Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6180/12, 14/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6180/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
- ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14.05.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κος Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν.96(Ι)/2000 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.86/72 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των σχετικών Περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (κατηγορίες 1, 2, 4, 5, 6 και 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, στις 17.03.11 στη βιοτεχνική περιοχή 'Ανατολικό' στην Πάφο ο κατηγορούμενος 1 κατείχε μεταφέροντας στο όχημα του με αριθμούς εγγραφής BBK329 13 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Περαιτέρω κατά τον μήνα Μάρτιο 2011 στην Πάφο ο κατηγορούμενος κατακρατούσε μαζί με άλλο άτομο διάφορα μεταλλικά εξαρτήματα αξίας €3.000, περιουσία του τμήματος υδάτων γνωρίζοντας ότι τα αντικείμενα αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Επιπλέον στις 15.03.11 στην Πάφο ο εν λόγω κατηγορούμενος οδηγούσε το προαναφερόμενο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου γι' αυτόν που το χρησιμοποιεί, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2011 και δίχως πιστοποιητικό καταλληλότητας. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 8-13 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 1 απαλλάχτηκε από αυτές. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 η κατηγορούσα αρχή ανέστειλε την ποινική δίωξη του με αποτέλεσμα ο εν λόγω κατηγορούμενος να απαλλαχτεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 17.03.11 μέλη του Τ.Α.Ε. Πάφου μαζί με τεχνικό του τμήματος υδάτων μετέβησαν στην βιοτεχνική περιοχή του 'Ανατολικού' στην Πάφο για διερεύνηση υπόθεσης κλοπής εξαρτημάτων αμιαντοσωλήνων περιουσία του τμήματος υδάτων. Στα πλαίσια εξετάσεων ο αρχιαστυφύλακας 4554 Μ. Χριστοδούλου (Μ1) και ο αστυφύλακας 1692 Π. Νικολάου (Μ2) ανέκοψαν για έρευνα το όχημα με αρ. εγγραφής ΒΒΚ319 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο
- Οι εν λόγω αστυνομικοί πληροφόρησαν τον κατηγορούμενο 1 ότι θα ερευνούσαν το όχημα του επειδή υπήρχε πληροφορία για διάπραξη αδικήματος κλοπής. Ο κατηγορούμενος 1 συνεργάστηκε με την αστυνομία και μέσα από την έρευνα που διεξήχθη στο όχημα του εντοπίστηκαν στα μπροστινά καθίσματα 13 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου, τα οποία και παραλήφθηκαν ως τεκμήρια. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο αυτός είπε επί λέξει «έμειναν στο αυτοκίνητο μου από καιρό» Επίσης πλησίον του οχήματος του κατηγορουμένου 1 εντοπίστηκαν διάφορα μεταλλικά εξαρτήματα συνολικής αξίας €3.000, τα οποία ο Γεώργιος Νεοφύτου, εκπρόσωπος του τμήματος υδάτων (Μ7) αναγνώρισε ως περιουσία του τμήματος υδάτων. Τα αντικείμενα αυτά παραλήφθηκαν από την αστυνομία ως τεκμήρια και ακολούθως επιστράφηκαν στο τμήμα υδάτων που είναι ο νόμιμος δικαιούχος τους. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος 1 απάντησε κατά λέξει ότι «αυτά τα βρήκαμε πεταμένα». Παράλληλα κατά τη διάρκεια των εξετάσεων διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά κινδύνων υπέρ τρίτου, χωρίς άδεια κυκλοφορίας για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2011 και δίχως πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε από τις αστυνομικές αρχές για τα αδικήματα που διέπραξε και παραδέχτηκε. Καταλήγοντας, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού και τροχαίου μητρώου ενώ παράλληλα δήλωσε ότι σε σχέση με την υπόθεση αυτή έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €
- Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης, ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 25 ετών, άγαμος, άνεργος και διαμένει σε ενοικιαζόμενη μεζονέτα στην οποία υπάρχει ο απαραίτητος οικιακός εξοπλισμός και επίπλωση. Ο κατηγορούμενος 1 προέρχεται από φτωχή πολυμελή οικογένεια. Είναι το τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στο ξενοδοχειακό κλάδο. Ο κατηγορούμενος 1 πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με αρκετές στερήσεις λόγω περιορισμένων εισοδημάτων και κακής διαχείρισης των οικονομικών της οικογένειας του. Εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων που η οικογένεια του αντιμετώπιζε πήρε απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του έτσι ώστε να αναλάβει εργασία και να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Από τον Ιούλιο 2014 μέχρι τις 15.01.15 ο κατηγορούμενος 1 εργαζόταν σε ξενοδοχείο ως μάγειρας, εργασία από την οποία απολύθηκε λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών του εργοδότη. Ο πατέρας του παρουσιάζει πρόβλημα υγείας και είναι ανίκανος για εργασία. Η δε οικογένεια του συνεχίζει να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Ο ίδιος αναμένει επίδομα ανεργίας από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 περιγράφεται εργατικό άτομο και πρόσωπο που αγαπά την οικογένεια του, την οποία και στηρίζει με κάθε δυνατό τρόπο. Ένδειξη της στήριξης του αυτής αποτελεί η ανάληψη από μέρους του δανείου της οικογένειας του ύψους €16.000, για το οποίο όμως δεν καταβάλλεται δόση. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής τα πιο κάτω ως μετριαστικούς παράγοντες: (α) άμεση παραδοχή του στην αστυνομία, (β) την παραδοχή του στο Δικαστήριο, (γ) τα επίδικα περιστατικά να εκληφθούν ως μεμονωμένα, (δ) το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Όπως ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε η απερισκεψία και η ανωριμότητα που χαρακτηρίζουν νεαρά άτομα της τότε ηλικίας του κατηγορουμένου 1 επηρέασαν την κρίση του τελευταίου, (ε) το ότι τα τροχαία αδικήματα διαπιστώθηκαν μετά την κατάθεση του κατηγορουμένου 1 στην αστυνομία, (στ) τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις που εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται, (ζ) ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης, εντός ου οποίου ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του πελάτη του αφού όπως είπε ο κατηγορούμενος 1 έχει αρραβωνιαστεί και ότι εδώ και ένα μήνα έχει εξασφαλίσει εργασία. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, ο κύριος Νικήτα επισήμανε ότι τα φυσίγγια παρέμειναν εκ λάθους στο επίδικο όχημα από την προηγούμενη κυνηγετική περίοδο και συγκεκριμένα από τις 15.02.
- Περαιτέρω ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να μην προβεί σε στέρηση άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου 1, σε περίπτωση που προσανατολιζόταν για κάτι τέτοιο, επικαλούμενος την αναγκαιότητα κατοχής της από τον κατηγορούμενο 1 πρώτο προκειμένου να μεταβαίνει στην εργασία του και δεύτερο για να μπορεί να μεταφέρνει τον πατέρα του στο νευροχειρούργο με την επόμενη συνάντηση να είναι στις 24.05.15 στη Λευκωσία. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τις σχετικές νομοθεσίες ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών καθώς και αυτό της κλεπταποδοχής. Συγκεκριμένα, έκαστο από τα αδικήματα κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 4
(4)(δ) του Κεφ.54, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα φυσίγγια είναι εκ φύσεως επικίνδυνα αντικείμενα και γι' αυτό η χρήση τους θα πρέπει να είναι προσεκτική και να γίνεται από σοβαρά και υπεύθυνα άτομα για τους σκοπούς που μόνο επιτρέπονται, οι οποίοι πάντοτε ακολουθούν τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες και αφού έχουν πρώτα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης. Η επίδειξη ανεύθυνης συμπεριφοράς από μέρους του κατόχου φυσιγγίων δημιουργεί συνθήκες είτε για μια κατάσταση που ελλοχεύει κινδύνους είτε τα φυσίγγια να περιέλθουν στην κατοχή ενός επικίνδυνου ατόμου που σκοπό έχει να τα χρησιμοποιήσει για εγκληματικές δραστηριότητες, σε κάθε περίπτωση με απρόβλεπτες και καταστροφικές συνέπειες. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών αυξάνεται όταν η διάπραξη τους συνοδεύεται με παράνομες πράξεις οι οποίες παραβιάζουν τον σκοπό και τις διατάξεις οποιασδήποτε νομοθεσίας. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με αυστηρότητα επιβάλλοντας τέτοιες ποινές που να οδηγούν σε προστασία των νομοταγών πολιτών, της περιουσίας τους αλλά και του περιβάλλοντος κάτω από τον οποίον ζουν. Στην περίπτωση που η μεταφορά και χρήση φυσιγγίων οδηγεί στο θάνατο ή τραυματισμό άλλου ατόμου ή ακόμη στον εκφοβισμό του ή κακόβουλη ζημιά στην περιουσία του, πράγμα που δεν είναι η δική μας περίπτωση, η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι συνήθως το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α. Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.582 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281. Το αδίκημα της κλεπταποδοχής όταν αυτό διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα όπως συμβαίνει στη παρούσα περίπτωση εφόσον η περιουσία και συγκεκριμένα εξαρτήματα αμιαντοσωλήνων περιουσία του τμήματος υδάτων που σχετίζεται με το εν λόγω αδίκημα είχαν κλαπεί, δηλαδή προέκυψε μέσα από κακούργημα, επισύρει, με βάση το άρθρο 306(α) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 5 ετών. Το αδίκημα της κλεπταποδοχής είναι ακόμη σοβαρό επειδή ενέχει το στοιχείο της παράνομης στέρησης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η διάπραξη τέτοιου αδικήματος φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική τάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η παρατηρούμενη ιδιαίτερα στην επαρχία Πάφου δραματική άνοδος των κρουσμάτων κλοπών, διαρρήξεων και άλλων ομοειδών αδικημάτων σε βαθμό τέτοιο που να τα καθιστά στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς σημάδια κάμψης, οδήγησε κατακόρυφα στην αύξηση διάπραξης του αδικήματος της κλεπταποδοχής (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Εξίσου όμως ανησυχητικό και συνάμα θλιβερό είναι το γεγονός ότι σημειώνεται αυξητική τάση κρουσμάτων διάπραξης τέτοιων σοβαρών αδικημάτων και ειδικότερα στην Πάφο από άτομα πολύ νεαρής ηλικίας. Συνεπώς, η συχνότητα και ευκολία με την οποία το αδίκημα αυτό διαπράττεται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά ενώπιον μου, μάλιστα κάποτε υπό τη μορφή των εκτάκτων υποθέσεων, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα του. Οι πιο πάνω λόγοι απαιτούν αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων και καλούν την επιβολή ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Κουφού v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 95 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε άτομο που διέπραξε δύο αδικήματα κλεπταποδοχής με λευκό ποινικό μητρώο, παραδοχή, συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές, προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις και μεταμέλεια, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επίσης στην υπόθεση Ψωμά v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40 ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο οποίος ήταν οικογενειάρχης ηλικίας 35 ετών με λευκό ποινικό μητρώο και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών του οποίου η παρουσία και η φροντίδα στο σπίτι ήταν μεγάλης σημασίας για τη λειτουργία της οικογένειας, μειώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 6 μήνες. Σοβαρά κρίνονται όμως και τα τροχαία αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε ότι διέπραξε. Πρόκειται για αδικήματα που επιδεικνύουν ασέβεια στην τήρηση των θεσμών και κανονισμών της τροχαίας ενώ παράλληλα υπονομεύουν τις προσπάθειες των αρμοδίων αρχών να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο στην διέλευση οχημάτων σε δημόσιους δρόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και παράλληλα εποπτείας για διασφάλιση του απαιτούμενου επιπέδου οδικής συμπεριφοράς και ασφάλειας. Είναι αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο του κινδύνου τόσο για τα άτομα που επιβαίνουν στο όχημα του οποίου η καταλληλότητα χρήσης του τίθεται υπό αμφιβολία αλλά και για οδηγούς άλλων οχημάτων καθώς και για πεζούς που εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το δε αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς να υπάρχει ασφάλεια κατά των κινδύνων υπέρ τρίτου γι' αυτόν που το χρησιμοποιεί είναι αδίκημα που μπροστά στην αδυναμία της προσωπικής καταβολής αποζημιώσεων από τον υπαίτιο οδηγό στην περίπτωση σοβαρού δυστυχήματος μπορεί να αφήσει το θύμα του οικονομικά εκτεθειμένο προκαλώντας του έτσι επιπτώσεις για την περαιτέρω πορεία της ζωής του. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα τη φύση και τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει όλα τα αδικήματα που διαπράχτηκαν, όπως αυτή έχει εξηγηθεί πιο πάνω, η οποία σοβαρότητα ενισχύεται για τους λόγους που επίσης έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Η παράνομη μεταφορά μεγάλου αριθμού φυσιγγίων είναι ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη η επικίνδυνη παράλειψη του κατηγορουμένου 1 να αφήσει εκτεθειμένα στα καθίσματα του οχήματος που οδηγούσε το μεγάλο αριθμό των 13 φυσιγγίων για το χρονικό διάστημα του ενός μηνός, εντός του οποίου χρόνου θα μπορούσαν να περιέλθουν στην κατοχή οποιουδήποτε. Να σημειωθεί ότι αποτελεί θέση του κατηγορουμένου ότι τα φυσίγγια εκ λάθους παρέμειναν στο επίδικο όχημα από την προηγούμενη κυνηγετική περίοδο και συγκεκριμένα από τις 15.02.11, θέση την οποία η κατηγορούσα αρχή δεν αμφισβήτησε. Ένας επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας είναι η συνολικά μεγάλη αξία €3.000 που είχαν τα μεταλλικά εξαρτήματα αμιαντοσωλήνων που αποτελούν το αντικείμενο κλεπταποδοχής στην παρούσα υπόθεση. Η δε ταλαιπωρία και η αντιστοίχου ύψους ζημιά που προκλήθηκαν στο τμήμα υδάτων που είναι ο ιδιοκτήτης των αντικειμένων της κλεπταποδοχής μέχρι τον εντοπισμό και την επιστροφή των αντικειμένων σ' αυτό είναι κάτι που επίσης επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου
- Η ποικιλόμορφη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1, ο βαθμός και η έκταση της οποίας καθορίζεται μέσα από τις λεπτομέρειες των 6 κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει, σε συνδυασμό με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που γενικότερα περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση αλλά και από τις συνθήκες διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, όλα τον Μάρτιο του έτους 2011, είναι ένας επιπρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα αδικήματα της παράνομης κατοχής, μεταφοράς φυσιγγίων καθώς και της κλεπταποδοχής εξιχνιάστηκαν κατόπιν έρευνας που πραγματοποιήθηκε από μέλη της αστυνομίας στο επίδικο όχημα, κατά τη διάρκεια της οποίας εντοπίστηκαν τα φυσίγγια κυνηγετικού όπλου και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα αμιαντοσωλήνων. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου 1 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του στις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες εξέφρασε την απολογία του και με τις οποίες συνεργάστηκε ομολογώντας την αξιόποινη συμπεριφορά του. (γ) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (δ) Το ότι τελικά τα επίδικα αντικείμενα επιστράφηκαν στον ιδιοκτήτη τους με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 1 να μην αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλου είδους όφελος. (ε) Το νεαρό της ηλικίας του αφού όταν διέπραξε τα αδικήματα ήταν 21 ετών. Αυτός είναι ένας ελαφρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές περιγράφονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Προέρχεται από φτωχή πολυμελή οικογένεια που αντιμετώπιζε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. · Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με αρκετές στερήσεις λόγω περιορισμένων εισοδημάτων που η οικογένεια του είχε. · Η αγάπη προς την οικογένεια του την οποία προθυμοποιήθηκε να στηρίξει πράγμα που έπραξε όταν πήρε απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του και εξασφάλισε εργασία καθώς επίσης όταν με πρωτοβουλία του ανέλαβε δάνειο της οικογένειας του ύψους €16.
- · Χαρακτηρίζεται εργατικό άτομο. Παρόλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με τα οικονομικά προβλήματα που ο ίδιος αντιμετωπίζει δεν μπορούν να θεωρηθούν σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, όπως την παρούσα, ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Σχετική είναι η υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερομηνίας 26.03.13, στην οποία και παραπέμπω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ελαφρυντικός παράγοντας το γεγονός ότι τα τροχαία αδικήματα διαπιστώθηκαν μετά την κατάθεση του κατηγορουμένου 1 στην αστυνομία. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Ο κατηγορούμενος 1 μέσα από την αποκάλυψη διάπραξης των αδικημάτων της παράνομης κατοχής και μεταφοράς φυσιγγίων καθώς και της κλεπταποδοχής ως αποτέλεσμα της αστυνομικής έρευνας ουσιαστικά στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης υποχρεώθηκε να τα ομολογήσει. Συνεπώς η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να έχει μεγάλη βαρύτητα. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση είχα την ευκαιρία να ανατρέξω τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης. Μελετώντας τον φάκελο παρατηρώ ότι η διάπραξη των αδικημάτων έγινε γνωστή στην αστυνομία στις 17.03.
- Πρόκειται για υπόθεση όπου το κατηγορητήριο περιέχει 13 αδικήματα και εκτός από τον κατηγορούμενο 1 υπήρχε και συγκατηγορούμενος που αντιμετώπιζε εξίσου σοβαρά αδικήματα. Η διερεύνηση της υπόθεσης, ανεξαρτήτως της συνεργασίας του κατηγορουμένου 1, περιλαμβάνει εμπλοκή 15 ατόμων, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο κατηγορητήριο, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίες σε περίπτωση που η υπόθεση προχωρούσε σε εκδίκαση. Ο βαθμός δυσκολίας που ενέχεται στη διερεύνηση τέτοιου είδους υπόθεσης όπως την παρούσα είναι γνωστός, πράγμα που λαμβάνω δικαστική γνώση από παρόμοιες υποθέσεις που τέθηκαν ενώπιον μου και εκδικάστηκαν. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και με γνώμονα ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 27.04.12 κρίνω ότι το χρονικό διάστημα των 13 μηνών περίπου που δαπανήθηκε για την προσαγωγή του κατηγορουμένου 1 στη δικαιοσύνη δεν αποτελεί υπό τις περιστάσεις ολιγωρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής ή σε από μέρους τους καθυστερημένη προώθηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι σήμερα παρατηρώ από το φάκελο ότι στην πορεία ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε σε μια περίπτωση η υπόθεση αυτή να παραμείνει για απάντηση σε νέα ημερομηνία, υπήρξε αλλαγή δικηγόρου του κατηγορουμένου 1 που είναι δικαίωμα του, 5 φορές υπήρξε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή και αντίστροφα σε διάφορες κατηγορίες ως επίσης είναι δικαίωμα του και σε 3 άλλες περιπτώσεις ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του κατηγορουμένου
- Ασφαλώς δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε μια περίπτωση ζητήθηκε αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης από μέρους της κατηγορούσας αρχής, μία φορά η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου ενώ 4 φορές η υπόθεση παρέμεινε για γεγονότα και επιβολή ποινής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 4 ετών και 2 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία που διαπιστώθηκε η διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, τον οποίο και λαμβάνει υπόψη υπό το φως των γεγονότων που στο μεσοδιάστημα συνέβησαν και συγκεκριμένα το ότι ο κατηγορούμενος 1 αρραβωνιάστηκε και ότι εδώ και ένα μήνα εργάζεται, γεγονότα που ουσιαστικά δεν αποτελούν μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Κρίνω επίσης σκόπιμο να αναφέρω ότι το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών που αφορά την πρώτη κατηγορία αντίστοιχα εμπεριέχεται στο αδίκημα της μεταφοράς αυτών που αφορά την δεύτερη κατηγορία και έτσι θα επιβληθεί ποινή μόνο στην δεύτερη κατηγορία καθότι τυχόν επιβολή ποινής και στην άλλη κατηγορία θα συνιστούσε διπλή τιμωρία για τον κατηγορούμενο 1, κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385). Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - καμία ποινή για το λόγο που εξηγήθηκε πιο πάνω 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 21 ημερών 6η κατηγορία - καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα με τα γεγονότα της 7ης κατηγορίας στην οποία επιβάλλεται ποινή 7η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 συντρέχουν. Επιπλέον, σε σχέση με την 5η κατηγορία, αφού άκουσα και έλαβα υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από το συνήγορο υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος 1 στερείται από του να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 30 ημερών. Η περίοδος στέρησης αρχίζει να μετρά από αύριο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα χωρίς όμως να έχει αποκτήσει οικονομικό ή άλλου είδους όφελος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 1 είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια και 2 μήνες περίπου από τότε που έγινε αντιληπτή η διάπραξη των αδικημάτων εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες ομολόγησε την αξιόποινη συμπεριφορά του καθώς και οι κατά διαστήματα παραδοχές στις οποίες προέβηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δείχνει μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή από μέρους του κατηγορουμένου 1 που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και για την οποία αξιόποινη συμπεριφορά ο εν λόγω κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το σφάλμα του επιδεικνύοντας έμπρακτη μεταμέλεια. Περαιτέρω τα αδικήματα διαπράχτηκαν όταν ο κατηγορούμενος 1 ήταν 21 ετών, μια ευάλωτη και κρίσιμη ηλικία που ένας νέος εύκολα παρασύρεται στο δρόμο της παρανομίας είτε εξαιτίας εκμετάλλευσης του από επιτήδεια άτομα σε μια δύσκολη για τον ίδιο περίοδο είτε από αντίδραση και εγωισμό είτε από φαινομενικό ενθουσιασμό είτε από ανωριμότητα και απερισκεψία. Μια ηλικία όπου τα λάθη επιτρέπονται και συνάμα μπορούν να συγχωρεθούν με τον κατηγορούμενο 1 να δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία να προχωρήσει με τη ζωή του. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων συνθηκών και δεδομένων, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο 1 η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 1 να καταβάλει αυθημερόν έξοδα ύψους €60. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλεπταποδοχή-Παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών-Τροχαία αδικήματα/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο