Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14319/11, 6/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14319/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 06.05.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου στις 16.05.14 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στην προσθήκη 4 κατηγοριών (κατηγορίες 3, 4, 5, και 6) και παράλληλα στη διακοπή των 2 πρώτων κατηγοριών (κατηγορίες 1 και 2). Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες 1 και 2 και πλέον αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 3 και 5) καθώς επίσης 2 κατηγορίες εξασφάλισης εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 4 και 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι: (α) μεταξύ των ημερομηνιών 03.08.04-01.07.08 στην Πάφο με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά των €18.163,33 και Λ.Κ.£3.141,00 με τις ψευδείς παραστάσεις να συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε σε αίτηση για παροχή δημοσίου βοηθήματος ότι είναι άγαμος και διαμένει με τη μητέρα του ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νυμφευμένος με τη Vasilica Kospontinova από τη Βουλγαρία με τη οποία διέμεναν μαζί (κατηγορία 3), (β) κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο που αναφέρεται στο σημείο (α) εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις την εγγραφή του ως λήπτης δημοσίου βοηθήματος προβαίνοντας σε ψεύτικες δηλώσεις και συγκεκριμένα δηλώνοντας σε αίτηση για παροχή δημοσίου βοηθήματος ότι είναι άγαμος και διαμένει με τη μητέρα του ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νυμφευμένος με τη Vasilica Kospontinova από τη Βουλγαρία με τη οποία διέμεναν μαζί (κατηγορία 4), (γ) μεταξύ των ημερομηνιών 03.08.04-01.07.08 στην Πάφο με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά των €18.163,33 και Λ.Κ.£3.141,00 με τις ψευδείς παραστάσεις να συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε σε αίτηση για παροχή δημοσίου βοηθήματος ότι είναι ανίκανος για εργασία και άνεργος ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο επιχειρηματίας που διαχειριζόταν το νυχτερινό κέντρο με την ονομασία 'Θεσσαλονικιά' στην Κάτω Πάφο και επιπλέον λειτουργούσε το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου (κατηγορία 5) και (δ) κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο που αναφέρεται στο σημείο (γ) εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις την εγγραφή του ως λήπτης δημοσίου βοηθήματος προβαίνοντας σε ψεύτικες δηλώσεις και συγκεκριμένα δηλώνοντας σε αίτηση για παροχή δημοσίου βοηθήματος ότι είναι ανίκανος για εργασία και άνεργος ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο επιχειρηματίας που διαχειριζόταν το νυχτερινό κέντρο με την ονομασία 'Θεσσαλονικιά' στην Κάτω Πάφο και επιπλέον λειτουργούσε το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου (κατηγορία 6). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 8 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 22 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 16, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο τους ως ορθό και αληθές. Τα παραδεκτά γεγονότα που προέκυψαν από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Η εισήγηση του κυρίου Αλεξάνδρου εδράζεται στην ύπαρξη, κατά τη γνώμη του, κενού στην προσαχθείσα μαρτυρία ως αποτέλεσμα του οποίου δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Περαιτέρω η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης βασίζεται στη θέση ότι μέσα από το κατηγορητήριο η κατηγορούσα αρχή προβάλλει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές χωρίς να προωθεί οποιαδήποτε από αυτή. Στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας του ο εν λόγω συνήγορος σχολίασε αποσπασματικά μέρος μαρτυρίας που κατά την άποψη του υποστηρίζει την πιο πάνω εισήγηση του. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης και μέσα από τη δική της αγόρευση με επίσης σχολιασμό στην προσκομισθείσα μαρτυρία ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες που παρουσιάστηκαν μέσα από τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας περιλαμβανομένου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και κατ' ισχυρισμό συνθήκες που σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Από την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης για εντοπισμού κενού στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αποτελεί ζήτημα που προϋποθέτει αξιολόγηση μαρτυρίας που θα εξεταστεί όχι σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο αλλά μεταγενέστερα όταν όλη η μαρτυρία θα τεθεί πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλες οι αναφορές του κυρίου Αλεξάνδρου μέσα από σχολιασμό της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής απαιτούν από το Δικαστήριο ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας και μέσα από μια τέτοια ενδελεχή εξέταση στη βάση των ισχύων κανόνων απόδειξης και αξιολόγησης το Δικαστήριο καλείται να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Η δε μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Προκαταρκτική μελέτη του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης στην όψη του και μόνο, υπό το φως της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας στη βάση πάντοτε αντικειμενικής θεώρησης, δεν επαληθεύει τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης περί προβολής δύο διαφορετικών εκδοχών από μέρους της κατηγορούσας αρχής, οι οποίες δεν προωθούνται. Αντίθετα απλή ανάγνωση του συνόλου των λεπτομερειών των κατηγοριών δείχνουν ότι η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει μία ενιαία και ολοκληρωμένη εκδοχή που εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό εξασφάλιση εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων από τον κατηγορούμενο στο να καταστεί λήπτης δημοσίου βοηθήματος και ακολούθως κατ' ισχυρισμό να αποσπάσει με ψευδείς παραστάσεις τα χρηματικά ποσά των €18.163,33 και Λ.Κ.£3.141,00, τις οποίες ψευδείς παραστάσεις η κατηγορούσα αρχή εξειδικεύει σε κατ' ισχυρισμό ψεύτικες δηλώσεις επί του ότι είναι άγαμος και διαμένει με τη μητέρα του ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι η θέση της ότι ήταν νυμφευμένος με τη Vasilica Kospontinova από τη Βουλγαρία με τη οποία διέμεναν μαζί καθώς επίσης επί του ότι είχε δηλώσει ότι είναι ανίκανος για εργασία και άνεργος ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι η θέση της ότι ήταν ο επιχειρηματίας που διαχειριζόταν το νυχτερινό κέντρο με την ονομασία 'Θεσσαλονικιά' στην Κάτω Πάφο αλλά και επιπλέον λειτουργούσε το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου. Την εκδοχή αυτή η κατηγορούσα αρχή προώθησε με μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας, η ορθότητα, αλήθεια και αξιοπιστία των οποίων μαζί με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν θα κριθούν μέσα από αξιολόγηση τους στη βάση ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία το Δικαστήριο θα καταλήξει. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις- Εξασφάλιση εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο