Δημοκρατία ν. Aristo Developers Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10239/14, 3/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:8 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10239/14 Δημοκρατία v.
- Aristo Developers Ltd
- Θεόδωρος Αριστοδήμου
- Σωτηρούλα Αριστοδήμου
- Χρίστος Σολομωνίδης
- Σάββας Σάββα Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 3 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ν. Κέκκος Για τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Κ. Δαμιανό Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Πικής Για τον κατηγορούμενο 5: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5 - παρόντες ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 26 Ανδρέα Δημητρίου και την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Δημοκρατίας δήλωσε πως προσφέρει για αντεξέταση, όλους τους εναπομείναντες μάρτυρες, πλην ενός, του Άκη Χρυσόμηλου. Δήλωση, η οποία ήγειρε την ένσταση των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι υπερτονίζουν την αναγκαιότητα παρουσίας του ανωτέρω προσώπου στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Άκης Χρυσόμηλος έχει δώσει κατάθεση στην Αστυνομία και πρόθεση της κατηγορούσας αρχής, την οποία γνώριζε η υπεράσπιση ήταν πως θα παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο, σε μια προηγούμενη δικάσιμο να καταθέσει. Το τι μεσολάβησε και διαφοροποίησε τη θέση της κατηγορούσας αρχής, το εξηγεί ο κ. Κέκκος. Επεξηγεί ο συνήγορος πως οδηγήθηκε στην εν λόγω απόφαση μετά τη συνομιλία που είχε με το συγκεκριμένο μάρτυρα την προηγούμενη μέρα όταν είχε επιζητήσει κάποιες διευκρινίσεις επί συγκεκριμένων σημείων της κατάθεσης του. Σύμφωνα με το συνήγορο κάποιες αναφορές του μάρτυρα στην τρίτη σελίδα της κατάθεσης του έρχονται ουσιαστικά σε αντίθεση ή δεν συνάδουν με όσα αναφέρει στη δεύτερη σελίδα της ίδιας κατάθεσης και τα οποία θεωρεί αόριστα. Συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα αναφέρεται ο μάρτυρας στη συνήθη τακτική που επικρατούσε στην Εκτελεστική Επιτροπή της οποίας ήταν Πρόεδρος. Αναφερόμενος σε συγκεκριμένη ημερομηνία όπου συνεδρίασε για την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι η Επιτροπή ρώτησε τον εκτελεστικό μηχανικό που παρουσίασε την υπόθεση τον κ. Καραολίδη εάν υπήρχαν στον φάκελο της αίτησης όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις από όλες τις υπηρεσίες, όπως καθορίζονται από το Νόμο. Ο εκτελεστικός μηχανικός ανέφερε ότι όλες οι υπηρεσίες έδωσαν θετική απάντηση ή τέλος πάντων είχαν συναινέσει στη σχετική αίτηση. Παρών στη συνεδρία ήταν ο δημοτικός μηχανικός Σάββας Σάββα ο οποίος επίσης διαβεβαίωσε την Επιτροπή ότι όλα ήταν εντάξει με την αίτηση. Μετά από αυτά, η Εκτελεστική Επιτροπή ενέκρινε την αίτηση για τον διαχωρισμό των οικοπέδων. Στο τέλος της κατάθεσης του ιδίου μάρτυρα γίνεται η εξής αναφορά «Επίσης σε περίπτωση που υπήρχαν τροποποιήσεις ή αλλαγές σχεδίων, όπως έτυχε και σε άλλες περιπτώσεις και συμφωνούσε η Τεχνική Υπηρεσία θα αποφάσιζαν τα μέρη της Επιτροπής ανάλογα». Για την τελευταία τοποθέτηση του μάρτυρα την οποία ο συνήγορος θεώρησε αόριστη ζήτησε να λάβει κάποιες διευκρινίσεις και σύμφωνα με τον ίδιο δεν έλαβε ικανοποιητική απάντηση. Δεδομένων τούτων και του γεγονότος πως το όνομα του συγκεκριμένου προσώπου κ. Χρυσόμηλου περιλαμβάνεται και καταγράφεται στα ημερολόγια (Τεκμήρια 17-20) που παραλήφθηκαν από το γραφείο της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο συνήγορος τον κρίνει ως μη αξιόπιστο άτομο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης έφεραν ένσταση στην επιλογή αυτή του εκπροσώπου της κατηγορούσας Αρχής και ζήτησαν όπως το εν λόγω πρόσωπο προσφερθεί για αντεξέταση. Εξηγώντας τη θέση του ο κ. Παπαϊωάννου σημείωσε πως μέχρι την προηγούμενη δικάσιμο αναμενόταν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Θεώρησε πως η κρίση για το μη αξιόπιστο της μαρτυρίας του συγκεκριμένου προσώπου δεν ασκείται ορθά από την κατηγορούσα Αρχή και πως θα έπρεπε να προσφερθεί με κάποιο τρόπο μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται το αντιφατικό ή το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εν λόγω προσώπου. Αντίθετα οι δηλώσεις αυτές του μάρτυρα περί αλλαγών και τροποποιήσεων συνάδει και με την υπόλοιπη δοθείσα μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή όπως εκείνης της κας Κούσπου ή ακόμα και της κας Ευθυμίου. Ο κ. Πικής υποδεικνύει με τη σειρά του πως δεν είναι ορθός τρόπος εισαγωγής μαρτυρίας με την αγόρευση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Πέραν τούτου δεν ασκείται ορθά η διακριτική εξουσία της Κατηγορούσας Αρχ;hw με βάση τις αρχές της νομολογίας όπως έχουν τεθεί στην αγγλική υπόθεση Russell-Jones
(1995)η οποία ακολουθείται από την κυπριακή νομολογία. Υπέδειξε περαιτέρω πως η διακριτική αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται για καλό λόγο ο οποίος να εμφαίνεται αντικειμενικά με βάση τα όσα επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή για να μην κλητεύσει το μάρτυρα και τα όσα ο μάρτυρας αναφέρει στις καταθέσεις του. Με ανάλυση των νομικών αρχών που εφαρμόζονται στο υπό εξέταση αίτημα ασχολήθηκε ο κ. Στεφάνου και παρέπεμψε προς τούτο το Δικαστήριο σε σχετικές αυθεντίες. Ήταν η θέση του πως παρά το ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να κληθεί ως μάρτυρας από την Υπεράσπιση, η φιλοσοφία του όλου θέματος στηρίζεται στο γεγονός πως ένα πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται ως μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής δεν μπορεί να προσεγγιστεί από την Υπεράσπιση και να συζητήσει μαζί του επί γεγονότων τα οποία θα μπορούν να τεθούν και στους άλλους μάρτυρες αφού είναι μάρτυρας της κατηγορούσας Αρχής. Είναι η θέση του πως όσα αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του είναι ουσιώδη γεγονότα για τα οποία άλλοι μάρτυρες αντεξετάστηκαν και έχουν τοποθετηθεί. Αποδέχεται ο συνήγορος την αρχή πως η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κριτής αν θα προσκομίσει κάποιο μάρτυρα ή όχι όμως βασική αρχή η οποία προκύπτει από τα συγγράμματα είναι όταν ο μάρτυρας αυτός δεν γίνεται πιστευτός αυτό συμβαίνει και αποδεικνύεται σε περίπτωση που μπορεί να διαφοροποιηθεί από τα προηγούμενα. Στην κρινόμενη περίπτωση είναι η θέση του συνηγόρου πως το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν έχει διαφοροποιήσει τις θέσεις του αλλά εξ όσων ανέφερε ο κ. Κέκκος τα όσα έχει θέσει αποτελούν διευκρινίσεις επί των ήδη κατατεθέντων από το μάρτυρα. Όλα τα αναγραφόμενα στην κατάθεση του μάρτυρα και στη 2η και στην 3η σελίδα ήταν ήδη υπόψη της Κατηγορούσας Αρχής και είχε αποφασίσει μέχρι και την τελευταία δικάσιμο να τον προσφέρει ως μάρτυρα χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε εντύπωση στην Κατηγορούσα Αρχή περί αναξιοπιστίας του. Τα κριτήρια και οι κατευθυντήριες γραμμές για την κλήτευση ή όχι ενός μάρτυρα και η συνακόλουθη υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής τέθηκαν με πολλή σαφήνεια και λεπτομέρεια στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657 και έχουν επαναληφθεί στην Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Α. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385. Έχει νομολογηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλους τους μάρτυρες, τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται στο κατηγορητήριο. Η υποχρέωση της παρουσίας των μαρτύρων δεν εξυπακούει και την υποχρέωση κλήσης τους για να καταθέσουν. Η κατηγορούσα αρχή διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια (α) να τους καλέσει για να καταθέσουν ή (β) να τους καλέσει και να τους προσφέρει προς αντεξέταση ή (γ) να μην τους καλέσει καθόλου. Όμως στα πλαίσια άσκησης της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας της η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να ενεργεί μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης. Έτσι έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα έστω και αν η μαρτυρία του δεν συνάδει με την υπόθεση που θέλει να αποδείξει. Όμως δεν έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου είναι ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει, αφού μία τέτοια μαρτυρία δεν θα μπορεί να γίνει πιστευτή αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι ορθή. (Βλ. R. v. Russell-Jones
(1995)1 Cr. App. R. 538). Η κατηγορούσα αρχή δεν είναι υπόχρεη να προσφέρει ένα μάρτυρα (πάνω στη βάση του οποίου δεν προτίθεται να βασιστεί), για να δώσει την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τον χρησιμοποιήσει για να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας (στη μαρτυρία των οποίων προτίθεται να βασιστεί). Μια τέτοια διαδικασία απλά προκαλεί σύγχυση. Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής είναι να έχει τέτοιους μάρτυρες στη διάθεση της υπεράσπισης ή να δώσει την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τους καλέσει η ίδια αν αυτή το κρίνει σκόπιμο. Όπως αναλυτικά αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση Ιωάννου η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής για την κλήση ή μη ενός μάρτυρα κατηγορίας καθορίζονται από τις εξής κατευθυντήριες γραμμές:
(1)Η Κατηγορούσα Αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει πάνω σε ποιους μάρτυρες θα βασισθεί για τους σκοπούς της προανάκρισης και για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου δίνοντας προς τούτο αντίγραφα των καταθέσεών τους στην Υπεράσπιση. Η Κατηγορούσα Αρχή κατά κανόνα θα πρέπει να αποκαλύπτει το περιεχόμενο ουσιωδών καταθέσεων που έχει στην κατοχή της, τις οποίες δεν έχει επιδώσει στην Υπεράσπιση.
(2)Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να έχει στο Δικαστήριο όλους τους μάρτυρες που προτίθεται να καλέσει για να καταθέσουν (αντίγραφα των καταθέσεων των οποίων έχουν ήδη δοθεί στην Υπεράσπιση), εκτός αν ο μάρτυρας έχει ήδη δεσμευθεί να παρουσιασθεί ή η Υπεράσπιση συμφωνεί ότι η παρουσία του δεν θα είναι αναγκαία, π.χ. γιατί το περιεχόμενο της κατάθεσής του θα γίνει αποδεκτό.
(3)Το αντιπαραθετικό σύστημα απαιτεί από την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορουμένου. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η Κατηγορούσα Αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να καλέσει ή να προσφέρει προς αντεξέταση ένα συγκεκριμένο μάρτυρα. Όμως ο Δημόσιος Κατήγορος θα πρέπει να ενεργεί μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της Δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης. Ετσι έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα έστω και αν η μαρτυρία του δεν συνάδει με την υπόθεση που θέλει να αποδείξει. Όμως δεν έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου είναι ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει, αφού μια τέτοια μαρτυρία δεν θα μπορεί να γίνει πιστευτή αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ορθή.
(4)Η Κατηγορούσα Αρχή κανονικά πρέπει να καλεί ή να προσφέρει όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης, εκτός αν ο Δημόσιος Κατήγορος θεωρεί τη μαρτυρία ως μη ικανή να γίνει πιστευτή.
(5)Η Κατηγορούσα Αρχή αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας μπορεί να δώσει άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να κρίνει κατά πόσο η μαρτυρία είναι περιθωριακή.
(6)Η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κατ' εξοχή κριτής κατά πόσο ένας μάρτυρας για κύρια γεγονότα είναι ανάξιος να γίνει πιστευτός.
(7)Η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι υπόχρεη να προσφέρει ένα μάρτυρα (πάνω στη μαρτυρία του οποίου δεν προτίθεται να βασισθεί), για να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τον χρησιμοποιήσει για να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας (στη μαρτυρία των οποίων προτίθεται να βασισθεί). Μια τέτοια διαδικασία απλά προκαλεί σύγχυση. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να έχει τέτοιους μάρτυρες στη διάθεση της Υπεράσπισης, για να δώσει την ευχέρεια στην Υπεράσπιση να τους καλέσει αν η Υπεράσπιση το κρίνει σκόπιμο. Φρονούμε πως η φράση «κριτής της αξιοπιστίας είναι η κατηγορούσα αρχή», δεν μπορεί να εκληφθεί πως παρέχει το αποκλειστικό της κρίσης αυτής, χωρίς οποιοδήποτε έλεγχο της, τόσο για το εύλογο όσο και το δίκαιο αυτής, με βάση και τις υπόλοιπες αρχές, όπως αυτές προδιαγράφονται από την αναφερθείσα νομολογία. Άλλως πως δεν θα ήταν αναγκαία η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θεωρούμε πως η κρίση της κατηγορούσας αρχής, θα πρέπει να ελέγχεται από το Δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να δίνονται λόγοι για το έρεισμα της κρίσης του μη αξιόπιστου. Με αναφορά στο εύλογο της διαπίστωσης και στο δίκαιο της υπόθεσης. Στην κρινόμενη περίπτωση ο κ. Κέκκος θεωρεί αναξιόπιστο όπως ανωτέρω αναφέρθηκε τον κ. Χρυσόμηλο με αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία της κατάθεσης του. Ανέφερε περαιτέρω πως σε διευκρινιστικές ερωτήσεις δεν έλαβε ικανοποιητική απάντηση και πρόσθετα με αυτά. το συγκεκριμένο πρόσωπο του απάντησε στην ερώτηση αν έλαβαν οποιαδήποτε απόφαση, ως Εκτελεστική Επιτροπή για τροποποιήσεις, ότι κάποια θέματα που έχει αναφέρει έχουν διατυπωθεί διαφορετικά. Το ερώτημα επομένως που χρήζει απάντησης είναι αν είναι εύλογο για τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής να θεωρεί το συγκεκριμένο πρόσωπο μη αξιόπιστο. Τόσο η ανωτέρω αναφερθείσα νομολογία όσο και το σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2007 σελ. 1656 αναγνωρίζει ότι ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έχει την διακριτική ευχέρεια να μην καλεί ένα μάρτυρα εάν ο μάρτυρας φαίνεται ή παρουσιάζεται στο συνήγορο να μην είναι αξιόπιστο άτομο. Αυτή βέβαια η εξαίρεση εφαρμόζεται αν κάτι έχει προκύψει ώστε να δημιουργηθεί αμφιβολία για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Παρόμοια προσέγγιση γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Criminal Evidence 5η έκδοση (Richard May, Steven Powles) όπου στην παράγραφο 19-01 υποδεικνύεται πως ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έχει την εξουσία και το δικαίωμα υπό ορισμένες περιπτώσεις να μην καλεί μάρτυρα ενώ το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει αυτό να τον κλητεύσει (to order him to call the witness). Στην επόμενη παράγραφο του ιδίου συγγράμματος 19-02 επεξηγείται και υπογραμμίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής όπως αυτή υποδείχθηκε στην Russell-Jones, δηλαδή ότι ο κατήγορος οφείλει να καλεί όλους τους μάρτυρες, τελεί υπό την αίρεση όπου, εκτός εάν για καλό λόγο (unless for good reason) ο κατήγορος εκλαμβάνει τη μαρτυρία ως μη πιστευτή. Θεωρούμε επομένως πως εκείνο που το Δικαστήριο εξετάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η έκφραση κρίσης του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο ή όχι του μάρτυρα αλλά η διαπίστωση της εύλογης κρίσης ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής. Όπως έχουμε καταγράψει προηγουμένως έχει αναφέρει ο κ. Κέκκος και εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στην κρίση τη δική του. Το συγκεκριμένο πρόσωπο πέραν των μην ικανοποιητικών επεξηγήσεων που του έδωσε ισχυρίστηκε σε κάποιο σημείο ότι κάποια λεγόμενα του έχουν γραφεί με διαφορετικό τρόπο. Συνεπώς το αξιόπιστο του μάρτυρα δεν εστιάζεται μόνο σε μερικές διευκρινίσεις όπως το έθεσαν οι συνήγοροι, αλλά και στα λοιπά θέματα. Η μεταφορά των διαμειφθέντων λόγων από τον κ. Κέκκο, εκλαμβάνεται ως έχει αφού δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά επεξήγηση και ανάλυση των λόγων που τον οδήγησαν στην κρίση του. Συνακόλουθα θεωρούμε πως ορθά και εύλογα ασκείται από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής η διακριτική εξουσία να μην προσφέρει για αντεξέταση το συγκεκριμένο πρόσωπο. Σημειώνουμε πως η Υπεράσπιση έχει το αναφέρετο δικαίωμα εάν χρειαστεί και αν κριθεί αναγκαίο να κλητεύσει το ανωτέρω πρόσωπο ως μάρτυρα. Το αίτημα της Υπεράσπισης να προσφερθεί για αντεξέταση ο κ. Α. Χρυσόμηλος για τους λόγους που έχουμε ανωτέρω εξηγήσει, απορρίπτεται. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ.,Μ.Ι cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο