← Κύπρος

A.S.G. SΟLAR TECHNOLOGIES LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1109/13, 5/5/2015

A.S.G. SΟLAR TECHNOLOGIES LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1109/13, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1109/13 A.S.G. SΟLAR TECHNOLOGIES LIMITED v. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, εκ Πάφου Κατηγορουμένου ____________________________ Ημερομηνία: 05.05.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στασή Για τον Κατηγορούμενο : κ Κρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος : παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 04998452, 04998453 και 04998454 για τα ποσά των €8.000, €20.000 και €10.000 αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες και δεν εξοφλήθηκαν λόγω εντολής μη πληρωμής τους που δόθηκε από τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ήτοι τον Α. Ηροδότου (ΜΚ1), τον Ν. Κόκκινο (ΜΚ2), τον Γ. Ιωσηφίδη (ΜΚ3) και τον Κ. Κυριάκου (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο:
  1. Είναι αποδεκτό το περιεχόμενο των συμβάσεων που περιλαμβάνονται στην δέσμη Τεκμήριο
  2. Η επωνυμία της παραπονούμενης εταιρείας είναι ως αυτή εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου
  3. Η παραπονούμενη εταιρεία καταχώρησε εναντίον της Standway Holdings Ltd την αγωγή 1006/13 Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της οποίας η εναγόμενη εταιρεία, δηλαδή η Standway Holdings Ltd, καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικεί το ποσό των €77.455,
  4. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή δήλωση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι εκ των μετόχων της παραπονούμενης η οποία ασχολείται με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μεταξύ των οποίων και με την εγκατάσταση και πώληση φωτοβολταϊκών συστημάτων. Ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής της εταιρείας STANDWAY HOLDINGS LTD (στο εξής θα καλείται η «εταιρεία»), η οποία ανέθεσε στην παραπονούμενη την εγκατάσταση 6 φωτοβολταϊκών συστημάτων σε τεμάχια γης τα οποία ορισμένα ανήκαν στον κατηγορούμενο και ορισμένα στην εταιρεία. Στις 5.4.12 υπογράφηκε συμφωνία (Τεκμήριο 2) μεταξύ της παραπονούμενης και της εταιρείας στην οποία συμφωνήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι το τίμημα για την πιο πάνω εργασία θα ανερχόταν στο ποσό των €240.000 πλέον Φ.Π.Α. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε υποχρέωση επιβολής Φ.Π.Α και ως εκ τούτου συμφωνήθηκε προφορικά ότι δεν θα υπήρχε σχετική χρέωση. Τα φωτοβολταϊκά συστήματα συμφωνήθηκε ότι θα ήταν σε κινητές βάσεις (tracker), νοουμένου ότι θα υπήρχε έγκριση από το Ίδρυμα Ενέργειας Κύπρου (Ι.Ε.Κ). Σε περίπτωση που δεν χορηγείτο έγκριση συμφωνήθηκε όπως η τιμή για το κάθε σύστημα μειωθεί από €40.000 σε €30.
  2. Πράγματι ένα εκ των 6 συστημάτων δεν τοποθετήθηκε σε κινητή αλλά σε σταθερή βάση και ως εκ τούτου η τιμή του μειώθηκε στις €30.
  3. Περαιτέρω, στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) περιλαμβανόταν όρος όπως η παραπονούμενη αναλάβει όλες τις χωματουργικές, οικοδομικές και οποιεσδήποτε εργασίες ήταν αναγκαίες για την ορθή εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων, με εξαίρεση τις περιφράξεις, για το ποσό των €2.600 ανά σύστημα δηλαδή για το συνολικό ποσό των €15.
  4. Επιπρόσθετα πολύ πριν την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) η εταιρεία ανέθεσε στην παραπονούμενη την ετοιμασία αιτήσεων για έκδοση πολεοδομικών αδειών για την τιμή των €1.200 ανά αίτηση, δηλαδή για το συνολικό ποσό των €3.
  5. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό για τις πιο πάνω εργασίες ανέρχεται στο ποσό των €249.
  6. Τα φωτοβολταϊκά συστήματα παραδόθηκαν σε περίοδο μίας εβδομάδας, ήτοι από 29.10.12 μέχρι 9.11.
  7. Η εταιρεία όφειλε να εξοφλήσει όλα τα οφειλόμενα ποσά κατά την παράδοση των φωτοβολταϊκών συστημάτων, ωστόσο ο κατηγορούμενος κάλεσε τον ΜΚ1 στα γραφεία της εταιρείας στις 14.11.12 λέγοντας του ότι η εταιρεία δεν είχε χρήματα για να πληρώσει και θα κατέβαλλε ο ίδιος το ποσό. Την συγκεκριμένη ημέρα εξέδωσε και υπέγραψε ενώπιον του ΜΚ1 τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές για το συνολικό ποσό των €38.000 και ανέφερε ότι το υπόλοιπο των €11.200 θα το εξοφλούσε αργότερα. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τις ακόλουθες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου: · Επιταγή με αρ. 04998452 ημερομηνίας 8.12.12 για το ποσό των €8.000 (Τεκμήριο 3). · Επιταγή με αρ. 04998453 ημερομηνίας 8.12.12 για το ποσό των €20.000 (Τεκμήριο 4). · Επιταγή με αρ. 04998454 ημερομηνίας 15.12.12 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 5). Με την λήψη των πιο πάνω επιταγών στάληκαν από την παραπονούμενη τα απαραίτητα δικαιολογητικά στο Ι.Ε.Κ έτσι ώστε η εταιρεία να τύχει επιδότησης από το ειδικό ταμείο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και να μην χάσει την άδεια και την επιδότηση. Στις 7.12.12 παραδόθηκε στον ΜΚ1 επιστολή των δικηγόρων της εταιρείας (Τεκμήριο 6Α) στην οποία προβαλλόταν ο ισχυρισμός πως υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση των φωτοβολταϊκών συστημάτων και ότι η παραπονούμενη ήταν υπόχρεη στην πληρωμή αποζημιώσεων που ξεπερνούσαν κατά πολύ το ποσό των €38.
  8. Επίσης με την εν λόγω επιστολή πληροφορήθηκε η παραπονούμενη πως θα ανακαλείτο η πληρωμή των επίδικων επιταγών. Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια 6Β - 6Δ). Στις 12.12.12 παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου προς πληρωμή οι πρώτες δύο επιταγές (Τεκμήρια 3 και 4) αλλά δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους από τον κατηγορούμενο. Για τον ίδιο λόγο δεν πληρώθηκε και η τρίτη επιταγή (Τεκμήριο 5), η οποία παρουσιάστηκε προς πληρωμή στην Τράπεζα Κύπρου στις 17.12.
  9. Στη δια ζώσης μαρτυρία του και σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της παραπονούμενης, ο ΜΚ1 είπε ότι η παραπονούμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην εταιρεία για αποζημιώσεις. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 είπε ότι δεν είναι εκ των διευθυντών της παραπονούμενης διότι είναι κυβερνητικός υπάλληλος. Η χρέωση του ποσού των €15.600 για τις χωματουργικές και άλλες εργασίες που ήταν αναγκαίες για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων δεν διαφοροποιήθηκε παρά το ότι το ένα σύστημα δεν θα ήταν τελικά σε κινητή βάση. Η μόνη διαφοροποίηση που έγινε ήταν αυτή που συμφωνήθηκε στο Τεκμήριο 2 και αφορούσε την μείωση της τιμής του συστήματος από €40.000 σε €30.
  10. Αναφορικά με τις αιτήσεις για τις πολεοδομικές άδειες ο ΜΚ1 αρχικά επέμεινε ότι η συμφωνία για την ετοιμασία των αιτήσεων και την χρέωση του ποσού των €3.600 έγινε πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 στην πορεία ωστόσο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι τελικά η εν λόγω συμφωνία με την εταιρεία έγινε μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  11. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το 2010 είχαν γίνει πολεοδομικές αιτήσεις οι οποίες αφορούσαν σταθερές βάσεις φωτοβολταϊκών συστημάτων. Οι αιτήσεις αυτές έγιναν από εξωτερικούς συνεργάτες της παραπονούμενης κατόπιν οδηγιών της εταιρείας. Ακολούθως, μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 και επειδή εν τω μεταξύ η εταιρεία ζήτησε τελικά όπως τα φωτοβολταϊκά συστήματα γίνουν σε κινητές βάσεις ετοιμάστηκαν από άλλους εξωτερικούς συνεργάτες τρεις αιτήσεις για άδειες οικοδομής για τις οποίες χρεώθηκε η παραπονούμενη η οποία στη συνέχεια χρέωσε το εν λόγω ποσό των €3.600 στην εταιρεία. Ως εκ τούτου η εταιρεία οφείλει €3000 για τις έξι πολεοδομικές αιτήσεις που έγιναν το 2010 (βλ. αγωγή 138/13 Ε.Δ Πάφου Τεκμήριο 9) και €3.600 για τις τρεις αιτήσεις για άδειες οικοδομής που έγιναν μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  12. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου κατά πόσο ο τελευταίος ζήτησε όπως η εταιρεία με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 καταβάλει ποσό 30% έναντι του συνολικού τιμήματος αντί 20% που προνοούσε η προσφορά προκειμένου να είναι βέβαιος πως θα τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο δεν το αποκλείει όμως να συνέβηκε. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε του είχε αναφέρει πως αδυνατούσε να πληρώσει. Συμφώνησε με την υπόδειξη του κ. Ερωτοκρίτου ότι με βάση την παράγραφο 4.5 του Τεκμηρίου 2 το έργο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί στην εταιρεία στις 5.6.
  13. Ανέφερε ωστόσο πως δεν ευθύνεται η παραπονούμενη για την καθυστέρηση που υπήρξε. Οι άδειες οικοδομής για τα τεμάχια στα οποία τοποθετήθηκαν τα φωτοβολταϊκά συστήματα θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, αλλά αυτές εκδόθηκαν με ευθύνη του πελάτη στις 26.7.12 και 2.10.
  14. Επίσης, η αλλαγή τεχνολογίας από σταθερές σε κινητές βάσεις εγκρίθηκε στις 30.6.12 ενώ η αίτηση είχε γίνει από τις 13.3.
  15. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι όλες οι άδειες που ήταν αναγκαίες για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων ήταν, με βάση τον όρο 4.1 του Τεκμηρίου 2, ευθύνη της παραπονούμενης η οποία επομένως ευθύνεται και για την καθυστέρηση, ο ΜΚ1 αρνήθηκε λέγοντας μάλιστα ότι το θέμα συζητήθηκε με τον κατηγορούμενο ενώπιον του κουμπάρου και φίλου του Χάρη Νικολαϊδη οι οποίοι συμφώνησαν ότι θα ανέμεναν την έγκριση από το Ι.Ε.Κ για την αλλαγή τεχνολογίας και μετά να προχωρήσουν στην εγκατάσταση. Όταν δε ερωτήθηκε τι αποτέλεσμα θα είχε αυτή η απόφαση τους, τους ανέφερε ότι θα υπήρχε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και η απάντηση τους ήταν ότι θα περιμένουν. Η εν λόγω συζήτηση έλαβε χώρα μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  16. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 συμφώνησε με τον κ. Ερωτοκρίτου ότι με βάση την έγκριση που έλαβε η εταιρεία από την Επιτροπή Διαχείρισης το έργο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός 18 μηνών από την 12.5.11 και ανέφερε ότι το έργο ολοκληρώθηκε εντός του χρονοδιαγράμματος. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Ερωτοκρίου ότι οι επιταγές (Τεκμήρια 3 - 5) εκδόθηκαν κατόπιν εκβιασμού του κατηγορούμενου λέγοντας ότι αν δεν εκδίδονταν η παραπονούμενη δεν μπορούσε να στείλει τα απαραίτητα έγγραφα στο Ι.Ε.Κ. Αρνήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε τις επίδικες επιταγές υπό το κράτος εκβιασμού, καθώς κινδύνευε να χάσει την άδεια και την επιδότηση που θα λάμβανε. Τέλος, αρνήθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση 169 ημερών στην εκτέλεση του έργου λέγοντας ότι η παραπονούμενη δεν ευθύνεται, επικαλούμενος μάλιστα συγκεκριμένο παράδειγμα όταν η παραπονούμενη επιχείρησε να εγκαταστήσει το σύστημα με τη σταθερή βάση επενέβηκε η κοινότητα Τσάδας και απαγόρευσε την εκτέλεση του έργου διότι δεν υπήρχε άδεια οικοδομής για την εξασφάλιση της οποίας υπεύθυνος ήταν ο πελάτης. Στην επανεξέταση του ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η αγωγή με αρ. 138/13 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 9) με την οποία η παραπονούμενη αξιώνει ποσό €3.000 αφορά τις πολεοδομικές αιτήσεις που έγιναν το
  17. Η συνολική εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Απαντούσε με φυσικότητα και ευθύτητα, ενώ κατά την μακρά αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ως προς το ζήτημα της διεκδίκησης των ποσών των €3.000 και €3.600 που αφορούσαν τη χρέωση που έγινε από μέρους της παραπονούμενης προς την εταιρεία για τις αιτήσεις για χορήγηση πολεοδομικών αδειών το 2010 και τις αιτήσεις για άδειες οικοδομής που έγιναν μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, υπήρξε κάποια σύγχυση και δυσκολία στον ΜΚ1 να εκφέρει σαφή απάντηση. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά ανέφερε ότι η χρέωση του ποσού των €3.600 έγινε πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, κατά την δεύτερη ημέρα της αντεξέτασης του και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα που διατηρεί η παραπονούμενη στο γραφείο της διαπίστωσε τελικά ότι η χρέωση των €3.000 αφορούσε τις αιτήσεις για πολεοδομικές άδειες που έγιναν το 2010 και το ποσό των €3.600 τις αιτήσεις για άδειες οικοδομής που έγιναν μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  18. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεν δημιουργούν ρήγμα στη μαρτυρία του ΜΚ1 ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Έχοντας κατά νου το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε συνδυασμό με το ότι η συνεργασία της παραπονούμενης με την εταιρεία δεν περιορίζεται στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) αλλά και σε χρόνο πριν την κατάρτιση του και συγκεκριμένα στο 2010, θεωρώ φυσιολογικό το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δυσκολεύτηκε να εκφέρει εξ αρχής σαφή απάντηση. Σημειώνω άλλωστε ότι το γεγονός της υποβολής αιτήσεων για πολεοδομικές άδειες το 2010 και της υποβολής αιτήσεων για άδειες οικοδομής μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενο. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι το κατά πόσο οφείλονται τα εν λόγω ποσά, ζήτημα ωστόσο το οποίο εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων της παρούσας και θα επιλυθεί στα πλαίσια των αστικών αγωγών που εκκρεμούν. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ο λογαριασμός με αρ. 066012016760 από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ανήκει στον κατηγορούμενο. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 3-5) και ανέφερε ότι οι σφραγίδες που έχουν τεθεί επ' αυτών ανήκουν στην Τράπεζα Κύπρου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 πιστό αντίγραφο των οδηγιών ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, επί του οποίου ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής τους δηλώθηκε η αθέτηση συμφωνίας. Σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Στασή ανέφερε ότι η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού ήταν ομαλή και ότι με βάση τα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, η επιταγή των €10.000 (Τεκμήριο 5) θα μπορούσε να τιμηθεί. Όσον αφορά τις άλλες δύο επιταγές (Τεκμήρια 3 και 4) υπήρχε έλλειμμα €14.000, το οποίο όμως θα μπορούσε να καλυφθεί με τηλεφώνημα που θα γινόταν στον πελάτη (ενν. τον κατηγορούμενο) για να προβεί σε κατάθεση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι περίπου από το Δεκέμβριο του 2011 είναι ο τραπεζίτης του κατηγορούμενου. Συμφώνησε με τον κ. Ερωτοκρίτου ότι οι οδηγίες που έδωσε ο κατηγορούμενος για ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών είναι ως εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 13 και δόθηκαν στις 7.12.
  19. Κατά το διάστημα που ο ίδιος είναι τραπεζίτης του κατηγορούμενου, ο τελευταίος δεν είχε δώσει ξανά οδηγίες για ανάκληση πληρωμής επιταγών που εξέδωσε. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 απάντησε ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές είναι τρεχούμενος με όριο και από την εικόνα του λογαριασμού θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να μεταφέρει χρήματα για πληρωμή των επίδικων επιταγών. Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί στην τράπεζα και άλλους λογαριασμούς τόσο προσωπικούς όσο και εταιρικούς. Θεωρώ ότι ο ΜΚ2 ήταν ειλικρινής και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Είναι ενδεικτικό και το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του, αλλά υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Το μοναδικό σημείο που δεν μπορώ να αποδεχθώ από τη μαρτυρία του ΜΚ2 είναι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το κατά πόσο θα μπορούσαν να τιμηθούν οι επίδικες επιταγές αν δεν είχαν δοθεί οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής τους. Ουσιαστικά ο ΜΚ2 επί του εν λόγω σημείου εξέφρασε την προσωπική του γνώμη για το τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που η πληρωμή των εν λόγω επιταγών δεν ανακαλείτο από τον κατηγορούμενο. Είναι καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες είναι μάρτυρες γεγονότων και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν τη γνώμη τους (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Κατά συνέπεια με εξαίρεση το πιο πάνω αναφερόμενο σημείο, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
  20. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΚ3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 14). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι εργάζεται ως μηχανικός έργων στην παραπονούμενη και στις αρμοδιότητες του εμπίπτουν όλες οι αδειοδοτήσεις, αιτήσεις στο Ι.Ε.Κ, οι εκδόσεις τιμολογίων και οι πληρωμές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού που διατηρεί η παραπονούμενη σε σχέση με την εταιρεία. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον λειτουργό του Ι.Ε.Κ Αλέξανδρο Στυλιανίδη, ο τελευταίος του ανέφερε ότι η κάθε αίτηση για τα έξι φωτοβολταϊκά συστήματα θα έπρεπε να έχει ξεχωριστό τιμολόγιο και απόδειξη εξόφλησης προκειμένου το Ι.Ε.Κ να προχωρήσει στην τελική έγκριση και ένταξη της κάθε αίτησης στο σχέδιο χορηγιών. Εν τω μεταξύ, ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί ότι για να μπορέσει η παραπονούμενη να στείλει τα σχετικά έγγραφα στο Ι.Ε.Κ θα έπρεπε να εξοφληθεί το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός της εταιρείας με βάση τη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1 του παρέδωσε τις επίδικες επιταγές λέγοντας του ότι αφορούσαν πληρωμή της εταιρείας και τον πληροφόρησε επίσης ότι συνεννοήθηκε με τον κατηγορούμενο όπως προχωρήσουν με τις αιτήσεις στο Ι.Ε.Κ και όπως τροποποιηθούν τα τιμολόγια και οι αποδείξεις έτσι ώστε να φαίνεται ότι τα συστήματα έχουν εξοφληθεί προκειμένου να δεχθεί τις αιτήσεις το Ι.Ε.Κ. Προς το σκοπό αυτό εξέδωσε πιστωτικά σημειώματα με αριθμούς 413 και 420 (Δέσμη Τεκμηρίου 21) για το συνολικό ποσό των €207.000 και ακολούθως προχώρησε στην έκδοση έξι νέων τιμολογίων με αρ. 414,415,416,417 και 418 (Δέσμη Τεκμηρίου 22) για το ποσό των €35.000 έκαστο και το τιμολόγιο με αρ. 419 για το ποσό των €25.
  1. Ταυτόχρονα τροποποίησε τις υφιστάμενες αποδείξεις με αρ. 255 και 263 (Τεκμήρια 11,12 και19) ούτως ώστε να φαίνεται ότι τα εν λόγω τιμολόγια έχουν εξοφληθεί, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να έχει εξοφληθεί πλήρως το υπόλοιπο των τιμολογίων. Παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €49.200 πλέον €3.000 που αφορά προηγούμενη οφειλή της εταιρείας για την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή αρ. 138/13 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 9). Τέλος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν φέρει ευθύνη για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις σε σχέση με την παράδοση του έργου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το έργο ολοκληρώθηκε εντός 2 μηνών από την στιγμή που μπορούσε η παραπονούμενη να προχωρήσει στην εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Για το ότι δεν παραδόθηκε το έργο εντός δύο μηνών από τις 5.4.12 δεν ευθύνεται η παραπονούμενη. Από τη στιγμή που ολοκληρώθηκαν οι περιφράξεις μέχρι και τη σύνδεση των συστημάτων με την Α.Η.Κ δεν παρήλθε περίοδος δύο μηνών. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 είπε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε παραποίηση εγγράφων αλλά τροποποίηση των αποδείξεων που είχε εκδώσει η παραπονούμενη. Αν δεν γινόταν η εν λόγω τροποποίηση έτσι ώστε να φαίνεται ότι η εταιρεία έχει εξοφλήσει τις οφειλές της δεν θα μπορούσε να τύχει της επιχορήγησης από το Ι.Ε.Κ. Ερωτηθείς σε σχέση με τις πολεοδομικές άδειες και τις άδειες οικοδομής που απαιτούνταν για την εγκατάσταση των συστημάτων και για τον λόγο που δεν έγινε ειδική αναφορά στη συμφωνία (Τεκμήριο 2), ο ΜΚ3 είπε ότι κατά τον χρόνο που λήφθηκε η έγκριση από το Ι.Ε.Κ το 2011 υπήρχε σε ισχύ Κ.Δ.Π η οποία έλεγε ότι σε αγροτικά τεμάχια χρειάζεται άδεια οικοδομής για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων όχι όμως πολεοδομική. Όσον αφορά τα οικιστικά τεμάχια θα έπρεπε να υπάρχει υφιστάμενη άδεια οικοδομής. Πρέπει να υπάρχει δηλαδή υφιστάμενη νόμιμη οικοδομή, για να εγκατασταθεί φωτοβολταϊκό σύστημα μέχρι 20 kw χωρίς να απαιτείται είτε πολεοδομική άδεια, είτε άδεια οικοδομής. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτείτο απλά βεβαίωση πολιτικού μηχανικού για την ασφάλεια και την καταλληλότητα της εγκατάστασης. Στην επισήμανση του κ. Ερωτοκρίτου ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) ήταν σε γνώση του ότι απαιτείτο η ύπαρξη αδειών οικοδομής και πολεοδομικών αδειών, ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι το 2011 υπήρχε νομοθεσία που έλεγε ότι δεν χρειάζεται πολεοδομική άδεια. Οι αιτήσεις για την εξασφάλιση πολεοδομικών αδειών είχαν γίνει προγενέστερα. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 είπε ότι μέχρι την έκδοση των επίδικων επιταγών δεν αντιμετώπισαν οποιαδήποτε προβλήματα οικονομικής φύσης με τον κατηγορούμενο. Δεν ρώτησε τον ΜΚ1 για το πώς προέκυψαν οι επίδικες επιταγές και για το λόγο που αυτές εκδόθηκαν προσωπικά από τον κατηγορούμενο αντί από την εταιρεία. Ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι είχε συνεννοηθεί με τον κατηγορούμενο όπως καταβάλει μέρος του οφειλόμενου ποσού προκειμένου να σταλούν εμπρόθεσμα οι αιτήσεις στο Ι.Ε.Κ. Ερωτηθείς κατά πόσο εκδόθηκαν τιμολόγια για τις επίδικες επιταγές, ο ΜΚ3 είπε ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και ο ΜΚ1 του είπε να τις κρατήσει διότι αποτελούν μέρος του οφειλόμενου ποσού της εταιρείας. Τέλος, ανέφερε ότι εξ όσων τον πληροφόρησε ο ΜΚ1 ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών διότι θεωρούσε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου. Σε γενικές γραμμές η εικόνα που αποκόμισα από το ΜΚ3 ήταν θετική. Στις πλείστες των απαντήσεων του υπήρξε σαφής και κατά την αντεξέταση του δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Από τη μαρτυρία του ωστόσο δεν μπορώ να δεχθώ όσα ανέφερε σε σχέση με τις πολεοδομικές άδειες και τις άδειες οικοδομής και τον λόγο που δεν έγινε σαφής αναφορά ως προς αυτές στη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Θεωρώ ότι στις συγκεκριμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 δεν έδωσε σαφή απάντηση περιπλέκοντας δευτερογενή νομοθεσία η οποία ίσχυε το 2011, χωρίς όμως να απαντήσει την ουσία των ερωτημάτων. Παρά ταύτα θεωρώ ότι η πιο πάνω αδυναμία, η οποία υπήρξε μεμονωμένη και επί ζητήματος που δεν αποτελεί κατά την κρίση μου την ουσία των επίδικων θεμάτων, δεν επηρεάζει τη συνολική εντύπωση που άφησε ο ΜΚ3 ως μάρτυρας της αλήθειας. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω σημείο αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ3(βλ. Mohamed και Ιωσηφίδη ανωτέρω). Ο ΜΚ4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 23). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος αποτάθηκε κοντά του περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του 2012 μετά από σύσταση του ΜΚ
  2. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε να κατασκευάσει περιφράξεις σε ένα τεμάχιο του στην Τσάδα και σε δύο τεμάχια στην Πέγεια προκειμένου να μπορέσουν ο ΜΚ1 και η παραπονούμενη να εγκαταστήσουν τα φωτοβολταϊκά συστήματα. Πράγματι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο και περί τα μέσα με τέλος Οκτωβρίου ολοκλήρωσε τις περιφράξεις στα τεμάχια που του ανατέθηκαν. Με την ολοκλήρωση των περιφράξεων η παραπονούμενη άρχισε τις εργασίες για την εγκατάσταση των συστημάτων. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι ήταν παρών σε τεμάχια στην Πέγεια, όπου είχαν αρχίσει εργασίες για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων και δούλευε και ο ίδιος παράλληλα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι γίνονταν εργασίες τοποθέτησης μπετόν. Αντεξεταζόμενος είπε ότι οι οδηγίες που του είχαν δοθεί ήταν να κατασκευάσει περιφράξεις για να τοποθετηθούν φωτοβολταϊκά συστήματα και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οι εργασίες τοποθέτησης των συστημάτων ξεκίνησαν καθυστερημένα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου απάντησε ότι δεν είναι συγγενής με τον ΜΚ1 και ότι για τις εργασίες που εκτέλεσε πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΚ
  3. Θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τα γεγονότα στα οποία είχε εμπλοκή. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Στη βάση επομένως των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 24). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθυντής της εταιρείας με την οποία η παραπονούμενη συνομολόγησε τη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Για την εταιρεία ήταν ιδιαίτερα σημαντικός ο όρος του Τεκμηρίου 2 για αποπεράτωση του έργου εντός 60 ημερών από την υπογραφή του, καθώς πρόθεση ήταν όπως τεθούν σε λειτουργία τα φωτοβολταϊκά συστήματα αρχές Ιουνίου έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί η εταιρεία την καλοκαιρινή περίοδο η οποία αποφέρει υψηλότερες αποδόσεις. Το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση της παραπονούμενης και του ΜΚ1 καθώς σύμφωνα με την επιστολή ημερομηνίας 12.5.11 (Τεκμήριο 25) της Επιτροπής Διαχείρισης Ειδικού Ταμείου ΑΠΕ και ΕΞ.Ε ο μέγιστος χρόνος υλοποίησης του έργου ήταν 18 μήνες από τις 12.5.11, δηλαδή το έργο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 12.11.
  4. Σε διαφορετική περίπτωση η δέσμευση για παραχώρηση χορηγίας στην εταιρεία θα ανακαλείτο χωρίς άλλη προειδοποίηση. Η εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 25) στάληκε στην ταχυδρομική διεύθυνση της παραπονούμενης. Εν πάση περιπτώσει ο όρος 6.4 του Τεκμηρίου 2 προνοούσε ότι όλοι οι όροι του Τεκμηρίου 2 ήταν ουσιώδεις. Παρά τα πιο πάνω, η παραπονούμενη στις 14.11.12 και ενώ βρισκόταν κατά πολύ εκτός των προθεσμιών εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, απαίτησε δια του ΜΚ1 παράνομα, εκβιαστικά και αντισυμβατικά όπως καταβάλει προσωπικά ο κατηγορούμενος το ποσό των €38.
  5. Σε διαφορετική περίπτωση η παραπονούμενη δεν θα υπέβαλλε τα απαραίτητα έγγραφα στην αρμόδια αρχή με αποτέλεσμα η εταιρεία να απωλέσει τη σχετική άδεια και χορηγία. Προ του εν λόγω διλήμματος και εκβιασμού ο κατηγορούμενος εξέδωσε από προσωπικό του λογαριασμό τις τρεις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές με την υπόσχεση του ΜΚ1 ότι δεν θα τις παρουσίαζε προς πληρωμή αλλά θα διευθετούσε πριν την ημερομηνία πληρωμής τους συνάντηση για να επιλυθούν όλες οι διαφορές περιλαμβανομένης της καθυστέρησης και των κακοτεχνιών. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε επανειλημμένα να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος μετά και από συμβουλή του δικηγόρου του έδωσε οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών (Τεκμήριο 13). Τέλος, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως αν δεν πίστευε γνήσια ότι είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών, δεν θα ρίσκαρε να μην πληρώσει το ποσό των €38.000 και να ταλαιπωρείται σε δικαστικές διαμάχες με την παραπονούμενη, η οποία μετά την έναρξη των δικαστικών διαδικασιών αρνείται να προβεί σε συντήρηση και επιδιόρθωση των συστημάτων παρά την υποχρέωση της για παροχή δεκαετούς εγγύησης δυνάμει του Τεκμηρίου
  6. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του (Τεκμήρια 26 και 27) δεν αφορούν τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Κατέθεσε ωστόσο ως Τεκμήριο 28 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν χρεωστικός από τις 14.11.12 μέχρι τις 3.12.12 οπότε και παρουσίασε πιστωτικό υπόλοιπο €674,50 προσθέτοντας όμως ότι ήταν λογαριασμός με όριο μέχρι €10.
  7. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι στον εν λόγω λογαριασμό δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να εξοφληθούν οι επίδικες επιταγές και παρέπεμψε στη μαρτυρία του ΜΚ2 υποστηρίζοντας ότι σε συνεννόηση μαζί του θα μπορούσαν να μεταφερθούν χρήματα για να γίνουν οι σχετικές πληρωμές. Αναγκάστηκε να εκδώσει τις επίδικες επιταγές λόγω της εκβιαστικής συμπεριφοράς του ΜΚ1 ο οποίος του είχε δηλώσει πως δεν θα κατέθετε στο Ι.Ε.Κ τον συμπληρωμένο φάκελο που αποτελούσε προϋπόθεση για την παραχώρηση της σχετικής χορηγίας. Μπροστά στον συγκεκριμένο κίνδυνο αποφάσισε να εκδώσει τις επιταγές, αφού ο ΜΚ1 του υποσχέθηκε ότι δεν θα τις παρουσίαζε προς πληρωμή αλλά θα επανερχόταν για να συζητήσουν τα παράπονα του κατηγορούμενου. Λόγω των διαβεβαιώσεων που έλαβε από τον ΜΚ1 στον οποίο είχε ήδη εμπιστευθεί €200.000, δεν κατάγγειλε τον εκβιασμό στην αστυνομία. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης και ότι ο ίδιος είχε υποβάλει πριν την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) αιτήσεις για άδειες οικοδομής οι οποίες δεν είχαν χορηγηθεί, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν τις ημερομηνίες που υποβλήθηκαν οι εν λόγω αιτήσεις. Ανέφερε επίσης ότι στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) ζήτησε όπως η παραπονούμενη αναλάβει όλες τις σχετικές άδειες και αιτήσεις ως ειδική για την πραγμάτωση του συγκεκριμένου έργου. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του συμφώνησε ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση πολεοδομικών αδειών κατατέθηκαν από τον ίδιο πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, επαναλαμβάνοντας ότι η παραπονούμενη ως εξειδικευμένη εταιρεία στον κλάδο των φωτοβολταϊκών είχε αναλάβει την υποχρέωση βάσει του Τεκμηρίου 2 να εξασφαλίσει όλες τις σχετικές άδειες που απαιτούνταν για την πραγματοποίηση του έργου. Στην ερώτηση τι θα έπρεπε να κάνει η παραπονούμενη, εφόσον κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 ήδη εκκρεμούσαν οι αιτήσεις για τις πολεοδομικές άδειες, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ο ΜΚ1 του παρουσιάστηκε ως ειδικός και ζήτησε να δοθεί το συμβόλαιο στην παραπονούμενη και όχι σε άλλο πρόσωπο διαβεβαιώνοντας τον ότι το έργο θα αποπερατωνόταν σε 60 ημέρες χωρίς να τεθεί οποιοσδήποτε άλλος όρος. Στην επισήμανση του κ. Κορακίδη ότι η εγκατάσταση των συστημάτων δεν μπορούσε να γίνει πριν την έκδοση των πολεοδομικών αδειών και ότι η παραπονούμενη θα έφερε ευθύνη μόνον εφόσον η καθυστέρηση οφειλόταν στην ίδια, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι θα πρέπει να ερωτηθεί σχετικά η παραπονούμενη και παρέπεμψε στην επιστολή (Τεκμήριο 25) στην οποία αναγράφονται τα βήματα που έπρεπε να ακολουθηθούν για να τύχει της χορηγίας η εταιρεία. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της δήλωσης του (Τεκμήριο 24) υπό την έννοια ότι οι επίδικες επιταγές δεν παραδόθηκαν προς εξόφληση, αλλά μετά από εκβιασμό και την υπόσχεση του ΜΚ1 ότι θα μιλήσουν για τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα που προέκυψαν. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε πρόθεση να τιμήσει τις εν λόγω επιταγές όταν τις εξέδωσε, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι πρόθεση του ήταν να συζητήσει με τον ΜΚ1 και έδωσε πίστη στη διαβεβαίωσή του ότι θα γινόταν νέα συνάντηση πριν την ημερομηνία πληρωμής τους. Σε σχέση με την αιτία που επικαλέστηκε για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ο κατηγορούμενος είπε ότι η αθέτηση της συμφωνίας έγινε καθ' όλη την διάρκεια του συμβολαίου. Δεν προχώρησε ωστόσο σε τερματισμό της, αλλά επέλεξε να συζητήσει το θέμα μαζί τους σε αναρίθμητες περιπτώσεις στις οποίες παραπονέθηκε και έλαβε διαβεβαιώσεις. Στην ερώτηση του κ. Κορακίδη πότε έγινε η παράδοση των φωτοβολταϊκών συστημάτων κατά την οποία έπρεπε με βάση τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) να εξοφληθεί η παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι έγινε με την υπογραφή των συμφωνιών με την Α.Η.Κ περί το τέλος Οκτωβρίου. Στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ως παράδοση του έργου ο ίδιος θεωρεί την ημερομηνία λειτουργίας του κάθε συστήματος η οποία έλαβε χώρα περί τις 12 με 14/
  8. Όταν του υποδείχθηκε ο όρος 3.1(γ) του Τεκμηρίου 2 και ότι η παράδοση των έξι συστημάτων έγινε μεταξύ των ημερομηνιών 29.10.12-9.11.12, ο κατηγορούμενος διαφώνησε λέγοντας ότι ένα πράγμα είναι η ολοκλήρωση της εγκατάστασης, άλλο η υπογραφή των συμβολαίων με την Α.Η.Κ και άλλο η παράδοση. Η παράδοση συνεπάγεται ότι αρμόδιοι λειτουργοί του Ι.Ε.Κ θα επισκεφθούν τα συστήματα για να πιστοποιήσουν ότι όλα έγιναν ορθά για να δοθεί και η σχετική χορηγία. Στην επισήμανση του κ. Κορακίδη ότι αναμειγνύει τη χορηγία με την παράδοση των συστημάτων, ενώ στον όρο 3.1(γ) του Τεκμηρίου 2 δεν υπάρχει κάτι σχετικό, ο κατηγορούμενος είπε ότι με βάση το συγκεκριμένο σχέδιο χορηγιών η παράδοση του συστήματος γίνεται όταν αρμόδιοι του Ι.Ε.Κ επιβεβαιώσουν την σωστή και πλήρη λειτουργία του συστήματος. Στη διευκρινιστική ερώτηση του κ. Κορακίδη κατά πόσο αυτό που εννοεί είναι ότι τα συστήματα παραδόθηκαν αλλά δεν έγινε η επίσκεψη των αρμοδίων για την έγκριση της χορηγίας, ο κατηγορούμενος είπε ότι λόγω του εκβιασμού που δέχθηκε και αφορούσε την μη αποστολή των σχετικών εντύπων κινδύνευε η εταιρεία να χάσει τη χορηγία έστω κι αν υπογραφήκαν τα συμβόλαια με την Α.Η.Κ. Ερωτηθείς για το ζήτημα των περιφράξεων και τον όρο 4.4 του Τεκμηρίου 2, ο κατηγορούμενος είπε ότι οι περιφράξεις ήταν κάτι το προαιρετικό και ο κύριος λόγος που έγιναν ήταν διότι το απαίτησαν οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου προκειμένου να ασφαλίσουν τα συστήματα. Από τα έξι τεμάχια μόνο στα τέσσερα τοποθετήθηκε περίφραξη. Στην υποβολή του κ. Κορακίδη ότι εξέδωσε τις τρεις επίδικες επιταγές με σκοπό να εξαπατήσει την παραπονούμενη έτσι ώστε η τελευταία να στείλει τα σχετικά έγγραφα στο Ι.Ε.Κ και στη συνέχεια να ανακαλέσει την πληρωμή τους, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση. Ανέφερε μάλιστα ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία εξέδωσε από λογαριασμό της παραπονούμενης ακόμα μία επιταγή για το ποσό των €39.000 η οποία και τιμήθηκε. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τις 14.11.12 μέχρι τις 7.12.12 προσπάθησε αρκετές φορές να γίνει συνάντηση για να συζητηθούν τα προβλήματα αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε επίσης ότι το συνολικό ποσό που όφειλε να καταβάλει η εταιρεία στην παραπονούμενη ήταν €249.
  9. Τέλος αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε εκβιασμός και ότι ήταν ο ίδιος που ζήτησε να εκδώσει μεταχρονολογημένες επιταγές. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου όσον αφορά το εύλογο της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών εστιάστηκε στην καθυστέρηση υλοποίησης του έργου με βάση τα προβλεπόμενα στον όρο 4.5 του Τεκμηρίου
  10. Ωστόσο μόνο ερωτηματικά προκαλεί η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος αναφορικά με την ισχυριζόμενη καθυστέρηση. Όπως έχω ήδη αναφέρει η καθυστέρηση αναδείχθηκε σε μείζον ζήτημα από τον κατηγορούμενο και αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο ανακλήθηκαν οι πληρωμές των επίδικων επιταγών. Το αναμενόμενο επομένως για τον κατηγορούμενο, ο οποίος επένδυσε ένα ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό στο υπό υλοποίηση τότε έργο, θα ήταν να διαμαρτυρηθεί και μάλιστα έντονα από τη στιγμή που διαπίστωσε ότι είχε παραβιαστεί ο σημαντικός, όπως τον χαρακτήρισε, όρος για την υλοποίηση του έργου εντός 60 ημερών. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του (βλ. Τεκμήριο 24) ουδέν αναφέρει περί διαμαρτυριών προς την παραπονούμενη σε σχέση με την καθυστέρηση. Η πρώτη φορά που τέθηκε το εν λόγω ζήτημα ήταν με την επιστολή ημερομηνίας 7.12.12 (Τεκμήριο 6Α) η οποία στάληκε μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών και μία μόλις ημέρα πριν την ημερομηνία πληρωμής των πρώτων δύο από τις τρεις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 3 και 4). Στη μαρτυρία δε του κατηγορούμενου η μοναδική φορά που αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος σε διαμαρτυρίες ήταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του όταν ερωτήθηκε αν τερμάτισε τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) και η απάντηση του ήταν ότι επέλεξε να το συζητήσει, να παραπονεθεί, να κάνει διάφορες συναντήσεις και να λάβει διαβεβαιώσεις. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση των ΜΚ1 και 3 ουδέν υποβλήθηκε περί διαμαρτυριών για την ισχυριζόμενη καθυστέρηση. Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών, για τις οποίες επιπρόσθετα σημειώνω ότι δεν γίνεται καν αναφορά στην επιστολή- Τεκμήριο 6Α. Τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να κλονίσουν τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών λόγω αθέτησης της συμφωνίας, την οποία ο ίδιος εντόπισε στην καθυστέρηση κατά κύριο λόγο αλλά και στις κακοτεχνίες. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε ή με οποιοδήποτε τρόπο αντέδρασε ή εξεδήλωσε την απαρέσκεια του για τις πιο πάνω ισχυριζόμενες παραβάσεις της συμφωνίας, οι οποίες τον οδήγησαν στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο και το γεγονός ότι σε ερωτήσεις που του τέθηκαν επανειλημμένα κατά την αντεξέταση του και αφορούσαν το ζήτημα της καθυστέρησης, ο κατηγορούμενος απέφευγε να απαντήσει και παρέπεμπε είτε στο Τεκμήριο 25 λέγοντας ότι σε αυτό περιγράφονται όλα τα βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει η παραπονούμενη για την υλοποίηση του έργου, είτε στον όρο 4.1 του Τεκμηρίου 2 υποστηρίζοντας ότι ήταν υποχρέωση της παραπονούμενης να εξασφαλίσει όλες τις άδειες που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του. Επί του τελευταίου σημείου ωστόσο, ο κατηγορούμενος συμφώνησε ότι τις αιτήσεις για την έκδοση των πολεοδομικών αδειών που απαιτούνταν για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών συστημάτων τις κατέθεσε ο ίδιος τον Ιανουάριο του 2012, πριν την υπογραφή δηλαδή του Τεκμηρίου
  11. Στην επισήμανση του κ. Κορακίδη ότι επομένως η παραπονούμενη δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε, αλλά θα έπρεπε να αναμένει την χορήγηση των εν λόγω αδειών, ο κατηγορούμενος αποφεύγοντας ουσιαστικά να απαντήσει, είπε ότι θα πρέπει να ερωτηθεί σχετικά η παραπονούμενη και παρέπεμψε στο Τεκμήριο
  12. Σημειώνω εδώ ότι το Τεκμήριο 25, το οποίο ο κατηγορούμενος πολλάκις επικαλέστηκε, ρητά αναφέρει ότι απαιτείται πολεοδομική άδεια. Επίσης απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα για το τι θα έπρεπε να πράξει η παραπονούμενη σε σχέση με τις αιτήσεις για χορήγηση πολεοδομικών αδειών που υπέβαλε ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος δηλαδή επαναλάμβανε το ζήτημα των 60 ημερών και των ισχυριζόμενων διαβεβαιώσεων του ΜΚ1, χωρίς όμως να αναφέρει στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο ευθύνεται η παραπονούμενη για το χρόνο που διέρρευσε για τη χορήγηση των πολεοδομικών αδειών τις αιτήσεις των οποίων είχε ο ίδιος υποβάλει πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου
  13. Τα πιο πάνω αποτελούν, κατά την άποψή μου, χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποφυγής του κατηγορούμενου να απαντήσει επί ζητημάτων που ενδεχομένως να κλόνιζαν τη θέση του ότι υπήρξε καθυστέρηση ή θα ενίσχυαν την θέση της παραπονούμενης ότι η ίδια δεν ευθυνόταν για την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Περαιτέρω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου σε αρκετά σημεία της χαρακτηριζόταν και από αντιφατικότητα. Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο κάτω παραδείγματα: · O ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές κατόπιν εκβιασμού. Καταρχάς σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών τον ισχυριζόμενο εκβιασμό (βλ. και Τεκμήριο 13). Κατά συνέπεια δεν αποτελεί μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα (βλ. επιφύλαξη άρθρου 305Α
(2)του Νόμου). Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ αντιφατική τη δήλωση του κατηγορούμενου ότι υπήρξε εκβιασμός. Η θέση του αυτή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του, ότι δηλαδή ο ΜΚ1 του υποσχέθηκε πως δεν θα παρουσίαζε τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή αλλά πριν την ημερομηνία πληρωμής τους θα πραγματοποιείτο συνάντηση για να συζητήσουν τα παράπονα του κατηγορούμενου. Δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Είτε εκβιάστηκε ο κατηγορούμενος και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, είτε έλαβε από τον ΜΚ1 υπόσχεση ότι θα συζητούσαν τα παράπονα του πριν την ημερομηνία πληρωμής των επίδικων επιταγών. · Το ζήτημα του χρόνου παράδοσης των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Ο κατηγορούμενος αρχικά ανέφερε ότι η παράδοση έγινε κατά τον χρόνο υπογραφής των συμφωνιών με την Α.Η.Κ περί το τέλος Οκτωβρίου
  1. Στη συνέχεια είπε ότι ως παράδοση των συστημάτων θεωρεί την ημερομηνία λειτουργίας του κάθε συστήματος η οποία έλαβε χώρα περί τις 12 με 14.11.
  2. Στη συνέχεια όμως άλλαξε και πάλι τη θέση του λέγοντας ότι η παράδοση συνεπάγεται τον έλεγχο των συστημάτων από λειτουργούς του Ι.Ε.Κ προκειμένου να διαπιστωθεί ότι όλα έγιναν ορθά και να εγκριθεί η χορηγία. Η τελευταία εκδοχή προφανώς δόθηκε από τον κατηγορούμενο στην προσπάθεια του να αποφύγει τη διασύνδεση του χρόνου παράδοσης των συστημάτων και έκδοσης των επίδικων επιταγών με τον όρο 3.1(γ) του Τεκμηρίου 2 που αναφέρεται στην εξόφληση του ποσού της προσφοράς με την παράδοση των συστημάτων. Στην προσπάθεια του αυτή όμως ο κατηγορούμενος πέραν του ότι έδωσε αλληλοσυγκρουόμενες απαντήσεις, ενέπλεξε και το θέμα της χορηγίας για την οποία δεν γίνεται λόγος στον όρο 3 του Τεκμηρίου 2 που αφορά τον τρόπο πληρωμής. Επιπρόσθετα, με την τελευταία του δήλωση ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αναιρεί την επιστολή (Τεκμήριο 6Α) στην έκταση που αφορά την παράδοση των συστημάτων. Στην εν λόγω επιστολή ρητά αναφέρεται ότι τα συστήματα ολοκληρώθηκαν και παραδόθηκαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω πως δεν μπορεί να δοθεί η παραμικρή βαρύτητα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η παραπονούμενη και η εταιρεία Standway Holdings Ltd στις 5.4.12 υπέγραψαν συμφωνία με την οποία η πρώτη αναλάμβανε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να προμηθεύσει και να εγκαταστήσει έξι φωτοβολταϊκά συστήματα για λογαριασμό της δεύτερης έναντι του ποσού των €240.000 πλέον Φ.Π.Α. Η πρόνοια ωστόσο για πληρωμή Φ.Π.Α ακυρώθηκε, καθώς στη συνέχεια διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε εκ του νόμου υποχρέωση για καταβολή Φ.Π.Α. Στη συμφωνία ημερομηνίας 5.4.12 υπήρχε όρος (όρος 4.5) σύμφωνα με τον οποίο η εγκατάσταση και παράδοση των φωτοβολταϊκών συστημάτων θα έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός 60 ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Περαιτέρω, ο σχετικός όρος προνοούσε ότι η παραπονούμενη θα υποχρεούτο στην πληρωμή αποζημίωσης ύψους €100,00 ανά ημέρα καθυστέρησης νοουμένου ότι η καθυστέρηση θα οφείλεται στην παραπονούμενη. Η εγκατάσταση και παράδοση των έξι φωτοβολταϊκών συστημάτων δεν ολοκληρώθηκε εντός των 60 ημερών από τις 5.4.12, ήτοι μέχρι τις 5.6.12, αλλά αργότερα. Περαιτέρω, μεταξύ των ημερομηνιών 29.10.12 - 9.11.12 υπογράφηκαν μεταξύ της Α.Η.Κ και της Standway Holdings Ltd έξι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τις οποίες η Α.Η.Κ ανέλαβε την υποχρέωση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από την εταιρεία Standway Holdings Ltd. Στις 14.11.12 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας Standway Holdings Ltd, και του Αλέξη Ηροδότου εκ μέρους της παραπονούμενης. Κατά την εν λόγω συνάντηση ο κατηγορούμενος έναντι των οφειλών της Standway Holdings Ltd εξέδωσε τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές από προσωπικό του λογαριασμό για το συνολικό ποσό των €38.000 και τις παρέδωσε στον Αλέξη Ηροδότου προκειμένου η παραπονούμενη να στείλει στο Ίδρυμα Ενέργειας Κύπρου όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για να τύχει η εταιρεία Standway Holdings Ltd της επιδότησης από το ειδικό ταμείο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις πιο κάτω αναφερόμενες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου: · Επιταγή με αρ. 04998452 ημερομηνίας 8.12.12 για το ποσό των €8.
  3. · Επιταγή με αρ. 04998453 ημερομηνίας 8.12.12 για το ποσό των €20.
  4. · Επιταγή με αρ. 04998454 ημερομηνίας 15.12.12 για το ποσό των €10.
  5. Στις 7.12.12 η εταιρεία Standway Holdings Ltd με επιστολή της προς την παραπονούμενη πληροφόρησε την τελευταία ότι θα δίδονταν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών διότι υπήρξε καθυστέρηση 169 τουλάχιστον ημερών στην ολοκλήρωση της εγκατάστασης και παράδοσης των συστημάτων, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημία που ξεπερνά το ποσό των €38.
  6. Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 7.12.12, ο κατηγορούμενος με οδηγίες του προς την Τράπεζα Κύπρου ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών επικαλούμενος ως λόγο ανάκλησης την αθέτηση συμφωνίας. Η παραπονούμενη παρουσίασε προς πληρωμή τις επίδικες επιταγές. Συγκεκριμένα στις 12.12.12 παρουσίασε προς πληρωμή τις επιταγές ημερομηνίας 8.12.12 για τα ποσά των €8.000 και €20.000 αντίστοιχα και στις 17.12.12 την επιταγή ημερομηνίας 15.12.12 για το ποσό των €10.
  7. Οι πρώτες δύο επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες στις 13.12.12 και η τελευταία στις 18.12.12 λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους από τον εκδότη τους. Το τραπεζικό ίδρυμα έθεσε και επί των τριών επίδικων επιταγών σφραγίδα στην οποία αναγράφεται ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής. Οι πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Στα πλαίσια αγωγής που καταχώρησε η παραπονούμενη εναντίον της Standway Holdings Ltd, η τελευταία καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει ποσό €77.455,
  8. Η ορθή επωνυμία της παραπονούμενης είναι A.S.G SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED και όχι A.S.G. SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED ως αναγράφεται επί του κατηγορητηρίου. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (στο εξης ο «Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα « 305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει o κατηγορούμενoς. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της». Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της κατηγορούσας αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Πριν προχωρήσω στην παράθεση των συμπερασμάτων, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με το ζήτημα που εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην τελική του αγόρευση και αφορά την ακυρότητα της διαδικασίας λόγω της λανθασμένης καταγραφής του ονόματος της παραπονούμενης εταιρείας. Αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι το όνομα της παραπονούμενης έχει καταγραφεί λανθασμένα στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα στο κατηγορητήριο μετά το αγγλικό γράμμα G τοποθετήθηκε τελεία, ενώ σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και το Τεκμήριο 8, στην επωνυμία της παραπονούμενης, ως είναι καταχωρημένη στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, μετά το αγγλικό γράμμα G δεν υπάρχει τελεία. Ο κ. Ερωτοκρίτου εισηγείται ότι το γεγονός αυτό είναι μοιραίο, καθώς καθιστά ανύπαρκτο το πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραπονούμενο και κατ' επέκταση δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αφήνοντας την έκθετη σε απόρριψη. Η νομολογία που παραθέτει ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του αφορά το γενικότερο ζήτημα της νομιμοποίησης ενός ιδιώτη στην άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης και δεν άπτεται άμεσα του ζητήματος της λανθασμένης περιγραφής στο κατηγορητήριο του ονόματος του ιδιώτη κατήγορου. Σημειώνω ότι από την έρευνα που πραγματοποίησα δεν εντόπισα νομολογία που να καταπιάνεται με το συγκεκριμένο ζήτημα. Επίσης ούτε και στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155, υπάρχει οποιαδήποτε σχετική πρόνοια. Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2009 παρ.D11.24 στη σελ. 1546 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την περιγραφή των ονομάτων: « A person named in an indictment (whether as accused, victim or otherwise) should be described by his or her forenames and surname (see 2 Hale 175). Errors in stating names will not, however, affect the validity of the proceedings, provided that the misnamed person is identified with reasonable precision and the parties are not misled.» Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ήγειρε ζήτημα παραπλάνησης του ως προς το πρόσωπο του κατηγόρου, ή ότι εν πάση περιπτώσει αδυνατούσε να αντιληφθεί ποιο είναι το πρόσωπο που τον κατηγορεί. Αντιθέτως, απάντησε στο κατηγορητήριο χωρίς να εγείρει ζήτημα λανθασμένης αναγραφής του ονόματος της παραπονουμένης και κατά την ακροαματική διαδικασία δεν διαπίστωσα να επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην προβολή της υπεράσπισης του. Σημειώνω δε ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας δεν υποβλήθηκε η θέση ότι η παραπονούμενη εταιρεία είναι ανύπαρκτη ή ότι δεν είναι με αυτήν που συμβλήθηκε η εταιρεία του κατηγορούμενου ή ότι οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν προς την παραπονούμενη αλλά σε άλλη νομική οντότητα. Ενδεικτικό του ότι δεν υπήρχε η παραμικρή σύγχυση ως προς την ταυτότητα της παραπονούμενης είναι και το γεγονός ότι στην επιστολή του συνηγόρου του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 6Α) η επωνυμία της παραπονούμενης καταγράφηκε όπως είναι διατυπωμένη και στο κατηγορητήριο με την προσθήκη δηλαδή της τελείας μετά το αγγλικό γράμμα G. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν τίθεται ζήτημα ανυπαρξίας της παραπονούμενης και έλλειψης έννομου συμφέροντος. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για καθαρή περίπτωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος για την οποία μάλιστα δόθηκε εξήγηση κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. και Τεκμήριο 8). Δεν τίθεται επομένως, ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί τόσο η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο προς όφελος της παραπονούμενης (βλ. Τεκμήρια 3-5) όσο και η μη εξόφληση τους λόγω των οδηγιών που ο κατηγορούμενος έδωσε προς την Τράπεζα Κύπρου με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή τους (βλ. Τεκμήριο 13). Σε σχέση με την αιτία μη πληρωμής των επίδικων επιταγών επισημαίνω ότι στην πρόσθια όψη των επίδικων επιταγών υπάρχει η σχετική σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος περί ανάκλησης της πληρωμής τους (βλ. άρθρο 305Α
(3)του Νόμου). Αυτό το οποίο απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Η μαρτυρία του κατηγορούμενου για τους λόγους που έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της δεν έγινε δεκτή, γεγονός το οποίο αφήνει έκθετη σε απόρριψη την υπεράσπιση που προέβαλε ο κατηγορούμενος αφού δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Όπως ανέφερα και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ο κατηγορούμενος οχυρώθηκε ουσιαστικά στο γεγονός ότι το έργο δεν παραδόθηκε εντός 60 ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Εν προκειμένω, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεικνύει ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών δεν υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία και ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε καλόπιστα. Για να είμαι πιο σαφής, σύμφωνα με τον όρο 4.5 του Τεκμηρίου 2 η ολοκλήρωση της εγκατάστασης και παράδοσης των συστημάτων θα έπρεπε να γίνει εντός 60 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, δηλαδή το αργότερο μέχρι τις 5.6.12. Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι το έργο δεν παραδόθηκε μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Παρά το γεγονός αυτό και παρά το ότι ο όρος των 60 ημερών ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα σημαντικός για την εταιρεία του, εντούτοις ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν τερμάτισε την συμφωνία (Τεκμήριο 2), αλλά ούτε καν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό. Η πρώτη φορά που τέθηκε το ζήτημα της καθυστέρησης ήταν με την επιστολή ημερομηνίας 7.12.12 (Τεκμήριο 6Α) η οποία στάληκε μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών και συγκεκριμένα μία ημέρα πριν την ημερομηνία πληρωμής των πρώτων δύο. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε ενωρίτερα και δεν έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της καθυστέρησης εφόσον αποτελούσε τόσο σημαντικό όρο για την εταιρεία του. Τίθεται επίσης εύλογα, κατά την άποψη μου, το ερώτημα γιατί ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές εφόσον κατά τον χρόνο έκδοσης τους (14.11.12) ήταν δεδομένο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση του έργου. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι τέθηκε προ εκβιασμού και διλήμματος αναγκαζόμενος υπό αυτές τις συνθήκες να εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Όπως όμως έχω ήδη αναφέρει ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Είναι αντιφατικό από την μία να ισχυρίζεται ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές λόγω εκβιασμού και από την άλλη ότι τις εξέδωσε λαμβάνοντας υπόσχεση από τον Αλέξη Ηροδότου ότι δεν θα τις παρουσίαζε προς πληρωμή αλλά πριν την ημερομηνία πληρωμής τους θα γινόταν συνάντηση για να συζητηθούν τα παράπονα του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να αντέξει ούτε στη βάσανο της κοινής λογικής καθώς εάν ίσχυε δεν θα υπήρχε λόγος για την έκδοση των επίδικων επιταγών. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών τον ισχυριζόμενο εκβιασμό. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι η επίκληση της καθυστέρησης αποτέλεσε πρόφαση και εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και στο γεγονός ότι ουδέποτε ήγειρε το ζήτημα αυτό προηγουμένως, παρά μόνο μία ημέρα πριν την ημερομηνία πληρωμής των πρώτων δύο εκ των τριών επίδικων επιταγών. Επαναλαμβάνω δε ότι το βάρος απόδειξης, στα πλαίσια πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το έφερε ο κατηγορούμενος για να αποδείξει την εύλογη αιτία που επικαλέστηκε. Ο κατηγορούμενος όμως στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε το παραμικρό περί διαμαρτυριών του για την καθυστέρηση και σχετικών παραστάσεων του προς την παραπονούμενη. Ούτε και κατά την αντεξέταση των ΜΚ1 και 3 τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο περί διαμαρτυριών και παραστάσεων του κατηγορούμενου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδρέου v. Vangel Art Ltd
(2012)2 Α.Α.Δ 7, το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)«....δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων........». Επομένως, το αν υπήρξε παράβαση του όρου 4.5 του Τεκμηρίου 2, ποιος ευθύνεται για αυτήν την παράβαση και ποιες οι συνέπειες δεν αφορούν την παρούσα ποινική διαδικασία αλλά την αστική. Τέλος, θα ήθελα να σχολιάσω και το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι διαθέσιμων κεφαλαίων στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο κατηγορούμενος και η εταιρεία του στην Τράπεζα Κύπρου προς τον σκοπό πληρωμής των επίδικων επιταγών. Έγινε αρκετή συζήτηση για το εν λόγω θέμα κατά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και θίγεται και στις τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Θεωρώ ουδέτερο το εν λόγω σημείο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες με βάση το άρθρο 305(Α)
(2)και όχι με βάση το άρθρο 305(Α)
(1)που αφορά την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα λόγω μη ύπαρξης διαθέσιμων κεφαλαίων. Επομένως, το ζήτημα της ύπαρξης ή μη ύπαρξης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι άσχετο προς τα επίδικα θέματα. Ούτε ασφαλώς η παραπονούμενη έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να αποδείξει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο ανακλήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Υπό το φως των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε για εύλογη αιτία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.