ. Σε αυτή αναφέρει ότι είχαν προβλήματα με τους γείτονες του σε σχέση με το χώρο στάθμευσης. Τη συγκεκριμένη μέρα τον πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του και του είπε ότι δεν έβρισκε χώρο για να σταθμεύσει. Έτσι μετέβηκε στο μέρος και είπε σε όλους που είχαν τα αυτοκίνητα τους σταθμευμένα και τα μετακίνησαν εκτός από αυτούς που είχαν προβλήματα από παλιά. Τότε άρχισε έντονη συζήτηση η οποία εξελίχθηκε σε λογομαχία η οποία διήρκησε 5 λεπτά. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση κτύπησε οποιοδήποτε και ότι η παραπονούμενη κατάγγειλε ψέματα στην Αστυνομία. Όταν λογομαχούσαν είχαν απόσταση γύρω στο 1 ½ μέτρο ενώ σε κάποια φάση ο άντρας της αντίδρασε και έκανε να έρθει προς το μέρος του, για να τον κτυπήσει πιστεύει αλλά τον κρατούσαν οι άλλες κοπέλες και δεν τον άφησαν. Έχω παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την όλη εκδοχή που προέβαλε καθώς επίσης και την υπόλοιπή μαρτυρία που προσκόμισε για σκοπούς υπεράσπισης του. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι κάποιες σοβαρές αδυναμίες κατά την περιγραφή του όλου επεισοδίου στην κατάθεση του και στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε στο Δικαστήριο γεγονότα σε σχέση με το όλο συμβάν και άλλα παρεμφερή γεγονότα τα οποία δεν αναφέρει στην κατάθεση του. Όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν το έπραξε, κατέφυγε στη θέση ότι η Αστυνομία ήταν εχθρική εναντίον του, δεν τον άφηναν να ολοκληρώσει αυτά που ήθελε να πει και ο σκοπός τους ήταν να τον ενοχοποιήσουν. Παρόλα αυτά δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα - καταγγελία γι αυτή την ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Αστυνομίας ούτε το ανέφερε τουλάχιστον σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή το δικηγόρο του. Επίσης, κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία ούτε έχει συγκεκριμενοποιηθεί μια τέτοια συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο πέραν της γενικής του αναφοράς. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι κάποια γεγονότα που αναφέρει στην μαρτυρία του σε σχέση με τη παρουσία άλλων προσώπων στη σκηνή καθώς επίσης και το γεγονός ότι προηγήθηκε επεισόδιο και λογομαχία μεταξύ της συζύγου του και της παραπονούμενης, τόσο την ίδια μέρα όσο και 2 μέρες προηγουμένως, δεν υποστηρίζεται από την ίδια την οποία κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης και από την άλλη μαρτυρία που προσκόμισε. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι προσπάθησε με τη μαρτυρία του να δικαιολογήσει τον τραυματισμό της παραπονούμενης, χωρίς να φυσικά έχει τέτοια υποχρέωση, αποδίδοντας τον σε σπρώξιμο του συζύγου της κατά το επεισόδιο. Κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζεται στην κατάθεση του, το αναφέρει πρώτη φορά στο Δικαστήριο και κατά την αντεξέταση του είπε ότι υπέθεσε ότι το τραύμα της παραπονούμενης προκλήθηκε από αυτό. Πιο κάτω είπε ότι μπορεί να προκλήθηκε από κάτι που έφαγε. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει την απαίτηση του για να μην σταθμεύουν οι γείτονες στο σημείο μπροστά από την πολυκατοικία που διέμενε, αρχικά στην κατάθεση του στο ότι ο χώρος εκείνος ήταν δικός του ενώ αργότερα παραδέχτηκε ότι ήταν δημόσιος χώρος αλλά ένεκα της κατάστασης της συζύγου παρακάλεσε την παραπονούμενη να μην σταθμεύει εκεί και ότι έπρεπε να χρησιμοποιούν αυτοί το χώρο εκείνο. Επιπρόσθετα, προσπάθησε να καταδείξει ότι η παραπονούμενη είχε προβλήματα με όλους τους ένοικους της πολυκατοικίας και με τους ίδιους εδώ και αρκετό καιρό και ότι είναι οι παραπονούμενοι που δημιουργούσαν προβλήματα. Όλες οι πιο πάνω θέσεις και αναφορές του είναι γενικές και αόριστες και δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι μετά το συμβάν δέχθηκε και απειλές κατά της ζωής του και της οικογένειας του. Και αυτή του η θέση παρουσιάζει αδυναμίες. Εκτός του ότι δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για το γεγονός αυτό, ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία γι αυτό το γεγονός. Η θέση που δίνει είναι ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στην Αστυνομία. Πιο κάτω είπε ότι δεν ήθελε να είχε άλλα μπλεξίματα και διαδικασίες. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν αδύνατη και αυτή του τη θέση που δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Γενικά ο τρόπος που παρουσίασε την όλη εκδοχή του ο κατηγορούμενος και τους ισχυρισμούς που ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση και με τη γραπτή του κατάθεση και τις δικαιολογίες που έδωσε για τη μη αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων, στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με το τι ακριβώς είχε λάβει χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.1 ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου και σύμφωνα με τη μαρτυρία της στις 31/08/2011 όταν πήγε στο σπίτι της δεν έβρισκε χώρο να σταθμεύσει το όχημα της και επειδή ήταν έγκυος εκείνη την μέρα και δυσκολευόταν να περπατά, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του το ανέφερε. Όταν ο κατηγορούμενος ήρθε στο μέρος βρήκε τους ιδιοκτήτες των οχημάτων που ήταν σταθμευμένα εκεί και τα μετακίνησαν. Μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας τους, είχε τρία αυτοκίνητα σταθμευμένα τα οποία άνηκαν στους γείτονες και ο κατηγορούμενος πήγε για να τους πει να τα μετακινήσουν. Η ίδια πήγε στο σπίτι της. Σε κάποια στιγμή άκουσε κάποιους να συζητούν έντονα και πήγε στο παράθυρο του γραφείου και είδε τον κατηγορούμενο να συζητά με τους γείτονες σε έντονο ύφος. Μετά είδε τον πατέρα της και αργότερα την αδελφή της να πλησιάζουν στο σημείο και μετά όλοι μαζί έφυγαν και πήγαν στο σπίτι. Κατά τη διάρκεια που έβλεπε από το παράθυρο δεν είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά καμία κοπέλα ούτε άκουσε να βρίζει κανένα διότι δεν άκουγε από το δωμάτιο που βρισκόταν. Η μάρτυρας αυτή ουσιαστικά ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ότι ο κατηγορούμενος - σύζυγος της, σε καμία περίπτωση κτύπησε την παραπονούμενη κατά τη διάρκεια του όλου επεισοδίου. Παρόλα αυτά διαπιστώνονται σοβαρές αδυναμίες στη θέση της αυτή που στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Η ίδια στην κατάθεση της αναφέρει ότι όταν ο κατηγορούμενος πήγε στους γείτονες για να τους πει να μετακινήσουν τα αυτοκίνητα τους, η ίδια πήγε στο σπίτι της και ότι πήγε στο παράθυρο του γραφείου του σπιτιού της μόνο μετά που άκουσε φωνές. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν είδε από την αρχή το όλο επεισόδιο και τι προηγήθηκε των φωνών που άκουσε. Παρόλα αυτά, κατά την αντεξέταση της ήταν σίγουρη ότι είδε το όλο επεισόδιο από την αρχή. Ερωτούμενη να πει πώς το γνωρίζει αυτό, είπε ότι μόλις κοίταξε από το παράθυρο είδε τον άντρα της παραπονούμενης να βγαίνει από την πόρτα εισόδου της οικίας και πίσω του ήταν οι κοπέλες. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της όμως, είπε ότι δεν είχε οπτική επαφή με την κύρια πόρτα εισόδου της οικίας και τον άντρα της παραπονούμενης τον είδε ότι βγήκε στην αυλή. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, είπε ότι το παράθυρο της οικίας της που στεκόταν ήταν κοντά στο σημείο του επεισοδίου και απείχε γύρω στα 20 μέτρα και αυτό ήταν ανοικτό. Στην κατάθεση της όμως αναφέρει ότι άκουγε φωνές και ότι ο κατηγορούμενος δεν έβρισε κανένα διότι από το σημείο που ήταν δεν μπορούσε να ακούσει. Δημιουργείται το ερώτημα πώς ενώ ήταν σε απόσταση 20 μέτρων και το παράθυρο ανοικτό δεν άκουγε ή τουλάχιστον καθαρά. Ακόμα και έτσι να είναι, ότι δηλαδή δεν άκουγε, τότε πώς ξέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν έβρισε κανένα; Όταν ερωτάται να πει πώς γνωρίζει τότε τι έλεγαν οι εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο είπε ότι λογικά όταν φωνάζεις βρίζεις δηλαδή είναι φανερό ότι έκανε εικασίες. Πέραν τούτου, η μάρτυρας ήταν πεπεισμένη ότι ο κατηγορούμενος δεν κτύπησε κανένα, προφανώς από τις μετέπειτα αναφορές του ιδίου και των άλλων συγγενικών της προσώπων, θέσεις που αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επιπρόσθετα, οι θέσεις της αναφορικά με τις σχέσεις που είχε με τους γείτονες της και με την παραπονούμενη συγκρούονται με αυτές του κατηγορούμενου. Παρόλο που η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται με βάση τις αναφορές του και γενικότερα κατά πόσο λέει την αλήθεια ή όχι ανεξάρτητα από τις θέσεις άλλων μαρτύρων, η εκδοχή των οποίων μάλιστα απορρίφθηκε, εντούτοις η εκδοχή και υπεράσπιση που προβάλει ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να αντικρίζεται και συνολικά. Η μάρτυρας αυτή αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την παραπονούμενη και ειδικότερα ότι τόσο την ίδια μέρα όσο και 2 μέρες προηγουμένως είχαν λογομαχία πάλι για το χώρο στάθμευσης, κάτι το οποίο ανέφερε ο κατηγορούμενος και σύζυγος της. Όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα οι αδυναμίες που παρουσιάζονται στην εκδοχή της για το τί και από πότε είδε το επεισόδιο που εκτυλισσόταν και τι άκουγε, στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να βασιστεί σε αυτή και προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κτύπησε ή όχι την παραπονούμενη. Ως εκ τούτου, δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτήν και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι είναι η αδελφή της συζύγου του κατηγορούμενου και κατά τον ουσιώδη χρόνο βρέθηκε στο σημείο του επεισοδίου όταν είχε καταφθάσει και η Αστυνομία. Υπήρχε έντονη λογομαχία και όλα τα μέρη συζητούσαν σε έντονο ύφος είπε και όταν ρώτησε την Αστυνομία αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα της είπαν ότι ήταν απλώς μια λογομαχία μεταξύ γειτόνων και τίποτε το ιδιαίτερο. Δεν έχω διαπιστώσω κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ούτε έχω διαπιστώσει ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Παρόλα αυτά, δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία της μπορεί να έχει καταλυτική σημασία για την έκβαση της όλης υπόθεσης. Η ίδια δεν ήταν στο επεισόδιο από την αρχή και δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε προηγηθεί. Δέχομαι τη θέση της ότι η Αστυνομία δεν της ανέφερε οτιδήποτε για κτύπημα και τραυματισμό αλλά από αυτό δεν μπορεί να εξαχθεί και το ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν προηγήθηκε ένα τέτοιο επεισόδιο. Η ίδια θεωρεί ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα της το ανέφερε η Αστυνομία τη στιγμή εκείνη. Αυτό όμως δεν είναι βέβαιο και ούτε έχουν δοθεί περισσότερα στοιχεία σε σχέση με το πότε της είπαν αυτό και αν ήταν σε γνώση της Αστυνομίας ένα τέτοιο παράπονο στο στάδιο εκείνο και πριν από την αναχώρηση της από τη σκηνή. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων του Δικαστηρίου: Στις 31/08/2011 κατά το μεσημέρι η σύζυγος του κατηγορούμενου η οποία ήταν έγκυος επέστρεψε στο σπίτι τους το οποίο βρίσκεται σε μια πολυκατοικία και δεν έβρισκε χώρο να σταθμεύσει το όχημα της μπροστά από την πολυκατοικία. Ένεκα της κατάστασης της και ότι δεν μπορούσε να περπατά μεγάλες αποστάσεις κάλεσε το σύζυγο της. Από ότι προκύπτει επίσης, στο μέρος υπήρχαν καταστήματα και στάθμευαν τα οχήματα τους στο σημείο με αποτέλεσμα να μην είχε χώρο να σταθμεύουν μπροστά από τη πολυκατοικία. Επίσης, δίπλα από την πολυκατοικία βρισκόταν και η οικία της μητέρας της παραπονούμενης, την οποία αυτή επισκεπτόταν κάθε μεσημέρι μαζί με τον άντρα της για έχουν το μεσημεριανό τους. Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε στο μέρος, μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε ότι τα οχήματα των γειτόνων τους και της παραπονούμενης ήταν σταθμευμένα μπροστά από την πολυκατοικία που διέμενε και πήγε για να τους πει να μην τα σταθμεύουν εκεί. Είναι παραδεκτό γεγονός επίσης ότι ο χώρος στο σημείο εκείνο ήταν δημόσιος και δεν άνηκε στον κατηγορούμενο. Στην ενέργεια του αυτή προκλήθηκε επεισόδιο μεταξύ αυτού και των γειτόνων με αποτέλεσμα να κληθεί η Αστυνομία στο μέρος. Ακολούθως, η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια του επεισοδίου την κτύπησε με αποτέλεσμα να αποκοπεί κομμάτι δοντιού από τον 2ου κοπτήρα κάτω δεξιά. Επισκέφθηκε το Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη είχε αυτό το τραύμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «231. Όποιος προκαλεί παράνοµα βαριά σωµατική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηµατική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές.» Παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). O τραυματισμός δηλαδή προσώπου θα πρέπει να γίνεται αδικαιολόγητα και έτσι αποκλείεται ο τραυματισμός ο οποίος γίνεται ως αποτέλεσμα νόμιμης αυτοάμυνας, ζήτημα όμως το οποίο θα πρέπει να εγείρει η υπεράσπιση (βλ. Kallishis v. The Republic
(1981)2 C.L.R. 143, Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251 και Ανδρέας Αχταρ κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Επίσης, να αναφερθεί ότι απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης του κατηγορούμενου για να τραυματίσει άλλο πρόσωπο (βλ. Petros Stavrinou v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 97). Βαριά σωματική βλάβη είναι σοβαρός τραυματισμός ο οποίος προκαλείται ένεκα της επίθεσης λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων. Στην Ανδρέας Α. Αεροπόρος v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 τραύματα στο πρόσωπο του θύματος τα οποία προκλήθηκαν από δυνατές γροθιές του κατηγορούμενου μεταξύ αυτών και κάταγμα ρινικού οστού αποτελούσαν βαριά σωματική βλάβη. Περαιτέρω, παραπέμπω στην Evripides Christou v. The Police
(1972)2 CL.R. 38 σε σχέση με το τι συνιστά και βαριά σωματική βλάβη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ουδεμία μαρτυρία ή εύρημα του Δικαστηρίου υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος κατά το επεισόδιο παράνομα προκάλεσε στην παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη ή τουλάχιστον οποιαδήποτε άλλη βλάβη ή τραυματισμό. Δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος καθοιονδήποτε τρόπο επιτέθηκε σε αυτήν ή με οποιοδήποτε τρόπο της επέφερε την αποκοπή μέρους του δοντιού του 2ου κοπτήρα. Η απόρριψη κυρίως της εκδοχής της παραπονουμένης για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, αφήνουν την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Ουσιαστικά η εκδοχή της παραπονούμενης ήταν ότι το κτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο στη αριστερή πλευρά του κεφαλιού της πλησίον του ματιού της είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει την αποκοπή του εν λόγω κομματιού του δοντιού της κάτω δεξιά. Κάτι τέτοιο δεν έγινε αποδεκτό για τους λόγους που αναλυτικά εξηγούνται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Δεν ήταν δυνατό και δεν μπορούσε να συσχετιστεί ότι ένα τέτοιο τραύμα ήταν το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου κτυπήματος που κατά τη θέση της δέχθηκε. Πέραν τούτου, δεν έγινε αποδεκτή ούτε και η θέση της ότι δέχθηκε καν κτύπημα με τον τρόπο που το περιέγραψε. Εν όψει της απουσίας ευρημάτων αναφορικά με το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά το επεισόδιο η κατηγορούσα αρχή που φέρει και το βάρος απόδειξης έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.