Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. DAVID NORMAN TAYLOR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13661/11, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13661/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- DAVID NORMAN TAYLOR
- ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26.05.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 2: κα Σ. Χατζηνεοφύτου Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι στις 11.10.11 στην Πάφο αποδέχτηκε δύο χρυσά βραχιόλια αξίας €75,00 έκαστο, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου αξίας €1.000,00, ένα κίτρινο και λευκόχρυσο δακτυλίδι με πέντε διαμάντια αξίας €1.000,00, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια αξίας €9.000,00, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με τέσσερα διαμάντια αξίας €500,00 έκαστο, ένα ζεύγος διαμαντένια σκουλαρίκια αξίας €500,00 και ένα χρυσό διαμαντένιο βραχιόλι αξίας €250,00, όλα περιουσία της Victorias Louise Lewis από την Αγγλία η οποία διαμένει στην οδό Μελέτη αρ.8 στην Πέγεια, γνωρίζοντας ότι τα πιο πάνω αντικείμενα αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας (11.11.11) ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που τον αφορούσαν και του επιβλήθηκαν ποινές με αποτέλεσμα η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να προχωρήσει μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 4 μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή Victoria Louise Lewis (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 1197 Σωκράτη Παπαβασιλείου (ΜΚ2), τον αρχιαστυφύλακα 2417 Αλέκο Χαραλάμπους (ΜΚ3) και τον αστυφύλακα 722 Φώτη Ιορδάνους (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου 2 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης παρουσιάστηκαν 13 τεκμήρια. Από αυτά τα πιο κάτω τεκμήρια, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως αληθές:
(1)Τεκμήριο 1 - Γραπτή κατάθεση αρχιλοχία 4716 Α. Αλεξίου στην οποία αναφέρεται ότι έγινε τηλεφωνική καταγγελία για διάρρηξη της οικίας στη λεωφόρο Αγίου Γεωργίου 46 στην Πέγεια από τον David Taylor, ο οποίος ακινητοποιήθηκε από τον ένοικο της εν λόγω οικίας.
(2)Τεκμήριο 2 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 836 Π. Χριστοδούλου στην οποία αναφέρεται ότι ο πιο πάνω David Taylor του υπέδειξε ένα χρηματοκιβώτιο χρώματος άσπρου εντός του οποίου υπήρχαν ένα ζεύγος σκουλαρικιών χρώματος ασημί καθώς και ένα περιδέραιο λαιμού επίσης χρώματος ασημί, λέγοντας του ότι το πήρε από την οικία στην οδό Μελέτη 8 στην Πέγεια. Στις 14.10.11 η παραπονούμενη Victoria Louise Lewis αναγνώρισε το πιο πάνω χρηματοκιβώτιο ως εκείνο που κλάπηκε από την οικία του; καθώς και τα προαναφερόμενα κοσμήματα αυτά που βρίσκονταν σ' αυτό.
(3)Τεκμήριο 3 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 2665 Β. Χατζηβασίλη στην οποία αναφέρεται ότι στις 14.10.11 ο εν λόγω αστυνομικός κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'αδικία'. Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου 2 ημερομηνίας 14.10.11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, αμφότερα μέρη δήλωσαν από κοινού ότι οι φωτογραφίες που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου έχουν ληφθεί στις 22.04.13 από τον εν λόγω αστυφύλακα του Τ.Α.Ε. Πάφου σχετικές με διερευνώμενη υπόθεση διάρρηξης και κλοπής. Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν τόσο από το κοινώς αποδεκτό ως αληθές περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, τα οποία κατατέθηκαν μαζί από αμφότερα μέρη, όσο και από την κοινή παραδεκτή δήλωση εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Η ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε 4 καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ημερομηνίας 09.10.11, 12.10.11, 13.10.11 και 14.10.11 με το κείμενο στη μητρική γλώσσα να προσκομίζεται ως Τεκμήρια 5Α, 6Α, 7Α και 8Α ενώ πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα ως Τεκμήρια 5Β, 6Β, 7Β και 8Β. Στο Τεκμήριο 5Β αναφέρει ότι στις 08.10.11 διαπίστωσε ότι το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν στην οικία είχε κλαπεί. Εντός αυτού υπήρχαν διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα τα οποία και αναλυτικά περιγράφει. Το Τεκμήριο 6Β αναφέρει ότι στις 12.10.11 η παραπονούμενη αναγνώρισε 4 ρολόγια που η αστυνομία της υπέδειξε και είχαν εντοπιστεί στην κατοχή ενός άγγλου πολίτη. Στο Τεκμήριο 7Β γίνεται αναφορά στο ότι στις 13.10.11 η παραπονούμενη αναγνώρισε ως δικά της τα κοσμήματα και χρυσαφικά που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας καθώς επίσης και άλλα επιπλέον κοσμήματα και χρυσαφικά. Το Τεκμήριο 8Β αναφέρει ότι στις 14.10.11 η παραπονούμενη αναγνώρισε ένα διαμαντένιο σετ σκουλαρικιών και ένα διαμαντένιο κολιέ ως κοσμήματα που επίσης βρίσκονταν στο χρηματοκιβώτιο όταν αυτό κλάπηκε από την οικία της. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η παραπονούμενη υπέδειξε από τις δύο φωτογραφίες που συνοδεύουν τη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου που κατάθεσε ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση δύο χρυσά βραχιόλια, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου, ένα χρυσό δακτυλίδι με 5 διαμάντια, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια, δύο σκουλαρίκια με 4 διαμάντια, ένα περιδέραιο και ένα βραχιόλι, ως δικά της κοσμήματα. Η εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ακόμη ότι η αστυνομία της επέστρεψε όλα τα αντικείμενα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 'Α' προς αναγνώριση. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως οι αξίες των κλαπέντων αντικειμένων καταγράφηκαν δυνάμει εκτίμησης που είχε και αντίγραφο της οποίας έδωσε στην αστυνομία. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 παρουσίασε γραπτή κατάθεση του ως Τεκμήριο 9, με βάση την οποία αναφέρει ότι στις 09.10.11 η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία ότι σημειώθηκε διάρρηξη στην οικία της. Ο μάρτυρας επισκέφτηκε το μέρος όπου διαπίστωσε ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο-έξοδο στην κατοικία παραβιάζοντας με αιχμηρό όργανο συρόμενη αλουμινένια μπαλκονόπορτα στο πίσω μέρος της κατοικίας. Τεκμήρια που περισυλλέγησαν από τη σκηνή παραδόθηκαν από τον μάρτυρα στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για επιστημονικές εξετάσεις. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως παρόλο ότι ήταν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης η μόνη συμμετοχή που είχε στην υπόθεση κλεπταποδοχής είναι η έρευνα σε δύο άλλα καταστήματα του κατηγορουμένου δυνάμει γραπτών συγκαταθέσεων του κατηγορουμένου 2 καθώς και το ότι επέστρεψε τα επίδικα κοσμήματα στην παραπονούμενη. Ο εν λόγω μάρτυρας περαιτέρω είπε ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διερεύνηση για την τιμή του χρυσού την επίδικη περίοδο αλλά ούτε και γνώριζε ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ3 παρουσίασε σαν Τεκμήριο 10 γραπτή κατάθεση του στην οποία αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε και ειδικότερα ότι : (α) στις 12.10.11 και ώρα 22:05 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα της νυχτερινής διάρρηξης κατοικίας. (β) την ίδια ημέρα και ώρα 23:10 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της κλεπταποδοχής και αφού του εξήγησε το λόγο σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'Μα εν άδικο να μείνω μέσα'. (γ) ακολούθως την ίδια ημέρα ερεύνησε μαζί με τους αστυφύλακες 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη και 1898 Λούη Γεωργιάδη του Τ.Α.Ε. Πάφου ερεύνησε το κατάστημα του κατηγορουμένου 2 δυνάμει εντάλματος έρευνας όπου και εντόπισαν 2 χρυσά βραχιόλια, ένα χρυσό δακτυλίδι πεντάπετρο, μία χρυσή παραμάνα με σχήμα φύλλου, δύο σκουλαρίκια χρυσά τετράπετρα, δύο χρυσά σκουλαρίκια μονόπετρα, μία χρυσή καδένα χεριού και ένα χρυσό περιδέραιο με τον κατηγορούμενο 2 αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο να λέει 'Εν τούτα που αγόρασα που τον Εγγλέζο'. (δ) μεταξύ των ημερομηνιών 12.10.11-13.10.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, η οποία στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 τους έδωσε τα αντικείμενα δεν νομίζει να χρειάστηκε να εκτελεστεί το ένταλμα έρευνας. Στην κυρίως εξέταση του ΜΚ4 παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 12 γραπτή κατάθεση του μέσα από την οποία σημειώνεται η λήψη θεληματικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 όπου αυτός αναφέρει ότι μέρος των χρημάτων ύψους €2.350,00 που υπήρχαν στο σπίτι του και συγκεκριμένα ποσό €2.105,00 προερχόταν από την πώληση χρυσαφικών στον κατηγορούμενο
- Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήρια 13Α και 13Β δύο γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία στις 17.10.
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε στην αστυνομία την τοποθεσία του επιδίκου καταστήματος καθώς και το μικρό όνομα του κατηγορουμένου 2 και η αστυνομία με βάση αυτά τα δεδομένα ανακάλυψε το επίθετο του κατηγορουμένου
- Ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στις 12.10.11, η οποία είχε κατατεθεί σαν Τεκμήριο
- Με βάση το περιεχόμενο της ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι το μεσημέρι της 10.10.11 ήλθε σο κατάστημα του που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο ένα άγγλος που επιθυμούσε να πωλήσει διάφορα χρυσαφικά. Ήταν καλοντυμένος και σοβαρός. Διαπραγματεύθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 το ποσό πληρωμής από μια ενδεχόμενη πώληση. Ο κατηγορούμενος 2 πρότεινε την πληρωμή ποσού μεγαλύτερου των €2.000 και ο άγγλος είπε ότι θα το σκεφτόταν, ότι θα το συζητούσε με τη σύζυγο του στην οποία ανήκαν τα χρυσαφικά και θα του απαντούσε άλλη φορά. Την επόμενη ημέρα ο άγγλος ήλθε εκ νέου στο κατάστημα του κατηγορουμένου 2 και ανακοίνωσε ότι αποδεχόταν την προσφορά του τελευταίου με αποτέλεσμα να υλοποιηθεί η εμπορική συναλλαγή. Για την επαγγελματική του πράξη αυτή ο κατηγορούμενος 2 δεν έκδωσε οποιαδήποτε απόδειξη ενώ τα λεφτά τα πλήρωσε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από τη συζήτηση που είχε με τον άγγλο αντιλήφθηκε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με τη σύζυγο του. Όπως στη συνέχεια είπε, από την εμπορική αυτή πράξη θα είχε κέρδος 6%. Ο ίδιος έλεγξε την ταυτότητα του άγγλου, ως είναι η πολιτική της εταιρείας του, ενώ ανάφερε ότι είχε ζητήσει από την αστυνομία να ελέγξει το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης για να διαπιστωθεί η αλήθεια των θέσεων του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε ότι η αστυνομία του τηλεφώνησε και τον ρώτησε αν είχε παραλάβει χρυσαφικά από άτομο αγγλικής καταγωγής και ότι ο ίδιος τους απάντησε καταφατικά. Όταν δε του ζήτησαν τα χρυσαφικά ο ίδιος του τα παρέδωσε. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως πλήρωσε αμέσως από τα δικά του χρήματα επειδή τον πίεζε ο χρόνος. Μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν εισέπραξε τα χρήματα από την εταιρεία του αναμένοντας πρώτα να ολοκληρωθεί η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ερχόμενος στην παράδοση των επιδίκων αντικειμένων στην αστυνομία, ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι αυτό έγινε χωρίς να διεξαχθεί έρευνα στο κατάστημα του. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 2 δεν αμφισβήτησε ότι τα αντικείμενα που έδωσε στην αστυνομία είναι αυτά που ο άγγλος έκλεψε από την οικία της ΜΚ
- Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά τη διάπραξη της διάρρηξης και κλοπής από την έπαυλη στην Πέγεια ο ίδιος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 ρωτώντας τον αν παρέλαβε είτε την προηγούμενη ημέρα είτε εκείνη την ημέρα χρυσαφικά από άγγλο υπήκοο με τον εν λόγω κατηγορούμενο να απαντά καταφατικά και ότι αυτά βρίσκονταν στο κατάστημα του που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο, λέγοντας παράλληλα ότι επέστρεφε στην Πάφο από τη Λευκωσία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ουσιαστικά επανέλαβε την πιο πάνω θέση του. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 μέσα από την οποία αποδεικνύεται ότι ο ίδιος δεν ήταν γνώστης του γεγονότος ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία. Σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης οι θέσεις του κατηγορουμένου 2 επιβεβαιώνονται από τις αναφορές του ΜΥ
- Είναι ακόμη η θέση της κυρίας Χατζηνεοφύτου ότι καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να καθορίζει την αξία των κλαπέντων αντικειμένων καθώς επίσης ουδεμία μαρτυρία προσάχθηκε που να αποδεικνύει ότι τα επίδικα χρυσαφικά κλάπηκαν από το άτομο που τα πώλησε στον κατηγορούμενο
- Στη βάση των πιο πάνω και με αναφορά σε κυπριακή νομολογία η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο 2 στην τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου που τον αφορά. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη ενώ αυτή του κατηγορουμένου 2 να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Περαιτέρω η κυρία Παπαλαζάρου επισήμανε ότι η αξία των επιδίκων αντικειμένων είναι αυτή που σημειώνεται στις γραπτές καταθέσεις της παραπονούμενης. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η γνώση του κατηγορουμένου 2 ότι η περιουσία που αγόρασε ήταν κλοπιμαία προκύπτει από το ότι ο ίδιος ανέλαβε να εξυπηρετήσει προσωπικά τον κλέφτη, από το ότι δεν έκδωσε οποιαδήποτε απόδειξη παρά ην πρακτική της εταιρείας του χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό, από το ότι αβασάνιστα πίστεψε τον πωλητή, από το ότι η συμπεριφορά του πωλητή έπρεπε να είχε εγείρει υποψίες στον κατηγορούμενο 2 ότι η σκοπούμενη προς πώληση περιουσία ήταν κλοπιμαία καθώς και από το ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος και προετοιμασμένος να επιστρέψει τα κλοπιμαία αντικείμενα. Με βάση το σκεπτικό αυτό η κυρία Παπαλαζάρου κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο 2 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό και σκόπιμο να παραθέσω πιο κάτω τόσο τα παραδεκτά γεγονότα που αμφότερα μέρη έχουν δηλώσει στο Δικαστήριο όσο και τα γεγονότα, τα οποία μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης παρέμειναν αναντίλεκτα: 1) Στις 08.10.11 και περί ώρα 19:30 η Victoria Louise Lewis από την Αγγλία (ΜΚ1- παραπονούμενη) εξήλθε μαζί με το σύζυγο της από την οικία της, έπαυλη αρ.8, η οποία βρίσκεται στην οδό Μελέτης αρ.10 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου αφού πρώτα έλεγξε ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα της ήταν κλειστά και ασφαλισμένα (κλειδωμένα). 2) Μεταξύ των ωρών 22:30-23:00 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη μαζί με το σύζυγο της επέστρεψαν στην κατοικία τους και αφού εισήλθαν εντός αυτής από την μπροστινή πόρτα πήγαν κατευθείαν για ύπνο. 3) Την 09.10.11 και περί ώρα 08:30 η παραπονούμενη μετέβηκε στο επιπλέον υπνοδωμάτιο της κατοικίας της για να πάρει το διαβατήριο της που βρισκόταν εντός χρηματοκιβωτίου χρώματος άσπρου μαζί με διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα. 4) Η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι το χρηματοκιβώτιο της οικίας της απουσίαζε μαζί με το περιεχόμενο του που, ανάμεσα σ' άλλα, ήταν διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα και συγκεκριμένα δύο χρυσά βραχιόλια, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου, ένα κίτρινο και λευκόχρυσο δακτυλίδι με πέντε διαμάντια, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με τέσσερα διαμάντια, ένα ζεύγος διαμαντένια σκουλαρίκια και ένα χρυσό διαμαντένιο βραχιόλι. 5) Αμέσως η παραπονούμενη ειδοποίησε την αστυνομία και όταν ο αστυφύλακας 1197 Σωκράτης Παπαβασιλείου (ΜΚ2) μετέβηκε στην οικία διαπίστωσε μέσα από επιτόπιες εξετάσεις ότι ο δράστης εισήλθε εντός της εν λόγω οικίας παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο συρόμενη αλουμινένια μπαλκονόπορτα στο πίσω μέρος αυτής. 6) Δυνάμει σχετικής θεληματικής κατάθεσης ημερομηνίας 12.10.11 ο David Norman Taylor από την Αγγλία (κατηγορούμενος 1) ομολόγησε τη διάπραξη της διάρρηξης της προαναφερόμενης οικίας και κλοπής από αυτής χρηματοκιβωτίου χρώματος άσπρου μαζί με το περιεχόμενο του που ανάμεσα σ' αυτό ήταν τα πιο πάνω χρυσαφικά και κοσμήματα. 7) Στις 14.10.11 ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον αστυφύλακα 836 Π. Χριστοδούλου την οικία της παραπονούμενης ως αυτή που παραδέχθηκε ότι διέρρηξε και από την οποία έκλεψε το χρηματοκιβώτιο χρώματος άσπρου μαζί με το περιεχόμενο του. 8) Παράλληλα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα ένα τοίχο πίσω από την κατοικία της παραπονούμενης λέγοντας πως από αυτόν πήδηξε και εισήλθε στην πίσω αυλή της εν λόγω οικίας. 9) Επιπλέον την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα μία πλαϊνή αλουμινένια θύρα βεράντας της πιο πάνω οικίας λέγοντας πως την παραβίασε με βία προκειμένου να εισέλθει εντός αυτής. 10) Περαιτέρω την ίδια ημέρα στο δάσος της 'Πυκνής' στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα χρηματοκιβώτιο χρώματος άσπρου και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "This where I threw the safe box and this is the safe box I took from the house I broke into last week". 11) Από έρευνα που ο αστυφύλακας 836 Π. Χριστοδούλου πραγματοποίησε την ίδια ημέρα στο χρηματοκιβώτιο εντοπίστηκαν ένα ζεύγος σκουλαρικιών χρώματος ασημί καθώς και ένα περιδέραιο λαιμού επίσης χρώματος ασημί. 12) Αργότερα της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη αναγνώρισε το προαναφερόμενο χρηματοκιβώτιο μαζί με τα χρυσαφικά και κοσμήματα που εντοπίστηκαν ως μέρος της περιουσίας της που κλάπηκε από την πιο πάνω οικία της. 13) Ο κατηγορούμενος 1 πώλησε τα χρυσαφικά και κοσμήματα που περιγράφονται στο σημείο
(4)πιο πάνω στον κατηγορούμενο 2 έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. 14) Τα χρυσαφικά και κοσμήματα που περιγράφονται στο σημείο
(4)πιο πάνω εντοπίστηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 2 και ειδικότερα στο κατάστημα του που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο. 15) Μέλη της αστυνομίας παρέλαβαν τα χρυσαφικά και κοσμήματα που περιγράφονται στο σημείο
(4)πιο πάνω, τα οποία και παρέδωσαν στην παραπονούμενη. 16) Στις 14.10.11 και μεταξύ των ωρών 13:15-13:20 ο αστυφύλακας 2665 Β. Χατζηβασίλης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της κλεπταποδοχής και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Αδικία". Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Θα ασχοληθώ τώρα με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας υπό το πρίσμα του προαναφερομένου νομικού πλαισίου. Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, παρατηρώ ότι ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου καμία βαρύτητα του αποδίδω. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 2, 3 και 4, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, το περιεχόμενο τους γίνεται αποδεκτό ως ορθό και αληθές καθότι παραπέμπει σε παραδεκτά γεγονότα. Η ΜΚ1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με πλήρη σεβασμό στην αλήθεια η εν λόγω μάρτυρας ήλθε και κατάθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα αυτά που η ίδια βίωσε και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η μαρτυρία της συνάδει χρονικά με τα γεγονότα της υπόθεσης ενώ παράλληλα υποστηρίζεται από την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και από παραδεκτά γεγονότα. Ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν ήταν θετικός, αυθόρμητος και αφοπλιστικά ειλικρινής. Οι δε αναφορές της ήταν σαφείς και επεξηγηματικές. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα και να ταλαιπωρηθεί μέσα από την παρούσα δικαστική διαδικασία και σε καμία περίπτωση έδειξε κάτι τέτοιο. Η δια ζώσης μαρτυρία της συνάδει με το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία καθώς επίσης το σύνολο της είναι απαλλαγμένο από ουσιώδεις αντιφάσεις δείχνοντας έτσι το υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας της. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία της περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 5Α, 5Β, 6Α, 6Β, 7Α, 7Β, 8Α και 8Β που αποτελούν μέρος της, με εξαίρεση τις πιο κάτω πτυχές της που δεν δέχομαι για τους λόγους που εκτίθενται: (α) Η αξία του καθενός κλοπιμαίου αντικειμένου επειδή χωρίς η ίδια να είναι εμπειρογνώμονας οι αναφορές της εδράζονται σε εκτίμηση που ετοιμάστηκε πριν από πολλά χρόνια από ασφαλιστική εταιρεία, την οποία ουδέποτε προσκόμισε στο Δικαστήριο όπως επίσης δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή έγγραφο που θα δικαιολογούσαν το ύψος της αξίας των κλαπέντων χρυσαφικών και κοσμημάτων που επικαλείται. (β) Η αναφορά της για πληροφόρηση που λέει ότι έλαβε από χρυσοχόο στην Πάφο. Πρόκειται για μια γενική, αόριστη και ασαφής τοποθέτηση μέσα από την οποία ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς το ονοματεπώνυμο και εμπειρία στον τομέα αυτό του ανώνυμου χρυσοχόου που επικαλείται, ουδεμία εξήγηση δόθηκε ως προς την μέθοδο και τον τρόπο που ακολουθήθηκαν για να καταλήξουν στα αποτελέσματα της πληροφόρησης που έλαβε. Τόσο η μαρτυρία της στην εκτίμηση ασφαλιστικής εταιρείας όσο και η μαρτυρία της που αντλήθηκε μέσα από πληροφόρηση χρυσοχόου αποτελεί εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα τη χαραγμένη πορεία της υπερασπιστικής γραμμής μέσα από την οποία αμφισβητείται η ορθότητα της αξίας των κλαπέντων αντικειμένων που η ΜΚ1 ισχυρίζεται και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, παρατηρώ ότι η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει είτε τον χρυσοχόο είτε τον συντάκτη της επικαλούμενης εκτίμησης από ασφαλιστική εταιρεία στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση με αποτέλεσμα η υπεράσπιση να στερηθεί τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. (γ) Το μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ1 που εδράζεται στο Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση. Η κατάθεση ενός εγγράφου σαν τεκμηρίου προς αναγνώριση γίνεται όταν δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικά στα πρώτα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να δοθεί η ευχέρεια στους μάρτυρες να ερωτηθούν για το περιεχόμενο του. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή, μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενο του, να καταστεί ενεργή. Επομένως η κατάθεση ενός εγγράφου ως τεκμήριο προς αναγνώριση δεν αποτελεί κανονική μαρτυρία που να υπόκειται σε αξιολόγηση (Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, Δήμος Λευκωσίας v. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.120 και Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. EPCO CYPRUS LTD
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 883). Στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε μαρτυρία προέρχεται από το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση αγνοείται καθότι δεν υπόκειται σε αξιολόγηση. Τα πιο πάνω ζητήματα δεν είναι τέτοια που θα μόλυναν την αξιοπιστία της ΜΚ1, κρινόμενα υπό το φακό της όλης συμπεριφοράς της παραπονούμενης, του συνόλου της μαρτυρίας της καθώς και της θετικής εικόνας που δημιούργησε στο Δικαστήριο. Ένα ζήτημα που προέκυψε μέσα από την μαρτυρία της ΜΚ1 είναι κατά πόσο τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα της ανήκουν, πράγμα που η υπεράσπιση αμφισβήτησε. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Από το σύνολο της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα γεγονότα που παρέμειναν αναντίλεκτα εύκολα προκύπτει ότι η ΜΚ1 είναι η νόμιμη δικαιούχος των χρυσαφικών και κοσμημάτων που κλάπηκαν από την οικία της. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, το θέμα αυτό είναι άνευ σημασίας. Καμία σημασία έχει αν τα κλαπέντα αυτά αντικείμενα ανήκουν στην παραπονούμενη ή το σύζυγο της ή στα παιδιά της. Αυτό που είναι σημαντικό και δεν αμφισβητήθηκε είναι ότι τα επίδικα αντικείμενα αποτελούν προϊόν κλοπής από την έπαυλη αρ.8 που βρίσκεται στην οδό Μελέτης αρ.10 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου κατόπιν διάρρηξης της από τον κατηγορούμενο 1, που είναι το άτομο που ακολούθως τα πώλησε στον κατηγορούμενο
- Ο ΜΚ2 ήταν ένας αστυνομικός που συμμετείχε κυρίως την διάρρηξη και κλοπή από την κατοικία της παραπονούμενης με περιορισμένο ρόλο. Βασικά ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις στην οικία της ΜΚ1 μέσα από τις οποίες διαπίστωσε τον χώρο και τρόπο παραβίασης και εισόδου εντός της οικίας της παραπονούμενης, ενέργειες που παρέμειναν αναντίλεκτες μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Αποδέχομαι την μαρτυρία του περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 9 που αποτελεί μέρος της στο βαθμό και την έκταση που αφορούν τις εν λόγω αναντίλεκτες ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε ως αστυνομικός που συμμετείχε στην υπόθεση διάρρηξης και κλοπής από την οικία της ΜΚ
- Όπως και με την ΜΚ1, το μέρος της μαρτυρίας του που πηγάζει μέσα από το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση δεν λαμβάνεται υπόψη για το λόγο που ήδη έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Ο ΜΚ3 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που συμμετείχε στη διερεύνηση τόσο της περίπτωσης της διάρρηξης και κλοπής από την κατοικία της παραπονούμενης όσο και της περίπτωσης κλεπταποδοχής. Ως μάρτυρας έκανε γενικά καλή εντύπωση. Ο μάρτυρας αυτός ήλθε και κατάθεσε τα γεγονότα που προσωπικά αντιλήφθηκε ότι διαδραματίστηκαν. Στις τοποθετήσεις του ήταν ειλικρινής. Εκεί που ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σίγουρος το έλεγε ευθαρσώς χωρίς να υποθέτει ή να κατασκευάζει γεγονότα. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 και ως εκ τούτου το αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο. Συγκεκριμένα τα πιο κάτω παρέμειναν αδιαμφισβήτητες ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε: (α) Στις 12.10.11 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για το αδίκημα της διάρρηξης της οικίας της ΜΚ
- (β) Την ίδια ημέρα συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο οποίος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε "Μα εν άδικο να μείνω μέσα". (γ) Εκδόθηκε σχετικό δικαστικό ένταλμα έρευνας του καταστήματος του κατηγορουμένου 2 που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο. (δ) Από το πιο πάνω κατάστημα του κατηγορουμένου 2 ο ΜΚ3 μαζί με συνάδελφο του παρέλαβε δύο χρυσά βραχιόλια, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου, ένα κίτρινο και λευκόχρυσο δακτυλίδι με πέντε διαμάντια, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με τέσσερα διαμάντια, ένα ζεύγος διαμαντένια σκουλαρίκια και ένα χρυσό διαμαντένιο βραχιόλι, αντικείμενα που ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι είχε αγοράσει από τον κατηγορούμενο
- (ε) Μεταξύ των ημερομηνιών 12.10.11-13.10.11 και των ωρών 23:34-00:40 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Περαιτέρω μέσα από την δια ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα αυτού προκύπτει ότι έγινε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 για να μεταβεί στο κατάστημα του με σκοπό αυτό να ερευνηθεί, ο οποίος όμως απουσίαζε εκτός Πάφου. Παράλληλα δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 10) ο ΜΚ3 αναφέρει ότι ερευνήθηκε το πιο πάνω κατάστημα του κατηγορουμένου 2 στο οποίο εντοπίστηκαν τα προαναφερόμενα χρυσαφικά και κοσμήματα και παραλήφθηκαν, κατά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν διεξήχθη έρευνα στο κατάστημα του κατηγορουμένου αλλά ότι ο τελευταίος μόλις ήλθε του παρέδωσε αμέσως όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα που αγόρασε από τον κατηγορούμενο
- Πρόκειται για μια επουσιώδης αντίφαση, η οποία κρινόμενη υπό τα πρίσμα της όλης συμπεριφοράς του μάρτυρα καθώς και του συνόλου της μαρτυρίας του, δεν είναι ικανή στο να πλήξει την αξιοπιστία του. Εξυπακούεται όμως ότι το Δικαστήριο τελικά αποδέχεται τη δια ζώσης μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα κατά την αντεξέταση του, όπως αυτή καταγράφηκε πιο πάνω. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ3, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 10 που αποτελεί μέρος αυτής στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Σε σχέση με τον ΜΚ4 όλη σχεδόν η μαρτυρία του είναι εξ' ακοής καθότι απευθύνεται στο τι του αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 μέσα από γραπτή κατάθεση του (Τεκμήρια 13Α και 13Β). Εξαίρεση απλά αποτελεί το γεγονός λήψης γραπτής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 που είναι τα Τεκμήρια 13Α και 13Β. Με γνώμονα ότι η υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος 1 όταν αναφερόταν στο άτομο 'Φάνης' εννοούσε τον κατηγορούμενο 2, σε αντίθεση με την εκ διαμέτρου διαφορετική θέση του ΜΚ4, αμφισβητώντας έτσι την αλήθεια και αξιοπιστία του ΜΚ4 και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αναφέρω τα εξής: (α) Η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο 1 στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. (β) Αν ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο 1 ως μάρτυρα κατηγορίας εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την υπεράσπιση να τον κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). (γ) Η μη προσαγωγή του κατηγορουμένου 1 ως μάρτυρα κατηγορίας και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα δεδομένα και παραμέτρους αξιολόγησης, το Δικαστήριο αποδίδει μηδενική βαρύτητα τόσο στη δια ζώσης μαρτυρία του ΜΚ4 όσο και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του, καθώς επίσης αποδίδει μηδενική βαρύτητα στις γραπτές δηλώσεις και αναφορές του κατηγορουμένου 1 μέσα από τα Τεκμήρια 13Α και 13Β. Ο ΜΥ1 είχε περιορισμένη ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Η μόνη εμπλοκή του είναι ότι είναι ο αστυνομικός που επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 ρωτώντας τον αν την ίδια ημέρα ή την προηγούμενη έλαβε χρυσαφικά από κάποιον άγγλο με τον κατηγορούμενο 2 χωρίς δεύτερη σκέψη να απαντά καταφατικά. Καταφατική ήταν και η θέση του κατηγορουμένου 2 στην ερώτηση του εν λόγω μάρτυρα αν κατέχει αυτά τα χρυσαφικά, ο οποίος είπε ότι βρισκόταν στη Λευκωσία και ερχόταν στην Πάφο. Η παρουσία του ΜΥ1 στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνεται θετική και ειλικρινής. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή ο εν λόγω μάρτυρας υπεράσπισης ήλθε και απλά ανάφερε τα γεγονότα που προσωπικά γνώριζε ότι διαδραματίστηκαν. Σε καμία στιγμή δεν επινόησε κατάσταση και σε καμία περίπτωση κατασκεύασε γεγονότα. Οι αναφορές του ήταν πάντοτε ευθείς, σαφείς και αυθόρμητες. Δίχως να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις θεωρώ ότι ο ΜΥ1 ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Με γνώμονα αυτά αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 που ουσιαστικά είναι η πιο πάνω καταγραφή. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ1 είναι πως ο εν λόγω μάρτυρας όταν ρωτούσε τον κατηγορούμενο 2 και αναφερόταν σε άγγλο υπήκοο εννοούσε τον κατηγορούμενο 1 και ο κατηγορούμενος 2 από τον αυθόρμητα στιγμιαίο τρόπο που απάντησε έδειξε να αντιλήφθηκε χωρίς αμφιβολία και συνάμα με σιγουριά ότι η συζήτηση αφορούσε το ίδιο άτομο που ο ΜΥ1 είχε στο μυαλό του, δηλαδή τον κατηγορούμενο
- Εξάλλου τα χρυσαφικά που ο κατηγορούμενος 2 αμέσως παρέδωσε στην αστυνομία όταν αργότερα μετέβηκε στο κατάστημα του χωρίς μάλιστα να διεξαχθεί οποιαδήποτε έρευνα είναι αυτά που πήρε από τον κατηγορούμενο 1, πράγμα που σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη αυθόρμητα στιγμιαία αντίδραση του κατηγορουμένου 2 δείχνει ότι τα αντικείμενα που απέκτησε από άτομο αγγλικής καταγωγής είναι τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα που είχε ο κατηγορούμενος 1, τα οποία με βάση παραδεκτής και/ή αναντίλεκτης μαρτυρίας είναι αυτά που έκλεψε από την οικία της ΜΚ1 εντός της οποίας εισήλθε αφού πρώτα διέρρηξε παραβιάζοντας με βία πλαϊνή αλουμινένια θύρα βεράντας της εν λόγω οικίας και είναι τα ίδια αντικείμενα που στην συνέχεια πώλησε στον κατηγορούμενο 2 έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Αναφορικά με την μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 αυτή επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες άλλων μαρτύρων, οι οποίες έγιναν αποδεκτές. Ως μάρτυρας παρουσίασε μια εκδοχή η οποία παρέμεινε σταθερή και συνεπής μέχρι το τέλος. Στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν αυτός απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια ενώ παράλληλα φρόντιζε να δίδει εξηγήσεις σχετικά με τις τοποθετήσεις που παρουσίαζε. Η δε μαρτυρία του δεν περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα τη θετική εικόνα που δημιούργησε ως μάρτυρας. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 11 που αποτελεί μέρος της, καθόσον βέβαια αυτή σχετίζεται μόνο με γεγονότα και πράξεις στις οποίες ο ίδιος προσωπικά προέβηκε. Σαφώς οι προσωπικές του απόψεις και συμπεράσματα που διατυπώνει προκειμένου να πείσει για την ορθότητα των θέσεων του δεν λαμβάνονται υπόψη. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 08.10.11 και περί ώρα 19:30 η ΜΚ1 εξήλθε μαζί με το σύζυγο της από την οικία της, έπαυλη αρ.8, η οποία βρίσκεται στην οδό Μελέτης αρ.10 στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου αφού πρώτα έλεγξε ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα της ήταν κλειστά και ασφαλισμένα (κλειδωμένα). Μεταξύ των ωρών 22:30-23:00 της ίδιας ημέρας η ΜΚ1 μαζί με το σύζυγο της επέστρεψαν στην κατοικία τους και αφού εισήλθαν εντός αυτής από την μπροστινή πόρτα πήγαν κατευθείαν για ύπνο. Την επόμενη ημέρα (09.10.11) και περί ώρα 08:30 η ΜΚ1 μετέβηκε στο επιπλέον υπνοδωμάτιο της κατοικίας της για να πάρει το διαβατήριο της που βρισκόταν εντός χρηματοκιβωτίου χρώματος άσπρου μαζί με διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα όπου διαπίστωσε ότι το χρηματοκιβώτιο της οικίας της απουσίαζε μαζί με το περιεχόμενο του που, ανάμεσα σ' άλλα, ήταν διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα και συγκεκριμένα δύο χρυσά βραχιόλια, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου, ένα κίτρινο και λευκόχρυσο δακτυλίδι με πέντε διαμάντια, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με τέσσερα διαμάντια, ένα ζεύγος διαμαντένια σκουλαρίκια και ένα χρυσό διαμαντένιο βραχιόλι. Αμέσως η ΜΚ1 ειδοποίησε την αστυνομία και όταν ο αστυφύλακας 1197 Σωκράτης Παπαβασιλείου (ΜΚ2) μετέβηκε στην οικία διαπίστωσε μέσα από επιτόπιες εξετάσεις ότι ο δράστης εισήλθε εντός της εν λόγω οικίας παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο συρόμενη αλουμινένια μπαλκονόπορτα στο πίσω μέρος αυτής. Δυνάμει σχετικής θεληματικής κατάθεσης ημερομηνίας 12.10.11 ο κατηγορούμενος 1 ομολόγησε τη διάπραξη την διάρρηξη της προαναφερόμενης οικίας και κλοπής από αυτής χρηματοκιβωτίου χρώματος άσπρου μαζί με το περιεχόμενο του που ανάμεσα σ' αυτό ήταν τα πιο πάνω χρυσαφικά και κοσμήματα. Επίσης την ίδια ημέρα ο ΜΚ3 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 1 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για το αδίκημα της διάρρηξης της οικίας της ΜΚ
- Στις 14.10.11 ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον αστυφύλακα 836 Π. Χριστοδούλου την οικία της παραπονούμενης ως αυτή που παραδέχθηκε ότι διέρρηξε και από την οποία έκλεψε το χρηματοκιβώτιο χρώματος άσπρου μαζί με το περιεχόμενο του. Παράλληλα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα ένα τοίχο πίσω από την κατοικία της παραπονούμενης λέγοντας πως από αυτόν πήδηξε και εισήλθε στην πίσω αυλή της εν λόγω οικίας. Επιπλέον την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα μία πλαϊνή αλουμινένια θύρα βεράντας της πιο πάνω οικίας λέγοντας πως την παραβίασε με βία προκειμένου να εισέλθει εντός αυτής. Περαιτέρω την ίδια ημέρα στο δάσος της 'Πυκνής' στην Πέγεια της επαρχίας Πάφου ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στον πιο πάνω αστυφύλακα χρηματοκιβώτιο χρώματος άσπρου και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "This where I threw the safe box and this is the safe box I took from the house I broke into last week". Από έρευνα που ο αστυφύλακας 836 Π. Χριστοδούλου πραγματοποίησε την ίδια ημέρα στο χρηματοκιβώτιο εντοπίστηκαν ένα ζεύγος σκουλαρικιών χρώματος ασημί καθώς και ένα περιδέραιο λαιμού επίσης χρώματος ασημί. Αργότερα της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη αναγνώρισε το προαναφερόμενο χρηματοκιβώτιο μαζί με τα χρυσαφικά και κοσμήματα που εντοπίστηκαν ως μέρος της περιουσίας της που κλάπηκε από την πιο πάνω οικία της. Στις 10.1.10.11 ο κατηγορούμενος 1 ήλθε στο κατάστημα του κατηγορουμένου 2 που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο Κατόπιν διαπραγμάτευσης και αφού ζήτησε χρόνο να το συζητήσει δήθεν με τη σύζυγο του επειδή όπως ισχυρίστηκε σ' αυτήν ανήκει η σκοπούμενη προς πώληση περιουσία, ο κατηγορούμενος 1 πώλησε τα χρυσαφικά και κοσμήματα και ειδικότερα δύο χρυσά βραχιόλια, μία χρυσή καρφίτσα με διαμάντια και ζαφείρια σε σχήμα φύλλου, ένα κίτρινο και λευκόχρυσο δακτυλίδι με πέντε διαμάντια, ένα χρυσό κολιέ με διαμάντια, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με τέσσερα διαμάντια, ένα ζεύγος διαμαντένια σκουλαρίκια και ένα χρυσό διαμαντένιο βραχιόλι στον κατηγορούμενο 2 έναντι χρηματικού ανταλλάγματος που ανερχόταν σε ποσό λίγο μεγαλύτερο των €2.
- Ο κατηγορούμενος 2 δεν έκδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο και/ή απόδειξη στον κατηγορούμενο 1 για τη μεταξύ τους αυτή εμπορική συναλλαγή. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε σχετικό δικαστικό ένταλμα έρευνας του καταστήματος του κατηγορουμένου 2 που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο. Ο ΜΥ1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 2 για να μεταβεί στο κατάστημα του με σκοπό να ερευνηθεί, ο οποίος όμως απουσίαζε εκτός Πάφου. Τα εν λόγω χρυσαφικά και κοσμήματα εντοπίστηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 2 και ειδικότερα στο κατάστημα του που βρίσκεται στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο, χωρίς όμως να χρειαστεί να διεξαχθεί οποιαδήποτε έρευνα στο εν λόγω υποστατικό επειδή μόλις ο κατηγορούμενος ήλθε παρέδωσε αμέσως όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα που αγόρασε από τον κατηγορούμενο 1 σε μέλη της αστυνομίας. Μέλη της αστυνομίας παρέλαβαν τα χρυσαφικά και κοσμήματα που περιγράφονται στο σημείο
(4)πιο πάνω, τα οποία και παρέδωσαν στην παραπονούμενη. Στις 12.10.11 ο ΜΚ3 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 2 στη λεωφόρο Αποστόλου Παύλου αρ.46 στην Πάφο για το αδίκημα της κλεπταποδοχής, ο οποίος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε "Μα εν άδικο να μείνω μέσα". Μεταξύ των ημερομηνιών 12.10.11-13.10.11 και των ωρών 23:34-00:40 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Περαιτέρω στις 14.10.11 και μεταξύ των ωρών 13:15-13:20 ο αστυφύλακας 2665 Β. Χατζηβασίλης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της κλεπταποδοχής και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Αδικία". Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της κλεπταποδοχής που είναι η κατηγορία που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 306 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος απoδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται— (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων· (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων." Mελέτη τoυ άρθρου 306 του Κεφ.154 καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος 2 αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, (β) η οποία περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα και (γ) ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι αυτή η περιουσία κλάπηκε ή αποκτήθηκε με τρόπο που να αποτελεί κακούργημα ή πλημμέλημα. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος 1 πώλησε στον κατηγορούμενο 2 τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι για την αγορά αυτή ο κατηγορούμενος 2 πλήρωσε στον κατηγορούμενο 1 ποσό λίγο μεγαλύτερο των €2.
- Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα αντικείμενα όταν παραδόθηκαν στην αστυνομία από τον κατηγορούμενο 2 βρίσκονταν εντός του καταστήματος του, πράγμα που φανερώνει ότι βρίσκονταν υπό την κατοχή του. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα που περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 2 ως αποτέλεσμα αγοράς τους από τον κατηγορούμενο 1 αποτελούν προϊόν κλοπής από την οικία της παραπονούμενης κατόπιν διάρρηξης της από τον τελευταίο 1-2 ημέρες προηγουμένως. Παράλληλα, χωρίς δεύτερη σκέψη, τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα εμπίπτουν στην νομική έννοια της 'περιουσίας' που το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 2) περιγράφει. Επομένως τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία ικανοποιούνται στον απαιτούμενο βαθμό. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε όταν αγόραζε τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα ότι αυτά ήταν κλαπέντα. Τέτοια ένοχη γνώση του κατηγορουμένου 2 δεν προκύπτει πάντοτε μέσα από άμεση και θετική μαρτυρία αλλά συνάγεται από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου καθώς και από τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας (Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75). Στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2011)2 Α.Α.Δ. 466 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ακόμη λέχθηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακόλουθα ενοχής εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση, εφόσον την αποδεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη γνώσης ο κατηγορούμενος αθωώνεται (Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Απλή υποψία ότι το αντικείμενο μπορεί να είναι κλοπιμαίο δεν είναι επαρκές για να τεκμηριώσει γνώση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο της απόκτησης του ότι ήταν κλοπιμαίο (Textbook on Criminal Law, Michael J. Allen, 5η έκδοση σελ.448). Η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους στην ελεύθερη αγορά είναι παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα (Ττουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Σε τέτοια περίπτωση είναι απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας για την αξία των κλαπέντων αντικειμένων στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο πώλησης τους καθώς αναγκαία είναι και η παρουσίαση μαρτυρίας ως προς το τίμημα αγοράς τους κατά τον κρίσιμο χρόνο. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε ακόμη ότι η ηθελημένη απόκρυψη της φύλαξης κλοπιμαίας περιουσίας είναι παράγοντας που επίσης τείνει να ενισχύσει την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους. Πρόσφατη κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε σχέση με το διάστημα που διέρρευσε από την κλοπή της μπορεί από μόνο του να μην είναι πάντοτε αποφασιστικός παράγοντας για την εξαγωγή ενοχοποιητικού συμπεράσματος ενοχής, πλην όμως είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία. Την ίδια στιγμή όμως διαπίστωση στενής σχέσης μεταξύ του προσώπου που πωλεί και του προσώπου που αγοράζει δυνατό να οδηγήσει σε ενοχοποιητικό συμπέρασμα γνώσης. Περαιτέρω, τέτοιο συμπέρασμα δυνατό να εξαχθεί στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο λογαριασμός συναλλαγής είναι αναληθής (Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75). Περαιτέρω, η άρνηση του κατηγορουμένου ότι κατείχε τη συγκεκριμένη περιουσία καθώς και η διατύπωση ψέματος από τον κατηγορούμενο είναι στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι γνώριζε πως η κλαπείσα περιουσία είναι κλοπιμαία. Επιπλέον, το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί όταν διαπιστωθεί πως ο κατηγορούμενος κατείχε πρόσφατα κλαπείσα περιουσία και αυτός δεν προσφέρει καμία εξήγηση αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες την έχει αποκτήσει ή αν η εξήγηση που δίδει κριθεί ότι δεν είναι αληθινή (Textbook on Criminal Law, Michael J. Allen, 5η έκδοση σελ.448, Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69 και Paspalli v. The Police
(1968)2 C.L.R. 108). Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ κατ' αρχήν ότι οποιαδήποτε σύγκριση της τιμής που τα επίδικα χρυσαφικά και αντικείμενα αγοράστηκαν από τον κατηγορούμενο 2 με την πραγματική τους αξία στην αγορά με σκοπό την εξαγωγή σχετικού συμπεράσματος είναι αδύνατο και τούτο λόγω της μη ύπαρξης αποδεκτής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την πραγματική τιμή πώλησης τους στην κυπριακή αγορά. Παράλληλα από την προσκομισθείσα αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 με το που αγόρασε τα επίδικα χρυσαφικά και κοσμήματα δεν επιχείρησε είτε να τα καταστρέψει λιώνοντας τα σε χρυσό είτε να αλλοιώσει τη μορφή τους είτε βιαστικά να τα πωλήσει εξαφανίζοντας έτσι την παρουσία τους. Σε καμία περίπτωση φαίνεται να προσπάθησε να αποκρύψει την ύπαρξη των επιδίκων χρυσαφικών και κοσμημάτων που βρίσκονταν στην κατοχή του. Αντίθετα μόλις ερωτήθηκε από την αστυνομία αν υπήρχε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το παραδέχτηκε ευθέως και αμέσως. Από μόνος του τα παρέδωσε στην αστυνομία όταν του ζητήθηκε να το πράξει χωρίς να χρειαστεί να εκτελεστεί οποιοδήποτε ένταλμα έρευνας και αφού ενημερώθηκε ότι επρόκειτο για κλοπιμαία περιουσία. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε την εν λόγω κλοπιμαία περιουσία, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε τη δική του εξήγηση. Η απόκτηση της κλοπιμαίας αυτής περιουσίας, όπως προκύπτει μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, προήλθε στη βάση διαπραγμάτευσης και αφού ο κατηγορούμενος 1 επανήλθε σε διαφορετική ημέρα για να ανακοινώσει την απόφαση του. Οι εξηγήσεις αυτές δεν ανατράπηκαν μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά τις εξηγήσεις αυτές αναληθείς. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε από την αστυνομία να ελέγξει το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του καταστήματος του που κατέγραψε το περιεχόμενο της συνομιλίας και διαπραγμάτευσης που είχε με τον κατηγορούμενο 1. Αν κάτι τέτοιο δεν υποστήριζε την ορθότητα των θέσεων του δεν θα υπήρχε λόγος να επιμένει ενώ από την άλλη αν υπήρχε κάτι το εμφανές επιλήψιμο στη συμπεριφορά του θα φρόντιζε να διέγραφε τέτοια καταγραφή χωρίς να προκαλεί την αστυνομία να το εξετάσει. Είναι γεγονός ότι η μη έκδοση τιμολογίου και απόδειξης προς τον κατηγορούμενο 1 εγείρει κάποιου είδους προβληματισμό, πλην όμως αυτό μόνο του και σε συνάρτηση με την πιο πάνω συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος 2 επέδειξε δεν είναι επαρκές στο να δημιουργήσει συμπέρασμα γνώσης από μέρους του κατηγορουμένου 2 ότι η επίδικη περιουσία ήταν κλοπιμαία. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Με τα δεδομένα αυτά το τρίτο συστατικό στοιχείο δεν έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι γνωστό ότι η σωρευτική τεκμηρίωση των συστατικών στοιχείων κάθε κατηγορίας που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αποτελεί έργο και συνάμα υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης γι' αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €145 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κλεπταποδοχή/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο