Κύπρος Γεωργίου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 1768/13, 11/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1768/13 Κύπρος Γεωργίου, εκ Γεροσκήπου v. Κωστάκη Κωνσταντίνου, εκ Πάφου Κατηγορουμένου ____________________________ Ημερομηνία: 11.06.2015 Για τον Παραπονούμενο: κα Π. Σιαηλή με κ Κ. Σιαηλή Για τον Κατηγορούμενο : κ Μανώλη Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα της εξασφάλισης πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε κατά παράβαση του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 (στο εξής ο «Νόμος») άρθρο 118(α). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 25.11.11 εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων, οι οποίες συνίσταντο στο ότι δανείστηκε από τον παραπονούμενο το ποσό των €2.400 χωρίς να πληροφορήσει τον τελευταίο ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας κατά τον ίδιο χρόνο και με τον ίδιο τρόπο εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο αγοράζοντας επί πιστώσει κρέας αξίας €120,00. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσης του κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ένα ακόμη μάρτυρα, ήτοι τη Χ. Κάιζερ (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος εξόφλησε τους παραπονούμενους στην ποινική υπόθεση αρ. 3696/12 Ε.Δ. Πάφου και η εν λόγω υπόθεση αποσύρθηκε. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ζωέμπορας και διατηρεί κρεοπωλείο στη Γεροσκήπου. Ο κατηγορούμενος, με τον οποίο είναι περί τα 30 χρόνια φίλοι, στις 25.11.11 τον επισκέφθηκε στο κρεοπωλείο και του ζήτησε χρήματα για κάποιες ανάγκες που είχε. Λόγω και της φιλίας που τους συνέδεε του δάνεισε €2.400 με την υπόσχεση ότι σε 15 - 20 μέρες θα πουλούσε πατάτες, καθώς ασχολείτο με το εμπόριο πατατών, και θα του επέστρεφε τα χρήματα. Περαιτέρω την ίδια μέρα αγόρασε επί πιστώσει κρέας αξίας €120,00 με την υπόσχεση επίσης ότι θα κατέβαλλε τα εν λόγω χρήματα σε 15 - 20 μέρες. Το συνολικό ποσό των €2.520 που του οφείλει ο κατηγορούμενος το κατέγραψε σε τετράδιο το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε μέχρι και σήμερα το ποσό των €2.520, παρά το ότι επανειλημμένα τον ειδοποίησε και ο κατηγορούμενος ζητούσε χρόνο για να τακτοποιήσει την οφειλή του. Όσον αφορά το διάταγμα παραλαβής, ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε και ο ίδιος το πληροφορήθηκε όταν επισκέφθηκε τον δικηγόρο του. Αντεξεταζόμενος είπε, μεταξύ άλλων, ότι τα χρήματα που δάνεισε στον κατηγορούμενο ήταν για να αγοράσει ο τελευταίος πατάτες. Έτυχε και κατά το παρελθόν να δανείσει ξανά χρήματα τον κατηγορούμενο για μικρότερα όμως ποσά της τάξης των €30,00 ή €50,
- Γενικά τυγχάνει να δανείζει χρήματα σε πρόσωπα με τα οποία συνεργάζεται όπως και σε μη φίλους του αναλόγως της περίπτωσης και της ανάγκης. Σε ένα άγνωστο πρόσωπο όμως δεν θα δάνειζε χρήματα για να αγοράσει πατάτες.Ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε στο Τεκμήριο 1, ούτε και του το έδειξε. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου για ποιο λόγο δεν κατέγραψε την οφειλή του κατηγορούμενου στο γράμμα «Κ» που είναι και το αρχικό του ονόματος του, ο παραπονούμενος απάντησε ότι είναι η σύζυγος του που συμπληρώνει το Τεκμήριο
- Το όνομα του κατηγορούμενου δεν γράφτηκε στο «Κ», διότι το ποσό των €2.400 δεν αφορούσε κρέατα. Στο σημείο που είναι καταγραμμένο το όνομα του κατηγορούμενου, είναι σημειωμένα τα ονόματα προσώπων που του οφείλουν χρήματα. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε ότι εναντίον της περιουσίας του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Ο ίδιος είχε υπογράψει ως εγγυητής του κατηγορούμενου σε δάνειο που έλαβε ο τελευταίος και αν γνώριζε ότι είναι πτωχεύσας δεν θα υπέγραφε ως εγγυητής του. Αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μανώλη ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε 150 κάσιες προς €8,00 έκαστη και επίσης αρνήθηκε ότι συμφώνησαν με τον κατηγορούμενο όπως, ως αντάλλαγμα για τα χρήματα που του έδωσε, του παραδώσει ο τελευταίος τις πιο πάνω αναφερόμενες κάσιες. Ερωτηθείς κατά πόσο ο κατηγορούμενος πώλησε τις πατάτες από το εισόδημα των οποίων θα του επέστρεφε τα χρήματα που του έδωσε, ο παραπονούμενος απάντησε πως δεν γνωρίζει. Τέλος ο παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μανώλη ότι κινείται εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου λόγω της εγγύησης που παραχώρησε προς όφελος του. Ο παραπονούμενος θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οι απαντήσεις του υπήρξαν άμεσες και κατέθεσε με φυσικότητα και ειλικρίνεια. Ασφαλώς οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο δεν είναι πλέον φιλικές, όπως ήταν πριν το επίδικο συμβάν. Παρά ταύτα δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του παραπονούμενου να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την πραγματικότητα κινούμενος εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η θέση του ότι τα χρήματα που δάνεισε στον κατηγορούμενο ανέρχονταν σε €2.400 και ότι επιπλέον πώλησε στον κατηγορούμενο κρέας αξίας €120,00 επί πιστώσει. Επιπλέον παρέμεινε σταθερός και πειστικός στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν τον πληροφόρησε ότι εκδόθηκε εναντίον της περιουσίας του διάταγμα παραλαβής. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του παραπονούμενου γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου, υπεύθυνη του ποινικού τμήματος. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι έχει στην κατοχή και φύλαξη της το φάκελο της υπόθεσης με αρ. 3696/12 με διαδίκους την εταιρεία M & E KOUVAROU LTD και τον Κώστα Κωνσταντίνου. Κατέθεσε πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου της εν λόγω υπόθεσης (Τεκμήριο 4) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσας κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Νόμου. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πιστό αντίγραφο του πρακτικού ημερομηνίας 16.5.12 που τηρήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης. Σύμφωνα με το εν λόγω πρακτικό ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή. Τέλος, σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του παραπονούμενου απάντησε ότι από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν άλλαξε απάντηση. Η ΜΚ2 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία της ΜΚ
- Η μαρτυρία της θα έλεγα ότι υπήρξε τυπικής μορφής, καθώς η μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τα έγγραφα που τηρούνται στο φάκελο της υπόθεσης με αρ. 3696/12 και τα οποία ήταν στην κατοχή της ως εκ της ιδιότητας της ως Πρωτοκολλητής και υπεύθυνη του ποινικού τμήματος του Ε.Δ. Πάφου. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 5) ως την κυρίως εξέταση του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο παραπονούμενος υπέγραψε ως εγγυητής του σε δάνειο πριν πτωχεύσει. Στις 25.11.11 ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δώσει €1.200 διότι δεν είχε χρήματα για να αγοράσει πατάτες και θα του τα επέστρεφε σε 15 - 20 μέρες. Όταν πώλησε τις πατάτες, ο παραπονούμενος χρειάστηκε κάσιες και προσφέρθηκε να του δώσει 150 κάσιες προς €8,00 έκαστη για να εξοφλήσει το ποσό των €1.
- Ο παραπονούμενος συμφώνησε, του έδωσε τις κάσιες και έτσι εξόφλησε το ποσό που του όφειλε. Είχε αναφέρει στον παραπονούμενο ότι είναι πτωχεύσας. Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε αγόρασε κρέας αξίας €120,00 με πίστωση από τον παραπονούμενο. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πληροφόρησε τον παραπονούμενο ότι είναι πτωχεύσας ένα περίπου μήνα πριν το επίδικο συμβάν. Ερωτηθείς αν γνωρίζει ποιος τον κήρυξε σε πτώχευση ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν ο δικηγόρος Κώστας Σιαηλής και έγινε πριν 2 - 3 χρόνια. Αρνήθηκε ότι δεν ενημέρωσε τον παραπονούμενο ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και είπε ότι το διάταγμα εκδόθηκε μετά την υπόθεση του «Κούβαρου» (προφανώς εννοούσε την υπόθεση αρ. 3696/12 - Τεκμήριο 4). Αρνήθηκε επίσης ότι το ποσό που του δάνεισε ο παραπονούμενος είναι €2,400 και επανέλαβε ότι το ποσό είναι €1.
- Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος του ζήτησε να τον προμηθεύσει με κάσιες και του είπε ότι εφόσον δεν μπορεί να τον εξοφλήσει να του παραδώσει 150 κάσιες. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου κατά πόσο η συμφωνία αυτή έγινε από την αρχή, ο κατηγορούμενος είπε ότι αρχικά θα του επέστρεφε τα χρήματα αλλά στη συνέχεια δεν μπορούσε. Τότε ο παραπονούμενος του ζήτησε κάσιες και του είπε ότι θα του έφερνε κάσιες για να εξοφλήσει. Στην ερώτηση του κ. Σιαηλή πότε έγινε η εν λόγω συμφωνία, απάντησε ότι έγινε μετά από ένα μήνα από τότε που του έδωσε τα χρήματα ο παραπονούμενος. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου ότι δεν θυμάται πότε του έδωσε χρήματα ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος είπε ότι 15 - 20 μέρες μετά που του έδωσε τα χρήματα δήλωσε στον παραπονούμενο ότι δεν μπορούσε να του τα επιστρέψει. Ο τελευταίος του ζήτησε κάσιες και συμφώνησαν να του παραδώσει 150 κάσιες προς €8,00 έκαστη και έτσι εξόφλησαν. Ερωτηθείς πόσο κοστίζουν οι καινούριες κάσιες, απάντησε ότι κοστίζουν €5,00 οι μικρές και €8,00 οι μεγάλες. Οι κάσιες που έδωσε στον παραπονούμενο ήταν μεταχειρισμένες αλλά σε καλή κατάσταση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι όσα ανέφερε σε σχέση με τις κάσιες είναι ψέματα και εκ των υστέρων σκέψεις του. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι στις 25.11.11 αγόρασε κρέας από τον παραπονούμενο χωρίς να τον εξοφλήσει και αρνήθηκε επίσης την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου ότι οφείλει στον παραπονούμενο το ποσό των €2.
- Ο κατηγορούμενος δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του γενικά χαρακτηριζόταν από ανακρίβειες και σύγχυση. Καταρχάς ξεκινώ με το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε στη μαρτυρία του ότι ανέφερε το εν λόγω γεγονός στον παραπονούμενο ένα περίπου μήνα πριν τις 25.11.11, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Όταν ερωτήθηκε πότε εκδόθηκε εναντίον του το διάταγμα παραλαβής, απάντησε ότι αυτό έγινε πριν 2 - 3 χρόνια και σε κάθε περίπτωση μετά την υπόθεση του «Κούβαρου». Από τις εν λόγω απαντήσεις είναι προφανές ότι στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δήλωσε το εν λόγω γεγονός στον παραπονούμενο περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Αυτό διότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στις 25.11.11, δηλαδή 4 περίπου χρόνια πριν, ενώ ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε πριν 2 - 3 χρόνια. Περαιτέρω, δήλωσε ότι εκδόθηκε μετά την υπόθεση «Κούβαρου». Όπως όμως καταμαρτυρεί το Τεκμήριο 4 η υπόθεση «Κούβαρου», δηλαδή η υπόθεση με αρ. 3696/12, καταχωρήθηκε στις 12.3.12, ενώ από το Τεκμήριο 2 προκύπτει ότι το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε στις 20.12.10 αρκετό καιρό δηλαδή πριν την καταχώρηση της υπόθεσης με αρ. 3696/
- Επιπρόσθετα, επισημαίνω ότι η υπόθεση «Κούβαρου» καταχωρήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο του επίδικου συμβάντος και επομένως θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να ισχύει αυτό που υποστήριξε ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε μετά την εν λόγω υπόθεση. Ο κατηγορούμενος δεν έπεισε επίσης ότι το ποσό που δανείστηκε από τον παραπονούμενο ήταν €1.200 και ότι αυτό εξοφλήθηκε με την πώληση ουσιαστικά στον παραπονούμενο 150 κάσιων προς €8,00 έκαστη. Καταρχάς σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν τέθηκε με αυτήν την καθαρότητα στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος σε αντάλλαγμα του έδωσε 150 κάσιες προς €8,00 έκαστη. Συγκεκριμένα η θέση της υπεράσπισης, όπως τέθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του ήταν η εξής: «Επίσης σας υποβάλλω ότι συμφωνήσατε με τον κατηγορούμενο για τούτη την υπόθεση ούλλη που είναι σήμερα στο Δικαστήριο να του δώσεις κάποια λεφτά και να τα ανταλλάξετε με κάσιες που είχες ανάγκη, δηλαδή είναι 150 κάσιες επί €8;» Δεν προβλήθηκε δηλαδή κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε χρήματα για να εξοφλήσει και για αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ τους η παράδοση των εν λόγω κάσιων. Επιπρόσθετα, επί του εν λόγω σημείου ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε ξεκάθαρη θέση για το τι ακριβώς συνέβη. Στην κυρίως εξέταση του δεν ισχυρίστηκε ότι δεν είχε χρήματα για να εξοφλήσει τον παραπονούμενο, αλλά ισχυρίστηκε ότι όταν πούλησε τις πατάτες ο παραπονούμενος του ζήτησε κάσιες κι έτσι συμφώνησαν να του παραδώσει τις 150 κάσιες και να εξοφλήσει. Στην αντεξέταση του από την άλλη αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος του ζήτησε να τον προμηθεύσει με κάσιες και ακολούθως του είπε ότι εφόσον δεν μπορεί να τον εξοφλήσει να του παραδώσει 150 κάσιες. Στη συνέχεια όμως ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στον παραπονούμενο πως δεν είχε χρήματα για να τον εξοφλήσει και τότε του είπε ο παραπονούμενος να του φέρει 150 κάσιες. Στις ερωτήσεις δε του ευπαίδευτου συνηγόρου του παραπονούμενου τι εκ των δύο συνέβη πρώτα (δηλαδή αν πρώτα ο παραπονούμενος ζήτησε τις κάσιες και συμφώνησαν ακολούθως η εξόφληση να γίνει με την παράδοση αυτών ή αν ανέφερε ο ίδιος ότι δεν είχε χρήματα για να τον εξοφλήσει και στη συνέχεια του ζήτησε ο παραπονούμενος κάσιες) ο κατηγορούμενος δεν έδωσε σαφή απάντηση. Το πιο πάνω νεφελώδες σκηνικό καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, ότι το ζήτημα με τις κάσιες αποτελεί εκ των υστέρων εφεύρημα του κατηγορούμενου. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι διάδικοι διατηρούσαν φιλική σχέση. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης ο κατηγορούμενος στις 25.11.11 ζήτησε από τον παραπονούμενο να του δανείσει το ποσό των €2.400 προκειμένου να αγοράσει πατάτες. Περαιτέρω, την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος αγόρασε με πίστωση από το κρεοπωλείο του κατηγορούμενου κρέας αξίας €120,
- Ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα κατέβαλλε τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά στον παραπονούμενο σε 15 - 20 μέρες οπότε και θα πουλούσε τις πατάτες. Στις 20.12.10 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 341/10 Ε.Δ. Πάφου. Επίσης, εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε από την εταιρεία M & E KOUVAROU LTD η ποινική υπόθεση με αρ. 3696/12 Ε.Δ. Πάφου η οποία αφορούσε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης ενώ ήταν πτωχεύσας. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, η υπόθεση ωστόσο αποσύρθηκε διότι ο κατηγορούμενος εξόφλησε την παραπονούμενη εταιρεία. Ο κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε στον παραπονούμενο ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, παρά το ότι το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του. Νομική πτυχή Το άρθρο 118(α) του Νόμου, ως ήταν διατυπωμένο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είχε ως εξής: «
- Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη ............................................... είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η κήρυξη σε πτώχευση ή η έκδοση διατάγματος παραλαβής. Η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης. Η πίστωση να εξασφαλίστηκε βάσει ψευδών παραστάσεων ή άλλης απάτης. Γνώση του κατηγορούμενου προσώπου για την κήρυξη του σε πτώχευση ή την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Στο Νόμο δεν περιλαμβάνεται ερμηνεία του όρου «ψευδείς παραστάσεις», ο ορισμός των οποίων διαλαμβάνεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο νομιμοποιείται να ανατρέξει στον Ποινικό Κώδικα αφ΄ης στιγμής ο ειδικός νόμος που προνοεί για το αδίκημα που εκδικάζεται ενώπιον του δεν περιλαμβάνει ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου. Παραθέτω το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να γίνει ανάλυση της έννοιας της ψευδούς παράστασης. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος σαν υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Η απλή υπόσχεση μελλοντικής ενέργειας ή πράξης ή συμπεριφοράς η οποία δεν πραγματοποιείται δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Ψευδής παράσταση όμως μπορεί να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να πραγματοποιήσει το υποσχεθέν. Δεν είναι, εξάλλου, απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια, αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση θα ήταν αρκετές. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής (βλ. B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119). Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που περιγράφονται στο κατηγορητήριο από εκείνες που απορρέουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου, τότε ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται ( Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Goldsmith
(1873)L.R.2 C.C.R. σελ. 74). Από την άλλη, η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εν τη εννοία του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης ανάγεται στην εξαρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων παράβαση της σύμβασης εκ μέρους του. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: « Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Πρέπει επίσης, να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος, είτε εν όλω είτε εν μέρει, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει χρήματα ή την περιουσία. Δηλαδή, η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Η απόδειξη του αποτελέσματος και του συσχετισμού αυτού, δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με την κατευθείαν μαρτυρία κάποιου μάρτυρα, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης ( R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132 και Police v. Kyzas (ανωτέρω) ). Αναφορικά με την πρόθεση καταδολίευσης, αυτή αποδεικνύεται συνήθως με περιστατική μαρτυρία καθότι ανάγεται στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορούμενου και είναι δύσκολο να προκύψει μετά από άμεση μαρτυρία. Η μαρτυρία και τα στοιχεία αυτά όμως, θα πρέπει να είναι τέτοια που να την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση (R. v. Hammerson 10 Cr. App. R. 121 και R v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ 354). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης, τα παραδεκτά γεγονότα και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος έχει αποδειχθεί ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 2), καθώς και ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζε για την έκδοση του διατάγματος παραλαβής αφού όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε το εν λόγω γεγονός αλλά η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι το απεκάλυψε στον παραπονούμενο. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο για το συνολικό ποσό των €2.520 με την ανάληψη της υποχρέωσης να επιστρέψει στον τελευταίο το ποσό που δανείστηκε εκ €2.400 και το ποσό των €120,00 που αφορούσε την αγορά κρέατος με πίστωση. Όσον αφορά όμως το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης ψευδών παραστάσεων, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η ψευδής παράσταση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο συνίσταται στο ότι δεν πληροφόρησε τον παραπονούμενο ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πτωχεύσας αλλά, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Όπως αναφέρθηκε στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής οι ψευδείς παραστάσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται από την κατηγορούσα αρχή όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία αναγκαία παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι με βάση τα ισχύοντα κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος η διάκριση μεταξύ του διατάγματος παραλαβής και της κήρυξης σε πτώχευση υφίστατο. Με τον τροποποιητικό νόμο 61
(1)/2015 φαίνεται ότι η εν λόγω διάκριση έχει πλέον καταργηθεί, ωστόσο ο εν λόγω νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ και επομένως για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης εφαρμόζεται το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν την εν λόγω τροποποίηση. Κλείνοντας την πιο πάνω αναγκαία παρένθεση επανέρχομαι στις λεπτομέρειες του αδικήματος οι οποίες, ως είναι διατυπωμένες, παραπέμπουν στο άρθρο 117(α) του Νόμου και όχι στο άρθρο 118(α) το οποίο μνημονεύεται στην έκθεση αδικήματος. Πέραν του πιο πάνω προβλήματος, το οποίο ενδεχομένως να μπορούσε να διορθωθεί με οδηγίες για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ψευδούς παράστασης. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε πως είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παράσταση. Ο κατηγορούμενος δεν είχε τέτοια νομική ή άλλη υποχρέωση για να πληροφορήσει περί της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Τέτοια υποχρέωση θα είχε για παράδειγμα αν ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε οπότε και με βάση το άρθρο 117(α) του Νόμου θα είχε εκ του Νόμου υποχρέωση να πληροφορήσει περί του γεγονότος αυτού. Ούτε και από την μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε για το εν λόγω ζήτημα και παρά ταύτα δεν πληροφόρησε τον παραπονούμενο. Το γεγονός επομένως της μη αποκάλυψης της έκδοσης διατάγματος παραλαβής δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, ψευδή παράσταση. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό το οποίο αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι ο παραπονούμενος παραχώρησε τη συνολική πίστωση των €2.520 στον κατηγορούμενο όχι διότι στηρίχθηκε σε οποιαδήποτε παράσταση του τελευταίου, αλλά λόγω της φιλίας που τον συνέδεε με τον κατηγορούμενο. Το πιο κάτω απόσπασμα από την κυρίως εξέταση του παραπονούμενου είναι χαρακτηριστικό: «Ε. Μπορείτε να μου πείτε πως προέκυψε αυτό το ποσό; Α. Λόγω της φιλίας μας λόγω που ήμασταν μαζί μέρα νύχταν με τον άνθρωπο, μιαν μέρα με χρειάστηκεν, ήρτεν μιαν μέραν στο μαγαζί μου, εζήτησε μου τα λεφτά τούτα για κάποιες ανάγκες που είσιεν, ασχολείτο με το εμπόριο των πατατών, έδωσα του τα λεφτά με την υπόσχεση σε 15 - 20 ημέρες να πωλήσει τις πατάτες να έρτει να μου τα φέρει, έσιει κτινά ζώα ασχολείται με την κτηνοτροφία, είχαμε συναλλαγές, έπαιρνα ζώα που λόου του.» Επίσης, στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος ενώ ανέφερε ότι γενικώς δανείζει χρήματα στη συνέχεια διευκρίνισε ότι σε ένα άγνωστο πρόσωπο δεν θα δάνειζε χρήματα για να αγοράσει πατάτες. Είναι επομένως εμφανές από τα πιο πάνω ότι ουδεμία παράσταση υπήρξε για να επενεργήσει στο μυαλό του παραπονούμενου και να τον παρακινήσει στο να παραχωρήσει πίστωση στον κατηγορούμενο. Αν είναι κάτι που ώθησε τον παραπονούμενο να παραχωρήσει πίστωση στον κατηγορούμενο ήταν η στενή φιλική τους σχέση και όχι οτιδήποτε άλλο. Η κα. Σιαηλή στην τελική της αγόρευση εισηγήθηκε ότι οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε εαυτόν ως φερέγγυο και εξήγησε προφορικά ότι αυτό συνάγεται από την ενέργεια του να μην πληροφορήσει τον παραπονούμενο για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Τα πιο πάνω δεν βρίσκουν όμως έρεισμα ούτε στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλά ούτε και στη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Επαναλαμβάνω ότι αυτό το οποίο εξάγεται από τη μαρτυρία είναι ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράσταση από τον κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση ο παραπονούμενος δεν παρακινήθηκε στην παραχώρηση της πίστωσης από τη μη αποκάλυψη του διατάγματος παραλαβής ή από το ότι ο κατηγορούμενος παρίστανε τον εαυτό του φερέγγυο (πράγμα που ούτως ή άλλως δεν προκύπτει από τη μαρτυρία), αλλά προέβη στην εν λόγω ενέργεια λόγω της για 30 χρόνια φιλικής τους σχέσης. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό το οποίο, κατά την άποψη μου, προκύπτει είναι η παράβαση συμβατικής υποχρέωση του κατηγορούμενου για την καταβολή του ποσού των €2.520. Όπως δε αναφέρεται και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 417, η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης δεν οδηγεί σε συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το ζήτημα των εξόδων, αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αυτό ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του άρθρου 169 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάσει έξοδα υπέρ αθωωθέντος κατηγορούμενου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν ασκείται αυτόματα προς όφελος του αθωωθέντος κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus στα Ελληνικά) του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πική, στη σελ. 369 το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσο ο κατήγορος στοιχειοθέτησε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καθώς και τα κίνητρα για τη δίωξη. Εν προκειμένω, δεν διεφάνη ότι υπήρχαν αλλότρια κίνητρα στην ποινική δίωξη ή ότι αυτή καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Από την άλλη, η μαρτυρία του παραπονούμενου κρίθηκε ως αξιόπιστη σε αντίθεση με εκείνη του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί προς όφελος του κατηγορούμενου δια της επιδίκασης εξόδων. Θεωρώ ότι το δικαιότερο υπό τις περιστάσεις είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο