← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστείδης Τζιάμαλης, Αρ. Υπόθεσης: 403/12, 28/5/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Αριστείδης Τζιάμαλης, Αρ. Υπόθεσης: 403/12, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 403/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Αριστείδης Τζιάμαλης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 28/05/2015. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Xρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Βασιλειάδης. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της βίας στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)
(4)και 23 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πιο πάνω αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 04/11/2011 στο 8ο Δημοτικό Σχολείο Αναβαργού της Επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε κατά της πρώην συζύγου του Παναγιώτας Χ΄΄ Γεωργίου από τη Πάφο και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε επτά
(7)μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2072 Γ. Ιωαννίδη (Μ.Κ.1), τον Αστ. 4472 Α. Αριστοτέλους (Μ.Κ.2), τον Αστ. 1299 Σ. Γιούπη (Μ.Κ.3), την κα Παναγιώτα Χ΄΄ Γεωργίου (Μ.Κ.4), τον κ. Ανδρέα Χριστοδούλου (Μ.Κ.5), την κα Άντρη Χ΄΄ Μιτσή (Μ.Κ.6) και τον κ. Αποστόλη Ξεπατεράκη (Μ.Κ.7). Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Μάριο Χριστοδούλου (Μ.Υ.1). Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 04/11/2011 και μεταξύ των ημερομηνιών 04-05/11/11 και ωρών 23:20 - 00:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον αυτόν την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 05/11/2011 και μεταξύ των ωρών 08:00 - 08:05 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «Δεν παραδέχομαι» Κατέθεσε στο Δικαστήριο τη γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο
  2. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Στις 04/11/2011 είπε μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη η οποία του ανέφερε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 13:05 δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο και πρώην σύζυγο της στο δημοτικό σχολείο Αναβαργού καθώς επίσης και από τον Δρ. Αντρέα Χριστοδούλου στην οποία αναφέρει τα ευρήματα του. Περαιτέρω, είπε ότι στις 14/12/2011 μετέβηκε στο 8ο Δημοτικό Σχολείο Αναβαργού όπου συνομίλησε με τον διευθυντή του σχολείου και τη δασκάλα του παιδιού αλλά αμφότεροι απάντησαν ότι δεν ήταν παρόντες στο επεισόδιο και δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και δεν του έδωσαν οποιαδήποτε κατάθεση. Η Μ.Κ.4 ήταν η παραπονούμενη η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομίας τεκμήριο
  3. Σε αυτή αναφέρει ότι ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο με τον οποίο έχει χωρίσει εδώ και αρκετά χρόνια. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα γιο ηλικίας 9 ετών και αναφορικά με την γονική μέριμνα και επικοινωνία έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 10). Ο κατηγορούμενος, λέει, δεν τηρεί τον εν λόγω διάταγμα και εκκρεμεί δικαστική διαδικασία παρακοής στο οικογενειακό Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος, συνεχίζει στην κατάθεσή της, εδώ και δύο εβδομάδες πήρε το ανήλικο και δεν της απαντά τα τηλέφωνα. Στις 04/11/2011 και περί ώρα 13:00 πήγε στο σχολείο για να πάρει το ανήλικο μαζί της και πήρε τη σχολική του τσάντα και την έβαλε στον αριστερό της ώμο. Όταν ανέφερε στο ανήλικο ότι θα τον πάρει μαζί της αυτό της απάντησε ότι δεν ήθελε και ότι θα έρθει ο πατέρας του. Καθώς προχωρούσαν προς την έξοδο, ο κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το σχολείο και φώναζε του ανήλικου για να πάει μαζί του. Τότε αυτή σταμάτησε το παιδί για να του πει ότι τον πεθύμησαν και ο κατηγορούμενος επέμενε να του φωνάζει να πάει κοντά του και τον έπιασε από το χέρι για να φύγουνε. Ακολούθως, αυτή του είπε να την αφήσει να το δει πέντε λεπτά και καθώς μιλούσαν ο κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος της και της είπε «αρκετά έκαμες ψυχολογικό πόλεμο του μωρού» και προσπαθούσε να της πάρει τη τσάντα του παιδιού που ήταν στον ώμο της και αυτή δεν την άφηνε. Από τη δύναμη που την τραβούσε, αυτή έπεσε στο έδαφος και τρίφτηκε πάνω στο πεζοδρόμιο στο προαύλιο του σχολείου. Στη συνέχεια την κλώτσησε δύο φορές αριστερά στα πλευρά της και όταν ήταν στο έδαφος της τραβούσε τη τσάντα, αυτή δεν την άφηνε και την έσερνε στο έδαφος με αποτέλεσμα να γδαρθεί στα χέρια της. Ακολούθως, κατάφερε και της απέσπασε τη τσάντα και κάποιοι που ήταν εκεί τον τράβηξαν και έφυγε από κοντά της. Αναφέρει επίσης, ότι παρών στο επεισόδιο ήταν ο διευθυντής του σχολείου. Ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε ενώ αυτή μετά ειδοποίησε την Αστυνομία και μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Περαιτέρω, η παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη φωτογραφιών (βλ. τεκμήριο 11 α) - στ)) οι οποίες λήφθηκαν στο Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν την επομένη της εισαγωγής της, από κάποιο Αποστόλη Ξεπατεράκη, φωτογράφο στον οποίο την περίοδο εκείνη εργαζόταν. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως ο ιατρός χειρουργός ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 04/11/2011 και ανέφερε στο Δικαστήριο τα ευρήματα του. Ο μάρτυρας είπε ότι η παραπονούμενη του ανέφερε ότι είχε ζάλη, κεφαλαλγία και τάση για εμετό. Έφερε εκδορές στην βάση του τραχήλου δηλαδή του λαιμού αριστερά, στην περιοχή της ωμοπλάτης όπως επίσης και οσφυϊκά δεξιά. Επίσης, εκδορές έφερε στην έξω επιφάνεια του βραχίονα δεξιά και στην έσω επιφάνεια του βραχίονα αριστερά. Περαιτέρω, η παραπονούμενη ανέφερε άλγος στην δεξιά πηχεοκαρπική άρθρωση. Κρατήθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό ενώ ζητήθηκε ορθοπεδική εκτίμηση. Όσον αφορά τα τραύματα που εντόπισε να έφερε η παραπονούμενη, δηλαδή τις εκδορές, ο μάρτυρας είπε ότι αυτά μπορεί να προκληθούν με τριβή με άλλο αντικείμενο. Είναι γραμμοειδείς είπε που σημαίνει ότι κάπου σύρθηκε ή τρίφτηκε. Επίσης, είπε ότι με το άμεσο κτύπημα δεν μπορεί να προκληθούν τέτοιες εκδορές διότι θα έπρεπε να είχε αιμάτωμα και μόνο με την τριβή μπορούν να προκληθούν. Όσον αφορά την τριβή διευκρίνισε ότι αυτή μπορεί να είναι τρίψιμο και με το χέρι. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι η παραπονούμενη κρατήθηκε για νοσηλεία καθότι ανέφερε υποκειμενικές αιτιάσεις εγκεφαλικής διάσεισης και ζητήθηκε η ορθοπεδική εκτίμηση διότι ανέφερε έντονη αυχεναλγία. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε επίσης ως η ιατρός που εξέτασε αρχικά την παραπονούμενη στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείο Πάφου στις 04/11/
  4. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο ετοίμασε ως τεκμήριο
  5. Σε αυτό αναφέρει ότι η παραπονούμενη έφερε εκδορές δεξιάς ωμοπλάτης, δεξιού ισχίου και ερυθρότητες στο λαιμό αριστερά. Επίσης, έφερε μικροεκδορές στους βραχίονες, αυχεναλγία και άλγος δεξιού καρπού. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος χωρίς παθολογικά ευρήματα και εισήχθηκε στον χειρουργικό θάλαμο για παρακολούθηση λόγω αναφερόμενης ζάλης. Επίσης, είπε ότι οι εκδορές μπορεί να προκληθούν από τριβή με αιχμηρό αντικείμενο. Ο Μ.Κ.7 κατέθεσε ως ο φωτογράφος ο οποίος έβγαλε τις φωτογραφίες - τεκμήριο
  6. Αφού ανέφερε τα προσόντα του, είπε ότι αυτός έβγαλε τις φωτογραφίες τεκμήριο 11 και αφορούν την παραπονουμένη η οποία βρισκόταν στο Νοσοκομείο. Όσον αφορά τον χάρακα που φαίνεται στις φωτογραφίες, είπε ότι τον τοποθετούν για να μετρούν το τραύμα λόγω της μεγέθυνσης της φωτογραφίας. Περαιτέρω, απέρριψε τη θέση ότι οι φωτογραφίες δεν απεικονίζουν πραγματικά το τι φωτογράφησε και ότι έχουν υποστεί αλλοίωση - photoshop. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος στην ένορκη του μαρτυρία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο
  7. Σε αυτή αναφέρει ότι ήταν παντρεμένος με την παραπονούμενη με την οποία απέκτησαν ένα τέκνο τον Αντρέα ηλικίας 9 ετών και τον Ιούνιο του 2007 εκδόθηκε διαζύγιο. Σε σχέση με την γονική μέριμνα του παιδιού αναφέρει ότι είναι από κοινού και ότι το έχουν από μισές μέρες της εβδομάδας. Από τις 15/08/2011 το παιδί παρουσίασε μια στάση εμμονής το να θέλει να μείνει μόνο μαζί του και να μην θέλει την μητέρα του και όπως του είπε ο λόγος είναι η άστατη ζωή που κάνει. Γι αυτό το λόγο δεν παίρνει το παιδί πίσω στη μητέρα του και έχει ενημερώσει σχετικά το Γραφείο Ευημερίας. Αναφορικά με το επεισόδιο, αναφέρει ότι στις 04/11/2011 πήγε στο σχολείο για να πάρει το παιδί. Επειδή είχε αργήσει να έρθει στο αυτοκίνητο που το περίμενε, όπως κάνει συνήθως, κατέβηκε και πήγε από την κύρια είσοδο του σχολείου για να το ψάξει. Στην είσοδο του σχολείου, μέσα στο σχολείο συνάντησε την παραπονουμένη να συνομιλεί με το παιδί το οποίο ήταν κλαμένο και επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση «εν θέλω να έρτω». Αυτός έμεινε σε κάποια απόσταση για να τους αφήσει να εξηγηθούν. Όταν το παιδί συνέχισε να εμμένει ότι δεν θέλει να πάει με την μητέρα του, τότε η παραπονούμενη τον τράβηξε απότομα από το αριστερό του χέρι και του είπε «ναρτεις μαζί μου σήμερα και ταυτόχρονα τον τράβηξε απότομα από το αριστερό του χέρι για να την ακολουθήσει προς την έξοδο και να τον πάρει μαζί της. Έπιασε επίσης, την τσάντα του και την έβαλε στον ώμο της. Τότε αυτός πλησίασε την παραπονούμενη, άπλωσε το χέρι του πάνω στη τσάντα που είχε στον ώμο της και της είπε με ήρεμο ύφος «αφού το μωρό δεν θέλει να πάει μαζί σου άστο να έρθει μαζί μου και σήμερα και βλέπουμε..δόσμου τη τσάντα του μωρού να την πάρω γιατί βιάζομαι και έχω δουλειά». Τότε η παραπονούμενη γύρισε προς το μέρος του απότομα σπρώχνοντας με το χέρι της πάνω στο στήθος του και είπε «δεν είναι δίκαιο...το μωρό πρέπει να έρθει μαζί μου σήμερα». Δεν έχει παράπονο αναφέρει γι αυτό το σπρώξιμο της παραπονούμενης. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι όπως τον έσπρωξε, αυτός κρατούσε τη τσάντα και αυτή από μόνη της έπεσε κάτω φωνάζοντας «βοήθεια βοήθεια» και κτυπιόταν από μόνη της με τα χέρια της πάνω στο κεφάλι της και στο σώμα της. Αυτός με ήρεμο ύφος της είπε να σηκωθεί πάνω ενώ τη τσάντα της την είχε αφαιρέσει από τον ώμο της. Τότε πήρε το παιδί και πήγαν προς το αυτοκίνητο. Εκείνη την ώρα είδε την παραπονούμενη να σηκώνεται πάνω και να παίρνει το κινητό της από τη τσέπη και να τηλεφωνά. Υποψιάστηκε ότι θα του δημιουργήσει πρόβλημα με ψευδή καταγγελία στη Αστυνομία γι αυτό οδήγησε προς τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό και μετέβηκε στο γραφείο του Αξ/κου Υπεύθυνου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων και τον ενημέρωσε για το συμβάν και να το λάβει υπόψη του σε περίπτωση που γινόταν καταγγελία. Είναι η θέση του κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποίησε βία εναντίον της παραπονούμενης, ούτε κλωτσιές ούτε σπρώξιμο ούτε τράβηγμα ούτε οτιδήποτε άλλο. Την ώρα που η παραπονούμενη έπεσε από μόνη της στο έδαφος δεν γνωρίζει αν υπήρχε οποιοσδήποτε παρών, αφού όμως σηκώθηκε πάνω και ενώ αυτός έφευγε είδε το διευθυντή του σχολείου να βρίσκεται εκεί αλλά δεν γνωρίζει αν είδε τι συνέβηκε. Επίσης, αναφέρει ότι την όλη φάση την είδε ο αδελφός του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η πρώην σύζυγος του κάνει ψευδείς καταγγελίες για παρακοή του διατάγματος επικοινωνίας του Δικαστηρίου και ότι της χρωστά διατροφές τη στιγμή που το παιδί διαμένει μαζί του. Αποτάθηκε στο Γραφείο Ευημερίας είπε και του έδωσαν Βεβαίωση ότι το παιδί διαμένει μαζί του (βλ. τεκμήριο 17). Κατέθεσε επίσης απόδειξη πληρωμής διατροφών της Αστυνομίας ημερομηνίας 29/03/2012 (τεκμήριο 18) που αφορούσε είπε τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του
  8. Πέραν των πιο πάνω, κατά την προφορική του μαρτυρία προσπάθησε να καταδείξει παραστατικά πώς έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο και πώς η παραπονούμενη έπεσε μόνη της στο έδαφος, στριφογύριζε, τριβόταν και φώναζε. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Αναβαργού και ότι πήρε κλήση από την υπεράσπιση για να έρθει στο Δικαστήριο να καταθέσει στο Δικαστήριο. Γνωρίζει είπε τον κατηγορούμενο διότι είχε παιδί στο σχολείο και συνεργάστηκε μαζί του στα πλαίσια του σχολείου - οικογένειας αλλά δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις μαζί του. Με τον ίδιο τρόπο γνώριζε και τη σύζυγο του. Θυμάται είπε ότι την ημέρα του επεισοδίου και μετά τη λήξη των μαθημάτων ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο γραφείο του το οποίο δεν είχε οπτική επαφή με το προαύλιο του σχολείου, άκουσε φωνές και βγήκε έξω για να δει τι συμβαίνει. Είδε την παραπονούμενη να φωνάζει αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε τι είχε συμβεί και μετά πήγε πίσω στο γραφείο του. Όταν τον ρώτησε η Αστυνομία τους είπε ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο και δεν ήθελε να εμπλακεί. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφήνοντας τελευταία την αξιολόγηση της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου. O M.K.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες έκανε και την εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή. Στις 04/11/2011 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (βλ. τεκμήριο 4) και του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Δεν διαπιστώνεται κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του αυτή ή στις ενέργειες τις οποίες έκανε. Η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα και συγκεκριμένα πώς προέκυψε και άρχισε τη διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου στις 04/11/
  1. Ο μάρτυρας παρόλο που δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το πώς, πού και πότε έλαβε χώρα το παράπονο της παραπονουμένης, εντούτοις είπε ότι ο ίδιος προχώρησε στις ενέργειες του μετά την υποβολή του παραπόνου της παραπονούμενης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της και όλες τις ενέργειες που έκανε. Ο Μ.Κ.2 περιορίστηκε στο να καταθέσει στο Δικαστήριο τη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου που έγινε στις 05/11/
  2. Δεν είχε άλλη εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Αποδέχομαι την εν λόγω ενέργεια του. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να αναφέρει τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε ως εξεταστής της υπόθεσης για σκοπούς διερεύνησης της καταγγελίας της παραπονούμενης. Ανέφερε ότι τηλεφώνησε η παραπονούμενη στην Αστυνομία στις 04/11/2011 και περί ώρα 13:05 και κατάγγειλε την υπόθεση και μετά εξήγησε τις ενέργειες που έκανε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του ή στις ενέργειες του αυτές. Ο μάρτυρας αυτός είπε ότι μετέβηκε στο Νοσοκομείο Πάφου όπου εντόπισε την παραπονούμενη στα εξωτερικά ιατρεία και διαπίστωσε ότι έφερε κάποια γδαρσίματα τα οποία προκλήθηκαν όπως του είπε μετά από φιλονικία που είχε με τον πρώην σύζυγο της. Εκείνο στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας και έτυχε και αντεξέτασης ήταν αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με τον διευθυντή του σχολείο και τη δασκάλα του ανήλικου. Είπε ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και αφού η παραπονούμενη ανέφερε ότι παρόντες στο επεισόδιο ήταν ο διευθυντής του σχολείου και η δασκάλα του παιδιού μετέβηκε στο σχολείο για να λάβει σχετικές καταθέσεις. Και οι δύο όμως του είπαν ότι δεν ήταν παρόντες και δεν ήθελαν να εμπλακούν στην υπόθεση. Αποδέχομαι τις ενέργειες του αυτές και ότι τα πρόσωπα αυτά προέβηκαν στις πιο πάνω δηλώσεις. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν παρόντες στο επεισόδιο. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία και δεν μπορεί να εξεταστεί η ορθότητα των δηλώσεων τους αυτών από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Ουσιαστικά ο μάρτυρας είπε ότι ο διευθυντής του είπε ότι δεν ήταν παρών και δεν του έδινε κατάθεση διότι δεν ήθελε να εμπλακεί. Η δήλωση αυτή δεν είναι και ξεκάθαρη. Το αν δεν ήταν παρών είναι ένα και αν δεν ήθελε να εμπλακεί είναι άλλο. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε αν κάτι τέτοιο ευσταθούσε. Ως εκ τούτου, πέραν των δηλώσεων που έγιναν από το πρόσωπο αυτό προς το μάρτυρα, που τις αποδέχομαι, δεν μπορώ να προβώ σε εύρημα περί της αλήθειας του περιεχομένου τους. Άλλωστε ο διευθυντής του σχολείου κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης και η μαρτυρία του επί τούτου θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ούτε ότι προέβηκε σε πλημμελή διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τη πιο πάνω διευκρίνιση σε σχέση με τις αναφορές των δύο προσώπων. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως ο ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη στις 04/11/
  3. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο χειρουργός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και κατ' επέκταση ειδικός και εμπειρογνώμονας για τα θέματα τα οποία αναφέρεται στην κατάθεση του και γενικά στη μαρτυρία του, δεν έτυχε αμφισβήτησης και επίσης με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, θεωρώ ότι μπορώ να τον αποδεχτώ ως τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να το βοηθήσει να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω διακρίνει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ότι αυτός σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους αλλά αντιθέτως αυτός ήρθε να καταθέσει εκ καθήκοντος και ως το άτομο που έτυχε να εξετάσει την παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Νοσοκομείο. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι με την μαρτυρία του επεξήγησε επαρκώς τα ευρήματα του και το τι κάθε ένα από αυτά σημαίνουν και πως μπορούν να προκύψουν τέτοια τραύματα. Του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες τεκμήριο 11 στις οποίες επεξήγησε τα τραύματα που φαίνονται σε αυτές. Παρόλο που ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμάται το περιστατικό της παραπονουμένης λόγω των πολλών τέτοιων περιστατικών που εξετάζει, εντούτοις επεξήγησε τις φωτογραφίες και τα τραύματα που απεικονίζουν καθότι συνάδουν με αυτά που ανέφερε στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος, επεξήγησε τον τρόπο που δύναται τέτοια τραύματα να προκληθούν που είναι με την τριβή με κάποια άλλη επιφάνεια και ότι δύναται να προκληθούν με σύρσιμο στο έδαφος, σε σκληρή επιφάνεια. Ερωτούμενος κατά πόσο τα τραύματα αυτά μπορεί να προκληθούν αν το άτομο φορούσε ρούχα, απάντησε θετικά εξηγώντας ότι ανάλογα με τι ρούχα φορεί μειώνεται και η ένταση των τραυμάτων. Πέραν τούτου, εξήγησε ότι σε περίπτωση που κάποιος δεχθεί κλωτσιά στα πλευρά υπάρχει η πιθανότητα να μην έχει οποιαδήποτε εμφανή τραύματα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του μάρτυρος αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Δεν έχω διαπιστώσει ότι αυτός ήταν μεροληπτικός και είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους. Οι αναφορές του περί τριψίματος στο έδαφος και συρσίματος σε αυτό δεν είχαν σκοπό να καθορίσουν τον μηχανισμό πρόκλησης των εν λόγω τραυμάτων που έφερε η παραπονούμενη αλλά να εξηγήσει ότι δύναται να προκληθούν και με τέτοιο τρόπο. Άλλωστε ο ίδιος ο μάρτυρας είπε ότι οι μηχανισμοί πρόκλησης τέτοιων τραυμάτων είναι πολλοί και εξήγησε γενικά πώς μπορούν να προκληθούν τέτοια τραύματα. Η Μ.Κ.6 ήταν και αυτή ιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών όπου μετέβηκε. Ούτε τα προσόντα της μάρτυρος αυτής αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και ουσιαστικά ότι είναι ιατρός και ειδικός και ότι μπορεί να αναφερθεί στα ζητήματα που έκανε αναφορά στη μαρτυρία της, ως εκ τούτου την αποδέχομαι ως τέτοια. Πέραν τούτου, και η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στον μηχανισμό πρόκλησης των τραυμάτων που εντόπισε στην παραπονούμενη για να πει γενικά ότι αυτά προκαλούνται από τριβή με κάποιο αντικείμενο κάπως αιχμηρό. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και θεωρώ ότι μπορώ να την αποδεχθώ. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.7 κατέθεσε ως φωτογράφος που τράβηξε και ετοίμασε τις φωτογραφίες τεκμήριο
  4. Αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η γνησιότητα των εν λόγω φωτογραφιών και ότι αυτές δεν απεικονίζουν τα ακριβή τραύματα της παραπονούμενης αλλά έτυχαν επεξεργασίας - photoshop. Έχω παρακολουθήσει τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και τη σχέση που είχε με την παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι ήταν υπάλληλος του. Κατ' αρχή σε σχέση με τα προσόντα του ο μάρτυρας αυτός είπε ότι είναι επαγγελματίας φωτογράφος από το 2002 μέχρι και σήμερα. Έχει σπουδάσει σε συγκεκριμένη σχολή στην Αθήνα, εργάζεται ως αυτοεργοδοτούμενος και επίσης από του 2005 εργάζεται στο PIO. Κατέθεσε προς τούτο το τεκμήριο 14 το οποίο αποτελεί δημοσιογραφική ταυτότητα - φωτορεπόρτερ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι φωτορεπόρτερ στα γήπεδα του ΚΟΑ και κατέθεσε σχετική ταυτότητα με ημερομηνία ισχύς μέχρι 31/08/2014 (τεκμήριο 15) και αναμένει την ανανέωση της μετά από ενέργειες που προέβηκε τις οποίες εξήγησε. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο Πιστοποίηση Συστήματος Διαχείρισης σύμφωνα με το πρότυπο ISO 9001:2008 ως τεκμήριο 16 για το φωτογραφείο που διατηρεί. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την πείρα του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να τον αποδεκτώ ως φωτογράφο και τον αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο και το χρόνο που έλαβε τις εν λόγω φωτογραφίες και τις αναγνώρισε ότι απεικονίζουν το τι ο ίδιος φωτογράφησε. Ανέφερε ότι χρησιμοποίησε κάρτα μνήμης στην οποία αποθήκευσε τις φωτογραφίες και εξήγησε για ποιόν λόγο δεν μπορούσε την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ανεξάρτητα τούτου όμως, από τη μαρτυρία του μάρτυρα τούτου δεν έχει διαφανεί ότι ο ίδιος επενέβηκε στις φωτογραφίες και πρόσθεσε ή αφαίρεσε οτιδήποτε σε αυτές όπως η υπεράσπιση προσπάθησε να καταδείξει. Ήταν κατηγορηματικός ότι οι εν λόγω φωτογραφίες δεν υπέστηκαν από αυτόν οποιαδήποτε επεξεργασία και ότι απεικονίζουν το τι φωτογράφησε. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι διαφορετικό από τη μαρτυρία του ή έστω να γεννούνται αμφιβολίες για τη γνησιότητα των εν λόγω φωτογραφιών. Άλλωστε δεν υποδείχθηκε κάτι συγκεκριμένο που να προστέθηκε σε αυτές ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία από αυτή του μάρτυρα που να συνηγορεί προς μια τέτοια κατεύθυνση. Κρίνω ότι μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω φωτογραφίες είναι αυθεντικές και ως εκ τούτου τις αποδέχομαι ως τέτοιες. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι τα τραύματα της παραπονουμένης φαίνονται και στα ιατρικά πιστοποιητικά και μαρτυρίες των Μ.Κ.5 και 6 και δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη τους. Δεν έχει διαπιστωθεί ότι αυτά που απεικονίζονται στις εν λόγω φωτογραφίες είναι κάτι διαφορετικό από αυτά που ανέφεραν οι ιατροί. Δεδομένων όλων των περιστάσεων, αποδέχομαι τις φωτογραφίες τεκμήριο 11 ως γνήσιες και αυθεντικές και ότι απεικονίζουν τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο βαθμό που αυτές μπορεί να είναι διαφωτιστικές. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου όπου έγινε το επεισόδιο μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονουμένης και εξεδόθη σχετική κλήση από την υπεράσπιση για να έρθει να καταθέσει. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Από όλα τα πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν διατεθειμένος να πει στο Δικαστήριο το τι περιήλθε στην αντίληψη του παρά μόνο φάνηκε ότι δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Η θέση του ήταν ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο και δεν είδε τίποτε. Από ότι θυμάται είπε άκουσε φωνές και βγήκε από το γραφείο του και είδε την παραπονούμενη να φωνάζει και μετά επέστρεψε στο γραφείο του. Ερωτούμενος να πει τι η παραπονούμενη έλεγε ή αν ήταν στο έδαφος όταν την είδε ή στεκόταν, δεν ήταν σε θέση να το πράξει λόγω του χρόνου που παρήλθε. Πιο κάτω είπε ότι δεν διαπίστωσε να ήταν τραυματισμένη και αρνήθηκε ότι είδε τι έγινε ή είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή. Δεν έχω πειστεί για όλα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και κρίνω ότι απώτερος σκοπός του ήταν να καταδείξει ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για το επεισόδιο και στόχο είχε να αποστασιοποιηθεί από αυτό. Δεν είναι ασφαλές να δώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του και την απορρίπτω στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αυτή που έγινε αποδεκτή ή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Ουσιαστικά η παρούσα υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των εν λόγω προσώπων που είναι και το κύριο ζητούμενο. Η Μ.Κ.4 ήταν η παραπονούμενη η οποία εξέθεσε την εκδοχή της σε σχέση με το τι έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη ημερομηνία στο σχολείο του παιδιού των διαδίκων και το πώς επήλθαν οι τραυματισμοί της. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή του περιεχομένου της μαρτυρίας της και έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και γενικά τη συμπεριφορά της από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου υπήρχε ένταση, είχαν διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου που αφορούσαν τόσο την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους όσο και ζητήματα διατροφών. Λαμβάνω υπόψη μου τις πιο πάνω περιβάλλουσες περιστάσεις όπως αναφύονται και έχω κατά νου ότι η παραπονούμενη ενδεχομένως να είχε κάθε κίνητρο να προβεί σε αυτή την καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου με αλλότριο κίνητρο ή για να πετύχει την επικοινωνία και φύλαξη του τέκνου της. Παρά τα πιο πάνω όμως, εκείνο το οποίο μπορώ να πω είναι ότι η παραπονούμενη μου έκανε εξαιρετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της διαπίστωσα να έλεγε ψέματα σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο ή ότι ο τρόπος με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι αυτό έλαβε χώρα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν σταθερή στην εκδοχή της, απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν τόσο κατά την κυρίως της εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εξήγησε τον λόγο για τον οποίο τη δεδομένη στιγμή βρέθηκε στο σχολείο με απώτερο σκοπό να δει και να παραλάβει τον ανήλικο τέκνο της το οποίο το τελευταίο διάστημα αρνείτο να έχει επικοινωνία μαζί της. Εξήγησε επίσης, με πάσα λεπτομέρεια και σταθερότητα τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα με την άφιξη και του κατηγορουμένου στο σχολείο. Ήταν η θέση της ότι στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να της πάρει τη τσάντα του ανήλικου την οποία είχε στον αριστερό της ώμο, αυτή αντιστάθηκε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και ακολούθως ο κατηγορούμενος να την τραβά και να τη σέρνει στο έδαφος με απώτερο σκοπό να της την πάρει. Ως αποτέλεσμα τούτου, ήταν να υποστεί εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος της, τραύματα τα οποία ήταν δυνατό να προκληθούν με τον τρόπο αυτό όπως προέκυψε και από την ανωτέρω αποδεκτή ιατρική μαρτυρία. Η θέση της ότι δέχθηκε και δύο κλωτσιές από τον κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν στο έδαφος δεν διαψεύδεται από την ιατρική μαρτυρία ούτε αποκλείεται όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης. Το ίδιο και η θέση της αναφορικά με το ποιοι ήταν παρόντες στο επεισόδιο. Η θέση της για την παρουσία του διευθυντή του σχολείου δεν συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Άλλωστε για ποιο λόγο η παραπονούμενη να αναφερθεί για την παρουσία του εν λόγω προσώπου, με τον οποίο δεν είχε ιδιαίτερη σχέση και δεν γνώριζε αν ήταν διατεθειμένος να μαρτυρήσει ή να πει το τι πραγματικά είδε. Γενικά ιδωμένη η όλη μαρτυρία της παραπονούμενης παρουσιάζει μια σταθερότητα και σαφήνεια στην εκδοχή της. Η όποια ενδεχόμενη ύπαρξη οποιονδήποτε ανακριβειών σε σχέση με το χρόνο που το ανήλικο αρνείτο να έχει επικοινωνία μαζί της, που εν πάση περιπτώσει δεν έχει καταδειχθεί και κάτι διαφορετικό, δεν είναι ουσιώδες ζήτημα για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει και για τις όποιες αναφορές της σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος παρακούει το διάταγμα του οικογενειακού δικαστηρίου. Δεν είναι ουσιώδες στοιχείο για την παρούσα υπόθεση. Εκείνο το οποίο αναφύεται όμως, είναι να υπήρχε μια ένταση μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Το ποιος ευθύνεται γι αυτό δεν είναι του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, όλη τη μαρτυρία της παραπονούμενης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και προσπάθησε να εξηγήσει τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο επεισόδιο στο σχολείο του ανήλικου τέκνου του και πώς αυτός πήρε την τσάντα από τον ώμο της παραπονουμένης χωρίς να την κτυπήσει. Επίσης, ήταν η θέση του ότι η ίδια η παραπονούμενη από μόνη της έπεσε στο έδαφος και κτυπιόταν ενώ αυτός σε καμία περίπτωση την κτύπησε ή άσκησε οποιαδήποτε βία εναντίον της. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον κατηγορούμενο κατά την ώρα της προφορικής του μαρτυρίας στο Δικαστήριο και έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του. Ο κατηγορούμενος μου έκανε πολύ κακή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να αποφύγει ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το επεισόδιο το οποίο έλαβε χώρα. Για να πείσει για την όλη εκδοχή του και να αποφύγει τις δικές του ευθύνες επιστράτευσε διάφορους τρόπους από την αρχή της υπόθεσης αυτής μέχρι και τη κατάθεση του στο Δικαστήριο. Αμέσως μετά το συμβάν επισκέφθηκε την Αστυνομία λέει για να αναφέρει το επεισόδιο φοβούμενος πιθανή καταγγελία της παραπονουμένης. Αφού ο ίδιος δεν έπραξε οτιδήποτε τότε γιατί έσπευσε πρώτος να αναφέρει το όλο επεισόδιο; Επίσης, ανέφερε μεταξύ άλλων στην κατάθεση του ότι είναι η παραπονούμενη που τον κτύπησε αλλά δεν έχει παράπονο γι αυτό. Δεδομένων των σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων και της έντασης που είχαν σε σχέση με διάφορα οικογενειακά ζητήματα και της θέσης του ότι η παραπονούμενη τον κατάγγειλε και στο παρελθόν ψευδώς, θα αναμένετο σε περίπτωση που αυτός δεχόταν κτύπημα από την παραπονούμενη και εάν ο ίδιος δεν έκανε οτιδήποτε, να είχε εκείνος παράπονο και να το κατάγγελλε ευθύς εξ' αρχής και όχι να προέβαινε σε απλή αναφορά του όλου περιστατικού στην Αστυνομία, νομιζόμενος με αυτό τον τρόπο ότι θα προλάβαινε πιθανή του καταγγελία και θα ήταν πειστικός για τη θέση του. Περαιτέρω, για να πείσει για την εκδοχή του επιστράτευσε ισχυριζόμενες αναφορές του ανήλικου τέκνου του αμέσως μετά το επεισόδιο και όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο ότι και αυτό διερωτάτο τι έπαθε η μητέρα του αφού αυτός δεν της έκανε τίποτε. Επίσης, επικαλέστηκε τη μαρτυρία του αδελφού του που όπως είπε ήταν παρών και είδε το όλο επεισόδιο, χωρίς όμως να προσκομιστεί μια τέτοια μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση του αυτή. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή του ότι η παραπονούμενη έπεσε μόνη της στο έδαφος και κτυπιόταν και στριφογύριζε, τη στιγμή μάλιστα που υπήρχαν εκεί πολλά παιδία και γονείς, δεν πείθει. Ο ίδιος περιγράφοντας το όλο περιστατικό είπε ότι έβαλε το χέρι του στη χειρολαβή της τσάντας για να την πάρει και να φύγει με το παιδί του. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι τότε απότομα η παραπονούμενη γύρισε προς το μέρος του και τον έσπρωξε απότομα στο στήθος του. Αυτός κρατούσε τη τσάντα και αυτή από μόνη της έπεσε στο έδαφος και κτυπιόταν. Πιο κάτω πάλι στη κατάθεση του λέει ότι με ήρεμο ύφος της είπε να σηκωθεί ενώ τη τσάντα της την είχε αφαιρέσει από τον ώμο της. Από αυτή του τη θέση στην κατάθεση δεν προκύπτει πότε και πώς κατόρθωσε να της αποσπάσει τη τσάντα. Της την πήρε πριν πέσει στο έδαφος ή όταν έπεσε στο έδαφος και μετά; Στην προφορική του μαρτυρία προσπάθησε να δώσει περιγραφή του όλου τρόπου με τον οποίο της πήρε την τσάντα και γενικότερα του όλου επεισοδίου, προβαίνοντας στο Δικαστήριο σε διάφορες παραστάσεις και φιγούρες. Είπε ότι πήγε από πίσω της, έβαλε το χέρι του στη χειρολαβή της τσάντας και τη σήκωσε πάνω. Μόλις της είπε να αφήσει τη τσάντα με ήρεμο τρόπο αντίδρασε στιγμιαία και στο στριφογύρισμα που έκανε ο ίδιος έκανε προς τα πίσω για να αποφύγει το κτύπημα και η τσάντα απελευθερώθηκε και έμεινε στα χέρια του και ακολούθως η παραπονούμενη έπεσε από μόνη της στο έδαφος. Η πιο πάνω θέση και εκδοχή δεν πείθει. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε με πάσα λεπτομέρεια και παραστατικότητα να εξηγήσει πώς απέσπασε τη τσάντα από την παραπονούμενη χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε βία και ότι ο τρόπος που το έπραξε ήταν τέτοιος που η τσάντα βρέθηκε στα χέρια του. Ακολούθως, για να δικαιολογήσει την πτώση της παραπονούμενης δίνει διάφορες εκδοχές. Στην κατάθεση του λέει ότι όπως τον έσπρωξε και αυτός κρατούσε τη τσάντα από μόνη της έπεσε στο έδαφος. Στην προφορική του μαρτυρία λέει ότι η παραπονούμενη έκανε κίνηση να τον κτυπήσει και αυτός έκανε προς τα πίσω για να αποφύγει το κτύπημα και ότι εκείνη την ώρα η παραπονούμενη έχασε την ισορροπία της και έπεσε προς τα πίσω. Επίσης, ενώ αναφέρει στην κατάθεση του ότι όταν γύρισε τον έσπρωξε και μετά έπεσε από μόνη της κάτω, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι όταν γύρισε προσπάθησε να τον κτυπήσει και αυτός για να αποφύγει το κτύπημα έκανε προς τα πίσω και η παραπονούμενη έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο έδαφος. Στη συνέχεια, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι η παραπονούμενη όταν έπεσε στο έδαφος κτυπιόταν με τα χέρια της πάνω στο κεφάλι της και στο σώμα της, κατά την προφορική του μαρτυρία είπε ότι «τριβόταν χαμέ». Δεν θεωρώ ότι η αναφορά αυτή είναι τυχαία ή για να επεξηγήσει αυτά που είπε στην κατάθεση του αλλά σκοπό είχε να δικαιολογήσει και τα τραύματα που η παραπονούμενη έφερε εν όψει και της μαρτυρίας που είχε ακουστεί στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε προφορικά ότι δεν είχε κανένα εκεί στο επεισόδιο που να γνωρίζει και ήταν κατηγορηματικός ότι ο διευθυντής του σχολείου δεν ήταν παρών. Στην κατάθεση του όμως, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν ήταν οποιοσδήποτε παρών στο επεισόδιο και ότι όταν έφευγε είδε το διευθυντή του σχολείου να βρίσκεται εκεί και την παραπονούμενη να τηλεφωνά αλλά δεν γνωρίζει αν είχε δει τι συνέβηκε. Δεν διευκρινίζει όμως, πόση ώρα πέρασε από το αρχικό περιστατικό και πότε ο διευθυντής βρέθηκε στο χώρο εκείνο που τον είδε. Και αφού δεν γνώριζε αν είδε το επεισόδιο, όπως λέει στην κατάθεση, πώς και κατά την προφορική του μαρτυρία ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ήταν εκεί; Επίσης, σε σχέση με την παρουσία του αδελφού του στο επεισόδιο στην κατάθεση του αναφέρει ρητά ότι την φάση εκεί στο σχολείο την είδε ο αδελφός του και μπορεί να σας πει ακριβώς τι έγινε. Στην προφορική του μαρτυρία αποστασιοποιείται από αυτή του την αναφορά και αναφέρει ότι ο αδελφός του πέρασε ενδιάμεσα από μπροστά τους και δεν ξέρει αν βγήκε έξω από το κάγκελο και έφυγε. Οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις στην προφορική του μαρτυρία σε σχέση με την παρουσία των συγκεκριμένων προσώπων, θεωρώ ότι δεν είναι άσχετες και με την υπόλοιπη μαρτυρία που ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ο διευθυντής του σχολείου κλήθηκε από τον κατηγορούμενο και ήρθε και είπε ότι δεν ήταν στο επεισόδιο, η μαρτυρία του οποίου έχει αξιολογηθεί ανωτέρω ενώ ο αδελφός του δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο παρόλο που ήταν κατηγορηματικός στην κατάθεση του ότι είδε όλο το επεισόδιο. Πέραν των πιο πάνω και γενικότερα, ο κατηγορούμενος δεν απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και πολλές φορές πλάτειαζε. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και την εντύπωση που μου δημιούργησε από το εδώλιο του μάρτυρα όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει τις ευθύνες του για το όλο επεισόδιο περιέπεσε σε αντιφάσεις και ανακρίβειες και προσπάθησε να παρουσιάσει μια εκδοχή που δεν πείθει και δεν συνάδει με τη λογική. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν σύζυγοι και από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Αντρέα, ηλικίας περίπου 9 ετών που κατά τον ουσιώδη χρόνο φοιτούσε στο 8ον Δημοτικό Σχολείο Αναβαργού. Κατά το έτος 2007 εκδόθηκε διαζύγιο και αναφορικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους, εκδόθηκε στις 07/05/2010 σχετικό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου με το οποίο καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ανήλικου ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας και παράλληλα καθορίστηκε και η επικοινωνία του με τον κατηγορούμενο. Το εν λόγω διάταγμα κατά τον ουσιώδη χρόνο και προγενέστερα δεν τηρείτο καθότι το ανήλικο τέκνο αρνείτο να πάει με την μητέρα του - παραπονούμενη. Η παραπονούμενη στις 04/11/2011 και περί ώρα 13:00 μετέβηκε στο σχολείο του ανήλικου με απώτερο σκοπό να το πείσει να πάει μαζί της. Όταν κτύπησε το κουδούνι το ανήλικο πήγε κοντά στην παραπονούμενη και αυτή πήρε την σχολική του τσάντα και την έβαλε στον αριστερό της ώμο και προσπαθούσε να πείσει το ανήλικο να πάει μαζί της. Στο σχολείο πήγε και ο κατηγορούμενος ο οποίος φώναξε στο ανήλικο για να πάει μαζί του. Τότε η παραπονούμενη τον σταμάτησε για να του πει ότι τον πεθύμησαν όλοι αλλά ο κατηγορούμενος επέμενε να του φωνάζει να πάει κοντά του και τον έπιασε από το χέρι για να φύγουνε. Του είπε να περιμένει λίγο για να το δεί και καθώς μιλούσαν ο κατηγορούμενος της είπε «αρκετά έκαμες ψυχολογικό πόλεμο του μωρού» Πήγε προς τα πάνω της και προσπάθησε να της πάρει τη τσάντα του παιδιού που είχε στον ώμο της αλλά αυτή δεν την άφηνε και από την δύναμη που την τραβούσε έπεσε στο έδαφος, πάνω στο πεζοδρόμιο του προαυλίου του σχολείου. Όταν έπεσε στο έδαφος την κλώτσησε δύο φορές στα αριστερά της πλευρά και της τραβούσε τη τσάντα και λόγω του ότι αυτή δεν την άφηνε την έσερνε στο πεζοδρόμιο μέχρι που κατάφερε να της την αποσπάσει. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έφυγε από κοντά της, πήρε το ανήλικο και αποχώρησε. Από το όλο επεισόδιο η παραπονούμενη τραυματίστηκε, τηλεφώνησε από το μέρος που βρισκόταν στην Αστυνομία και ακολούθως μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Είχε ζάλη, κεφαλαγία, τάση για εμετό και έντονη αυχεναλγία. Έφερε εκδορές στη βάση του τραχήλου αριστερά, στην περιοχή της δεξιάς ωμοπλάτης όπως επίσης και οσφυικά δεξιά. Επίσης, εκδορές έφερε στην έσω επιφάνεια του βραχίονα δεξιά και στην έσω επιφάνεια του βραχίονα αριστερά. Κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι τις 07/11/
  5. Έχει προκύψει επίσης, ότι κατά την ώρα του επεισοδίου στο χώρο υπήρχε πολλής κόσμος και γονείς οι οποίοι παραλάμβαναν τα ανήλικα τέκνα τους από το σχολείο. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Το άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου, δίδει την έννοια της βίας αναφέροντας ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Eπίσης, το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρει ότι μέλος της οικογένειας σημαίνει μεταξύ άλλων άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει γάμο ανεξάρτητα αν αυτός υφίσταται ή όχι ή συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Περαιτέρω, το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Όσον αφορά την έννοια της «πραγματικής σωματικής βλάβης», αυτή σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει, αν έχουμε οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Eπίσης, στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Όπως προκύπτει για να έχουμε πραγματική σωματική βλάβη, δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει ως πραγματικό γεγονός είναι ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν σύζυγοι και ότι κατά το έτος 2007 εκδόθηκε διαζύγιο. Εν όψει του γεγονότος αυτού αλλά και της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με το ζήτημα αυτό, η οποία να αναφερθεί δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τα μέρη, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου 119
(1)/2000 και ότι η παραπονούμενη μπορεί να θεωρηθεί ως μέλος οικογένειας. Επίσης, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη στην προσπάθεια του να της αφαιρέσει την τσάντα του ανήλικου τέκνου που κρατούσε και στη προσπάθεια του να την εμποδίσει να πάρει το ανήλικο. Στην ενέργεια του αυτή η παραπονούμενη αντιστεκόταν με αποτέλεσμα να την ρίξει στο έδαφος, να την κλωτσήσει δύο φορές και να προσπαθεί να της αποσπάσει την τσάντα τραβώντας και σέρνοντάς την στο έδαφος. Ως αποτέλεσμα τούτου, η παραπονούμενη υπέστη διάφορους τραυματισμούς όπως αναφέρονται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα κρίνω ότι συνιστούν επίθεση και βία όπως καθορίζεται στο άρθρο 3
(1)του σχετικού Νόμου. Οι πράξεις αυτές του κατηγορούμενου είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών στην παραπονούμενη. Περαιτέρω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκταση και το είδος των τραυμάτων της παραπονούμενης στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν πραγματική σωματική βλάβη εν τη έννοια του Νόμου. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πριν την τελική μου κατάληξη, θεωρώ ορθό να αναφερθώ και στο ζήτημα της δίκαιης δίκης, στο οποίο κατά την τελική αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης, αν και δεν τέθηκε ευθέως ένα τέτοιο ζήτημα, αφήνονται κάποιες αιχμές αναφορικά με το μαρτυρικό υλικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε από την υπεράσπιση και δεν δόθηκε στην άλλη πλευρά έγκαιρα. Συγκεκριμένα, έγινε αναφορά για τις φωτογραφίες τεκμήριο 11 και στο ημερολόγιο ενεργείας τεκμήριο
  1. Ουσιαστικά ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι με την κατάθεση των τεκμηρίων αυτών καταδεικνύεται το κατασκευασμένο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, κάτι όμως που έχει κριθεί ανωτέρω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αναφορικά με το κατά πόσο έχει επηρεαστεί η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και κατ' επέκταση αυτός δεν έτυχε δίκαιης δίκης, παρατηρώ ότι τα τεκμήρια αυτά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παραδόθηκαν στην άλλη πλευρά έγκαιρα και πριν την αντεξέταση των μαρτύρων που τα κατέθεσαν και η υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να λάβει γνώση για αυτά και έλαβε γνώση. Μάλιστα σε σχέση με τις φωτογραφίες προέβηκε και σε εκτεταμένη αντεξέταση τόσο της παραπονούμενης όσο και του φωτογράφου Μ.Κ.
  2. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συγκεκριμένα. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του (βλ. Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104 και Ανδρέας Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505). Στην παρούσα δεν τέθηκε κάτι συγκεκριμένο από την υπεράσπιση που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό αυτό. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου της δίκαιης δίκης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου αυτός κρίνεται ένοχος σε αυτή. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.