← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΡΑΦΑΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11260/12, 16/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΡΑΦΑΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11260/12, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11260/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΡΑΦΑΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΑΝΩΛΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενη 1: κα Ρ. Ξιναρή Για Κατηγορούμενη 2: κος Γ. Κυριακίδης Κατηγορούμενες 1 & 2: παρούσες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενες 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(α) του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι εν λόγω κατηγορούμενες κατηγορούνται ότι στις 24.12.09 στην Πάφο (α) επιτέθηκαν εναντίον της Βασιλείας Νίκου από την Τάλα προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, (β) έκλεψαν ένα παντελόνι αξίας €30, μία μαύρη μπλούζα αξίας €50, ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro και το χρηματικό ποσό των €25, περιουσία της πιο πάνω Βασιλείας Νίκου, (γ) εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους €100 στο κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia, επίσης περιουσία της πιο πάνω Βασιλείας Νίκου. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από τρεις μάρτυρες και συγκεκριμένα από την παραπονούμενη Βασιλεία Νίκου (ΜΚ1), από τον πατέρα της Νίκο Νίκου (ΜΚ3) και από τον γενικό ιατρό στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πόλης Χρυσοχούς Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ3). Παράλληλα παρουσιάστηκαν 3 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Η ΜΚ1 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης της προσκόμισε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 24.12.09 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την προηγούμενη ημέρα (23.12.09) και περί ώρα 16:40 μετέβηκε μαζί με την κατηγορούμενη 2 στην οικία της κατηγορουμένης 1 με σκοπό να μείνουν εκεί μέχρι το βράδυ όπου όλοι μαζί θα πήγαιναν για διασκέδαση. Περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας οι κατηγορούμενες μαζί με την παραπονούμενη επιβιβάστηκαν στο όχημα που οδηγούσε το αγόρι της κατηγορουμένης 1 γνωστός με το υποκοριστικό 'Κάττος' και πήγαν για διασκέδαση. Περί τα μεσάνυχτα κατέληξαν στο κέντρο αναψυχής Bonana όπου εκεί η παραπονούμενη ήπιε ένα ποτήρι Malibu με coca-cola. Περί ώρα 01:00 της 24.12.09 η παρέα έφυγε και πήγε στο νυκτερινό κέντρο Μύκονος όπου εκεί η παραπονούμενη κατανάλωσε ένα ποτήρι ουίσκι. Παρέμειναν εκεί μέχρι που η ώρα 02:00 επέστρεψαν στο μπαρ Bonana όπου στο εν λόγω μέρος η παραπονούμενη κατανάλωσε 4-5 ποτά Vodka με Redbull που της κερνούσαν. Εξερχόμενη του κέντρου ήταν μεθυσμένη υπό την έννοια ζαλισμένη, διατηρούσε όμως τις αισθήσεις της, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο έδαφος. Τότε οι κατηγορούμενες την προσέγγισαν και με τα πόδια τους την κλωτσούσαν σε διάφορα μέρη του σώματος της. Στη συνέχεια ήλθε ένα φίλος του αγοριού της κατηγορουμένης 1 και αφού την έπιασε από χάμω που ήταν την μετέφερε στο όχημα του 'Κάττου'. Αντίς όμως να μεταφερθεί στην οικία της, μεταφέρθηκε σε μια παραλία που δεν μπορούσε να την αναγνωρίσει επειδή ήταν μεθυσμένη. Οι κατηγορούμενες τράβηξαν την παραπονούμενη έξω από το όχημα και ενώ αυτή βρισκόταν στο έδαφος την κτυπούσαν και οι δύο σε διάφορα μέρη του σώματος της καθώς και στο πρόσωπο αλλά και στη μύτη της. Επίσης της πέταξαν την τσάντα έξω από το όχημα με αποτέλεσμα να σπάσει η οθόνη του κινητού της, ζημιά που εκτιμείται στα €100 περίπου. Ακολούθως η κατηγορούμενη 1 της έβγαλε το φόρεμα χρώματος μωβ που φορούσε. Επειδή η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη και με τα εσώρουχα της έκλαιγε και παρακαλούσε τις κατηγορούμενες να την μεταφέρουν στο σπίτι της. Οι κατηγορούμενες τότε την έβαλαν στο όχημα και ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση η κατηγορούμενη 1 που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού άρπαξε την τσάντα της παραπονούμενης από την οποία έκλεψε ένα παντελόνι αξίας €30, μία μαύρη μπλούζα αξίας €50, ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro αξίας €2 και το χρηματικό ποσό των €25, όλα περιουσία της παραπονούμενης, η οποία επειδή ήταν ζαλισμένη δεν αντέδρασε. Η παραπονούμενη μεταφέρθηκε τελικά στην οικία της φορώντας μόνο τα εσώρουχα της. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η ΜΚ1, μεταξύ άλλων, πιστεύει πως οι κατηγορούμενες συμπεριφέρθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο επειδή είδαν από το κινητό της μηνύματα μέσω των οποίων συνομιλούσε με το αγόρι της κατηγορουμένης 1 για το χαρακτήρα της κατηγορουμένης
  2. Η παραπονούμενη δεν γνωρίζει σήμερα που βρίσκεται αυτό το κινητό. Επίσης η παραπονούμενη είπε ότι μετά που έφθασε στην οικία της μετέβηκε στο νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από ιατρό. Περαιτέρω η παραπονούμενη ανάφερε ότι όταν το απόγευμα της 23.12.09 πήγε στην οικία της κατηγορουμένης 1 φορούσε ένα μαύρο κολάν και μια μαύρη μπλούζα ενώ προτού μεταβούν στα προαναφερόμενα κέντρα αναψυχής άλλαξε στο σπίτι της κατηγορουμένης 1 και φόρεσε ένα κοντό μωβ φόρεμα. Ακόμη διευκρίνισε πως οι κατηγορούμενες την κλωτσούσαν στο σώμα και στο πρόσωπο της με τα τακούνια που φορούσαν. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εκείνο το βράδυ είχε χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της, τα οποία όταν αναχώρησε από το κέντρο αναψυχής Μύκονος ανέρχονταν στα €
  3. Εξηγώντας το περιστατικό που έπεσε η παραπονούμενη είπε πως έξω από το μπαρ Bonana ζαλίστηκε και έπεσε από το σκαλί στο έδαφος με το σώμα της κρατώντας την τσάντα της, χωρίς όμως να κτυπήσει. Το ύψος από το οποίο έπεσε ήταν πολύ χαμηλό για να κτυπήσει η ίδια ή να προκληθεί ζημιά στο κινητό της. Ωστόσο δεν το έλεγξε για να δει αν αυτό είχε ζημιά. Οι δε κατηγορούμενες την κτυπούσαν με τα τακούνια τους σε διάφορα μέρη του σώματος της ενώ όταν βρέθηκε στην παραλία την κτύπησαν και στο μάτι. Ακόμη στην παραλία είχε μόνο τα εσώρουχα της ενώ παράλληλα αιμορραγούσε στη μύτη και λόγω του ότι την έσυραν έξω από το όχημα υπέστηκε εκδορές. Η παραπονούμενη επίσης δήλωσε ότι όταν η κατηγορούμενη 1 της αφαίρεσε το επίδικο φόρεμα το κράτησε. Επ' αυτού αρνήθηκε ότι το επίδικο φόρεμα ανήκε στην κατηγορούμενη
  4. Όπως η ίδια σημείωσε, παρόλο ότι ζαλίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον και αντιλαμβανόταν το τι γινόταν γύρω της. Όπως περαιτέρω εξήγησε, το πρώτο το ήπιε σε διάστημα μιας ώρας, το δεύτερο ποτό επίσης σε διάστημα μιας ώρας ενώ τα υπόλοιπα 4 ποτά τα κατανάλωσε σε χρονικά διάστημα 2-2,5 ώρες. Ακολούθως η παραπονούμενη διευκρίνισε ότι η κατηγορούμενη 1 δεν της έκλεψε οτιδήποτε. Επίσης διευκρίνισε πως ήταν η κατηγορούμενη 1 που της είχε αρπάξει την τσάντα αλλά δεν γνωρίζει ποιος την πέταξε έξω από το παράθυρο του οχήματος. Απέρριψε δε τη θέση ότι εκείνη τη νύχτα δεν είχε κινητό τηλέφωνο στην κατοχή της. Επιπλέον αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση ότι τα τραύματα που φέρει προκλήθηκαν από την προσπάθεια των κατηγορουμένων να τη σηκώσουν από το έδαφος και αυτή αντιστεκόταν. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 24.12.09 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 23.12.09 και περί ώρα 16:00 η παραπονούμενη που είναι θυγατέρα του έφυγε από την οικία της και πήγε σε μια φίλη της. Περί ώρα 22:00 της ίδιας ημερομηνίας επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της, η οποία του είπε ότι θα επέστρεφε στο σπίτι της αργότερα επειδή βρισκόταν με την παρέα της. Περί ώρα 05:00 της 24.12.09 ενώ κοιμόταν άκουσε ένα όχημα να σταματά έξω από την οικία του και την εξώπορτα να ανοίγει. Σηκώθηκε και πρόσεξε την παραπονούμενη να είναι με εσώρουχα και να φορεί παπούτσια. Από την μύτη της έτρεχε αίμα και έφερε κτυπήματα στα πόδια και στα χέρια. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έκλαιγε αλλά παρά τις προσπάθειες του αυτή αρνήθηκε να του αποκαλύψει τι έγινε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η παραπονούμενη είχε πλήρως τις αισθήσεις της και αντιλαμβανόταν πλήρως τι του έλεγε ενώ παράλληλα δεν μύριζε αλκοόλ. Ο ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε την ιατρική έκθεση που ετοίμασε και υπέγραψε μετά που εξέτασε ιατρικά την παραπονούμενη, την οποία και προσκόμισε ως Τεκμήριο
  5. Με βάση το περιεχόμενο της ο εν λόγω ιατρός διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη που παραπονιόταν για ζάλη έφερε εκχύμωση δεξιού οφθαλμού με μώλωπα και οίδημα, εκχύμωση στην αριστερή νεφρική χώρα, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό γόνατο της, εκδορές στο δεξιό μηρό και μώλωπες μπροστά στο αριστερό ισχίο της. Η έκθεση σημειώνει ακόμη ότι στην παραπονούμενη έγινε ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε ότι δεν υπήρχαν οστικές κακώσεις. Στην ένορκη κατάθεση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη μπορούσαν να προκληθούν από κτυπήματα ή πίεση ως αποτέλεσμα ξυλοδαρμού. Επίσης, όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, τα τραύματα που διαπίστωσε θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί συνεπεία διασυρμού του σώματος της παραπονούμενης στο έδαφος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα τραύματα της παραπονούμενης μπορεί να είχαν προκληθεί και από πτώση της στο έδαφος. Επίσης μετά από σχετική ερώτηση ο εν λόγω ιατρός ανάφερε ότι υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε τριβή του σώματος της παραπονούμενης με το έδαφος στην προσπάθεια να τη σηκώσουν από το δάπεδο, ως είναι η θέση των κατηγορουμένων, θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί οι εκδορές, όχι όμως οι μώλωπες. Αν ακόμη το πρόσωπο αυτό αντιστεκόταν τότε θα μπορούσαν να προκληθούν και μώλωπες, εκτός από εκδορές, όχι όμως εκχυμώσεις. Όλα αυτά όμως, ως ο μάρτυρας ανάφερε, υπό προϋποθέσεις όπως για παράδειγμα ο αριθμός των σκαλιών από όπου το άτομο έπεσε, το ύψος του σκαλιού, το ύψος του παθών καθώς και το πόσο αυτός αντιστάθηκε. Παράλληλα ο μάρτυρας αυτός είπε ότι οι μώλωπες και εκδορές θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από κλωτσιές με τακούνι στο πρόσωπο της παραπονούμενης και σε διάφορα μέρη του σώματος της, πάλι αναλόγως του μηχανισμού κάκωσης. Επιπλέον ο μάρτυρας δήλωσε πως θα μπορούσε σε κάποιο που πέφτει από ένα σκαλί στο έδαφος και χτυπά στο κρανίο να προκληθεί οίδημα στην περιοφθαλμική κόγχη, δηλαδή γύρω από τον οφθαλμό. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚ3 είπε ότι ο ίδιος κατόπιν ιατρικής εξέτασης της παραπονούμενης δεν εντόπισε οποιοδήποτε κτύπημα στο κρανίο της. Στο σημείο αυτό κρίνεται χρήσιμο να αναφερθεί ότι ουδεμία μαρτυρία υπήρξε από τον εξεταστή της υπόθεσης και ως εκ τούτου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν τεθεί από την κατηγορούσα αρχή οποιεσδήποτε ανακριτικές καταθέσεις που τυχόν λήφθηκαν από τις κατηγορούμενες. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκαν, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τις αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Ειδικότερα είναι η θέση της συνηγόρου της κατηγορουμένης 1 ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες που η πελάτισσα της αντιμετωπίζει. Την πιο πάνω θέση υιοθέτησε και ο συνήγορος της κατηγορουμένης 2 αναφορικά με τις κατηγορίες της κλοπής και της κακόβουλης ζημιάς. Σε σχέση με την κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη είναι η θέση του κυρίου Κυριακίδη ότι παρόλο ότι δέχεται ότι η παραπονούμενη έφερε τα τραύματα που εντοπίστηκαν σ' αυτή εντούτοις η ιατρική μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε δείχνει, κατά τη γνώμη του εν λόγω συνηγόρου, ότι τα τραύματα αυτά θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί και από πτώση από σκαλί ή οπουδήποτε και όχι από επίθεση. Περαιτέρω είναι η θέση του κυρίου Κυριακίδη ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας που δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να καλέσει την κατηγορουμένη 2 σε απολογία. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι τα θέματα που τέθηκαν στο Δικαστήριο από αμφότερους τους συνηγόρους υπεράσπισης και πηγάζουν μέσα από τις θέσεις που παρουσίασαν στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας τους για μη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι ζητήματα που μπορούν να επικαλεστούν στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων τους. Περαιτέρω είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι μέσα από τη προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών του κατηγορητηρίου. Παράλληλα δεν θεωρεί πως η μαρτυρία αυτή είναι αντινομική ώστε να μην μπορεί να γίνει πιστευτή από κανένα Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση και των δύο κατηγορουμένων σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενες 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας εξ όψεως και αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Από μια απλή ανάγνωση της προσαχθείσας μαρτυρίας φαίνεται ότι η παραπονούμενη που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας που παρουσιάστηκε ως γνώστης των γεγονότων δεν είναι σε θέση να πει ποιο άτομο ήταν αυτό που πέταξε την τσάντα της έξω από το παράθυρο του οχήματος όταν έφθασαν στην παραλία, εντός της οποίας φέρεται να βρισκόταν το κινητό τηλέφωνο της που κατ' ισχυρισμό, ως αποτέλεσμα του περιστατικού αυτού, είχε σπάσει η οθόνη του. Επομένως δεν υπάρχει μαρτυρία που τείνει να καταδείξει αν το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό προέβηκε σε μια τέτοια ενέργεια ήταν είτε η κατηγορούμενη 1 είτε η κατηγορούμενη 2 είτε το αγόρι της κατηγορουμένης 1 που τοποθετείται και αυτός στη σκηνή του επεισοδίου τη δεδομένη χρονική στιγμή ή αν όλοι μαζί το έπραξαν. Στη βάση της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, η παραπονούμενη δεν φαίνεται να έχει προσέξει ποιο άτομο προέβηκε στην πιο πάνω ενέργεια. Ούτε και η μαρτυρία αυτή καταδεικνύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την παροχή βοήθειας ή συνέργειας από την μία κατηγορούμενη προς την άλλη σχετικά με το ζήτημα αυτό. Ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εξειδικεύει τη μορφή παροχής τέτοιας βοήθειας ή συνέργειας ή συμβουλής ή τη λήψη συγκεκριμένης πράξης ή διενέργεια συγκεκριμένης παράλειψης με την οποία διαπράχτηκε κακόβουλη ζημιά στο κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης εξ' υπαιτιότητας της κατηγορουμένης 1 και/ή κατηγορουμένης 2. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τις κατηγορούμενες 1 και 2 με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται, που αν υπήρχε θα δικαιολογούσε την κλήση τους σε απολογία στην κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς. Μπροστά σε αυτά τα αντικειμενικά δεδομένα το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενες 1 και 2 κληθούν σε απολογία για την κατηγορία της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στο κινητό της παραπονούμενης θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία εξόφθαλμα καταδεικνύει ότι η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν το πρόσωπο που σύμφωνα με την παραπονούμενη άρπαξε την τσάντα της όταν όλοι βρίσκονταν στο όχημα του αγοριού της κατηγορουμένης 1 καθ' οδό για την παραλία. Επίσης η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής μέσω της παραπονούμενης εξόφθαλμα δείχνει πως η κατηγορούμενη 2 ουδεμία συμμετοχή είχε στο περιστατικό όπου σύμφωνα με τα λεγόμενα της παραπονούμενης αφαιρέθηκε από το σώμα της το φόρεμα χρώματος μωβ που φορούσε εκείνη την νύχτα. Παράλληλα από μια πρόχειρη ανάγνωση της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε μορφή συγκεκριμένης παροχής βοήθειας ή συνέργειας ή συμβουλής από την κατηγορούμενη 2 προς οποιοδήποτε άλλο άτομο ή η από μέρους της λήψης συγκεκριμένης πράξης ή η διενέργεια συγκεκριμένης παράλειψης από την ίδια με την οποία να διαπράχτηκε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα κλοπής των αντικειμένων της παραπονούμενης, τα οποία περιγράφει μέσα από την μαρτυρία της. Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που δεν συνδέει την κατηγορούμενη 2 με την αξιόποινη συμπεριφορά που της αποδίδεται, που αν υπήρχε θα δικαιολογούσε την κλήση της κατηγορουμένης 2 σε απολογία. Συνεπώς τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν δικαιολογείται η κλήση της κατηγορουμένης 2 σε απολογία σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο, πάντοτε εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση και των δύο κατηγορουμένων σε απολογία. Μαρτυρία προερχόμενη από τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικότερα οι αναφορές της παραπονούμενης σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό ενέργειες των κατηγορουμένων και χωρίς να περιορίζεται μόνο σ' αυτή υπό το φως των δηλώσεων του ΜΚ2 αλλά και της ιατρικής μαρτυρίας που δόθηκε, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Η θέση του συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 ότι τα τραύματα που φέρονται να εντοπίστηκαν στο σώμα και το πρόσωπο της παραπονούμενης θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί και από πτώση από σκαλί ή οπουδήποτε και όχι από επίθεση επικαλούμενος γι' αυτό το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας που προσκομίστηκε, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο όχι στο στάδιο αυτό αλλά κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής καθώς και όλης που θα τεθεί ενώπιον του, ως αποτέλεσμα της οποίας θα καταλήξει σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα Περαιτέρω προκαταρκτική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας και δίχως καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται, μεταξύ άλλων ενδεικτικά και χωρίς να περιορίζεται, τέτοιας που προέρχεται από την παραπονούμενη σχετικά με τη κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά της κατηγορουμένης 1, δικαιολογεί την κλήση της κατηγορουμένης 1 σε απολογία αναφορικά με την κατηγορία της κλοπής που αντιμετωπίζει. Παράλληλα το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Το αν στην προσαχθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία υπάρχουν κατά τη γνώμη του συνηγόρου της κατηγορουμένης 2 αντιφάσεις αυτό είναι κάτι που επίσης θα εξακριβωθεί μέσα από αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ωστόσο δεν υπάρχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που ανάγεται σε εγγενή αντινομία και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει με αξιολόγηση στο σύνολο της. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις κατηγορίες 1 και 2 αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, την οποία το Δικαστήριο καλεί σε απολογία. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην κατηγορία 1 σχετικά με την κατηγορούμενη 2, την οποία το Δικαστήριο καλεί σε απολογία. Αντίθετα το Δικαστήριο κρίνει ότι από την ενώπιον του μαρτυρία δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στη δεύτερη κατηγορία για την κατηγορούμενη 2 και στην τρίτη κατηγορία και για τις δύο κατηγορούμενες και ως εκ τούτου η μεν κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην τρίτη κατηγορία και η δε κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Κακόβουλη ζημιά-Κλοπή/Άρθρα 243, 324
(1), 255 και 266(α) του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.