Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ανδρούλλα Χαραλάμπους Παφίτη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14544/12, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14544/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και
- Ανδρούλλα Χαραλάμπους Παφίτη
- Mahmoud Alsaghir
- Hani Ahmad Alsaghir Κατηγορουμένων ----------------------------- Ημερομηνία: 29/05/
- Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Eιρ. Σάββα. Για Κατηγορούμενη 1: κα Ε. Πουλλά. Για Κατηγορούμενο 3: Αυτοπροσώπως. Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 10ην Σεπτεμβρίου του 2012, στην οδό Λεάνδρου 16, στο Αναβαργός, της Επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα τον 2ον κατηγορούμενο χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο κατηγορούμενος 3, αντιμετωπίζει την 5ην κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της παροχής ασύλου σε αλλοδαπό που παρέμεινε παράνομα στη Κύπρο, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ) και 19(η) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον μήνα Ιούλιο του 2012 μέχρι την 10/09/2012 στην Πάφο, παρείχε άσυλο στο 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία. Η υπόθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ολοκληρώθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Συγκεκριμένα, ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (κατηγορία 2), παράνομης απασχόλησης, δηλαδή ότι εργαζόταν για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης χωρίς τη σχετική άδεια (κατηγορία 3) και της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (κατηγορία 4). Η 3η κατηγορία διακόπηκε ενώ στις κατηγορίες 2 και 4, ο 2ος κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή και του επιβλήθηκαν ποινές. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, αρνήθηκαν ενοχή και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα την Γ/Αστ. 921 Φ. Βασιλείου (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 3478 Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2). Εκ συμφώνου επίσης, κατατέθηκε στο Δικαστήριο η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3, τόσο στη μητρική του γλώσσα όσο και μετάφραση αυτής στα ελληνικά (βλ. τεκμήρια Α και Β) και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η λήψη της από τον Αστ. 3794 Φίλιππο Κωνσταντινίδη. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η 1η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε και μια μάρτυρα υπεράσπισης, την κα Γεωργία Παφίτη (Μ.Υ.1) Ο δε κατηγορούμενος 3, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στις 10/09/2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 1 στην οποία της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον 2ον κατηγορούμενο, ότι δεν είναι η εργοδότρια του και ούτε του ενοικιάζει την οικία της. Την εν λόγω οικία την ενοικιάζει στον 3ον κατηγορούμενο. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση της 1ης κατηγορουμένης ως τεκμήριο 2, γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο 3 και αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου της οικίας της κατηγορουμένης 1 ως τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Υ.Α.Μ. Πάφου και στις 10/09/2012 και περί ώρα 12:00 μετέβηκε με τον Α/Αστ. 2351 στην οδό Λεάνδρου στην Πάφο, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έφτασε στο μέρος και το έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση για περίπου 5 λεπτά διαπίστωσε ότι ένα πρόσωπο βρισκόταν έξω από την είσοδο οικίας πάνω σε πεζοδρόμιο στην οδό Λεάνδρου 16 και ασχολείτο με το κόψιμο κεραμικών και συγκεκριμένα κρατούσε στα χέρια του δισκοπρίονο (flex) και έκοβε τα κεραμικά. Αφού τον προσέγγισε και μετά από σχετικό έλεγχο που έκανε διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Mahmoud Alsaghir, αρ. διαβατηρίου Ν002628414, ημερ. γέννησης 10/01/1963 από τη Συρία. Ακολούθως από έλεγχο που έγινε μέσω του Η/Υ για τον αλλοδαπό στο σύστημα, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε αφιξοαναχώρηση που να αφορά τον πιο πάνω αλλοδαπό κάτι που σημαίνει όπως είπε ότι ο αλλοδαπός δεν είχε άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Στη συνέχεια τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραττε, δηλαδή της παράνομης απασχόλησης και παραμονής στη Δημοκρατία και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο του απάντησε: «Εμένα γυναίκα μου από Βουλγαρία, χαρτιά μας δικηγόρο». Μετά συνελήφθηκε χωρίς να πεί οτιδήποτε άλλο όταν του επεστήθηκε εκ νέου η προσοχή του. Ο μάρτυρας αυτός είπε επίσης, ότι μετά από έλεγχο που έκανε για εντοπισμό του εργοδότη του πιο πάνω αλλοδαπού εντόπισε την 1ην κατηγορουμένη η οποία του ανέφερε ότι αυτή ανέθεσε στον αλλοδαπό να κόψει τα κεραμικά. Αμέσως, την πληροφόρησε για το αδίκημα που εξετάζεται εναντίον της, δηλαδή ότι εργοδοτούσε τον αλλοδαπό χωρίς άδεια και όταν της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο απάντησε: «Μα εν παράνομος; Εμένα είπε μου ότι είναι παντρεμένος με Βουλγάρα.» Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη αρ. 1 κατέθεσε ενόρκως υιοθετώντας και το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία. Ουσιαστικά η κατηγορούμενη προέβαλε την εκδοχή ότι δεν γνωρίζει τον πρώην κατηγορούμενο 2 και ότι ουδέποτε τον εργοδότησε. Ανέφερε ότι αυτή ενοικίαζε στον 3ον κατηγορούμενο ένα διαμέρισμα που είναι πάνω από την οικία της στην οδό Λεάνδρου 16 δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου που είναι το τεκμήριο
- Σε διάστημα 6 μηνών από την ενοικίαση και ενώ αυτός δεν της κατέβαλε τα ενοίκια, του ζήτησε να φύγει από το σπίτι. Αυτός την παρακάλεσε όπως του δώσει λίγο χρόνο διότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας και ανέμενε από το Γραφείο Ευημερίας να του στείλουν χρήματα για το ενοίκιο. Του είπε να φύγει και να διορθώσει και τις ζημιές που έκανε στο διαμέρισμα. Αναφορικά με το δισκοπρίονο είπε ότι αυτό το άφησαν στο μέρος τα παιδία της που ασχολούνταν με την τοποθέτηση πέτρας στην οικία της. Η ίδια τη στιγμή εκείνη έλειπε από το σπίτι της, την πήρε η νύμφη της περίπατο καθότι δεν ήταν καλά ψυχολογικά το διάστημα εκείνο διότι ο άνδρας της λόγω οικονομικών δυσκολιών αναγκάστηκε να μεταβεί στο εξωτερικό για να εργαστεί. Όταν επέστρεψε στο σπίτι της, είδε τον Μ.Κ.2 ο οποίος την ρώτησε αν γνωρίζει τον πρώην 2ον κατηγορούμενο και του απάντησε αρνητικά το ίδιο και ότι τον εργοδοτεί. Ο ίδιος ο αλλοδαπός ανέφερε στον Αστυνομικό ότι είναι παντρεμένος με βουλγάρα και όχι η ίδια. Εκ των υστέρων έμαθε ότι χάλασαν οι σωλήνες της κουζίνας του διαμερίσματος και τα κεραμικά και προσπαθούσαν να τα επιδιορθώσουν. Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη από φωτογραφίες (τεκμήριο 6 α) - κ)) που δείχνουν την οικία της και τη σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα που ενοικίαζε για να πεί ότι δεν είχε ορατότητα και δεν γνώριζε ποιος ανέβαινε στο διαμέρισμα ή όχι. Τέλος, αρνήθηκε ότι προέβηκε στις αναφορές ή δηλώσεις που ανέφερε ο Μ.Κ.2 ότι του προέβηκε. H Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι η νύμφη της κατηγορούμενης και ότι στις 10/09/2012 βρισκόταν μαζί της εκτός της οικίας της. Όταν επέστρεψαν είδαν δύο Αστυνομικούς να κρατούν τον πατέρα του κατηγορούμενου
- Ρώτησαν τι συμβαίνει διότι δεν γνώριζαν το συγκεκριμένο πρόσωπο και αυτοί τους ρώτησαν αν τον γνωρίζουν και τι σχέση έχουν μαζί του. Αυτές τους είπαν ότι είναι η πρώτη φορά που τον βλέπουν και τους ανέφεραν ότι τον βρήκαν στον πεζοδρόμιο να κόβει κεραμικά. Το μηχάνημα που κρατούσε το χρησιμοποιούσε ο σύζυγος της ο οποίος μαζί με τον αδελφό του την προηγούμενη μέρα τοποθετούσαν πέτρα στον εξωτερικό χώρο της βεράντας του σπιτιού. Επίσης, είπε ότι το διαμέρισμα της πεθεράς της είχε ζημιές και ήθελε επιδιόρθωση στο πάτωμα, η γούρνα, νομίζει η κουζίνα. Δεν γνώριζε όμως αν η πεθερά της πλήρωσε κάποιο για να τα φτιάξει. Αναγνώρισε επίσης τις φωτογραφίες τεκμήριο 6 τις οποίες είπε έβγαλε η ίδια και απεικονίζουν το διαμέρισμα που ενοικίαζε ο κατηγορούμενος 3 και τη σκάλα που βγαίνει προς τα πάνω. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω ενέργειες της δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και η αντεξέταση της μάρτυρος αυτής είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Ουσιαστικά η μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο η ίδια είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση των γεγονότων για να πει ότι αυτή βασίστηκε στην μαρτυρία του Μ.Κ.2. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 αφού φαίνεται ότι αυτό δεν αμφισβητείται και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ότι δηλαδή η κατηγορούμενη 1 ενοικίαζε το συγκεκριμένο διαμέρισμα - οικία της στον 3ον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας και αυτός που εξέθεσε τα γεγονότα τα οποία κατά τη θέση του διαπίστωσε όταν επισκέφθηκε το συγκεκριμένο σημείο. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω λάβει υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σε κανένα ουσιαστικό σημείο της μαρτυρίας του διαπίστωσα ότι έλεγε ψέματα ή ότι η καταγγελία έγινε για οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι τα όσα έλεγε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης. Όσον αφορά τις αναφορές του ότι αυτός εντόπισε τον πρώην 2ον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο σημείο να ασχολείται με το κόψιμο κεραμικών κρατώντας ένα δισκοπρίονο, αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Το ίδιο και οι αναφορές του σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του συγκεκριμένου προσώπου στην Κύπρο, ότι δηλαδή βρισκόταν παράνομα. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του, ήταν οι αναφορές της κατηγορούμενης προς αυτόν στη σκηνή και μετά που εντοπίστηκε το εν λόγω πρόσωπο. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του σε σχέση με το ζήτημα αυτό και έχω πειστεί ότι αυτές έλαβαν χώρα. Ουσιαστικά υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αυτές δεν έγιναν ή δεν έγιναν με τον τρόπο που τις μετέφερε στο Δικαστήριο με το μάρτυρα να εμμένει στη θέση του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και το γεγονός ότι δεν έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός έλεγε ψέματα κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Όσον αφορά τις δηλώσεις του αλλοδαπού προς αυτόν, αυτές δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη καθότι αποτελούν μαρτυρία η οποία προέρχεται από συγκατηγορούμενο και δεν δόθηκαν ενόρκως (βλ. Νέλλυς Θεοχάρους κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 49/2013, 50/2013 και 51/2013, Ημερ. 26/11/2014). Η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως και παρέθεσε τη δική της εκδοχή. Ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία σχέση με τον αλλοδαπό ο οποίος βρέθηκε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την οικία της να ασχολείται με το κόψιμο κεραμικών. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της κατηγορουμένης και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτή απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικός της στόχος ήταν να αποφύγει τις ευθύνες της. Δεν απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και στην προσπάθεια της να επεξηγήσει διάφορα παρεμφερή γεγονότα που αφορούσαν την ενοικίαση του διαμερίσματος της στον 3ον κατηγορούμενο, με τί ασχολείτο ο πρώην 2ος κατηγορούμενος, το κατά ποσό υπήρχαν ζημιές στο διαμέρισμα της και κατά πόσο η ίδια είπε σε οποιονδήποτε να τις επιδιορθώσει, υπέπεσε σε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη δίνει λεπτομέρειες των ζημιών που είχε η κουζίνα του διαμερίσματος της λέγοντας ότι χάλασαν οι σωλήνες της γούρνας και έπρεπε να αντικατασταθούν τα κεραμικά. Η ίδια όμως είπε ότι ουδέποτε επισκέφθηκε το διαμέρισμα της καθόλη την διάρκεια της ενοικίασης του προς τον 3ον κατηγορούμενο και ήταν η θέση της στην προφορική της μαρτυρία ότι το ότι υπήρχαν οι εν λόγω ζημιές το έμαθε εκ των υστέρων από τους κατηγορούμενους. Στην κατάθεση της όμως, είπε ότι είπε στον 3ον κατηγορούμενο να φύγει από το διαμέρισμα της διότι δεν της πλήρωνε τα ενοίκια και προτού το πράξει να επιδιορθώσεις και τις ζημιές σε αυτόν. Η θέση της αυτή στην κατάθεση της καταδεικνύει ότι γνώριζε για την ύπαρξη ζημιών και μάλιστα είπε και στον 3ον κατηγορούμενο να τις επιδιορθώσει και όχι ότι είναι μετά από εκ των υστέρων πληροφόρηση των κατηγορουμένων που έμαθε ότι είχε ζημιές το διαμέρισμα της. Πιο κάτω στην προφορική της μαρτυρία και αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε ότι είπε σε οποιοδήποτε να επιδιορθώσει τις ζημιές στο διαμέρισμα της και ήταν η θέση της ότι εννοούσε αν υπήρχαν ζημιές και ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχαν. Σε σχέση με τη γνώση της για το γεγονός ότι ο 3ος κατηγορούμενος ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και ότι ανέμενε χρήματα από το Γραφείο Ευημερίας, είπε στο Δικαστήριο ότι αυτά ήταν ό,τι ο ίδιος και οι άλλοι οι φίλοι του που τον έφεραν για να του ενοικιάσει το διαμέρισμα που της είπαν. Αντεξεταζόμενη και υποδεικνύοντας της ότι στην κατάθεση της είπε ότι αυτό το γνώριζε, όπως λέει, από επιστολές που έλαβε από το Γραφείο Ευημερίας, το αναίρεσε και είπε ότι δεν έλαβε τέτοιες επιστολές. Περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι στην οικία της γίνονταν εργασίες τοποθέτησης πέτρας από τα παιδία της και μάλιστα αυτοί είχαν αφήσει και το δισκοπρίονο που χρησιμοποιούσε ο αλλοδαπός όταν συνελήφθηκε. Ερωτούμενη να εξηγήσει κατά πόσο οι εργασίες αυτές είχαν ήδη ολοκληρωθεί ή ακόμη διεξάγονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή και ξεκάθαρη απάντηση. Της υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες τεκμήρι0 6β) και 6γ) που κατά την θέση της λήφθηκαν 2 - 3 μέρες μετά το συμβάν και στις οποίες φαίνεται η πρόσοψη της οικίας της στην οποία υπάρχει ήδη τοποθετημένη πέτρα και η ίδια δεν μπορούσε να πει αν ήταν τελειωμένη η εργασία ή όχι λέγοντας ότι τότε δεν ήταν καλά ψυχολογικά. Στη συνέχεια είπε ότι υπήρχε και στο πλαϊνό μέρος του σπιτιού που έπρεπε να τοποθετηθεί πέτρα. Η κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να αποστασιοποιηθεί από το όλο συμβάν, έδωσε διάφορες εξηγήσεις τόσο στην κατάθεση της όσο και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, τις οποίες δεν μπόρεσε να υποστηρίξει και να πείσει για αυτά που ανέφερε. Ούτε για τη θέση της ότι ο 3ος κατηγορούμενος δεν της πλήρωνε τα ενοίκια. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να εξάξω ασφαλή ευρήματα από τη μαρτυρία της κατηγορουμένης και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Κρίνω ότι τα όσα ανέφερε τόσο στην κατάθεση της όσο και στο Δικαστήριο αποτελούν μια προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών της για το όλο συμβάν. Η Μ.Υ.1 ήταν η νύφη της κατηγορούμενης και ουσιαστικά ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ότι τη συγκεκριμένη μέρα βρισκόταν με την κατηγορούμενη, όταν επέστρεψαν στο σπίτι είδαν τους Αστυνομικούς και τον αλλοδαπό και ότι η κατηγορούμενη δεν γνώριζε τι έγινε. Έχω παρακολουθήσει και αυτή τη μάρτυρα με προσοχή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορουμένης και πεθεράς της και όχι για να πει την αλήθεια και τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της και γνώριζε για το συμβάν αν γνώριζε κάτι. Ανέφερε ότι τα παιδία της κατηγορουμένης έβαζαν πέτρα στο μπροστινό μέρος του σπιτιού της, στην βεράντα συγκεκριμένα, την προηγούμενη μέρα και άφησαν τα μηχανήματα εκεί. Στις φωτογραφίες τεκμήριο 6β) και 6γ), που σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσιάστηκε λήφθηκαν εκείνες τις ημέρες δεν φαίνονται να γίνονταν οποιεσδήποτε εργασίες εκεί αντιθέτως φαίνεται όλο το μπροστινό μέρος επενδυμένο με πέτρα και τελειωμένο. Ερωτούμενη να πει πότε έβγαλε τις φωτογραφίες, αφού λέει είναι η ίδια που της έβγαλε, δεν μπορούσε να καθορίσει και δεν θυμόταν είπε. Της έβγαλε είπε διότι της ζήτησε η δικηγόρος να το πράξει. Ισχυρίστηκε ότι το διαμέρισμα είχε ζημιές λέγοντας είχε κάποιες σπασμένες σωλήνες εξωτερικού χώρου και κάτι τέτοιο στο πάτωμα νομίζει. Δεν ξέρει η γούρνα είπε, νομίζει κάτι νομίζει στη κουζίνα. Ερωτούμενη να πει πώς και το γνωρίζει ότι είχε ζημιές το διαμέρισμα, είπε ότι η ίδια βγήκε πάνω και τις είδε αλλά δεν θυμόταν να πεί πότε έγινε αυτό ούτε να εξηγήσει τι ζημιές είχε. Γνωρίζει είπε ότι η πεθερά της δεν πλήρωσε τον 2ον κατηγορούμενο για να τις επιδιορθώσει τις ζημιές. Πώς το γνωρίζει αυτό όμως δεν εξήγησε. Πήρε τη πεθερά της βόλτα εκείνη την ημέρα είπε και συγκεκριμένα στο φούρνο και ότι έλειψαν μια με μιάμιση ώρα από το σπίτι. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που την πήρε αυτή την ημέρα εκείνη στο φούρνο, απλώς δεν μπορούσε να οδηγήσει είπε. Ούτε η πεθερά της είχε οποιοδήποτε πρόβλημα την ημέρα εκείνη. Όλα αυτά συγκρούονται με την εκδοχή της κατηγορούμενης σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η οποία δίνει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Επίσης, η ίδια δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη θέση της ότι αυτή την πήρε στο φούρνο εκείνη την ημέρα. Περαιτέρω, είπε ότι ήταν παρούσα στη συζήτηση που έγινε με τους Αστυνομικούς. Της ίδιας δεν της είπαν τίποτε είπε αλλά άκουγε τη συζήτηση που γινόταν με τη πεθερά της. Όταν ερωτάται να πει τί οι Αστυνομικοί είπαν της πεθεράς της, λέει ότι δεν θυμάται αν άκουγε την συζήτηση. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα και να εξάξω οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει κανένα από τους ισχυρισμούς που προέβαλε και απώτερος σκοπός της ήταν να βοηθήσει την εκδοχή της κατηγορουμένης και πεθεράς της. Απορρίπτεται η μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο 3ος κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: «Διέμενα μόνος μου στο σπίτι και ο πατέρας μου διέμενε στη Λεμεσό. Κάποτε με επισκεπτόταν ο πατέρας μου για να μου φέρει τρόφιμα και η κυρία Αντρούλα δεν είδε τον πατέρα μου, ούτε τον γνωρίζει. Η κα Αντρούλα μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι λόγω εκκρεμοτήτων που είχα για το σπίτι. Και το Γραφείο Ευημερίας δεν ανταποκρίθηκε και μίλησα με τον πατέρα μου. Ήρθε ο πατέρας μου για να μετοκομίσω σε άλλο σπίτι. Δεν γνώριζε η κα Αντρούλα ότι θα ερχόταν ο πατέρας μου επειδή ήρθε χωρίς να με προειδοποιήσει. Ήρθε και μου διόρθωσε όπου χρειαζόταν εκεί και ήρθε το immigration στο μέρος και τον συνέλαβε. Δεν τον είδε η κα Αντρούλα ούτε ήταν στο σπίτι της. Αυτά έχω να αναφέρω. Ζητώ συγνώμη για οτιδήποτε και από την κα Αντρούλα και ταλαιπωρήθηκα στο Δικαστήριο εδώ και 2 χρόνια. Λόγω του ότι είχα Δικαστήριο, ο αδελφός μου απεβίωσε και δεν πήγα εκεί» Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Αυτή αποτελεί εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα, δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία και επίσης δεν δόθηκε ενόρκως για να μπορεί να εκτιμηθεί η αξιοπιστία της. Επίσης, φαίνεται να μην συνάδει και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου και ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του. Ως εκ τούτου δεν θα την λάβω υπόψη μου ούτε κρίνω ορθό να προσδώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, τεκμήριο Α και μετάφραση αυτής ως τεκμήριο Β. Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του κατηγορούμενου ότι ο Mahmoud Alsaghir, πρώην 2ος κατηγορούμενος είναι πατέρας του και ότι 3ος κατηγορούμενος ενοικίαζε το διαμέρισμα στην οδό Λεάντρου 16Α, στην Πάφο, ιδιοκτησία της 1ης κατηγορούμενης δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου από την 1/1/2012 μέχρι 31/12/
- Τα πιο πάνω γεγονότα δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα η ενοικίαση του εν λόγω διαμερίσματος από τον 3ον κατηγορούμενο πρόεκυψε να μην αμφισβητείται και να αποτέλεσε κοινό έδαφος. Περαιτέρω, από την κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του ότι ο πατέρας του τους τελευταίους 2 μήνες πριν από τη σύλληψη του διέμενε στο πιο πάνω διαμέρισμα που ενοικίαζε και ότι γνώριζε ότι ήταν παράνομος. Οι πιο πάνω αναφορές του 3ου κατηγορουμένου αποτελούν τουλάχιστον δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του και κρίνω ότι μπορώ να τους προσδώσω βαρύτητα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τα γεγονότα το οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 10/09/2012 και περί ώρα 12:00 ο Αστ. 3478 Κ. Κωνσταντίνου μαζί με τον Α/Αστ. 2351 της ΥΑΜ Πάφου, μετέβηκαν στον οδό Λεάνδρου, στην Πάφο, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έφτασαν στο μέρος και το έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση για περίπου 5 λεπτά, εντόπισαν έξω από την είσοδο οικίας πάνω σε πεζοδρόμιο στην οδό Λεάνδρου 16 ένα πρόσωπο να ασχολείται με το κόψιμο των κεραμικών και συγκεκριμένα κρατούσε στα χέρια του δισκοπρίονο και έκοβε τα κεραμικά. Ο Αστ. 3478 προσέγγισε το εν λόγω πρόσωπο και μετά από διερεύνηση διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Μahmoud Alsaghir, από τη Συρία, κάτοχος του διαβατηρίου με αριθμό Ν002628414, Ημερ. γεννήσεως 10/01/
- Από έλεγχο στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε αφιξοαναχώρηση που να αφορά τον πιο πάνω αλλοδαπό, κάτι που σημαίνει ότι βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Περαιτέρω, μετά από έλεγχο που έκανε στο μέρος προς εντοπισμό του εργοδότη του πιο πάνω αλλοδαπού, εντόπισε την 1ην κατηγορούμενη, η οποία του είπε ότι αυτή ανέθεσε στον αλλοδαπό όπως κόψει τα κεραμικά. Όταν την πληροφόρησε για το αδίκημα που εξετάζεται εναντίον της δηλαδή ότι εργοδοτούσε παράνομα τον αλλοδαπό της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και του απάντησε «Μα εν παράνομος; εμένα είπε μου ότι είναι παντρεμένος με Βουλγάρα». Έχει προκύψει επίσης, ότι ο πιο πάνω αλλοδαπός τους τελευταίους 2 μήνες πριν από τη σύλληψη του, δηλαδή στις 10/09/2012 διέμενε στο διαμέρισμα στην οδό Λεάνδρου 16Α, το οποίο είναι ιδιοκτησία της 1ης κατηγορούμενης και το ενοικίαζε ο 3ος κατηγορούμενος. Ο 3ος κατηγορούμενος είναι γιός του πιο πάνω προσώπου και γνώριζε ότι ο πατέρας του βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Επίσης, προέκυψε ότι η 1η κατηγορούμενη διέμενε σε οικία κάτω από το πιο πάνω διαμέρισμα που ενοικίαζε στον 3ον κατηγορούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη και αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
- Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος, όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Όσον αφορά τον 3ον κατηγορούμενο αυτός αντιμετωπίζει την κατηγορία της παροχής ασύλου σε αλλοδαπό που παρέμενε παράνομα στην Κύπρο. Το άρθρο 19
(1)(η) του Κεφ. 105 έχει ως ακολούθως: «19.-
(1)Πρόσωπο το οποίο - ................... .................. (η) εν γνώσει του παρέχει άσυλο σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο αυτός γνωρίζει ή έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι ενεργήσε κατά παράβαση του Νόµου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισµών που εκδόθηκαν βάσει αυτού· ................... ................... είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος και εξαιρουµένης της περιπτώσεως που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ)·υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστηµα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα µήνες ή σε πρόστιµο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και του προστίµου» Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το πρόσωπο το οποίο εντοπίστηκε στο συγκεκριμένο σημείο έξω από την οικία στην οδό Λεάνδρου 16 στην Πάφο, είναι αλλοδαπός με την έννοια του Νόμου. Κατάγεται από την Συρία και το καθεστώς με βάση το οποίο βρισκόταν στην Κύπρο καταγράφεται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δηλαδή αυτός βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Το επόμενο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, είναι κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εν λόγω αλλοδαπός εργοδοτείτο από αυτή εν τη έννοια του Κεφ. 105. Κατ' αρχή, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο εν λόγω αλλοδαπός εντοπίστηκε σε πεζοδρόμιο έξω από την πιο πάνω οικία να ασχολείται με το κόψιμο κεραμικών χρησιμοποιώντας δισκοπρίονο. Τα εν λόγω γεγονότα καταδεικνύουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αλλοδαπός ασκούσε εργασία. Πέραν τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο η 1η κατηγορούμενη συνδέεται με τον αλλοδαπό και γενικότερα κατά πόσο τον εργοδοτούσε ή ασκούσε την εν λόγω εργασία για λογαριασμό της. Στα ευρήματα του Δικαστηρίου υπάρχει η προφορική αναφορά της κατηγορούμενης στο σκηνή αμέσως μετά την σύλληψη του αλλοδαπού. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη δήλωση της είναι κατά πόσο αυτή συνιστά σαφή και ξεκάθαρη ομολογία για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης και το δεύτερο είναι και αν ακόμη είναι τέτοιας φύσεως κατά πόσο αυτή είναι αυθεντική και μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η αναφορά της κατηγορούμενης ότι αυτή ανέθεσε στον αλλοδαπό όπως κόψει τα κεραμικά και ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομος διότι της είπε ότι είναι παντρεμένος με Βουλγάρα, αποτελεί σαφή ομολογία για τη διάπραξη του αδικήματος. Οι πιο πάνω αναφορές της κατηγορουμένης καταδεικνύουν γνώση για την ύπαρξη του αλλοδαπού στο μέρος και ότι είναι η ίδια που του ανάθεσε την εργασία αυτή. Μάλιστα όταν της έγινε επίστηση και στο Νόμο αυτή έδωσε και λόγο που του ανάθεσε την εν λόγω εργασία λέγοντας ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομος ο εν λόγω αλλοδαπός. Οι πιο πάνω προφορικές δηλώσεις της κατηγορουμένης έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε στάδιο η θεληματικότητα τους από την υπεράσπιση. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν κατά πόσο έγιναν οι εν λόγω δηλώσεις, κάτι το οποίο κρίθηκε ανωτέρω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω δηλώσεις της κατηγορούμενης, στα πλαίσια στα οποία έλαβαν χώρα, που ήταν αυθόρμητα αμέσως μετά τη σύλληψη του αλλοδαπού να ασχολείται με την πιο πάνω εργασία, αποτελούν ομολογία αφού είναι ικανές να αποδείξουν την απαιτούμενη από το Νόμο σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης το ερώτημα είναι κατά πόσο η ομολογία αυτή της κατηγορούμενης είναι ικανή να οδηγήσει και στην καταδίκη της, στον απαιτούμενο πάντα βαθμό. Σύμφωνα με την νομολογία, είναι επιθυμητό μια ομολογία να υποστηρίζεται και από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να καθιστά αυτή αληθοφανή. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, είναι ορθότερο να αναζητείται τέτοιου είδους μαρτυρία προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217 και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Στην Γρηγόρης Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364 επίσης, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι γνωστό ότι η ομολογία ενοχής συνήθως αποκαλείται ως η βασίλισσα των μαρτυριών. Ωστόσο το δικό μας σύστημα της ποινικής δίκης δεν έχει αναγάγει σε απόλυτο βαθμό την αξία της. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα όπου η ομολογία είναι προφορική, αυτή εξετάζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο συναρτάται με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Όταν η ομολογία γίνει αποδεκτή και ενταχθεί στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία το δικαστήριο έχει καθήκον να προβληματιστεί και να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της για να αποφασίσει τελικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Βλ. R v. Sfoggaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168. Στην R v. Μallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική.».(βλ. επίσης Χριστάκης Ιακώβου Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Στην παρούσα περίπτωση, στα πλαίσια εξέτασης της αυθεντικότητας της εν λόγω ομολογίας και το αληθές του περιεχομένου της παρατηρώ τα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη μετά τον εντοπισμό και σύλληψη του αλλοδαπού στη σκηνή, η ίδια εντοπίστηκε στο μέρος και προέβηκε στο Μ.Κ.2 στις πιο πάνω αναφορές - ομολογία. Οι οποιεσδήποτε άλλες αναφορές της στην γραπτή της κατάθεση αργότερα καθώς και στην προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Οπότε δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου που να αλλοιώνει τη θέση της ότι είναι αυτή που του ανάθεσε την εν λόγω εργασία ή να επεξηγεί για ποιο λόγο προέβηκε στις εν λόγω δηλώσεις στη σκηνή. Περαιτέρω, από τα υπόλοιπα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτουν και τα ακόλουθα γεγονότα: 1) Η κατηγορούμενη διέμενε στην οικία που βρίσκεται στην οδό Λεάνδρου 16, μπροστά από την οποία ο αλλοδαπός συνελήφθηκε να κόβει κεραμικά. 2) Η κατηγορούμενη ενοικίαζε το διαμέρισμα της που βρίσκεται πάνω από την οικία της, στον γιο του εν λόγω αλλοδαπού. 3) Ο εν λόγω αλλοδαπός διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα τους τελευταίους δύο μήνες πριν από τον εντοπισμό του στο σημείο. Τα πιο πάνω γεγονότα συνάδουν με την πιο πάνω ομολογία της κατηγορουμένης και σε καμία περίπτωση καταρρίπτουν την αλήθεια του περιεχομένου της, γι αυτό κρίνω ασφαλές να βασιστώ σε αυτή και να αποδεχθώ το αληθές της. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο πρώην 2ος κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, από την 1ην κατηγορούμενη. Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, το κατά πόσο δηλαδή η εν λόγω εργοδότηση του αλλοδαπού έλαβε χώρα χωρίς να εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα, εν όψει και της απόδειξης των πιο πάνω, η υπεράσπιση είχε το βάρος να αποδείξει την ενδεχόμενη ύπαρξη μιας τέτοιας άδειας. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση και ούτε άλλωστε αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ένα τέτοιο γεγονός. Ως εκ τούτου, αυτή δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης μιας τέτοιας άδειας. Εν όψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με τον 3ον κατηγορούμενο, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η γραπτή ομολογία του. Ότι δηλαδή τους τελευταίους δύο μήνες πριν από τη σύλληψη του πρώην 2ου κατηγορούμενου, δηλαδή δύο μήνες πριν τις 10/09/2012 αυτός τον φιλοξενούσε και ο εν λόγω πρώην κατηγορούμενος διέμενε στο διαμέρισμα το οποίο ο 3ος κατηγορούμενος ενοικίαζε δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Επίσης, υπάρχει η γραπτή ομολογία του ότι γνώριζε ότι ο εν λόγω αλλοδαπός, διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεδομένων των εν λόγω ομολογιών του κατηγορουμένου που έγιναν στην γραπτή του κατάθεση με την ελεύθερη βούληση του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του Νόμο, θα πρέπει να εξεταστεί και σε αυτή την περίπτωση η αλήθεια των εν λόγω δηλώσεων και η αυθεντικότητα τους. Όπως αναφέρθηκε έγιναν από τον κατηγορούμενο με το πιο πάνω τρόπο και δεν έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία γιατί ο 3ος κατηγορούμενος να προβεί σε τέτοια ομολογία στην περίπτωση που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ούτε υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη εκδοχή ή γεγονότα που να καταρρίπτουν τους εν λόγω ισχυρισμούς ή τουλάχιστον να ρίχνουν λογική αμφιβολία για την αλήθεια τους. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι υπήρχε και μια ιδιαίτερη σχέση του 3ου κατηγορούμενου με τον πρώην 2ον κατηγορούμενο, ότι δηλαδή ήταν γιός και πατέρας, κάτι που συνηγορεί προς την ορθότητα της εν λόγω ομολογίας και συνάδει με αυτή. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ασφαλές να βασιστώ στην ομολογία του κατηγορουμένου στην γραπτή του κατάθεση και θεωρώ ότι αυτή είναι αυθεντική και αληθή. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και γεγονότα και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο 3ος κατηγορούμενος, κρίνω ότι αυτά έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ο πρώην 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 105, δηλαδή χωρίς άδεια παραμονής διέμενε στο διαμέρισμα το οποίο ο 3ος κατηγορούμενος ενοικίαζε και ο τελευταίος γνώριζε ότι ο πρώην 2ος κατηγορούμενος βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο, επιτρέποντας του να διαμένει στο διαμέρισμα του και κατ' επέκταση δίνοντας του κάλυψη και προστασία στο να συνεχίζει να παραμένει παράνομα στην Κύπρο. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου αυτοί κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 5 που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο