ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ν. Αβραάμ Αβραάμ, Αρ. Υπόθεσης: 12167/12, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12167/12 ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ, από την Πάφο v. Αβραάμ Αβραάμ, από την Πάφο Κατηγορουμένου ____________________________ Ημερομηνία: 22.05.2015 Για τον Παραπονούμενο: κ Χ. Ζόππος Για τον κατηγορούμενο : κ Α. Αλεξάνδρου (κα Μενοίκου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εννέα συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 10.12.10 εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 92476277, 92476278, 92476279, 92476280, 92476281, 92476286, 92476282, 92476283 και 92476284 για τα ποσά των €9.120, €6.883, €5.000, €5.000, €5.000, €6.109, €5.000, €5.000 και €5.
- Οι πιο πάνω επιταγές αφού παρουσιάστηκαν για εξαργύρωση κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες επιστράφηκαν απλήρωτες, οι πρώτες εφτά λόγω μη επαρκών υπολοίπων και οι υπόλοιπες δύο λόγω του ότι ο λογαριασμός έκλεισε. Προς απόδειξη της υπόθεσης του παραπονούμενου κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι Ε. Γεωργίου (ΜΚ1), η Ε. Χαραλάμπους (ΜΚ2), ο παραπονούμενος Σ. Στεφάνου (ΜΚ3) και ο Α. Παπαευριπίδου (ΜΚ4). Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο:
- Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές καταχωρήθηκε από τον παραπονούμενο εναντίον του κατηγορούμενου η αγωγή με αρ. 619/13 Ε.Δ. Πάφου.
- Στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής εκδόθηκε απόφαση υπέρ του παραπονουμένου και εναντίον του κατηγορούμενου στις 16/05/
- Το ποσό των €62.112 το οποίο διεκδικήθηκε και για το οποίο εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντα/παραπονουμένου στην παρούσα υπόθεση και εναντίον του εναγόμενου/ κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση οφείλεται σε λάθος και το ορθό ποσό ήταν €52.
- Το λάθος οφείλεται διότι συμπεριλήφθη η επιταγή με αριθμό 80176976 ημερομηνίας 30.05.10 για το ποσό των €10.000 η οποία όμως είχε εξοφληθεί. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τον Α. Παναγιώτου (ΜΥ1). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Η ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας με την επωνυμία SPLS TRADING CO LTD (στο εξής θα καλείται ως η «εταιρεία») από το
- Ο παραπονούμενος είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας, η οποία ασχολείται με την πώληση πετρελαιοειδών και άλλων συναφών ειδών και διατηρεί πρατήριο καυσίμων. Ο κατηγορούμενος είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας ΕΣΚΑΜΕΛ ΛΤΔ (στο εξής θα καλείται η «Εσκαμελ»). Ο κατηγορούμενος και η Εσκαμελ ήταν πελάτες της εταιρείας από το Φεβρουάριο του 2002 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2011 και προμηθεύονταν καύσιμα επί πιστώσει από την εταιρεία. Προς τον σκοπό αυτό η εταιρεία διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο χρέωνε την αξία των καυσίμων που προμήθευε στον κατηγορούμενο και την Εσκαμελ και πίστωνε οποιεσδήποτε πληρωμές γίνονταν. Περί το Δεκέμβριο του 2010 ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε στην παρουσία της και στην παρουσία του παραπονούμενου εννέα προσωπικές του επιταγές της Τράπεζας Κύπρου για το χρέος της Εσκαμελ και του ιδίου προσωπικά. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις πιο κάτω επιταγές της Τράπεζας Κύπρου: Επιταγή Τραπέζης Κύπρου, υπ. αρ.92476277, ημερ.17.12.10, για ποσό €9,120 (Τεκμήριο 2). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου, υπ. αρ.92476278, ημερ.30.12.10, για ποσό €6,883 (Τεκμήριο 3). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476279 ημερ.15.01.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 4). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476280 ημερ.30.01.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 5). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476281 ημερ.10.02.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 6). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476286 ημερ.15.02.11 για ποσό €6,109 (Τεκμήριο 7). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476282 ημερ.28.02.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 8). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476283 ημερ.15.03.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 9). Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476284 ημερ.30.03.11 για ποσό €5,000 (Τεκμήριο 10). Εντός ευλόγου χρόνου από τις ημερομηνίες που οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες, ο παραπονούμενος τις κατέθεσε προς πληρωμή, αλλά αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες. Συγκεκριμένα, οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-8) επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων και οι επιταγές, Τεκμήρια 9 και 10 λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος (ΚΑΠ). Οι επίδικες επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες και ο κατηγορούμενος μαζί με την Εσκαμελ εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €52.111,
- Στη δια ζώσης μαρτυρία της η ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από τότε που ξεκίνησε να εργάζεται στην εταιρεία, δηλαδή από τον Οκτώβριο του 2008 και σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου απάντησε ότι εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε από τον παραπονούμενο η αγωγή με αρ. 619/13 Ε.Δ Πάφου (Τεκμήριο 20). Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας και ότι ο λογαριασμός της Εσκαμελ και του κατηγορούμενου ήταν κοινός (Τεκμήριο 11). Σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 10.12.10, η ΜΚ1 απάντησε ότι το υπόλοιπο της εν λόγω ημερομηνίας είναι εκείνο που παρουσιάζεται στις 28.11.10, καθώς τα τιμολόγια κλείνουν κάθε τέλος του μήνα. Επομένως, μέχρι τις 10.12.10 ήταν πιθανόν να προμηθεύτηκαν και άλλα καύσιμα, τα τιμολόγια όμως δεν εκδίδονταν κάθε φορά που προμηθεύονταν καύσιμα αλλά στο τέλος εκάστου μήνα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, η ΜΚ1 απάντησε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις 10.12.10 εκτός από τις επιταγές, Τεκμήρια 2 και 7 που εκδόθηκαν στις 21.12.10 και 28.12.10 αντίστοιχα. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασης της, ανέφερε ότι η μεν επιταγή Τεκμήριο 7 εκδόθηκε στις 11.1.11 και ότι στις 28.12.10 ήταν η ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου που αφορούσε τα καύσιμα για το μήνα Δεκέμβριο 2010, η δε επιταγή Τεκμήριο 2 εκδόθηκε στις 10.12.
- Συγκεκριμένα εξήγησε ότι το ποσό των €9.120 είχε δοθεί την εν λόγω ημερομηνία ως δάνειο από την εταιρεία στον κατηγορούμενο, ο οποίος την ίδια ημέρα εξέδωσε για το ποσό των €9.120 την επιταγή Τεκμήριο
- Όταν η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στις 21.12.10, τότε καταγράφηκε στον λογαριασμό του κατηγορούμενου και της Εσκαμελ. Ο κ. Αλεξάνδρου υπέδειξε στην ΜΚ1 κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 18.6.12 (Τεκμήριο 13) η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο στα πλαίσια της αγωγής 3296/12 Ε.Δ. Πάφου. Η ΜΚ1 αναγνώρισε την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού λέγοντας ότι είναι η ίδια που την ετοίμασε. Ερωτηθείσα κατά πόσο οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 11 και 13) αφορούν τον λογαριασμό που διατηρούσε η Εσκαμελ με την εταιρεία, η ΜΚ1 απάντησε ότι ο λογαριασμός αφορά τόσο την Εσκαμελ όσο και τον κατηγορούμενο και ότι ο λογαριασμός είναι ο ίδιος. Περαιτέρω, η ΜΚ1 διαφώνησε με την υπόδειξη του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι το Τεκμήριο 13 αφορά μόνο την Εσκαμελ, ενώ το Τεκμήριο 11 αφορά τόσο την Εσκαμελ όσο και τον κατηγορούμενο και υποστήριξε ότι στο λογισμικό πρόγραμμα είναι καταχωρημένος και ο κατηγορούμενος όμως κατά το χρόνο εκτύπωσης του Τεκμηρίου 13 το λογισμικό πρόγραμμα ήταν ρυθμισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην εκτυπώνει όλα τα ονόματα που είναι καταχωρημένα σε έναν λογαριασμό. Αργότερα αυτό άλλαξε και για αυτό όταν εκτυπώθηκε το Τεκμήριο 11 παρουσιάζεται και το όνομα του κατηγορούμενου. Στην επισήμανση του κ. Αλεξάνδρου ότι στο Τεκμήριο 13 ως χρεωστικό υπόλοιπο παρουσιάζεται το ποσό των €48.936,95, ενώ στο Τεκμήριο 11 ως χρεωστικό υπόλοιπο παρουσιάζεται το ποσό των €52.111,95, η ΜΚ1 είπε ότι η διαφορά αφορά ποσό της τάξης των €3.175 το οποίο είχε δοθεί στον κατηγορούμενο ως δάνειο σε μετρητά. Ξεκαθάρισε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα όταν δόθηκε το εν λόγω δάνειο, ούτε και γνωρίζει την ακριβή ημερομηνία που δόθηκε. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε αργότερα από τον παραπονούμενο και έγινε η σχετική καταχώρηση στο Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 13 δεν παρουσιάζεται η συγκεκριμένη καταχώρηση διότι η εγγραφή έγινε μεταγενέστερα. Η ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 11 και 13 αλλοιώθηκαν σε σχέση με τα πρόσωπα που αφορούν και τα χρεωστικά υπόλοιπα λέγοντας ότι σε σχέση με την αναγραφή των προσώπων το πρόβλημα δημιουργήθηκε λόγω του λογισμικού προγράμματος, ενώ για την διαφορά στα χρεωστικά υπόλοιπα επανέλαβε ότι οφείλεται στο δάνειο των €3.175 που δόθηκε σε μετρητά στον κατηγορούμενο. Σε σχετική μάλιστα ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου, είπε ότι από το 2008 που εργοδοτήθηκε στην εταιρεία το όνομα του κατηγορούμενου ήταν καταχωρημένο στο λογαριασμό. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου η ΜΚ1 απάντησε ότι ήταν παρούσα όταν ήρθε ο κατηγορούμενος στο γραφείο της εταιρείας και μετά από συζήτηση που είχε με τον παραπονούμενο συμφώνησαν για το ποσό για το οποίο θα εκδίδονταν οι επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από τον παραπονούμενο εκτός από μία η οποία συμπληρώθηκε από τον πεθερό του, Κωστάκη Αριστοτέλους. Στη συνέχεια και ενώ ήταν συμπληρωμένες οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ1 συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι ο παραπονούμενος δεν είχε δοσοληψίες με τον κατηγορούμενο, ανέφερε ωστόσο ότι οι επιταγές που παραδίδονται στην εταιρεία εκδίδονται είτε επ' ονόματι της εταιρείας είτε επ' ονόματι του παραπονούμενου. Τέλος, η ΜΚ1 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε και τις παρέδωσε ο πατέρας του κατηγορούμενου, Ανδρέας Αβραάμ και όχι ο κατηγορούμενος. Θα παρακάμψω στο σημείο αυτό τη σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας και θα παραθέσω τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του παραπονούμενου (ΜΚ3), καθώς σχετίζεται άμεσα με τη μαρτυρία της ΜΚ
- Ο παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 18), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας. Η Εσκαμελ από το 2002 και ο κατηγορούμενος από το 2008 μέχρι το Φεβρουάριο του 2011 ήταν πελάτες της εταιρείας, η οποία τους προμήθευε καύσιμα επί πιστώσει. Για το σκοπό αυτό η εταιρεία διατηρούσε λογαριασμό με την Εσκαμελ και τον κατηγορούμενο στον οποίο χρέωνε την αξία των καυσίμων που τους προμήθευε και πίστωνε το λογαριασμό με οποιεσδήποτε πληρωμές γίνονταν. Στις 10.12.10 και 11.1.11 σε συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο με σκοπό το διακανονισμό του χρέους της Εσκαμελ και του ιδίου, ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπέγραψε τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-10) στην παρουσία του παραπονούμενου και της ΜΚ
- Κατά την έκδοση και υπογραφή της επίδικης επιταγής - Τεκμήριο 7, παρών ήταν επίσης και ο πεθερός του παραπονούμενου, Κώστας Αριστοτέλους. Εντός ευλόγου χρόνου από τις ημερομηνίες που οι επίδικες επιταγές κατέστησαν πληρωτέες, τις κατέθεσε προς πληρωμή, αλλά αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες. Συγκεκριμένα, οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-8) επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων και οι επιταγές, Τεκμήρια 9 και 10 λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος (Κ.Α.Π). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τον κατηγορούμενο οι επίδικες επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες και ο κατηγορούμενος μαζί με την Εσκαμελ εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €52.111,
- Στη δια ζώσης μαρτυρία του και σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πρόβλημα με μία επιταγή που είχε εκδώσει ύψους €13.120 για την οποία δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στο λογαριασμό του για να τιμηθεί και κινδύνευε να καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π. Το ποσό που υπολειπόταν για να εξοφληθεί η εν λόγω επιταγή ήταν €9.
- Συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να του δανείσει το ποσό των €9.120, έτσι ώστε να εξοφληθεί η επιταγή των €13.120, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο κατηγορούμενος θα εξέδιδε επιταγές μεταχρονολογημένες με τις οποίες θα διευθετείτο το χρέος της Εσκαμελ και του ιδίου. Έτσι στις 10.12.10 ο παραπονούμενος παρέδωσε επιταγή της εταιρείας την οποία υπέγραψε ο ίδιος προς όφελος του κατηγορούμενου για το ποσό των €9.
- Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές πλην του Τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα, για το ποσό των €9.120 που δάνεισε τον κατηγορούμενο ο τελευταίος εξέδωσε την επιταγή - Τεκμήριο
- Η επιταγή - Τεκμήριο 3 εκδόθηκε προς εξόφληση του τιμολογίου που αφορούσε τα καύσιμα του μηνός Ιουλίου του 2010 και το χρεωστικό υπόλοιπο που απέμενε διαιρέθηκε και αντιστοιχούσε σε €5.000 περίπου για το οποίο εκδόθηκαν οι υπόλοιπες επίδικες επιταγές πλην του Τεκμηρίου 7 το οποίο εκδόθηκε μεταγενέστερα στις 11.1.
- Οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από τον ίδιο, πλην του Τεκμηρίου 7 που συμπληρώθηκε από τον πεθερό του, και υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, απάντησε ότι ουδέποτε οχλήθηκε από την αστυνομία για οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με τις επίδικες επιταγές. Τέλος, σε σχέση με τη διαφορά που υπάρχει στο χρεωστικό υπόλοιπο των Τεκμηρίων 11 και 13, ο παραπονούμενος είπε ότι η διαφορά έγκειται στο ποσό των €3.175 το οποίο δάνεισε σε μετρητά στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα που του δάνεισε και το ποσό των €9.120, δηλαδή στις 10.12.
- Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να τον δανείσει το εν λόγω ποσό για να καλύψει κάποιες ανάγκες που είχε. Του δάνεισε το εν λόγω ποσό σε μετρητά, αλλά ενημέρωσε καθυστερημένα το λογιστήριο για να περαστεί η συγκεκριμένη χρέωση στο λογαριασμό του κατηγορούμενου και της Εσκαμελ. Η δεύτερη διαφορά αφορά την μη αναγραφή του ονόματος του κατηγορουμένου. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο λογισμικό σύστημα, το οποίο στις περιπτώσεις που εμφανίζονται αρκετά ονόματα για τον λογαριασμό ενός πελάτη παρουσιάζει μόνο το πρώτο όνομα, εκτός αν ζητηθούν κατά την εκτύπωση πλήρεις λεπτομέρειες οπότε εμφανίζονται όλα τα στοιχεία. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον κατηγορούμενο, αλλά η εταιρεία του στην οποία είναι διευθυντής προμήθευε με καύσιμα τον κατηγορούμενο και την Εσκαμέλ. Αναφορικά με την αγωγή με αρ. 3296/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 12), είπε ότι οι οδηγίες που είχε δώσει στον δικηγόρο του ήταν όπως η αγωγή αφορά τόσο τον κατηγορούμενο όσο και την Εσκαμέλ και αρνήθηκε ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μόνο εναντίον της Εσκαμέλ για να συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ο παραπονούμενος αρνήθηκε σχετικές υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η μη αναγραφή του ονόματος του κατηγορούμενου δεν οφείλεται στο λογισμικό σύστημα. Ως προς την διαφορά του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσιάζουν τα Τεκμήρια 11 και 13, ο παραπονούμενος είπε ότι εντοπίζεται στο ποσό των €3.175 που δάνεισε σε μετρητά τον κατηγορούμενο μετά από παράκληση του την ίδια ημέρα που του δάνεισε και το ποσό των €9.
- Το εν λόγω γεγονός έλαβε χώρα αφού είχαν αποχωρήσει οι υπάλληλοι του λογιστηρίου. Εκ λάθους του δεν ενημέρωσε άμεσα το λογιστήριο για να καταγραφεί η σχετική χρέωση στην κατάσταση λογαριασμού, αλλά αργότερα και για αυτό παρουσιάζεται η εν λόγω διαφορά μεταξύ των δύο καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 11 και 13). Στο Τεκμήριο 11 δηλαδή που ετοιμάστηκε μεταγενέστερα φαίνεται η εν λόγω καταχώρηση όχι όμως και στο Τεκμήριο
- Ο παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι ουδέποτε δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €3.175, συμφώνησε όμως μαζί του ότι δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο για το εν λόγω ποσό που του δάνεισε. Σε σχέση με τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών, ο παραπονούμενος είπε ότι όλες οι επιταγές εκδόθηκαν στις 10.12.10, εκτός από την επιταγή Τεκμήριο 7 η οποία εκδόθηκε στις 11.1.11 διότι αφορούσε τα καύσιμα που προμηθεύτηκε ο κατηγορούμενος και η Εσκαμέλ τον Δεκέμβριο του
- Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου για ποιο λόγο αποδέκτηκε την έκδοση της εν λόγω επιταγής αφ' ης στιγμής είχαν ήδη επιστραφεί επιταγές ως απλήρωτες, ο παραπονούμενος απάντησε ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ανέμενε να λάβει κάποια χρήματα και θα εξοφλούσε τις επίδικες επιταγές. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολές του κ. Αλεξάνδρου ότι τις επίδικες επιταγές του τις παρέδωσε ο πατέρας του κατηγορούμενου ο οποίος και έθεσε την υπογραφή του επ' αυτών. Τέλος, στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την έκδοση των επίδικων επιταγών αφού τα καύσιμα τα προμηθευόταν η Εσκαμέλ, ο παραπονούμενος απάντησε ότι τα καύσιμα πωλούνταν τόσο στην Εσκαμέλ όσο και στον κατηγορούμενο. Η βασική θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε και δεν υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Οι ΜΚ 1 και 3 αρνήθηκαν τις σχετικές υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι δεν είναι ο τελευταίος που υπέγραψε και παρέδωσε τις επίδικες επιταγές, αλλά ο πατέρας του Ανδρέας Αβραάμ. Αποκτούν επομένως ιδιαίτερη σημασία τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν κατά τον χρόνο παράδοσης των επίδικων επιταγών στις 10.12.10 και 11.1.
- Ξεκινώντας από τη ΜΚ1 όταν ερωτήθηκε, κατά την αντεξέταση της, ποιος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εκδώσει επιταγές για τα συγκεκριμένα ποσά, ανέφερε ότι το ποσό της κάθε επίδικης επιταγής συμφωνήθηκε μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Ο δε ΜΚ3, στη μαρτυρία του οποίου ουσιαστικά παρέπεμψε η ΜΚ1, στην κυρίως εξέταση του δήλωσε ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του εκδώσει επιταγές για τα ποσά που όφειλε η Εσκαμελ και ο ίδιος προκειμένου να του δανείσει το ποσό των €9.
- Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 είπε ότι για το ποσό των €9.120 που δάνεισε τον κατηγορούμενο ο τελευταίος εξέδωσε επιταγή με το αντίστοιχο ποσό (Τεκμήριο 2). Επίσης, εξέδωσε μία επιταγή για το ποσό που αντιστοιχούσε στο τιμολόγιο του Ιουλίου 2010 (Τεκμήριο 3) και το υπόλοιπο ποσό διαιρέθηκε και αντιστοιχούσε περίπου σε €5.000 για κάθε επιταγή. Όταν όμως του υποδείχθηκε από τον κ Αλεξάνδρου ότι στις 10.12.10 το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 11) ήταν €33.095,44 και ο ίδιος ζήτησε την έκδοση επιταγών για το συνολικό ποσό των €36,883 (δεν περιλαμβάνονται οι επιταγές Τεκμήρια 2 και 7), ο ΜΚ3 απάντησε επικαλούμενος το ποσό των €9.120 που δάνεισε στον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι με το εν λόγω ποσό το οποίο δεν είχε καταγραφεί τη συγκεκριμένη ημερομηνία στην κατάσταση λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο θα ξεπερνούσε το ποσό των €36.
- Καταρχάς, παρατηρώ ότι ο ΜΚ3 απέφυγε ουσιαστικά να απαντήσει στην εύλογη απορία του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου αναφορικά με το λόγο για τον οποίο ζήτησε την έκδοση επιταγών για ποσό μεγαλύτερο από το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε η κατάσταση λογαριασμού στις 10.12.
- Υπενθυμίζω εδώ ότι η πλευρά του παραπονούμενου συνέδεσε τις επίδικες επιταγές με το χρεωστικό υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, υποστηρίζοντας ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προς εξόφλησή του. Ως προς την ουσία τώρα της απάντησης του ΜΚ3, παρατηρώ ότι η απάντηση του ελέγχεται ως προς τα γεγονότα που επικαλέστηκε. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί ο ΜΚ3 να επικαλείται το ποσό των €9.120, καθώς σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία για το εν λόγω ποσό ο κατηγορούμενος του εξέδωσε ξεχωριστή επιταγή (Τεκμήριο 2). Κατά συνέπεια το ποσό των €9.120 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός την 10.12.10 και επομένως ούτε και με το ποσό των €36.883 στο οποίο συμποσούνται οι επίδικες επιταγές που εκδόθηκαν την εν λόγω ημερομηνία (Τεκμήρια 3,4,5,6,8,9, και 10). Παρενθετικά αναφέρω ότι η επιταγή - Τεκμήριο 7 εκδόθηκε μεταγενέστερα στις 11.1.11 και αφορούσε το τιμολόγιο του Δεκεμβρίου
- Δημιουργείται επομένως κενό σε σχέση με όσα υποστήριξε ο ΜΚ3 για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι στις 10.12.10 του παραδοθήκαν επιταγές για το συνολικό ποσό των €36.
- Αυτό διότι από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε προκύπτει ότι το άθροισμα των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, 8, 9 και 10) δεν αντιστοιχούσε στο χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε η κατάσταση λογαριασμού στις 10.12.10, αλλά το υπερέβαινε. Εδώ αποκτά πλέον σημασία και το ζήτημα με το ποσό των €3.175 σε σχέση με το οποίο προκύπτουν επίσης κενά και ερωτηματικά. Το εν λόγω ποσό αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήρια 11 και
- Αφαιρουμένου του εν λόγω ποσού, το συνολικό ποσό στο οποίο συμποσούνται οι επίδικες επιταγές δεν συμπίπτει με το χρεωστικό υπόλοιπο του Τεκμηρίου
- Οι ΜΚ 1 και 3 δικαιολόγησαν την εν λόγω διαφορά υποστηρίζοντας ότι οφείλεται στο ποσό που δάνεισε σε μετρητά ο παραπονούμενος τον κατηγορούμενο και το οποίο δεν καταγράφηκε άμεσα στην κατάσταση λογαριασμού. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 υποστήριξε πως δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €3.175 σε μετρητά στις 10.12.10, μετά από σχετική παράκληση του τελευταίου η οποία έλαβε χώρα αφού είχαν αποχωρήσει οι υπάλληλοι του λογιστηρίου. Προκύπτουν, κατά την άποψη μου, τα εξής κενά και ερωτηματικά σε σχέση το τι ακριβώς συνέβη με τον ισχυριζόμενο δανεισμό του ποσού των €3.
- Συγκεκριμένα: Α) Στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 13 ημερομηνίας 18.6.12, το εν λόγω ποσό δεν καταγράφεται. Ο ΜΚ3 προσπάθησε να δικαιολογήσει το εν λόγω γεγονός λέγοντας ότι ξέχασε να το αναφέρει στο λογιστήριο για να υπάρξει η σχετική χρέωση. Είναι όμως απορίας άξιον πως για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο το εν λόγω ποσό δεν καταχωρήθηκε στην κατάσταση λογαριασμού. Πολύ δε περισσότερο όταν για το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού καταχωρήθηκε η αγωγή 3296/12 Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της οποίας και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α το παρόν Τεκμήριο
- Από τη στιγμή που καταχωρήθηκε αγωγή για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, εύλογα θα αναμενόταν να γίνει και ο απαραίτητος έλεγχος ως προς την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού. Προφανώς η απουσία της εν λόγω χρέωσης δεν διαπιστώθηκε, η δε ακριβής ημερομηνία που καταχωρήθηκε η χρέωση για το ποσό των €3.175 παραμένει άγνωστη, καθώς ούτε ο ίδιος ούτε και η ΜΚ1 ήταν σε θέση να θυμηθούν πότε καταχωρήθηκε η συγκεκριμένη εγγραφή στην κατάσταση λογαριασμού. Β) Ερωτηματικά επίσης προκαλεί το γεγονός ότι για το ισχυριζόμενο δάνειο των €3.175, ο ΜΚ3 δεν ζήτησε οποιαδήποτε εξασφάλιση μέσω π.χ. της έκδοσης αντίστοιχης επιταγής όπως έπραξε και για το δάνειο των €9.
- Ενώ δηλαδή στις 10.12.10 προκειμένου να δανείσει τον κατηγορούμενο με το ποσό των €9.120 ζήτησε την έκδοση επιταγής τόσο για το εν λόγω ποσό όσο και επιταγές για το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός της Εσκαμέλ και του ιδίου, εντούτοις για το ποσό των €3.175 δεν ζήτησε οτιδήποτε. Ταυτόχρονα ξέχασε να το αναφέρει στο λογιστήριο για να περαστεί η εν λόγω χρέωση, πράγμα που έπραξε σε άγνωστη ημερομηνία αρκετό όμως καιρό αργότερα και σε κάθε περίπτωση μετά τις 18.6.12 (Τεκμήριο 13). Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι δεν προέβη στην εν λόγω ενέργεια διότι το ποσό αυτό καλυπτόταν από τις επιταγές που είχαν εκδοθεί στις 10.12.
- Κατά το χρόνο έκδοσης τους, ο ΜΚ3 δεν γνώριζε ότι θα ζητούσε ο κατηγορούμενος δάνειο για το ποσό των €3.175, έτσι ώστε να το συμπεριλάβει στο ποσό των επίδικων επιταγών. Επίσης, όταν στις 11.1.11 εκδόθηκε η επιταγή (Τεκμήριο 7), ο ΜΚ3 δεν ζήτησε την έκδοση επιταγής ή κάποια άλλη εξασφάλιση για το εν λόγω ποσό και αυτό παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε είχαν ήδη επιστραφεί επιταγές του κατηγορούμενου απλήρωτες (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Τα πιο πάνω αναφερόμενα τα οποία περιβάλλουν και σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της έκδοσης των επίδικων επιταγών, δημιουργούν, κατά την άποψη μου, τέτοιο ρήγμα στη μαρτυρία των ΜΚ1 και 3 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει η πλευρά του παραπονουμένου επιχείρησε να συνδέσει την έκδοση των επιταγών με το χρεωστικό υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού. Από τη μαρτυρία όμως που τέθηκε ενώπιόν μου προκύπτει ότι το ποσό των επίδικων επιταγών δεν αντιστοιχεί στο χρεωστικό υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 11). Αυτό διότι αφενός κατά το χρόνο έκδοσης τους δεν αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός, παρά την περί αντιθέτου διαβεβαίωση του ΜΚ
- Αφετέρου προκύπτει ότι επιχειρήθηκε η εκ των υστέρων διόρθωση της κατάστασης λογαριασμού με την προσθήκη της χρέωσης για το ποσό των €3.
- Η αιτιολογία που δόθηκε από τους ΜΚ1 και 3 για να δικαιολογηθεί η απουσία του εν λόγω ποσού από το Τεκμήριο 13 και η μεταγενέστερη καταχώρηση του στο Τεκμήριο 11 δεν έπεισε για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία των ΜΚ1 και 3 επί του σημείου της υπογραφής του κατηγορούμενου στις επίδικες επιταγές, ελέγχεται και από την αντίθετη επιστημονική μαρτυρία του ΜΥ1 (στην οποία θα αναφερθώ αναλυτικά πιο κάτω), σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών δεν ανήκουν στον κατηγορούμενο. Στην Ποιν. Εφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.α. ημερ. 6/4/15 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. Θεμελιώνει όμως επιστημονικά τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (βλ. Δημήτρης Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 1682). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε την μαρτυρία των εφεσιβλήτων με τον τρόπο που τέθηκε πιο πάνω. Το γεγονός ότι αναφέρθηκε σε έλεγχο της μαρτυρίας τους με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο εμπειρογνωμόνων, αυτό προκύπτει από τη νομολογία.» Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία των ΜΚ 1 και
- Η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 2010-2011 εργαζόταν στο κατάστημα Ελευθερίου Βενιζέλου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού με αρ. 0676-01-013174 για την περίοδο 16.11.10 - 4.3.
- Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι κατατέθηκαν στον πιο πάνω αναφερόμενο λογαριασμό και επιστράφηκαν απλήρωτες. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου, είπε ότι όταν κατατίθεται μία επιταγή γίνεται έλεγχος της υπογραφής του εκδότη και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η υπογραφή διαφέρει από το δείγμα που έχει στην κατοχή της η Τράπεζα, τότε ενημερώνεται ο πελάτης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έγινε οποιαδήποτε ενημέρωση στον πελάτη (ενν. στον κατηγορούμενο), καθώς δεν τέθηκε οποιοδήποτε θέμα για την υπογραφή του. Τέλος, η ΜΚ2 ανέφερε ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου έκλεισε στις 4.3.
- Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν κατατέθηκαν οι επίδικες επιταγές ελέγχθηκε η υπογραφή τους από την ίδια, τον Διευθυντή του καταστήματος της και από την υπηρεσία εκκαθάρισης της Τράπεζας η οποία εδρεύει στη Λευκωσία. Σε σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ελέγχθηκε η υπογραφή και στις εννέα επίδικες επιταγές. Περαιτέρω, η ΜΚ2 είπε ότι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να τον ενημερώσει ότι οι επιταγές δεν μπορούσαν να τιμηθούν καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο. Όταν κλήθηκε ωστόσο να αναφέρει συγκεκριμένα για ποιες από τις επίδικες επιταγές τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, η ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει. Σε σχέση με το έντυπο κατάθεσης ημερομηνίας 4.3.11 (Τεκμήριο 17), η ΜΚ2 είπε ότι υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο στην παρουσία της και συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι η υπογραφή του κατηγορούμενου επί του Τεκμηρίου 17 διαφέρει από το δείγμα της υπογραφής του (Τεκμήριο 15Α). Τέλος, ανέφερε ότι στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 14) καταγράφεται μόνο η ημερομηνία επιστροφής των επίδικων επιταγών και όχι η ημερομηνία κατάθεσης τους. Η ΜΚ2 κατέθεσε με ειλικρίνεια και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Δεν διέκρινα μέσα από τη μαρτυρία της ότι κινείτο με αλλότρια κίνητρα ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα και να ευνοήσει τον παραπονούμενο ή να βλάψει τον κατηγορούμενο. Στη αντεξέταση της ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου επικεντρώθηκε στον έλεγχο που η μάρτυρας διενήργησε στις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών. Η ΜΚ2 ήταν κατηγορηματική στο ότι έλεγξε τις υπογραφές επί των επιδίκων επιταγών, αναφέροντας μάλιστα ότι είχε περισσότερη «έννοια» διότι τα ποσά ήταν μεγάλα. Ωστόσο στις επίμονες ερωτήσεις του κ. Αλεξάνδρου, η ΜΚ2 είπε ότι δεν μπορούσε να διαβεβαιώσει ότι έλεγξε και τις εννέα επίδικες επιταγές. Το γεγονός αυτό δεν θεωρώ ότι δημιουργεί ρήγμα στη μαρτυρία της ΜΚ2, αντιθέτως θα έλεγα ότι είναι ενδεικτικό της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι πρόκειται για ένα ουδέτερο γεγονός, καθώς η ΜΚ2 με βάση το σύνολο της μαρτυρίας της δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να εκφέρει γνώμη ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορούμενου στις επίδικες επιταγές. Η υπογραφή ενός εγγράφου από συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να αποδειχθεί είτε δια της μαρτυρίας του υπογράφοντος, είτε δια της μαρτυρίας προσώπου το οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής, είτε δια της μαρτυρίας γραφολόγου είτε τέλος, δια της μαρτυρίας προσώπου εξοικειωμένου με την υπό αμφισβήτηση υπογραφή (Cross on Evidence, 5th edition, σελ. 603 επ.). Η ΜΚ2 δεν ήταν ούτε αυτόπτης μάρτυρας των υπογραφών που τέθηκαν στις επίδικες επιταγές, ούτε και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι διαθέτει γνώσεις γραφολογίας. Επίσης, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πρόσωπο εξοικειωμένο με την υπογραφή του κατηγορούμενου. Στη μαρτυρία της δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι ήταν παρούσα σε διάφορες περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του επί εγγράφων έτσι ώστε να θεωρείται ότι εξοικειώθηκε με αυτήν. Σημειώνω επίσης ότι η ΜΚ2 δεν υποστήριξε ότι τέθηκε στην παρουσία της η υπογραφή-δείγμα του κατηγορούμενου η οποία και χρησιμοποιήθηκε για να ελεγχθούν οι αμφισβητούμενες υπογραφές. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2, με εξαίρεση τις αναφορές που έκανε σε σχέση με την γνησιότητα της υπογραφής του κατηγορούμενου στις επίδικες επιταγές. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, η ΜΚ2 δεν μπορούσε να προσφέρει αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 243/12 ημερ. 2.5.14). Ο ΜΚ4 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται η εξυπηρέτηση πελατών μεταξύ των οποίων και η εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 την επιταγή της εταιρείας ημερομηνίας 10.12.10 για το ποσό των €9.120 και ανέφερε ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό του κατηγορούμενου, καθώς στο οπίσθιο μέρος της επιταγής αναγράφεται ο αρ. λογαριασμού του κατηγορούμενου. Σε σχετική ερώτηση του κ. Ζόππου ανέφερε ότι γνωρίζει ότι η επιταγή (Τεκμήριο 19) εξοφλήθηκε, καθώς το γεγονός αυτό παρουσιάζεται στο λογαριασμό της εταιρείας. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ4 επανέλαβε ότι η επιταγή (Τεκμήριο 19) κατατέθηκε στο λογαριασμό του κατηγορούμενου. Κληθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου να υποδείξει επί του Τεκμηρίου 14 την κατάθεση της εν λόγω επιταγής, ο ΜΚ4 παρέπεμψε στην καταγραφή με ημερομηνία 10.12 που αφορά κατάθεση ποσού €13.120 και ανέφερε ότι η επιταγή αποτελεί μέρος του εν λόγου ποσού. Συμφώνησε ωστόσο με τον κ. Αλεξάνδρου ότι στο Τεκμήριο 14 δεν καταγράφεται αναλυτικά το τι ακριβώς κατατέθηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ4 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ4 μετέφερε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα στο Δικαστήριο τα γεγονότα που γνωρίζει σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 19) και τα οποία περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του, ούτε και τέθηκε ότι η μαρτυρία του υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Όσον αφορά την κατάθεση της εν λόγω επιταγής στο λογαριασμό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ4 ήταν πειστικός στις απαντήσεις του οι οποίες επιβεβαιώνονται τόσο από το Τεκμήριο 19, όσο και από το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα στο οπίσθιο μέρος της επιταγής (Τεκμήριο 19) αναγράφεται ο αρ. 676-01-13174 που ως ανέφερε ο ΜΚ4 είναι ο αρ. λογαριασμού που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν έκδωσε τις επίδικες επιταγές. Υποστήριξε ότι ο πατέρας του ήταν το πρόσωπο που συναλλασσόταν με τον παραπονούμενο και ο ίδιος ουδέποτε χρωστούσε χρήματα του παραπονούμενου ή της εταιρείας του. Τέλος, ανέφερε ότι είναι αθώος. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Ασφαλώς η αξία της δεν είναι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικρούσει μία ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: « Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Ο ΜΥ1 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας και παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική έκθεση (Τεκμήριο 23). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διορισμένος από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει της Κ.Δ.Π με αρ.195/88 ως εμπειρογνώμονας - δικαστικός γραφολόγος σε σχέση με την εξέταση εγγράφων, χειρόγραφων - δακτυλογραφημένων κειμένων, πλαστών εντύπων και πλαστών χαρτονομισμάτων. Καταγράφεται επίσης η εκπαίδευση της οποίας έτυχε, καθώς και η επαγγελματική εμπειρία του. Αναφορικά με την εξέταση στην οποία προέβη αναφέρει ότι στις 10.12.14, κατόπιν εντολής του δικηγόρου του κατηγορούμενου και μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, επισκέφθηκε τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου και εξέτασε και φωτογράφισε στην πρωτότυπη τους μορφή τις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-10). Επίσης επιθεώρησε τα Τεκμήρια 15Α και 15Β τα οποία ήταν σε φωτοτυπία και τα οποία εξέτασε ακολούθως και στην πρωτότυπη τους μορφή στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου παρά το Λύκειο Κύκκου στην Πάφο. Περαιτέρω, στις 10.12.14 ο κατηγορούμενος έδωσε στην παρουσία του είκοσι δείγματα υπογραφής (Δέσμη Τεκμηρίου 23.1) και του παρέδωσε τρεις μερικώς συμπληρωμένες επιταγές με αρ. 92476257, 92476267 και 92476271 με δείγμα υπογραφής (Τεκμήρια 23.2, 23.3 και 23.4 αντίστοιχα) και το εκλογικό βιβλιάριο του με δείγμα υπογραφής του (Τεκμήρια 23.5). Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 11.12.14 ο κατηγορούμενος του παρέδωσε το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία A.E. AVRAAM EXCAVATIONS LTD στις σελίδες 7 και 11 του οποίου περιλαμβάνονται δύο δείγματα υπογραφής του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 23.6). Ο ΜΥ1 εξέτασε τις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2-10) και τις σύγκρινε με τις γνήσιες υπογραφές του κατηγορούμενου που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 15Α, 15Β και 23.1-23.
- Για τη διενέργεια γραφολογικής διερεύνησης επιστημονικά αιτιολογημένης τα έγγραφα θα πρέπει να εξετάζονται από τα πρωτότυπα. Τα συγκριτικά έγγραφα θα πρέπει να είναι επαρκή σε ποσότητα, κατάλληλα σε ποιότητα, παρομοίου είδους και ανύποπτου χρόνου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα και θα πρέπει το συγκριτικό υλικό να είναι αναμφισβήτητα γνήσιο. Οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 2-10) είναι γραφικές παραστάσεις μικρής έκτασης οι οποίες αποτελούνται από απλή αναγραφή των δύο κεφαλαίων γραμμάτων σε συνδυασμό με γραμμικό μόρφωμα. Χαράχθηκαν ελεύθερα, με ταχύτητα και αποτελούνται από δύο γραφικές κινήσεις. Η πρώτη γραφική κίνηση σχηματίζει το πρώτο αρχικό γράμμα της υπογραφής, δηλαδή το κεφαλαίο γράμμα «Α» χωρίς να συμπληρώνεται η συνδετική γραμμή μεταξύ των δύο σκελών. Η δεύτερη αρχίζει περίπου από το δεύτερο μισό του δεύτερου γράμματος το οποίο έχει τη μορφή του γράμματος «Ρ» ή «Δ» η κατάληξη του οποίου εξελίσσεται σε γραμμικό μόρφωμα. Είναι εύκολες στο σχηματισμό τους, χωρίς τεχνική και υψηλό βαθμό δυσκολίας. Από την άλλη οι υπογραφές που αποδίδονται στον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 15Α, 15Β και 23.1-23.6) είναι γραφικές παραστάσεις μικρής έκτασης που περιλαμβάνουν απλή αναγραφή των δύο κεφαλαίων γραμμάτων «Α.Α» σε συνδυασμό με γραμμικό μόρφωμα το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη μετά τη συμπλήρωση του δεύτερου κεφαλαίου γράμματος «Α». Χαράχθηκαν ελεύθερα, με ταχύτητα και σχηματίζονται ανάλογα με τέσσερις, πέντε ή και με έξι βασικές γραφικές κινήσεις. Παρουσιάζουν μεταξύ τους γραφική συνέπεια ως προς τη μορφή, τρόπο σχηματισμού, καθώς και ομοιότητες σε επιμέρους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όλες οι υπογραφές του συγκριτικού υλικού παρουσιάζουν μεταξύ τους ταύτιση των γραφολογικών τους χαρακτηριστικών που εκφέρονται με αυθορμητισμό και παρόμοιο σταθερό τρόπο με μικρές μορφολογικές παραλλαγές και προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ο ΜΥ1 ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 συγκριτικό πίνακα στην αριστερή πλευρά του οποίου τοποθέτησε φωτογραφίες των υπογραφών που τέθηκαν στις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-10) και στη δεξιά πλευρά του φωτογραφίες από τις υπογραφές που περιλαμβάνονται στο συγκριτικό υλικό (Τεκμήρια 15Α, 15Β και 23.1-23.6). Από την εξέταση των υπογραφών επί των επίδικων επιταγών και τη σύγκριση τους με τις υπογραφές που περιλαμβάνονται στο συγκριτικό υλικό, ο ΜΥ1 εντόπισε τις ακόλουθες διαφορές: Διαφορά στην εμφάνιση. Διαφορά στη μορφή και δομή σχηματισμού. Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα «Α» το οποίο στις αμφισβητούμενες υπογραφές χαράσσεται σε ένα χρόνο και η συνδετική γραμμή μεταξύ των δύο σκελών του, συμπληρώνεται μετά την αναστροφή του γραμμικού μορφώματος. Παρατηρείται επίσης και επιμήκυνση του δεξιού σκέλους του «Α» κάτω από την υφιστάμενη οριζόντια γραμμή. Στις υπογραφές δείγματα το γράμμα «Α» σχηματίζεται σε δύο χρόνους και σε καμία περίπτωση η συνδετική γραμμή των δύο σκελών του είναι αποτέλεσμα της πορείας που ακολουθεί το γραμμικό μόρφωμα, αλλά ανεξάρτητη γραφική κίνηση. Επίσης τα δύο σκέλη του είναι ισοζυγισμένα. Διαφορά μορφολογική όσον αφορά το δεύτερο κεφάλαιο γράμμα στις αμφισβητούμενες υπογραφές. Σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως «Α» αλλά μάλλον έχει τη μορφή του κεφαλαίου «Ρ» η του κεφαλαίου «Δ». Διαφορά στις βασικές γραφικές κινήσεις (αμφισβητούμενες δύο, υπογραφές δείγματα τέσσερεις, πέντε και έξι). Διαφορά στη σύνθεση γιατί οι υπογραφές δείγματα είναι πολυπλοκότερες στο σχηματισμό τους. Διαφορά στη κατεύθυνση του τελικού γραμμικού μορφώματος. Στις αμφισβητούμενες υπογραφές το γραμμικό μόρφωμα ακολουθεί δεξιόστροφη πορεία από το κάτω μέρος του δεύτερου γράμματος. Στις υπογραφές δείγματα η πορεία που ακολουθεί είναι αριστερόστροφη από το πάνω μέρος. Καταληκτικά ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών δεν έχουν χαραχθεί από τον κατηγορούμενο, αλλά από άλλο πρόσωπο ως αυτοσχέδιος τυπογραφικός σχηματισμός. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου είναι προτιμότερο να είναι χρονικά πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου πλησιόχρονα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο, θα πρέπει όμως να είναι πλησίον του χρόνου υπογραφής των αμφισβητούμενων υπογραφών. Στην προκείμενη περίπτωση οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι χρονολογίας του 2010 και του 2011 και υπάρχουν δείγματα ανύποπτου χρόνου που είναι πλησίον της εν λόγω ημερομηνίας και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 23.3 και 23.
- Ο ΜΥ1 συμφώνησε επίσης με τον κ. Ζόππο ότι αν βασιζόταν μόνο στα Τεκμήρια 23.3 και 23.6 θα ήταν αδύνατο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Ανέφερε ωστόσο ότι δεν βασίστηκε μόνο στα πιο πάνω δείγματα, αλλά στο σύνολο του συγκριτικού υλικού και κατέληξε σε απόλυτα και ασφαλή συμπεράσματα λέγοντας περαιτέρω ότι οι υπογραφές του συγκριτικού υλικού είτε αυτές ήταν της ίδιας χρονικής περιόδου, είτε μεταγενέστερες, είτε προγενέστερες δεν έχουν διαφορά και παρουσιάζουν ταύτιση των γραφολογικών τους χαρακτηριστικών. Στην υποβολή του κ. Ζόππου ότι μόνο δύο από τα εννέα δείγματα υπογραφών πληρούσαν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις της δικαστικής γραφολογίας, ο ΜΥ1 είπε ότι για την εξέταση του έλαβε υπόψη του το σύνολο του συγκριτικού υλικού. Ερωτηθείς σχετικά ο ΜΥ1 απάντησε ότι προέβη σε έλεγχο των αμφισβητούμενων υπογραφών μεταξύ τους, παρέλειψε όμως να το καταγράψει ρητά στην έκθεση του (Τεκμήριο 23). Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από άλλο πρόσωπο με σκοπό να μιμηθεί τις υπογραφές του κατηγορούμενου, ο ΜΥ1 είπε ότι δεν υπάρχει απομίμηση ή αντιγραφή. Οι εν λόγω υπογραφές έγιναν από άλλο πρόσωπο χωρίς απομίμηση των υπογραφών του κατηγορούμενου και σε αυτό συνίσταται ο αυτοσχέδιος τυπογραφικός σχεδιασμός. Οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών είναι γραμμένες με ταχύτητα και το πρόσωπο που τις έθεσε δεν έβλεπε τις υπογραφές του κατηγορούμενου για να υπάρξει αντιγραφή. Ο ΜΥ1 στην υποβολή του κ. Ζόππου ότι η υπογραφή του κατηγορούμενου θα μπορούσε με ευκολία σε κάποιο βαθμό να παραποιηθεί αφ' ης στιγμής είναι απλή, ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέβηκε κάτι τέτοιο διότι ο σχηματισμός των υπογραφών επί των επίδικων επιταγών είναι διαφορετικός από τον σχηματισμό των υπογραφών που περιλαμβάνονται στο δειγματικό υλικό. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο σχηματισμό του «Α» λέγοντας ότι στις αμφισβητούμενες υπογραφές η συνδετική γραμμή μεταξύ των δύο σκελών του «Α» γίνεται με την επιστροφή της γραμμής από τη δεύτερη γραφική κίνηση η οποία διασταυρώνει τα δύο σκέλη, ενώ στις υπογραφές του συγκριτικού υλικού το «Α» σχηματίζεται στον ίδιο χρόνο καθώς σχηματίζονται τα δύο σκέλη και αμέσως η συνδετική γραμμή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποδηλώνουν εσκεμμένη παραποίηση, καθώς οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γραμμένες ελεύθερα και με ταχύτητα. Αναφορικά με τα μέσα που χρησιμοποίησε για την εξέταση, ο ΜΥ1 είπε ότι χρησιμοποίησε μεγεθυντικούς φακούς και φωτογράφισε τις υπογραφές από κοντινή απόσταση, εντόπισε τα γραφολογικά χαρακτηριστικά και στη συνέχεια ετοίμασε φωτογραφικές μεγεθύνσεις. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν χρησιμοποίησε πλάγιο φωτισμό διότι δεν ήταν διαθέσιμος κατά τον χρόνο εξέτασης. Ο ΜΥ1 συμφώνησε με τη θέση του κ. Ζόππου ότι στις περιπτώσεις εξέτασης υπογραφών με περιορισμένο αριθμό γραφολογικών γνωρισμάτων, όπως εν προκειμένω, χωρίς την ύπαρξη μεγάλου αριθμού δειγμάτων υπογραφής ανύποπτου χρόνου που να είναι χρονολογικά πλησίον στις αμφισβητούμενες καθιστά επισφαλή την εξαγωγή συμπερασμάτων, λέγοντας όμως ότι στην παρούσα περίπτωση ο βαθμός διαπλοκής και η τεχνική των δειγμάτων που έλαβε υπόψη καθιστούσαν τα δείγματα ικανοποιητικά και ποιοτικά κατάλληλα. Αναφορικά με την έννοια της ηθελημένης αλλοίωσης, ο ΜΥ1 είπε ότι είναι η εσκεμμένη προσπάθεια να αλλοιωθεί ο φυσιολογικός τρόπος γραφής από ένα πρόσωπο με σκοπό την εκ των υστέρων αμφισβήτηση. Αρνήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς οι υπογραφές είναι ελεύθερα γραμμένες. Στην προκείμενη περίπτωση κάποιο άλλο πρόσωπο χρησιμοποίησε τα δικά του γραφολογικά χαρακτηριστικά και έχει μιμηθεί τα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου, πλην όμως έχει χαράξει με το δικό του τρόπο τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Ο ΜΥ1 τόνισε ότι δεν υπάρχει προσπάθεια εσκεμμένης παραποίησης, αφού υπάρχει το ελεύθερο της γραφής. Τέλος, στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου ότι η πληροφόρηση που έτυχε από τον κατηγορούμενο ήταν ελλιπής, ο ΜΥ1 είπε ότι εξέτασε τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν και δεν γνωρίζει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Κατά την επανεξέταση ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι στοιχεία εσκεμμένης αλλοίωσης θα μπορούσαν να εντοπιστούν και με γυμνό μάτι, ωστόσο είναι καλύτερα η εξέταση να γίνεται με μεγεθυντικό φακό και με φωτογράφιση από κοντινή απόσταση πράγμα που έγινε. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 είπε ότι η φωτογράφιση έγινε με φυσικό και όχι με πλάγιο φωτισμό, ωστόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν παρουσίαζαν οποιοδήποτε στοιχείο που να οδηγεί στην υποψία πως πρόκειται για ηθελημένη παραποίηση των υπογραφών. Επίσης ο ΜΥ1 σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να γνωρίζει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια καθώς έλαβε υπόψη του την ποσότητα και ποιότητα των δειγμάτων η οποία ήταν ικανοποιητική. Εάν δεν ήταν ικανοποιημένος από το συγκριτικό υλικό, τότε θα αναζητούσε περισσότερα δείγματα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της επανεξέτασης, ο ΜΥ1 είπε ότι αν υπήρχε απομίμηση ή αντιγραφή των αμφισβητούμενων υπογραφών, τότε θα ομοίαζαν τουλάχιστον γενικά στην εμφάνιση με το συγκριτικό υλικό. Αναφορικά με την ηθελημένη αλλοίωση, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ένα πρόσωπο αλλοιώνει εσκεμμένα τα γραφολογικά του χαρακτηριστικά έτσι ώστε να θωρείται δική του υπογραφή. Σε αυτές τις περιπτώσεις η υπογραφή δεν παρουσιάζει ρυθμικότητα και ομαλότητα, αλλά διστακτικότητα και τρέμουλο ενώ ο αργός ρυθμός είναι εμφανής. Η μαρτυρία του ΜΥ1 κατατάσσεται στην κατηγορία της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, καθώς κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με το κατά πόσο οι υπογραφές που παρουσιάζονται στις επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 2-10) χαράχθηκαν από τον κατηγορούμενο. Το θέμα επομένως για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει είναι εξειδικευμένο και απαιτεί ειδική γνώση. Ο ΜΥ1 κατέθεσε για την εκπαίδευση της οποίας έτυχε αλλά και για την πείρα του και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ως προς το καθήκον του πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κκ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1). Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και στην πρόσφατη απόφαση στην Ποιν. Εφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.α. ημερ. 6/4/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: « Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη (βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298). Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020).» Ο ΜΥ1 θεωρώ πως με αντικειμενικότητα και επάρκεια μετέφερε στο Δικαστήριο τα συμπεράσματα του από την εξέταση που διενήργησε. Κατέθεσε όλα τα πρωτότυπα δείγματα που έλαβε υπόψη του ως συγκριτικό υλικό, πλην των δειγμάτων που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 15Α και 15Β, τα οποία όμως επιθεώρησε και φωτογράφισε στην πρωτότυπη τους μορφή. Συνολικά έλαβε υπόψη του ως συγκριτικό υλικό 29 δείγματα εκ των οποίων τα 9 ανέφερε ότι ήταν ανύποπτου χρόνου. Επί του σημείου αυτού παρατηρώ ότι από τα 9 δείγματα τα οποία χαρακτήρισε ο ΜΥ1 ως ανύποπτου χρόνου μόνο τα 3, κατά την κρίση μου, είναι ανύποπτου χρόνου. Συγκεκριμένα αναφέρομαι στα Τεκμήρια 15Α και Β τα πρωτότυπα των οποίων είναι κατατεθειμένα στην Τράπεζα Κύπρου και φέρουν την ημερομηνία κατά την οποία υπογράφηκαν. Τα υπόλοιπα 6 δείγματα (Τεκμήρια 23.2, 23.3.,23.4,23.5 και 23.6) δεν πληρούν το κριτήριο του ανύποπτου χρόνου καθώς δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο τέθηκαν οι υπογραφές. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν προσέφερε μαρτυρία, αλλά ούτε και από τον ΜΥ1 υπήρξε εξ ακοής μαρτυρία ως προς το χρόνο υπογραφής των εν λόγω εγγράφων. Παρά τα πιο πάνω δεν θεωρώ ότι δημιουργείται ρήγμα στη μαρτυρία του ΜΥ1 καθώς, όπως φαίνεται στην έκθεση του (Τεκμήριο 23) και ανέφερε και στη δια ζώσης μαρτυρία του, το σύνολο των υπογραφών του συγκριτικού υλικού παρουσιάζουν μεταξύ τους ταύτιση των γραφολογικών τους χαρακτηριστικών με μικρές μορφολογικές παραλλαγές. Επίσης, το γνήσιο των υπογραφών του κατηγορούμενου επί των δειγμάτων δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Επομένως έστω και αν τα 6 από τα 9 δείγματα που ο ΜΥ1 χαρακτήρισε ως ανύποπτου χρόνου δεν πληρούν το εν λόγω κριτήριο, εντούτοις τα ευρήματα του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όλες οι υπογραφές του συγκριτικού υλικού (είτε αυτές είναι ανύποπτου χρόνου, είτε όχι) χαράχθηκαν από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, στην έκθεση του Τεκμήριο 23, αναφέρεται στα γραφικά χαρακτηριστικά τόσο των επίδικων υπογραφών όσο και εκείνων του συγκριτικού υλικού τα οποία και απεικονίζει. Ακολούθως, σύγκρινε τις υπογραφές μεταξύ τους και εντόπισε τις διαφορές τους. Οι εν λόγω διαφορές, όπως παρουσιάζονται και σε φωτογραφική μεγέθυνση επί του Τεκμηρίου 24, καθίστανται και για το Δικαστήριο κατανοητές και εμφανείς. Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του δεν κλονίστηκαν στην αντεξέταση του. Αυτό το οποίο κυρίως αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου ήταν η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια του συγκριτικού υλικού και κυρίως των υπογραφών ανύποπτου χρόνου που ήταν πλησιόχρονες στις επίδικες υπογραφές. Ο κ. Ζόππος υπέβαλε ότι οι μόνες υπογραφές ανύποπτου χρόνου που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ήταν αυτές των Τεκμηρίων 23.3 και 23.6, καθώς ήταν οι μοναδικές που ήταν της ίδιας χρονικής περιόδου με τις αμφισβητούμενες. Ο ΜΥ1 συμφώνησε μεν ότι όσο απομακρύνεται χρονικά το συγκριτικό υλικό μπορεί να δυσχεράνει το έργο του πραγματογνώμονα διότι πιθανόν να δημιουργηθούν διαφοροποιήσεις στην εξέλιξη της γραφής, ωστόσο δεν δημιουργούνται ουσιαστικές διαφορές. Επίσης, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι έλαβε υπόψη του το σύνολο του συγκριτικού υλικού το οποίο παρουσιάζει ταύτιση των γραφικών γνωρισμάτων και ήταν ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Σημειώνω ότι τα γραφολογικά χαρακτηριστικά των υπογραφών (επίδικων και συγκριτικού υλικού), όπως αυτά εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν από τον ΜΥ1 δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Τέθηκε επιπρόσθετα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου το ζήτημα της ηθελημένης αλλοίωσης των επίδικων υπογραφών από τον κατηγορούμενο. Ο ΜΥ1 υπήρξε κατηγορηματικός ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, καθώς οι επίδικες υπογραφές είναι γραμμένες ελεύθερα και με ταχύτητα στοιχεία που θα απουσίαζαν αν υπήρχε ηθελημένη αλλοίωση. Επισημαίνω ότι δεν τέθηκε κάτι πιο συγκεκριμένο από τον παραπονούμενο το οποίο να κλονίζει ή να αμφισβητεί την συγκεκριμένη θέση του ΜΥ1 επί της ηθελημένης αλλοίωσης. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του παραπονούμενου ότι σε περίπτωση ηθελημένης αλλοίωσης οι υπογραφές δεν θα ήταν γραμμένες ελεύθερα και με ταχύτητα. Υπενθυμίζω εδώ ότι δεν αμφισβητήθηκε το εύρημα του ΜΥ1 ότι εν προκειμένω οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών είναι γραμμένες ελεύθερα και με ταχύτητα. Στην σφαίρα της γενικότητας παρέμεινε και η θέση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του ΜΥ1 για τη διενέργεια της εξέτασης του ήταν ελλιπή. Δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο που θα έπρεπε να λάβει υπόψη του ο ΜΥ1 κατά την εξέταση του και το οποίο ενδεχομένως να επηρέαζε τα συμπεράσματα του. Όσον αφορά το ζήτημα που έθιξε ο κ. Ζόππος και αφορούσε τη μη χρησιμοποίηση πλάγιου φωτισμού κατά την εξέταση των υπογραφών, θεωρώ ότι ο ΜΥ1 επίσης υπήρξε σαφής και πειστικός. Ανέφερε ότι εξέτασε τις υπογραφές με μεγεθυντικούς φακούς και με τη μέθοδο της φωτογράφισης από κοντινή απόσταση και δεν διαπίστωσε την παρουσία οποιωνδήποτε στοιχείων που να οδηγούν στην υποψία ότι πρόκειται για ηθελημένη αλλοίωση των υπογραφών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου στην τελική του αγόρευση παραθέτει αποσπάσματα από το σύγγραμμα του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κωνσταντίνου Βέννη, προκειμένου να καταδείξει ότι η έρευνα που διεξήχθη από τον ΜΥ1 ήταν ελλιπής. Καταρχάς πλείστα όσα καταγράφονται στα εν λόγω αποσπάσματα δεν τέθηκαν στο ΜΥ1 για να τοποθετηθεί απ' αυτών. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» (βλ. ανωτέρω), στις σελ. 601-602 καταγράφονται τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Εννοείται, ότι εκτός και αν κάποιο θέμα προκύπτει από παραδεδεγμένη δικαστική γνώση ή δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός, το περιεχόμενο τέτοιων συγγραμμάτων δεν αποτελεί μαρτυρικό υλικό προς απόδειξη της αλήθειας του, έστω και αν τα συγγράμματα κατατεθούν ως τεκμήριο στη δίκη (Darby v Ouseley
(1856)1 H & N 1). Η κατάθεση των συγγραμμάτων αυτών, με την εξαίρεση της διαδικασίας παραδεκτών γεγονότων, πρέπει πάντοτε να γίνεται μέσω των πραγματογνωμόνων μαρτύρων (R v Taylor
(1874)13 Cox CC 77), με τους δικηγόρους να αντενδείκνυται να αναγιγνώσκουν προς το Δικαστήριο σχετικά αποσπάσματα από αυτά χωρίς επίρρωση από την κατατεθείσα μαρτυρία των πραγματογνωμόνων (R V Crouch
(1844)1 Cox CC94.» Επομένως, τα όσα καταγράφονται στα εν λόγω αποσπάσματα δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία ως προς το αληθές του περιεχομένου τους και να κλονίσουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ένορκη μαρτυρία του ΜΥ
- Ένα σημείο ωστόσο το οποίο τέθηκε και κάμνει ειδική αναφορά ο κ. Ζόππος στην τελική του αγόρευση είναι το ζήτημα των συνθηκών υπογραφής των επίδικων επιταγών ως μία σημαντική παράμετρος που δεν έλαβε υπόψη του ο ΜΥ1 καθώς δεν ρώτησε σχετικά τον κατηγορούμενο. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους του ΜΥ
- Δεν θα ανέμενα να υποβληθεί τέτοια ερώτηση στον κατηγορούμενο, αφ' ης στιγμής ο τελευταίος αρνείται ότι υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Ως εκ των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος μέχρι τις 4.3.11 διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου το λογαριασμό με αρ. 0676-01-
- Από βιβλιάριο επιταγών του κατηγορούμενου, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τον πιο πάνω αναφερόμενο λογαριασμό, παραδόθηκαν στον παραπονούμενο οι πιο κάτω επιταγές της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες υπογράφηκαν από άγνωστο πρόσωπο: Επιταγή Τραπέζης Κύπρου, υπ. αρ.92476277, ημερ.17.12.10, για ποσό €9,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου, υπ. αρ.92476278, ημερ.30.12.10, για ποσό €6,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476279 ημερ.15.01.11 για ποσό €5,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476280 ημερ.30.01.11 για ποσό €5,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476281 ημερ.10.02.11 για ποσό €5,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476286 ημερ.15.02.11 για ποσό €6,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476282 ημερ.28.02.11 για ποσό €5,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476283 ημερ.15.03.11 για ποσό €5,
- Επιταγή Τραπέζης Κύπρου υπ. αρ.92476284 ημερ.30.03.11 για ποσό €5,
- Οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου προς πληρωμή στις 17.12.10, 30.12.10, 17.1.11, 31.1.11, 10.2.11, 15.2.11, 28.2.11, 15.3.11 και 30.3.11 αντίστοιχα. Οι πρώτες εφτά επιταγές επιστράφηκαν ως απλήρωτες λόγω μη επαρκών υπολοίπων και οι υπόλοιπες δύο διότι ο λογαριασμός έκλεισε. Η Τράπεζα Κύπρου έθεσε σε κάθε μία επί των επίδικων επιταγών σφραγίδα στην οποία αναγράφεται ο λόγος μη πληρωμής της. Οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Ο παραπονούμενος καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου την αγωγή με αρ. 619/13 Ε.Δ. Πάφου στην οποία ο τελευταίος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και μετά από απόδειξη εκδόθηκε εναντίον του στις 16.5.13 απόφαση για το ποσό των €62.112 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 27.2.13 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Το ποσό ωστόσο για το οποίο θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση είναι το ποσό των €52.112, καθώς εκ λάθους συμπεριλήφθηκε η επιταγή με αρ. 80176976 ημερ 30.5.10 για ποσό €10.000 η οποία όμως είχε εξοφληθεί. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε και κατά συνέπεια εξέδωσε τις επίδικες επιταγές. Για να είναι έγκυρη η έκδοση μίας επιταγής και για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες από την έκδοση της θα πρέπει η επιταγή να φέρει την υπογραφή του εκδότη της. Στην υπόθεση Χ' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ 62 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, εκτός άλλων, και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης τέτοιας επιταγής. Κατά το άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, η συναλλαγματική υπογράφεται "από το πρόσωπο που τη δίδει" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 73 του ιδίου νόμου η επιταγή είναι συναλλαγματική.» Εν προκειμένω η μαρτυρία των ΜΚ1 και 3, η οποία προσφέρθηκε σαν άμεση μαρτυρία ως προς την υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της. Αντιθέτως έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ΜΥ1 σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών δεν έχουν τεθεί από τον κατηγορούμενο αλλά από τρίτο πρόσωπο. Ως προς τη σημασία της επιστημονικής μαρτυρίας, η οποία κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 219/11 ημερομηνίας 1.7.13: «Η επιστημονική μαρτυρία αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, και εδώ έγκειται και η αξία της. Από την άλλη η «θετική εικόνα» που αποκομίζει το Δικαστήριο, για ένα μάρτυρα είναι υποκειμενικής υφής και αναμφίβολα δεν μπορεί να παραμένει τόσο «θετική» υπό το φως αντίθετης επιστημονικής μαρτυρίας. Τα δύο δεν μπορούν να συνυπάρχουν.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπερ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονουμένου. (Υπ.) .......... Πιστό Αντίγραφο Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ.Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο