Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. A.N. LOUKA TAVERN LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1592/15, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1592/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.
- A.N. LOUKA TAVERN LTD
- ANITA PAWLOWSKA
- LE THI CHAM Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30/04/
- Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρήνη Σάββα. Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ε. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενη 3 :αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενες 2 και 3 παρούσες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενες αρ. 1 και 2 αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση την πρώτη και δεύτερη κατηγορία αντίστοιχα, που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενες αρ. 1 και 2, την 6ην Μαρτίου του 2015, στη ταβέρνα και την ονομασία «LETYMBOU TAVERN», που βρίσκεται στην οδό Σωτήρη Μαραθεύτη 2, στη Λετύμπου της Επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσαν παράνομα την 3ην κατηγορούμενη, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η δε 3η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 (κατηγορία αρ. 3) και την κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ) και 19(λ), 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 (κατηγορία αρ. 4). Όλες οι κατηγορούμενες, αρνήθηκαν ενοχή και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 2527 Ηλία Ηλία (Μ.Κ.1), τον Αστ. 2190 Σάββα Φιλίππου (Μ.Κ.2), τον Αστ. 2087 Γιώργο Τσιουπή (Μ.Κ.3), τον Α/Αστ. 1985 Μάριο Παπαγεωργίου (Μ.Κ.4) και τον Α/Αστ. 2351 Γιώργο Απόστρατο (Μ.Κ.5). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή και κατά το στάδιο εξέτασης του ζητήματος κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η 3η κατηγορούμενη άλλαξε απάντηση στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και προέβηκε παραδοχή και ως εκ τούτου η διαδικασία συνέχισε μόνο για τις κατηγορούμενες αρ. 1 και 2. Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των εν λόγω κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής και ούτε κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από τους μάρτυρες κατηγορίας έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατά τις 06/03/2015 μετείχε σε εκστρατεία για έλεγχο αδήλωτης εργασίας και αδειών κέντρων αναψυχής και μαζί με τους λειτουργούς του Γραφείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επισκέφθηκαν γύρω στα 40 υποστατικά. Μετέβηκαν και στο κέντρο με την ονομασία «Λετύμπου Tavern» όπου εντόπισε στη κουζίνα του, μια κοπέλα Ασιάτικης καταγωγής να πλένει πιάτα. Της ζήτησε να του δώσει τα στοιχεία της και του είπε ότι ονομάζεται Cham Thi από το βιετνάμ με ημερ. γέννησης 01/04/1976 χωρίς να του αναφέρει άλλα στοιχεία. Επίσης, μετά από σχετική του ερώτηση αν έχει άδεια εργασίας του απάντησε «όχι μάστρο». Μετά ο ίδιος επικοινώνησε με τον Αστ. 2351 της ΥΑΜ Πάφου και αφού του έδωσε τα σχετικά της στοιχεία, μετά από έλεγχο που έκανε, διαπίστωσε ότι πρόκειται για την Le Thi Cham από το Βιετνάμ με αρ. διαβατηρίου Ν1391353 η οποία βρίσκεται στην Κύπρο παράνομα από τις 07/03/
- Αμέσως, την πληροφόρησε ότι διαπράττει τα αδικήματα της παράνομης απασχόλησης και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο του απάντησε «πρώτη μέρα». Ακολούθως, η ώρα 21.15 την συνέλαβε για τα πιο πάνω αδικήματα και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο απάντησε «εγώ πάω βιετνάμ». Επίσης, του ανέφερε ότι θα πληρωνόταν 20 ευρώ. Σε ερώτηση του ποιος είναι ο εργοδότης της, αυτή του απάντησε «Αnita». Mετά από πάροδο περίπου 10 λεπτών και ενώ διεξαγόταν έλεγχος στο υποστατικό από τους λειτουργούς του γραφείου εργασίας, προσήλθε στο υποστατικό μια κοπέλα και τότε η συλληφθείσα του την έδειξε με το χέρι της ως την εργοδότρια της. Επρόκειτο για την 2ην κατηγορούμενη η οποία είναι υπεύθυνη του κέντρου όπως του ανέφερε. Όταν την πληροφόρησε ότι θεωρείται ύποπτη για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο, δεν του απάντησε οτιδήποτε. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι από περαιτέρω έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι το υποστατικό έχει άδεια λειτουργίας από το Κ.Ο.Τ. για την περίοδο μέχρι τις 31/12/2015 στο όνομα Anita Pawloska. Σε περαιτέρω εξέταση του ανέφερε ότι στην κουζίνα που εντόπισε την αλλοδαπή είχε και άλλα άτομα που εργάζονταν και ασχολούνταν με την ετοιμασία φαγητού και άλλα γκαρσόνια που έρχονταν και έπαιρναν τα πιάτα. Επίσης, ανέφερε ότι οι λειτουργοί του Γραφείου Εργασίας του ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι γραμμένη και λειτουργεί ως εταιρεία και ότι η κατηγορούμενη αρ. 2 είναι γραμματέας, διευθυντής και μέτοχος. Δεν είναι όμως η μοναδική μέτοχος. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης και κατέθεσε δέσμη εγγράφων του Γραφείου του Εφόρου εταιρειών ως τεκμήριο 2 που αφορούν πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέως, πιστοποιητικό μετόχων, πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου, πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας και πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι κάλεσε την κατηγορούμενη αρ. 2 για να παρουσιαστεί στις 07/03/2015 στον Αστυνομικό Σταθμό Στρουμπιού για ανάκριση. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την 3ην κατηγορουμένη την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως τεκμήριο 5 α) αυτή που λήφθηκε στη μητρική της γλώσσα και η μετάφραση στην Αγγλική και ακολούθως στην Ελληνική ως τεκμήρια 5β) και 5γ) αντίστοιχα. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι στις 07/03/2015 πήρε ανακριτική κατάθεση από την 2ην κατηγορούμενη στην οποία του ανέφερε ότι ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 7α) και 7β)) καθώς επίσης και ότι την κατηγόρησε γραπτώς δίνοντας του πάλι την ίδια απάντηση (βλ. τεκμήριο 8α) και 8β)). Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ότι είναι υπεύθυνος του τμήματος επιχειρήσεων της Υ.Α.Μ. Πάφου και ουσιαστικά ανέφερε το καθεστώς παραμονής της 3ης κατηγορούμενης στη Δημοκρατία το οποίο διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα που έκανε στα αρχεία που διατηρούν. Ανέφερε ότι η 3η κατηγορούμενη ονομάζεται CHAM LE THI, κατάγεται από το Βιετνάμ, αρ. διαβατηρίου ΒΟ798751, γεννηθείσα την 01/04/1976, ΑRC No. 5595358, MP No.: Β
- H εν λόγω αλλοδαπή αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω αεροδρομίου Λάρνακας στις 07/08/07 και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή εργαζομένη στην οικία του Παναγιώτη Χριστοδούλου στην Κισσόνεργα μέχρι τις 07/03/
- Ακολούθως, δεν ανανέωσε την άδεια παραμονής και εργασίας της και έκτοτε διαμένει παράνομα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο διάταγμα κράτησης της 3ης κατηγορούμενης το οποίο εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στις 07/03/
- Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων κατηγορίας και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσαν τις ερωτήσεις. Κρίνω ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ήρθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια, την εμπλοκή τους στην παρούσα υπόθεση και τις ενέργειες που έκαναν. Δεν έχω διαπιστώσει ότι κάποιος από αυτούς είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή έλεγε ψέματα με απώτερο σκοπό την καταδίκη των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.1 ήταν το άτομο που εντόπισε την 3η κατηγορούμενη στη συγκεκριμένη ταβέρνα να πλένει πιάτα στην κουζίνα εξηγώντας τον τρόπο που το διαπίστωσε και όλες τις ενέργειες του. Το ότι αναφέρει στην κατάθεση του ότι με την είσοδο του στο υποστατικό είδε στην κουζίνα την 3η κατηγορούμενη ενώ κατά τη μαρτυρία του είπε ότι εισήλθε στο υποστατικό και ακολούθως πήγε στη κουζίνα αφού την εντόπισε την πόρτα που οδηγούσε σε αυτή, δεν συνιστά αντίφαση ούτε κλονίζει την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο και χρόνο που εντόπισε την 3η κατηγορούμενη στη κουζίνα και δεν προκύπτει κάτι το μεμπτό ούτε διαφορετική εκδοχή με αυτή που προβάλει στην κατάθεση του. Πέραν των πιο πάνω, οι υπόλοιπες αναφορές του σε σχέση την ιδιοκτησία της εν λόγω επιχείρησης και ότι αυτή άνηκε στην 1ην κατηγορούμενη καθώς επίσης και τη σχέση και ιδιότητα της 2ης κατηγορούμενης με αυτή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης, εξήγησε πώς αυτό περιήλθε στην αντίληψη του και δεν διακρίνω οποιοδήποτε λόγο για να μην τις αποδεκτώ. Επίσης, κατατέθηκαν και από τον Μ.Κ.2 και όλα τα σχετικά έγγραφα από το Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών που αποδεικνύουν την ύπαρξη της εν λόγω εταιρείας. Εκείνο στο οποίο θα πρέπει να γίνει αναφορά από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι οι αναφορές της 3ης κατηγορούμενης προς αυτόν, τόσο κατά τη σύλληψη της όσο και μεταγενέστερα κατά τη μεταφορά της στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Κατ' αρχή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, η 2η κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα κατά την είσοδο του στο υποστατικό και εντοπισμό της 3ης κατηγορούμενης και αυτή προσήλθε στο μέρος μετά από πάροδο 10 λεπτών και όταν της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Πέραν τούτου, ήταν η θέση του ότι η 3η κατηγορούμενη την υπέδειξε ως εργοδότρια της και προέβηκε και σε άλλες αναφορές περί τούτου. Αποδέχομαι ότι κάτι τέτοιο έλαβε χώρα χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω στα ζητήματα της γλώσσας και κατά πόσο η 3η κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν την ελληνική και πράγματι προέβηκε σε αυτές τις αναφορές. Και τούτο, διότι οι οποιεσδήποτε υποδείξεις ή αναφορές της κατηγορούμενης αυτής μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία εναντίον της και όχι εναντίον των συγκατηγορουμένων της. Η 3η κατηγορούμενη έχει ήδη παραδεχθεί της εναντίον της κατηγορίες μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και δεν κατέθεσε ενόρκως εναντίον των άλλων κατηγορουμένων. Είναι νομοληγημένο ότι δηλώσεις κατηγορούμενου εκτός Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορούμενων τους, αλλά μόνο σε ότι αφορά τους ιδίους (βλ. Νέλλυς Θεοχάρους κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 49/2013, 50/2013 και 51/2013, Ημερ. 26/11/2014). Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και δεν θα δοθεί. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και κατέθεσε ταυτόχρονα και δέσμη εγγράφων ως τεκμήριο 2 το οποίο σχετίζεται με την 1η κατηγορουμένη και τους μετόχους και διευθυντές της. Δεν έχουν αμφισβητηθεί τα εν λόγω έγγραφα ούτε προέκυψε κάτι μεμπτό σε αυτά ως εκ τούτου τα αποδέχομαι. Αναφορικά με το χρόνο που κατηγόρησε τους κατηγορουμένους 1 και 2 και ότι αυτό έγινε πριν από τη λήψη κατάθεσης από την 3ην κατηγορούμενη, δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό. Άλλωστε έδωσε εξηγήσεις περί τούτου και είπε ότι βασίστηκε στη μαρτυρία του Μ.Κ.1. Το σημαντικό όμως, είναι ότι δεν διακρίνεται οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για την ενέργεια του αυτή όπως προσπάθησε η υπεράσπιση να θίξει. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 περιορίστηκε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τη 3ην κατηγορούμενη. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη, δεν έτυχε αμφισβήτησης η ενέργεια του αυτή και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ την μαρτυρία του. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό είναι ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης της 3ης κατηγορούμενης που στρέφεται εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πρόκειται για μαρτυρία συγκατηγορούμενης εναντίον κατηγορουμένων η οποία δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο και τέτοια μαρτυρία αποκλείεται ((βλ. Ευριπίδου κ.α v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38 και Ανδρέα Αριστοφάνους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 146/10, Ημερ. 24/10/2011). Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση και κατηγόρησε γραπτώς της 2ην κατηγορούμενη. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι ενέργειες του αυτές. Το γεγονός ότι αυτό δεν έγινε άμεσα αλλά κάποιες μέρες μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων δεν είναι κάτι που αλλοιώνει την κατάσταση δεδομένης και της εξήγησης που ο μάρτυρας έδωσε. Άλλωστε δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στην ενέργεια αυτή. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε στο καθεστώς παραμονής της 3ης κατηγορούμενης και οι αναφορές του αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη η κατηγορούμενη αρ. 2 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή της κατηγορούμενης δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα της και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος της (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Ούτε από την κατάθεση της στην Αστυνομία και την γραπτή της κατηγορίας μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε εύρημα, αφού δεν ανέφερε οτιδήποτε ως ήταν επίσης δικαίωμα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τα γεγονότα το οποία προκύπτουν από μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 06/03/2015 και περί ώρα 21:10 ο Μ.Κ.1 και άλλοι Αστυνομικοί μαζί με λειτουργούς του Γραφείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στα πλαίσια εκστρατείας για την αδήλωτη εργασία και για έλεγχο αδειών λειτουργίας κέντρων αναψυχής, μετέβηκαν στο κέντρο με την ονομασία «Λετύμβου Tavern» στην οδό Σωτήρη Μαραθεύτη 2 στη Λετύμβου για σχετικό έλεγχο. Εισερχόμενος στο συγκεκριμένο υποστατικό ο εν λόγω μάρτυρας κατευθύνθηκε στη κουζίνα όπου εντόπισε την 3ην κατηγορούμενη να ασχολείται με το πλύσιμο πιάτων. Στην κουζίνα υπήρχαν και άλλα άτομα τα οποία ασχολούνταν με την ετοιμασία φαγητών και υπήρχαν και σερβιτόροι και τα έπαιρνα έξω στους πελάτες. Ο Μ.Κ.1 προσέγγισε την εν λόγω αλλοδαπή και μετά από διερεύνηση διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για την LE THI CHAM από τo Bιετνάμ, γεννηθείσα την 01ην/04/1976, κάτοχος του διαβατηρίου με αριθμό Β0798751, ΑRC Νο.: 5595358, MP No.: Β07-
- Αφίχθηκε στην Κύπρο στις 07/08/07 μέσω του αερολιμένα Λάρνακας και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή εργαζόμενη στην οικία του Παναγιώτη Χριστοδούλου στην Κισσόνεργα μέχρι τις 07/03/
- Ακολούθως, δεν ανανέωσε την άδεια παραμονής και εργασίας της και έκτοτε διέμενε παράνομα. Επίσης, εναντίον της εκδόθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 07/03/2011 αφού είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα απέλασης της. Η εν λόγω αλλοδαπή συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα. Η πιο πάνω αναφερομένη ταβέρνα είναι ιδιοκτησία της 1ης κατηγορούμενης η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στο Γραφείο Εφόρου Εταιρειών. Διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας αυτής είναι η 2η κατηγορούμενη και κάποιος Αντώνης Λουκά. Επίσης, η 2η κατηγορούμενη είναι και γραμματέας. Οι σχετικές άδειες λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. είχαν εκδοθεί και ως υπεύθυνο άτομο σε αυτές αναφερόταν η 2η κατηγορούμενη η οποία και παρέλαβε για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης εξώδικο πρόστιμο που εκδόθηκε από τους λειτουργούς του Γραφείου Εργασίας για αδήλωτη εργασία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
- Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος, όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η 3η κατηγορούμενη η οποία εντοπίστηκε στην κουζίνα της ταβέρνας της 1ης κατηγορουμένης είναι αλλοδαπή με την έννοια του Νόμου. Κατάγεται από το Βιετνάμ και βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω. Επίσης, έχει προκύψει ότι η εν λόγω αλλοδαπή εντοπίστηκε να ασχολείται με το πλύσιμο πιάτων στην κουζίνα της ταβέρνας. Το εν λόγω γεγονός καταδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η αλλοδαπή ασκούσε εργασία στο συγκεκριμένο χώρο. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτή κατείχε οποιαδήποτε άδεια για την εργασία αυτή που ασκούσε. Όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί. Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο η εν λόγω αλλοδαπή εργοδοτείτο από την 1ην κατηγορούμενη. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και αυτή το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης της εν λόγω αλλοδαπής και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ότι και αυτή την εργοδότησε παράνομα. Έχει διευκρινιστεί όμως, μετά από σχετικό αίτημα της υπεράσπισης κατά την έναρξη της διαδικασίας ότι αυτή κατηγορείται ότι ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης προέβηκε σε εργοδότηση της. Είναι προφανές από τα πιο πάνω αλλά και από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ότι η 2η κατηγορούμενη κατηγορείται ως συνεργός της 1ης κατηγορούμενης και όχι ως αυτουργός. Είναι γεγονός ότι στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο ούτε περιλαμβάνεται στην νομική βάση της κατηγορίας το άρθρο 20 του Κεφ. 154. Παρόλο που είναι επιθυμητό να παρέχονται στο κατηγορητήριο όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες της κατηγορίας για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να γνωρίζει την υπόθεση που θα αντιμετωπίζει, εντούτοις μια τέτοια παράλειψη δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της κατηγορίας (βλ. Ajini κ.α v. Αστυνομίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 319). Στην παρούσα υπόθεση και μετά από σχετική διευκρίνιση της κατηγορούσας αρχής, είναι προφανές ότι η 2η κατηγορούμενη γνώριζε τι αντιμετώπιζε και υπό ποια ιδιότητα διώκεται. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης της ή δυσμενής επηρεασμού της. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αποδεικνύεται οποιαδήποτε σχέση εργοδότησης της 3ης κατηγορούμενης από την 1ην κατηγορούμενη εταιρεία με τη συνέργεια της 2ης κατηγορούμενης. Από τα ευρήματα του Δικαστήριο το μόνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η 1η κατηγορούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ιδιοκτήτρια της εν λόγω ταβέρνας. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο γεγονός που να συνδέει άμεσα την 1ην κατηγορούμενη με την εν λόγω αλλοδαπή ή ότι αυτή την συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν στο μέρος κατόπιν οδηγιών της 1ης κατηγορουμένης μέσω φυσικά κάποιου αρμόδιου φυσικού προσώπου ή ότι ένα τέτοιο πρόσωπο της έδωσε οδηγίες να προβεί τη συγκεκριμένη ημέρα στην συγκεκριμένη εργασία. Ουσιαστικά η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η 2η κατηγορούμενη έδωσε οδηγίες της 3ης κατηγορούμενης για να εργαστεί για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Μια τέτοια άμεση μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και περιστατική που θα μπορούσε να οδηγήσει στο αναπόδραστο αυτό συμπέρασμα. Η 2η κατηγορούμενη δεν εντοπίστηκε αρχικά στο μέρος και κατέφθασε στη σκηνή 10 λεπτά μετά την είσοδο της Αστυνομίας στην ταβέρνα χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την παρουσία της 3ης κατηγορούμενης. Το γεγονός και μόνο ότι ήταν μια εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης και υπεύθυνη για τη λειτουργία της ταβέρνας εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Ούτε το γεγονός ότι αυτή παρέλαβε εξώδικη καταγγελία εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης για αδήλωτη εργασία. Δεν προσκομίστηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες και μαρτυρία αυτής της καταγγελίας που έγινε από τους λειτουργούς του Γραφείου Εργασίας. Ούτε κατά πόσο το εν λόγω εξώδικο πληρώθηκε από την 1ην κατηγορούμενη. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι η 3η κατηγορούμενη ανευρέθηκε στη κουζίνα της ταβέρνας της 1ης κατηγορούμενης να πλένει πιάτα. Παρόλο που το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης είναι αυστηρής ευθύνης, εντούτοις χρειάζεται μαρτυρία για κάποιου είδους ανάθεσης εργασίας από τους κατηγορούμενους. Η μαρτυρία η οποία έχει προκύψει όμως για το ζήτημα αυτή είναι περιστατική και δεν θεωρώ ότι μπορεί να καταδείξει αυτό το γεγονός πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην παρούσα. Πώς βρέθηκε η 3η κατηγορούμενη στη κουζίνα να πλένει πιάτα και ποίος της είπε να το κάνει; Τι σχέση ενδεχομένως να υπήρχε μεταξύ αυτής και των άλλων ατόμων που εργάζονταν στην κουζίνα τη δεδομένη στιγμή; Από πότε βρισκόταν εκεί και κατά πόσο ασχολείτο με τη συγκεκριμένη εργασία και τις προηγούμενες μέρες; Όλα αυτά παραμένουν αναπάντητα. Είναι γεγονός ότι αυτή δεν εντοπίστηκε οπουδήποτε αλλού στην εν λόγω ταβέρνα αλλά στην κουζίνα αυτής να πλένει πιάτα. Το γεγονός αυτό και μόνο όμως, δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να οδηγήσει στο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα ότι βρισκόταν εκεί και ασκούσε τη συγκεκριμένη εργασία κατόπιν οδηγιών της 1ης κατηγορούμενης μέσω της 2ης κατηγορούμενης. Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι για την απόδειξη της ενοχής της 2ης κατηγορούμενης, εφόσον αυτή διώκεται ως συνεργός απαιτείται και η απόδειξη της ένοχης σκέψης (mens rea) (βλ. Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261). Μαρτυρία που να αποδεικνύει μια τέτοια σκέψη δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Δηλαδή, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η 2η κατηγορούμενη έδωσε οδηγίες ή ανάθεσε στην 3η κατηγορούμενη την εργασία αυτή την οποία θα ασκούσε για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχουν αρκετά κενά στην προσαχθείσα μαρτυρία και ελλείπουν από αυτή περαιτέρω στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να οδηγούσαν το Δικαστήριο σε ένα και μόνο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η παρουσία της αλλοδαπής στο συγκεκριμένο μέρος και η ενασχόληση της με το πλύσιμο πιάτων ήταν το αποτέλεσμα των οδηγιών της 2ης κατηγορουμένης για λογαριασμό της 1ης κατηγορουμένης, ως ήταν η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ουσιαστικά η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν οι δηλώσεις και αναφορές της αλλοδαπής οι οποίες για τους λόγους που αναφέρθηκαν δεν έγιναν αποδεκτές. Η κατηγορούσα αρχή όφειλε να είχε προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία, είτε από άλλους εργαζόμενους στο μέρος είτε από τον άλλο διευθυντή της 1ης κατηγορουμένης και περαιτέρω στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παρουσία της αλλοδαπής στο μέρος δεν ήταν τυχαία ή η παρουσία της και η άσκηση της εργασίας αυτής από μέρους της δεν ήταν αυθαίρετη ή των αποτέλεσμα οδηγιών άλλων ατόμων παρά μόνο της 2ης κατηγορούμενης για λογαριασμό της 1ης. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι δε έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 και ως εκ τούτου αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1ην και 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο