← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. PETRU MARIAN IGNATENCU, Αρ. Υπόθεσης: 400/12, 18/5/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. PETRU MARIAN IGNATENCU, Αρ. Υπόθεσης: 400/12, 18/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 400/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. PETRU MARIAN IGNATENCU Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 18.05.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Ζύμπηλος (η κα Μ. Αναστάση για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία απόπειρα διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση των άρθρων 294(α) και 367 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.09.11 αποπειράθηκε να διαρρήξει το εστιατόριο 'Gustozo' που βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.72 στην Πάφο, ιδιοκτησίας του Διογένη Δημητρίου από την Πάφο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 3281 Χαράλαμπο Ιωάννου (ΜΚ1) και τον παραπονούμενο Διογένη Δημητρίου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 3 τεκμήρια. Ως μέρος της κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 18.09.11 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 18.09.11 και περί ώρα 06:43 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με συνάδελφο του έλαβε τηλεφωνικό μήνυμα ότι στο εστιατόριο 'Gustozo' που βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.72 στην Πάφο πολίτης είχε συλλάβει διαρρήκτη. Περί ώρα 06:48 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 μαζί με τον συνάδελφο του μετέβησαν στο προαναφερόμενο εστιατόριο όπου πρόσεξαν ότι ο ιδιοκτήτης αυτού (ΜΚ2) κρατούσε ένα άγνωστο πρόσωπο και τους είπε ότι το άτομο που ακινητοποίησε προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του εστιατορίου. Επειδή το άγνωστο άτομο δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει στοιχεία για την ταυτότητα του, συνελήφθηκε περί ώρα 06:50 της ίδιας ημέρας και μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Πάφου για εξακρίβωση των στοιχείων του. Ακολούθως διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι την ώρα που εντόπισε τον κατηγορούμενο ήταν σε σύγχυση και μύριζε έντονα αλκοόλ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν μετέβηκε στο χώρο πρόσεξε τον ΜΚ2 να κρατεί τον κατηγορούμενο από τον ώμο με το χέρι του. Είναι η θέση του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος δεν έδειχνε ότι ήθελε να φύγει και ίσως προληπτικά ο ΜΚ2 να τον κρατούσε από τον ώμο. Ο ΜΚ2 (παραπονούμενος) στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή κατάθεση που στις 18.09.11 έδωσε στην αστυνομία, την οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου 'Gustozo'. Όπως ακόμη σημειώνεται, στις 18.09.11 και ώρα 01:00 φεύγοντας από το πιο πάνω εστιατόριο ο παραπονούμενος έκλεισε και κλείδωσε τις δύο αλουμινένιες και μία ξύλινη θύρα του καθώς και όλες τις συρόμενες θύρες αυτού. Περί ώρα 06:40 της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος επέστρεψε στο εστιατόριο και όταν πλησίασε την πλαϊνή είσοδο πρόσεξε ότι οι γλάστρες και κάποια τραπεζάκια ήταν ανακατωμένα. Τότε είδε τον κατηγορούμενο να προσπαθεί με τον αγκώνα του να κτυπήσει την ξύλινη πόρτα του εστιατορίου για να εισέλθει σ' αυτό. Όταν ο παραπονούμενος τον ρώτησε τι προσπαθούσε να κάνει αυτός του απάντησε σε σπαστά ελληνικά ότι τον έστειλε εκείνος για να καθαρίσει. Τότε τον ακινητοποίησε και ειδοποίησε την αστυνομία. Μέχρι την άφιξη αστυνομικών στο χώρο, ο παραπονούμενος άκουσε ένα όχημα να ξεκινάει πίσω από το εστιατόριο και να φεύγει χωρίς όμως να δει οποιοδήποτε πρόσωπο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το πλησιέστερο εστιατόριο στο δικό του βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων ενώ σε απόσταση 600 μέτρων από το εστιατόριο του υπάρχουν αρκετά διαμερίσματα. Επίσης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος κουνώντας πλάγια τον ώμο του προσπάθησε να σπάσει την πλαϊνή ξύλινη πόρτα για να μπει μέσα.. Δεν ήταν η κύρια είσοδος του εστιατορίου αλλά η θύρα που οδηγεί στο χώρο στάθμευσης και εκείνη που οι προμηθευτές χρησιμοποιούν. Μπροστά από το εστιατόριο είναι η λεωφόρος Τάφοι των Βασιλέων αλλά πίσω που εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος υπάρχει πάροδος όπου βρίσκονται τα διαμερίσματα. Ακόμη ο ΜΚ2 είπε ότι όταν εντόπισε τον κατηγορούμενο ο τελευταίος φαινόταν λίγο σοκαρισμένος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει από την τουαλέτα σε χώρο που ήταν ανοικτός και οδηγούσε σε στοά αλλά ο παραπονούμενος έτρεξε προς το μέρος του και τον έπιασε. Μετά που ο εν λόγω μάρτυρας τον έπιασε ο κατηγορούμενος τον έσπρωχνε με σκοπό να φύγει. Ο μάρτυρας αυτός είπε κατηγορηματικά ότι δεν μυρίστηκε αλκοόλ στην αναπνοή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στις 18.09.11, την οποία προσκόμισε σαν Τεκμήριο
  2. Με βάση το περιεχόμενο της ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 17.09.11 και ώρα 20:00 βρισκόταν στην οικία του φίλου του που τον φιλοξενούσε καταναλώνοντας μαζί του μπύρες και βότκα. Περί ώρα 03:00 της επόμενης ημέρας ο κατηγορούμενος μετέβηκε μόνος του πεζός στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στο μπαράκι με την επωνυμία 'Yiamas' όπου συνέχισε να καταναλώνει αλκοόλ μόνος του. Μετά λέει δεν θυμάται τι έγινε και δεν γνωρίζει γιατί βρέθηκε στο επίδικο εστιατόριο. Το μόνο που λέει ότι θυμόταν ήταν ότι βρισκόταν έξω από ένα εστιατόριο στο οποίο πήγε μόνος του πεζός χωρίς όμως να θυμάται τι έκανε εκεί και ότι ένα άγνωστο του άτομο του ζήτησε να έμενε εκεί και να ανάμενε την αστυνομία. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του, αφού επανέλαβε την εκδοχή του μέχρι τη στιγμή που έφθασε στο επίδικο εστιατόριο, είπε, μεταξύ άλλων, ότι κτύπησε τις πόρτες και εμφανίστηκε ο ΜΚ2 που τον ρώτησε τι έκανε εκεί. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι του απάντησε πως δεν έκανε κάτι κακό και ότι ήθελε να φύγει αλλά ο ΜΚ2 του είπε να μην φύγει επειδή ειδοποίησε την αστυνομία. Παρέμεινε στο χώρο όπου ήλθαν αστυνομικοί τον μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό όπου αφού τον κτύπησαν τον πήραν στο σπίτι που διέμενε να κάνει μπάνιο, να αλλάξει ρούχα και να πάρει στοιχεία της ταυτότητας του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και βρέθηκε στο πίσω μέρος του εστιατορίου χωρίς να κρατεί διαρρηκτικά εργαλεία και δίχως να έχει πρόθεση να διαρρήξει το επίδικο εστιατόριο. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, συμφώνησε ότι πήγε στο μπαρ που βρίσκεται στην Κάτω Πάφο όπου το καλοκαίρι είναι πεζόδρομος. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος δήλωσε πως χτύπησε την πόρτα του επιδίκου εστιατορίου με το χέρι του κλειστό ή με την παλάμη του. Επανεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος είπε πως δεν γνωρίζει το λόγο που κτύπησε την πόρτα του επιδίκου εστιατορίου. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο μάρτυρας κατηγορίας επί γεγονότων (ΜΚ1) είπε την αλήθεια, πράγμα που, όπως είπε, ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από τον αστυνομικό που εμπλάκηκε στην υπόθεση (ΜΚ2) και γι' αυτό θα πρέπει να γίνει πιστευτή. Αντίθετα είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη επειδή, κατά τη γνώμη του, η δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και διαφορές από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία. Περαιτέρω ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την παρουσία του στο επίδικο εστιατόριο και ότι η αναφορά του ότι κτύπησε την πόρτα επειδή μπερδεύτηκε λόγω της μέθης του δεν πείθει. Στη βάση αυτών ο κύριος Συμεού κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ευσεβάστως ανάφερε ότι ο παραπονούμενος υπερέβαλλε στην μαρτυρία του επιδεικνύοντας ζήλο για να πετύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να προωθήσει δύο διαφορετικές εκδοχές για το πώς είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά την πόρτα. Παράλληλα είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν ειλικρινής αφού παραδέχτηκε την παρουσία του στο μέρος εξηγώντας παράλληλα το λόγο που βρισκόταν εκεί χωρίς να έχει στο μυαλό του να εισέλθει στο πιο πάνω υποστατικό. Όπως ο κύριος Ζύμπηλος είπε, από τις πράξεις του κατηγορουμένου διαφάνηκε ότι δεν ήταν πρόθεση του να διαρρήξει το επίδικο εστιατόριο και τούτο, κατά την άποψη του, ενισχύεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία. Γι' αυτό η μαρτυρία του πρέπει να κριθεί αληθής. Περαιτέρω είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της έκδηλης πράξης, πράγμα που οδηγεί σε αποτυχία στοιχειοθέτησης της κατηγορίας που ο πελάτης του αντιμετωπίζει. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Αυτό που κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης παρέμειναν αναντίλεκτα τα πιο κάτω γεγονότα:
(1)Το επίδικο εστιατόριο φέρει την επωνυμία 'Gustozo' και βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.72 στην Πάφο.
(2)Ιδιοκτήτης του πιο πάνω εστιατορίου είναι ο ΜΚ2.
(3)Στις 18.09.11 και περί ώρα 06:40 ο ΜΚ2 εντόπισε τον κατηγορούμενο έξω από την πλαϊνή πόρτα του επιδίκου εστιατορίου. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο ένας από τους δύο επί καθήκον αστυνομικούς που μετέβηκαν στο επίδικο εστιατόριο και εντόπισαν τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του βασικά εστιάζεται σε δικές του θετικές διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε μέσα από γεγονότα που διαδραματίστηκαν και περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης και αντίληψης καθώς και σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Τόσο οι διαπιστώσεις του όσο και οι ενέργειες του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα πιο πάνω. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες και θετικές διαπιστώσεις του που έγιναν στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Βέβαια από το Τεκμήριο 1 δεν λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά του μάρτυρα στο τι λέει ότι του είπε ο παραπονούμενος (ΜΚ2) ως κατ' ισχυρισμό γεγονότα της υπόθεσης. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία και με δεδομένο ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ζωντανά στη διαδικασία τον ΜΚ2 που ήλθε και κατάθεσε ενώπιον του, του οποίου όλη την μαρτυρία αξιολογεί πιο κάτω, το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν λαμβάνεται υπόψη. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι τα εξής: (α) Στις 18.09.11 και περί ώρα 06:43 ο εν λόγω μάρτυρας, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον αστυφύλακα 1525 Ι. Μανούρη, έλαβε τηλεφωνικώς μήνυμα ότι στο εστιατόριο 'Gustozo' πολίτης ακινητοποίησε ένα άλλο άτομο. (β) Περί ώρα 06:48 της ίδιας ημέρας ο μάρτυρας αφίχθηκε μαζί με το συνάδελφο του στο επίδικο εστιατόριο όπου βρήκαν τον ΜΚ2 να έχει ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο κρατώντας τον από τον ώμο με το χέρι του. Ο κατηγορούμενος δεν έδειχνε ότι ήθελε να φύγει, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν επιθυμούσε το ίδιο και/ή ότι δεν επιχείρησε να διαφύγει προηγουμένως πριν από την άφιξη του ΜΚ1 στη σκηνή. (γ) Η αναπνοή του κατηγορουμένου μύριζε έντονα αλκοόλ, ο οποίος φαινόταν να τελεί υπό σύγχυση. (δ) Επειδή ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή δεν είχε στην κατοχή του έγγραφα που να αποκάλυπταν την ταυτότητα του, ο ΜΚ1 τον συνέλαβε η ώρα 06:50 της ίδιας ημέρας αφού πρώτα τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. (ε) Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε τον κατηγορούμενο μαζί με το συνάδελφο του στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου με σκοπό την εξακρίβωση των στοιχείων του, πράγμα που μετά έγινε κατορθωτό. Ο ΜΚ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο δημιουργώντας εικόνα ενός ειλικρινούς και φιλαλήθη ατόμου. Ως μάρτυρας ήταν απλός, σαφής και ουσιαστικός στις αναφορές του. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και θετικότητα, χωρίς διάθεση προσχεδιασμού. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής να μην αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ορισμένες μικροδιαφορές άνευ σημασίας που εντοπίστηκαν στην μαρτυρία του παραπονούμενου τόσο μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας του και της γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία όσο και σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ1, πλην όμως αυτές, μέσα από σφαιρική αξιολόγηση της μαρτυρίας του αλλά και γενικότερα υπό το φως όλης της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν είναι ικανές στο να πλήξουν την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι τέλους. Σαφώς και χωρίς δεύτερη σκέψη αυτές οι μικροδιαφορές δεν λαμβάνονται υπόψη. Στη βάση αυτών αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος αυτής, με εξαίρεση ασφαλώς από αυτή τις αναφορές του σε ζητήματα που σχετίζονται με τις πιο κάτω μικρές και επουσιώδεις διαφορές που εντοπίστηκαν, τα οποία, όπως λέχθηκε, δεν λαμβάνω υπόψη. Ειδικότερα από την μαρτυρία του παραπονούμενου εντοπίζονται οι εξής μικρές και επουσιώδεις διαφορές: (α) Ενώ μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αναφορά ότι η αναπνοή του κατηγορουμένου μύριζε αλκοόλη τη στιγμή που τον εντόπισε στη σκηνή ακινητοποιημένο από τον παραπονούμενο, ο ΜΚ2 στη δική του μαρτυρία αναφέρει το αντίθετο. Παρόλο ότι δέχομαι ότι ο ΜΚ2 προσωπικά δεν αντιλήφθηκε ότι η αναπνοή του κατηγορουμένου δεν μύριζε αλκοόλη, εντούτοις δεν σημαίνει ότι αυτό ήταν και γεγονός. Την ίδια στιγμή δεν σημαίνει ότι ο ΜΚ2 ψεύδεται για το συγκεκριμένο θέμα. Από την άλλη όμως η αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 καθιστά την προσωπική του διαπίστωση στο ζήτημα αυτό ένα αληθές γεγονός, το οποίο και τελικά είναι αυτό που δέχομαι. (β) Ενώ στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 2) ο ΜΚ2 αναφέρει ότι πρόσεξε τον κατηγορούμενο να προσπαθεί να κτυπήσει την πλαϊνή ξύλινη πόρτα του επιδίκου εστιατορίου με τον αγκώνα του, στη δια ζώσης μαρτυρία του δηλώνει πως ο κατηγορούμενος έσπρωχνε την εν λόγω πόρτα κουνώντας πλάγια τον ώμο του. Με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι κτυπούσε την πόρτα αυτή, η πιο πάνω διάσταση που προκύπτει στην μαρτυρία του ΜΚ2 είναι άνευ σημασίας. Αυτό που τελικά αποδέχομαι είναι ότι ο κατηγορούμενος με μέλος ή μέλη του σώματος του κτυπούσε υπό την έννοια ότι έσπρωχνε την ξύλινη πλαϊνή πόρτα του επιδίκου εστιατορίου που βρίσκεται στο χώρο στάθμευσης του. Ένα θέμα που προέκυψε μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 είναι αυτό του αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας ήταν σίγουρος ότι το όχημα που άκουσε να ξεκινά και να φεύγει συνδέεται με την παρουσία του κατηγορουμένου στο επίδικο εστιατόριο. Ωστόσο από την τοποθέτηση του αυτή απουσιάζουν εκείνες οι απαραίτητες λεπτομέρειες που θα διαφώτιζαν και συνάμα βοηθούσαν το Δικαστήριο στο να καταλήξει σ' ένα ασφαλές εύρημα γι' αυτό. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να πει για τον τύπο, χρώμα, μάρκα και αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος. Ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε για τον οδηγό αυτού. Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε σε σχέση με το χρόνο αλλά και την απόσταση που το όχημα αυτό βρισκόταν σταθμευμένο από το εστιατόριο. Η μαρτυρία του ΜΚ2 για το θόρυβο του οχήματος που άκουσε να φεύγει δεν είναι τέτοια που να δείχνει ότι η κίνηση του ήταν ύποπτη και άμεσα συνδεδεμένη με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η δε αστυνομία δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε έρευνες σχετικά με το όχημα αυτό καθώς και για τον οδηγό αυτού και κατά πόσο αυτός ήταν ένοικος των διαμερισμάτων που βρίσκονταν σε απόσταση 600 μέτρων από το εν λόγω εστιατόριο ή ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου που βρισκόταν σε απόσταση 200 μέτρων από το επίδικο εστιατόριο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα, το ενδεχόμενο της συμπτωματικής αναχώρησης του οχήματος χωρίς να συνδέεται με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι το όχημα πίσω από το εστιατόριο συνδέεται με την μετάβαση του κατηγορουμένου στο επίδικο εστιατόριο. Εξ' ου και ότι ο παραπονούμενος κατά την αντεξέταση του, σε αντίθεση με την αρχική του σιγουριά που εκδηλώθηκε μέσα από το Τεκμήριο 2, δήλωσε αδυναμία συσχετισμού του οχήματος με την παρουσία του κατηγορουμένου στο επίδικο εστιατόριο. Επίσης εξυπακούεται ότι η αναφορά του παραπονούμενου με την οποίαν αποδίδεται πρόθεση του κατηγορουμένου να διαρρήξει το επίδικο υποστατικό δεν λαμβάνεται υπόψη καθότι αυτό είναι το καίριο επίδικο νομικό ζήτημα που το Δικαστήριο αφού εξετάσει στη συνέχεια θα καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι τα πιο κάτω: 1) Στις 18.09.11 και ώρα 01:00 ο ΜΚ2 αποχώρησε από το επίδικο εστιατόριο αφού πρώτα έκλεισε και κλείδωσε τις δύο αλουμινένιες και μία ξύλινη θύρα του καθώς και όλες τις συρόμενες θύρες αυτού. 2) Περί ώρα 06:40 της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος επέστρεψε στο εστιατόριο και όταν πλησίασε την πλαϊνή μεριά του πρόσεξε ότι ορισμένες γλάστρες και κάποια τραπεζάκια του εν λόγω υποστατικού ήταν ανακατωμένα. 3) Τότε είδε τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί μέλος ή μέλη του σώματος του και να κτυπά υπό την μορφή του να σπρώχνει την πλαϊνή ξύλινη πόρτα του εστιατορίου που βρίσκεται στο χώρο στάθμευσης αυτού. 4) Όταν ο παραπονούμενος τον ρώτησε τι προσπαθούσε να κάνει αυτός του απάντησε σε σπαστά ελληνικά ότι τον έστειλε εκείνος για να καθαρίσει. 5) Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει από τις τουαλέτες αλλά ο παραπονούμενος έτρεξε προς το μέρος του και αφού τον άρπαξε τον ακινητοποίησε και ειδοποίησε την αστυνομία. 6) Ο κατηγορούμενος, ο οποίος φαινόταν σοκαρισμένος, έσπρωχνε τον παραπονούμενο για να διαφύγει. Ο κατηγορούμενος έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από την όλη του στάση στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά έδωσε μια εκδοχή που τον συνέφερε. Όποτε θεωρούσε μέσα από την μαρτυρία του ότι τον βόλευε επικαλείτο την ύπαρξη γεγονότων και όποτε στριμωχνόταν στην αντεξέταση του και πίστευε ότι αυτό θα ζημίωνε την εκδοχή του επικαλείτο άγνοια λόγω κατάστασης μέθης στην οποία ισχυρίζεται ότι βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η γραπτή ανακριτική κατάθεση του, η οποία του λήφθηκε 3 ώρες περίπου μετά το επίδικο περιστατικό και περιέχει όλα τα γεγονότα που ήταν νωπά στο μυαλό του, διαφέρει ουσιωδώς από το περιεχόμενο της δια ζώσης μαρτυρίας του, το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν των 3,5 ετών από την ημέρα που το περιστατικό διαδραματίστηκε. Μέσα από την προφορική κατάθεση του στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος προβαίνει σε λεπτομερείς αναφορές, για τις οποίες ουδεμία τοποθέτηση γίνεται στο Τεκμήριο 3 επικαλούμενος γι' αυτό αδυναμία να θυμηθεί λόγω κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας αλκοολούχων ποτών. Χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία, μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος στην προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο παρουσιάζει για πρώτη φορά γεγονότα που ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν, για τα οποία την ημέρα του επεισοδίου ή ακόμη τις επόμενες προσεχείς ημέρες δήλωνε άγνοια. Συγκεκριμένα: 1) Ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του θυμάται και δηλώνει ότι βρισκόταν στο πίσω μέρος του επιδίκου εστιατορίου, στο Τεκμήριο 3 ουδεμία τέτοια αναφορά γίνεται. 2) Ενώ στην προφορική μαρτυρία του στο Δικαστήριο θυμάται και δηλώνει ότι κτύπησε την πόρτα του επιδίκου υποστατικού, στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ουδεμία τέτοια αναφορά περιέχεται. 3) Ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του θυμάται και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο κτυπούσε την πόρτα του εστιατορίου και ειδικότερα ότι ήταν με το χέρι του κλειστό ή την παλάμη του, στο Τεκμήριο 3 ουδεμία τέτοια αναφορά υπάρχει. 4) Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του θυμάται και περιγράφει τον τρόπο που κτύπησε την πόρτα στη συνέχεια διαφοροποιείται και δηλώνει τελικά πως δεν θυμάται. 5) Ενώ στην προφορική μαρτυρία του στο Δικαστήριο θυμάται και δηλώνει περιεχόμενο συνομιλίας που είχε με τον παραπονούμενο, στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ούτε καν αναφορά για ύπαρξη τέτοιας μεταξύ τους στιχομυθίας γίνεται (εδώ δεν εννοώ την τοποθέτηση του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 3 για μονομερή αναφορά του παραπονούμενου στο ότι του ζήτησε να περιμένει εκεί μέχρι να έλθει η αστυνομία στο χώρο, όπου εν πάση περιπτώσει προκύπτει ότι ουδεμία απάντηση έλαβε). 6) Ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ισχυρίζεται ξυλοδαρμό του από μέλη της αστυνομίας, για τον οποίο εν πάση περιπτώσει δεν προβαίνει σε καταγγελία, στο Τεκμήριο 3 κανένας τέτοιος ισχυρισμός καταγράφεται. 7) Ενώ στην προφορική μαρτυρία του στο Δικαστήριο θυμάται και δηλώνει ότι ήταν ξυπόλητος επικαλούμενος μάλιστα πόνο που αισθανόταν στα πόδια του από τις πέτρες πάνω στις οποίες ισχυρίζεται ότι βάδιζε, στη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ουδεμία τέτοια αναφορά περιέχεται. Τα πιο πάνω εκμηδενίζουν την αξιοπιστία του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη τόσο τη δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορουμένου όσο και τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 3) και ότι αυτή η μαρτυρία του στη συνολική της μορφή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο ΜΚ2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής του εστιατορίου με την επωνυμία 'Gustozo' και βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.72 στην Πάφο. Στις 18.09.11 και ώρα 01:00 ο ΜΚ2 αποχώρησε από το επίδικο εστιατόριο αφού πρώτα έκλεισε και κλείδωσε τις δύο αλουμινένιες και μία ξύλινη θύρα του καθώς και όλες τις συρόμενες θύρες αυτού. Όταν περί 06:40 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ2 επέστρεψε στο εστιατόριο και πλησίασε την πλαϊνή μεριά του εν λόγω υποστατικού πρόσεξε ότι ορισμένες γλάστρες και κάποια τραπεζάκια του εν λόγω υποστατικού ήταν ανακατωμένα. Τότε εντόπισε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται έξω από την πλαϊνή ξύλινη πόρτα του εστιατορίου που είναι στην πλευρά του χώρου στάθμευσης και χρησιμοποιώντας μέλος ή μέλη του σώματος του να τη κτυπά υπό την μορφή του να την σπρώχνει. Όταν ο ΜΚ2 ρώτησε τον κατηγορούμενο τι προσπαθούσε να κάνει αυτός του απάντησε σε σπαστά ελληνικά ότι τον έστειλε εκείνος για να καθαρίσει. Ο κατηγορούμενος τότε προσπάθησε να διαφύγει από τις τουαλέτες αλλά ο ΜΚ2 έτρεξε προς το μέρος του και αφού τον άρπαξε τον ακινητοποίησε κρατώντας τον από τον ώμο με το χέρι του. Αμέσως μετά ο ΜΚ2 ειδοποίησε την αστυνομία. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος φαινόταν σοκαρισμένος, έσπρωχνε τον ΜΚ2 για να διαφύγει. Περί ώρα 06:48 της ίδιας ημέρας έφθασαν στη σκηνή ο ΜΚ1 μαζί με αστυφύλακα 1525 Ι. Μανούρη. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι η αναπνοή του κατηγορουμένου μύριζε έντονα αλκοόλ, ο οποίος φαινόταν να τελεί υπό σύγχυση. Επειδή ο κατηγορούμενος εκείνη τη στιγμή δεν είχε στην κατοχή του έγγραφα που να αποκάλυπταν την ταυτότητα του, ο ΜΚ1 τον συνέλαβε η ώρα 06:50 της ίδιας ημέρας αφού πρώτα τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ακολούθως ο ΜΚ1 μετέφερε τον κατηγορούμενο μαζί με το συνάδελφο του στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου με σκοπό την εξακρίβωση των στοιχείων του, πράγμα που στη συνέχεια έγινε κατορθωτό. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι αποπειράθηκε να διαρρήξει το επίδικο κατάστημα. Το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου διέπεται από το άρθρο 294(α) του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ρητά τα εξής: "
  1. Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό· ή είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης..." Μελέτη των πιο πάνω καθιστούν αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι: (α) Ο κατηγορούμενος διαρρήχνει και εισέρχεται σε χώρο κτιρίου, (β) με σκοπό διάπραξης κακουργήματος. Ο νομικός ορισμός της διάρρηξης παρέχεται στο άρθρο 291 του Κεφ.154 και περιλαμβάνει άνοιγμα με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο. Στο ίδιο άρθρο δίδεται και ο ορισμός της εισόδου που είναι όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός ενός ατόμου ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Η απόπειρα διάπραξης είτε κακουργήματος είτε πλημμελήματος είναι αδίκημα με το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 367 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν τα εξής: "
  2. Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά." Ο νομικός ορισμός της απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος παρέχεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 366 του Κεφ.154 όπου ρητά προνοούνται τα εξής: "
  3. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεσή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσής του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος." Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι για να διαπραχτεί το αδίκημα της απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος απαιτείται ενέργεια (actus reus) υπό τη μορφή έκδηλης πράξης και πρόθεση να διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα που είναι η ένοχη διάνοια (mens rea). Αναφορά σχετική με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία παρέχεται μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Textbook on Criminal Law του Michael J. Allen, 5η έκδοση, σελίδα 255: "The essence of the offence of attempt is intention. While it must be proved that the accused did an act which was 'more than merely preparatory to the commission of the offence', the acts which may amount to the actus reus derive their significance from the accused's intention. The acts, in themselves, may appear to be innocent but when added to the accused's intention they constitute a crime." Σαφώς το κτύπημα στην πόρτα υπό τη μορφή σπρωξίματος αποτελεί στην παρούσα υπόθεση μια έκδηλη πράξη από μέρους του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου το συστατικό στοιχείο της ενέργειας (actus reus) πληρείται. Αυτό που απομένει να εξεταστεί αν ικανοποιείται είναι κατά πόσο η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου αποσκοπούσε στο να παραβιάσει την πόρτα και να εισέλθει εντός του υποστατικού για να διαπράξει κακούργημα. Σε τέτοια περίπτωση στοιχειοθετείται η ένοχη διάνοια του κατηγορουμένου (actus reus). Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να με οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε την πόρτα επειδή σκόπευε να εισέλθει εντός του υποστατικού για να διαπράξει κακούργημα όπως για παράδειγμα κλοπή. Στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας δεν έχω πειστεί ότι ο κατηγορούμενος προτίθετο να παραβιάσει την πλαϊνή ξύλινη πόρτα έτσι ώστε εισερχόμενος εντός του υποστατικού να κλέψει οτιδήποτε ή να διαπράξει οποιοδήποτε άλλο κακούργημα. Η μη κατοχή από τον κατηγορούμενο διαρρηκτικών εργαλείων ενισχύει την πιο πάνω κατάληξη. Επίσης η μη λήψη οποιασδήποτε προπαρασκευαστικής ενέργειας που θα διευκόλυνε την είσοδο του κατηγορουμένου στο επίδικο υποστατικό ενισχύει ακόμη περισσότερο το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να επιχειρήσει να διαφύγει καθώς και η φτωχή δικαιολογία που προέβαλε στον παραπονούμενο δεν αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους και μόνο, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία, είναι επαρκή για να καταδείξουν ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου. Τέτοια όμως μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Δεν αποκλείεται η αντίδραση αυτή του κατηγορουμένου να οφείλεται σε φόβο ή αμηχανία ή πανικό και σύγχυση ή σε οτιδήποτε άλλο. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στο ζήτημα αυτό είναι ελλιπής και κατ' επέκταση ανεπαρκής. Από το σύνολο της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας δεν είναι ξεκάθαρο εάν η επαφή του κατηγορουμένου με την πόρτα είχε σκοπό να την παραβιάσει και να εισέλθει μέσα στο εστιατόριο και να κλέψει ή να διαπράξει οποιοδήποτε άλλο κακούργημα ή απλά να προσελκύσει την προσοχή του ιδιοκτήτη του που ενδεχομένως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο υποστατικό ή για οποιονδήποτε άλλο αθώο λόγο, λαμβάνοντας υπόψη την μυρωδιά του αλκοόλ στην αναπνοή του κατηγορουμένου. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €220,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Έξοδα μεταφράστριας ύψους €17 να καταβληθούν επίσης από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Απόπειρα διάρρηξη/ Άρθρα 367 και 291 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.