← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Α.Ν. STASIS ESTATES PLC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6/13, 24/6/2015

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. Α.Ν. STASIS ESTATES PLC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6/13, 24/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6/13 Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v.

  1. Α.Ν. STASIS ESTATES PLC, Αρ. Εγγραφής: 19350, από την Πάφο
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΣΗ, από την Πάφο Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 24.06.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Ν. Καθητζιώτου-Στασή Κατηγορούμενος 2 : παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού δύο αδικήματα. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της μη πληρωμής μηνιαίου μισθού κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1), και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35
(1)/2007 (στο εξής ο «Νόμος») και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της αποκοπής από το μισθό του εργοδοτούμενου χωρίς τη συγκατάθεση του κατά παράβαση των 10
(1)(ε) κα 20 του Νόμου και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι περί το τέλος Φεβρουαρίου 2012 και Μαρτίου 2012 δεν κατέβαλαν στον εργοδοτούμενο τους κ. Dimo Georgiev το μισθό του για το μήνα Φεβρουάριο 2012 ύψους €700,00 και το μισθό του για το μήνα Μάρτιο 2012 ύψους €700,00 συνολικού ύψους €1.
  2. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας περί το τέλος Ιουλίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 απέκοψαν από το μισθό του πιο πάνω αναφερόμενου εργοδοτούμενου τους τα ποσά των €100,00 και €200,00 αντίστοιχα χωρίς τη συγκατάθεση του. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο παραπονούμενος D. Georgiev (ΜΚ1) και η Θ. Πελενδρίδου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη 1 κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τη Ν. Στυλιανού (ΜΥ1), ενώ ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο:
  1. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών.
  2. Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα είναι ένας εκ των διευθύνοντων συμβούλων της κατηγορουμένης 1 εταιρείας.
  3. Ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργοδοτήθηκε στο ξενοδοχείο «AVLIDA» (στο εξής το «ξενοδοχείο») τον Ιούλιο του 2011 με καθήκοντα βοηθού μάγειρα. Η συνέντευξη και η πρόσληψη του έγινε από την κα. Νίκη (προφανώς εννοεί την ΜΥ1) και ο μισθός του ήταν €700,00 μηνιαίως. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι κοντά στο ξενοδοχείο υπήρχαν διαμερίσματα και του πρότεινε να του παραχωρήσει δωρεάν διαμέρισμα ενόψει του ότι ο παραπονούμενος διέμενε τότε στην Πόλη Χρυσοχούς. Για το ποσό των €100,00 που αποκόπηκε από το μισθό Ιουλίου του 2011 ο λόγος που του ανέφεραν για την αποκοπή ήταν ότι τα χρήματα αυτά αποκόπηκαν ως «ντεπόζιτο» για ζημιές που μπορούσαν να προκληθούν και για τον ίδιο σκοπό αποκόπηκε και το ποσό των €200,00 από το μισθό Ιανουαρίου
  1. Τα χρήματα αυτά του ανέφεραν από το ξενοδοχείο ότι θα του τα επέστρεφαν. Όσον αφορά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2012 δεν του καταβλήθηκε ο μισθός των εν λόγω μηνών. Για τον Φεβρουάριο του είπαν ότι ο μισθός δεν θα του καταβληθεί για να μην φύγει από την εργασία του, ενώ για τον Μάρτιο δεν του δόθηκε κάποια δικαιολογία, απλά του είπαν ότι δεν θα του καταβληθεί ο μισθός του. Στη συνέχεια ωστόσο ανέφερε ότι το μισθό του για τους πιο πάνω μήνες τον ζήτησε από τη ΜΥ1, η οποία του είπε ότι δεν θα λάβει το μισθό του για τον Μάρτη διότι εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς προειδοποίηση. Από τον κατηγορούμενο 2 δεν ζήτησε τα χρήματα που του οφείλονται, καθώς παρά το ότι προσπάθησε να τον βρει για να μιλήσει μαζί του αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε συμβόλαιο σε σχέση με την εργοδότηση του, ούτε και για το διαμέρισμα που του παραχωρήθηκε. Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να πληρώσει είτε ενοίκιο για το διαμέρισμα, είτε τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά την περίοδο που το ξενοδοχείο ήταν κλειστό εκτελούσε καθήκοντα φύλακα του ξενοδοχείου. Στο διαμέρισμα εγκαταστάθηκε στις 15.7.11 και αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι εγκαταστάθηκε εκεί τον Αύγουστο του
  2. Ο παραπονούμενος υποστήριξε ότι ουδέποτε πλήρωσε ενοίκιο για το διαμέρισμα ή λογαριασμούς ρεύματος και νερού και ουδέποτε του ζήτησαν να πληρώσει. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή της κας. Στασή ότι συμφώνησε όπως ενοικιάσει το εν λόγω διαμέρισμα προς €200,00 το μήνα. Αναφορικά με τις αποκοπές των €100,00 και των €200,00 που έγιναν τον Ιούλιο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012 αντίστοιχα αρνήθηκε ότι αφορούσαν ποσά έναντι ενοικίων και επανέλαβε ότι στο διαμέρισμα εγκαταστάθηκε επειδή του είχαν πει ότι θα είναι χωρίς χρήματα. Την 1.4.12 λόγω αδιαθεσίας που είχε μετέβη στο Γ.Ν. Πάφου όπου κρατήθηκε για νοσηλεία για μία ημέρα και ακολούθως του δόθηκε αναρρωτική άδεια για την περίοδο 2.4.12 - 16.4.12 (Τεκμήριο 3). Ειδοποίησε σχετικά μέσω τηλεφώνου από το νοσοκομείο τη ΜΥ1 την 1.4.12 και ακολούθως την 5.4.12 έστειλε επιστολή στον κατηγορούμενο 2 προκειμένου να τον πληροφορήσει ότι δεν θα επέστρεφε στην εργασία του. Ερωτηθείς πότε αποφάσισε να μην επιστρέψει στην εργασία του, απάντησε ότι όταν εξήλθε του νοσοκομείου και μετέβη στο ξενοδοχείο για να τους πληροφορήσει για την άδεια ασθενείας του και να ρωτήσει για τους οφειλόμενους μισθούς, τού ανέφεραν ότι δεν θα πληρωνόταν. Τότε αποφάσισε να σταματήσει και η ημερομηνία που έγινε το πιο πάνω περιστατικό ήταν περί τις 3.4.
  3. Τέλος, ο παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι συμφώνησε με το λογιστήριο όπως οι μισθοί Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 χρησιμοποιηθούν για να πληρωθούν τα οφειλόμενα ενοίκια και οι λογαριασμοί ρεύματος και νερού. Από τον παραπονούμενο αποκόμισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Απάντησε με ευθύτητα και αμεσότητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Ο παραπονούμενος ήταν πειστικός στη μαρτυρία του και η θέση του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία και συγκατάθεση του για να γίνουν αποκοπές από τους μισθούς των μηνών Ιουλίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 και να μην του καταβληθούν οι μισθοί των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 γίνεται αποδεκτή. Από τη μαρτυρία του αυτό το οποίο δεν μπορώ να αποδεκτώ είναι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο έγιναν οι αποκοπές από τους μισθούς Ιουλίου 2011 και Ιανουαρίου
  4. Ο παραπονούμενος στην κυρίως εξέταση του δήλωσε ότι τα εν λόγω ποσά αποκόπηκαν ως ντεπόζιτο για ζημιές που μπορούσε να προκαλέσει στο ξενοδοχείο. Όταν ωστόσο προσήλθε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για να υποβάλει το παράπονο του, δήλωσε στη ΜΚ2 ότι το ποσό των €100,00 αποκόπηκε από το μισθό Ιουλίου 2011 ως εγγύηση για την περίπτωση που εγκατέλειπε την εργασία του χωρίς προειδοποίηση, ενώ για το ποσό των €200,00 του μισθού Ιανουαρίου 2012 δεν γνώριζε τον λόγο της αποκοπής. Η πιο πάνω διάσταση ωστόσο θεωρώ ότι είναι επουσιώδης και δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του παραπονούμενου. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω σημείο η μαρτυρία του παραπονούμενου γίνεται αποδεκτή. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 243/12 ημερ. 2.5.14). Η ΜΚ2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το έντυπο κατάθεσης της (Τεκμήριο 5). Σε αυτό αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως επιθεωρήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων της Επαρχίας Πάφου. Στις 4.4.12 προσήλθε στο τμήμα της ο παραπονούμενος και υπέβαλε το επίδικο παράπονο κατά του εργοδότη του, δηλαδή της κατηγορούμενης
  5. Κατόπιν αλλεπάλληλων επικοινωνιών που είχε με την κατηγορούμενη 1, η υπεύθυνη του λογιστηρίου του ξενοδοχείου, κα. Άντρη Λεμονιάτη ανέφερε ότι οι αποκοπές που έγιναν στο μισθό του παραπονούμενου αφορούσαν οφειλές του προς την κατηγορούμενη 1 σε σχέση με ενοίκια που δεν κατέβαλε και κοινωφελείς λογαριασμούς που δεν εξόφλησε. Ο παραπονούμενος από την άλλη της ανέφερε ότι του παραχωρήθηκε χώρος διαμονής αλλά δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για καταβολή ενοικίου ή για πληρωμή των λογαριασμών. Από έλεγχο που διενήργησε στα αποκόμματα μισθοδοσίας του κατηγορούμενου για την περίοδο Ιουνίου 2011 - Οκτωβρίου 2011 (δέσμη Τεκμηρίου 8) διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη 1 δεν απέκοπτε από το μισθό του παραπονούμενου το ίδιο ποσό κάθε μήνα. Η ΜΚ2 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την εργοδοτική πλευρά χωρίς όμως αποτέλεσμα και ως εκ τούτου απέστειλε σχετική επιστολή ημερομηνίας 2.10.12 (Τεκμήριο 6Α). Στις 5.11.12 την επισκέφθηκε η κα. Νίκη Στυλιανού (ΜΥ1) η οποία είναι βοηθός διευθύντρια του ξενοδοχείου και της παρουσίασε διάφορους λογαριασμούς (δέσμη Τεκμηρίου 7) τους οποίους όφειλε να πληρώσει ο παραπονούμενος διότι αφορούσαν το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε και παρά ταύτα τους εξόφλησε η κατηγορούμενη
  6. Η ΜΥ1 της ανέφερε ότι η μη καταβολή των οφειλόμενων μισθών έγινε διότι ο παραπονούμενος χρωστούσε στην κατηγορούμενη 1 χρηματικά ποσά που αφορούσαν οφειλόμενα ενοίκια και λογαριασμούς. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι οι λογαριασμοί ρεύματος που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου 7 είναι επ' ονόματι της εταιρείας «AVLIDA HOTELS LTD». Τέλος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πληροφορηθεί ότι οι οφειλόμενοι μισθοί και οι αποκοπές καταβλήθηκαν στον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν προσήλθε ο παραπονούμενος για να υποβάλει το παράπονο του αρχικά μίλησε μαζί του στην ελληνική γλώσσα και στη συνέχεια μετά από δική του παράκληση μίλησαν και συνεννοήθηκαν στην αγγλική γλώσσα. Το Τεκμήριο 1 το έγραψε η ίδια στην ελληνική γλώσσα και αφού το μετέφρασε στην αγγλική λέξη προς λέξη στον παραπονούμενο, ο τελευταίος συμφώνησε και το υπέγραψε. Αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι ο παραπονούμενος δεν γνωρίζει αγγλικά και δήλωσε ότι όταν μίλησε μαζί του μπόρεσαν να συνεννοηθούν στην αγγλική γλώσσα. Σε σχετική ερώτηση της κας. Στασή η ΜΚ2 απάντησε ότι ο παραπονούμενος της είπε ότι η κατηγορούμενη 1 τον απέλυσε την 1.4.12 ενώ βρισκόταν σε άδεια ασθενείας. Το γεγονός αυτό δεν το κατέγραψε στην κατάθεση της (Τεκμήριο 5) είναι όμως καταγεγραμμένο σε εσωτερικό σημείωμα. Ερωτηθείσα σε σχέση με τις αποκοπές που έγιναν στο μισθό του παραπονούμενου τον Ιούλιο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012, η ΜΚ2 είπε ότι ο παραπονούμενος της δήλωσε ότι τα €100,00 του Ιουλίου αποκόπηκαν από το μισθό του ως εγγύηση για την περίπτωση που αποχωρούσε από την εργασία του χωρίς να δώσει προειδοποίηση. Για τον Ιανουάριο της δήλωσε πως δεν γνώριζε το λόγο της αποκοπής των €200,
  7. Τέλος, η ΜΚ2 αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η ΜΥ1 στη συνάντηση τους της είχε αναφέρει ότι ο παραπονούμενος πέραν των ενοικίων και των λογαριασμών όφειλε στην κατηγορούμενη 1 και αποζημιώσεις λόγω του ότι εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να δώσει προειδοποίηση 14 ημερών. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου η ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν συμπλήρωσε το Τεκμήριο 1 στις 4.4.12, ο παραπονούμενος δεν είχε αντιληφθεί ότι η εργοδότηση του είχε τερματιστεί πράγμα το οποίο ήταν ξεκάθαρο όταν την επισκέφθηκε τη δεύτερη φορά στις 29.5.12 οπότε και της δήλωσε ότι είχαν τερματιστεί οι υπηρεσίες του την 1.4.12 ενώ τελούσε σε άδεια ασθενείας. Η εικόνα που αποκόμισα από τη ΜΚ2 ήταν θετική. Μετέφερε με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της ως εκ της ιδιότητας της ως επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων. Κατά την αντεξέταση της δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της, ούτε και διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η μάρτυρας κατέθεσε την αλήθεια σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εξέταση του παραπόνου που υποβλήθηκε από τον παραπονούμενο. Κατά συνέπεια η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στο ξενοδοχείο ως βοηθός διευθύντρια. Κατά την επίδικη περίοδο διευθυντής του ξενοδοχείου ήταν ο κ. Πετράκης Πέτρου. Αρμόδιο πρόσωπο για τα θέματα που αφορούν το προσωπικό του ξενοδοχείου είναι η ίδια. Στα πλαίσια των καθηκόντων της προσέλαβε τον παραπονούμενο μετά από συνέντευξη. Ο παραπονούμενος ξεκίνησε να εργάζεται στο ξενοδοχείο περί τα τέλη Ιουνίου
  8. Μετά από 2-3 εβδομάδες ενδιαφέρθηκε να ενοικιάσει διαμέρισμα διότι έμενε μακριά από το ξενοδοχείο. Επικοινώνησε η ίδια με τον διαχειριστή των διαμερισμάτων, ο οποίος της είπε ότι υπήρχε διαθέσιμο διαμέρισμα του ενός υπνοδωματίου και το ενοίκιο ήταν €220,
  9. Συμφώνησε με τον παραπονούμενο να το ενοικιάσει και η συμφωνία αυτή έγινε περί τα μέσα Ιουλίου
  10. Ενημέρωσε για το πιο πάνω ζήτημα με σημείωμα της το λογιστήριο (Τεκμήριο 9). Τον Ιούλιο του 2011 το λογιστήριο απέκοψε από το μισθό του παραπονούμενου το ενοίκιο που του αναλογούσε και ο παραπονούμενος ζήτησε από την ίδια να του εξηγήσει τι αφορούσε η εν λόγω αποκοπή. Όταν του εξήγησε κατάλαβε και αποδέχθηκε την αποκοπή, αλλά της ζήτησε να μην του αποκόπτεται το ενοίκιο από το μισθό του διότι προτιμούσε να πληρώνει το ενοίκιο απευθείας στην ίδια λόγω του προβλήματος που είχε με τη γλώσσα, πράγμα που τον δυσκόλευε να συνεννοηθεί με το λογιστήριο. Έδωσε τις σχετικές οδηγίες στο λογιστήριο και ο παραπονούμενος για τους μήνες Αύγουστο μέχρι και Οκτώβριο πλήρωσε το ενοίκιο απευθείας στην ίδια. Για τις πληρωμές των ενοικίων εξέδιδε αποδείξεις τις οποίες παρέδιδε στον παραπονούμενο (δέσμη Τεκμηρίου 10). Μετά τον Οκτώβριο δεν πλήρωσε ξανά ενοίκιο, ούτε και τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού. Το ξενοδοχείο είχε αναστείλει τη λειτουργία του για τη χειμερινή περίοδο, ωστόσο μετά από παράκληση του παραπονούμενου συμφώνησαν προφορικά να συνεχίσει να εργάζεται στο ξενοδοχείο ως νυχτοφύλακας. Επίσης, τον Νοέμβριο ζήτησε ο παραπονούμενος να μην πληρώσει το ενοίκιο διότι πρόκειτο να υποβληθεί σε εγχείρηση και από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 2011 έλαβε άδεια. Γύρω στις 20.1.12 μίλησε τηλεφωνικά με τον παραπονούμενο και συμφώνησαν όπως έναντι των οφειλόμενων ενοικίων αποκοπεί ποσό €152,
  11. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων η ΜΥ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει το υπόλοιπο ποσό των €47,60 για ποιο λόγο αποκόπηκε από το μισθό του Ιανουαρίου 2012 και πιθανολόγησε ότι ο παραπονούμενος ενδεχομένως να ήθελε τα χρήματα που καταβλήθηκαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Επίσης, συμφώνησε με τον παραπονούμενο όπως ο επόμενος μισθός του Φεβρουαρίου κρατηθεί για τα υπόλοιπα ενοίκια, όπως και ο μισθός Μαρτίου
  12. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να ειδοποιήσει. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος δεν της τηλεφώνησε για να της αναφέρει ότι είναι άρρωστος, αντιθέτως η ίδια του τηλεφωνούσε και δεν της απάντησε στα τηλεφωνήματα της. Επιπρόσθετα στις 2.4.12 επισκέφθηκε το διαμέρισμα και αυτό ήταν ανοιχτό και άδειο χωρίς προσωπικά αντικείμενα του παραπονούμενου. Μετά που εγκατέλειψε το διαμέρισμα ο παραπονούμενος και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2012 δεν ενοικιάστηκε το εν λόγω διαμέρισμα σε άλλο πρόσωπο. Το συνολικό ποσό ενοικίων που όφειλε ο παραπονούμενος ήταν €947,60 πλέον τα ποσά των λογαριασμών ρεύματος και νερού ( δέσμη Τεκμηρίου 7). Η ΜΥ1 διευκρίνισε ότι ο λογαριασμός ρεύματος της περιόδου 10.4.12 - 12.6.12 εκ λάθους συμπεριλήφθηκε στις οφειλές του παραπονούμενου, καθώς τότε είχε ήδη εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Τέλος, η ΜΥ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση αφού η ίδια χειρίζεται τα ζητήματα του προσωπικού του ξενοδοχείου. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η πολιτική του ξενοδοχείου είναι να μην καταρτίζονται γραπτές συμφωνίες με τους εργαζόμενους, καθώς τα όσα συμφωνούνται εμφαίνονται σε σχετική αίτηση που συμπληρώνει ο εργοδοτούμενος και αποστέλλεται στο λογιστήριο. Ούτε και για την ενοικίαση του διαμερίσματος καταρτίστηκε οποιοδήποτε συμβόλαιο ενοικίασης. Ερωτηθείσα σχετικά η ΜΥ1 απάντησε ότι το διαμέρισμα που ενοικιάστηκε στον παραπονούμενο είχε αριθμό Δ.
  13. Ο λογαριασμός του νερού (δέσμη Τεκμηρίου 7) αφορά το διαμέρισμα 11, όμως έγινε λάθος με τους μετρητές και ο μετρητής του εν λόγω διαμερίσματος είναι ο μετρητής του διαμερίσματος που ενοικίαζε ο παραπονούμενος. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η ΜΥ1 απάντησε ότι η ίδια ενημέρωσε το λογιστήριο για να μην καταβάλει τους μισθούς του Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 στον παραπονούμενο, καθώς είχε συμφωνήσει με τον τελευταίο όπως οι εν λόγω μισθοί καταβληθούν για τα οφειλόμενα ενοίκια. Στην ερώτηση του κ. Προδρόμου ποιο ήταν το ακριβές ποσό που συμφώνησε με τον παραπονούμενο να του αποκοπεί, η ΜΥ1 είπε ότι ο παραπονούμενος μόνο για τον Ιανουάριο της ζήτησε να του καταβληθεί από το μισθό του το ποσό των €500,00 ενώ για τους υπόλοιπους μήνες δεν ζήτησε κάποια ελάφρυνση. Επίσης στην ερώτηση ποιο ποσό όφειλε ο παραπονούμενος κατά το τέλος Μαρτίου 2012, η ΜΥ1 απάντησε ότι ήταν περί τα €950,00 για ενοίκια πλέον τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού. Τέλος, στην υποβολή του κ. Προδρόμου ότι οι αποκοπές που έγιναν τον Ιούλιο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012, καθώς και η μη καταβολή των μισθών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 ήταν παράνομες διότι δεν έδωσε τη συγκατάθεση του ο παραπονούμενος, η ΜΥ1 είπε ότι ο παραπονούμενος έδωσε προφορικά τη συγκατάθεση του. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου μετά το πέρας της επανεξέτασης σε σχέση με το λογαριασμό ρεύματος της περιόδου 9.2.12 - 10.4.12 (δέσμη Τεκμηρίου 7), η ΜΥ1 διευκρίνισε ότι και για το ποσό του εν λόγω λογαριασμού υπήρξε συγκατάθεση του παραπονούμενου για να αποκοπεί από το μισθό του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν έδειξε στον παραπονούμενο τους λογαριασμούς, αλλά του είπε ότι υπάρχουν απλήρωτοι λογαριασμοί ρεύματος και νερού και ο τελευταίος της ζήτησε να αφαιρεθούν από το μισθό του. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της ΜΥ1, καθώς σε ουσιώδη σημεία της υπήρξε ασαφής. Θα ξεκινήσω από το ζήτημα της συγκατάθεσης του παραπονούμενου στο να γίνουν αφενός αποκοπές από το μισθό του για τους μήνες Ιούλιο 2011 και Ιανουάριο 2012 και αφετέρου να μην του καταβληθούν οι μισθοί των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου
  14. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της ποιο ήταν το ακριβές ποσό για το οποίο ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε να του αποκοπεί από τους μισθούς του, η ΜΥ1 αποφεύγοντας να απαντήσει επί της ουσίας δήλωσε ότι μόνο για τον μισθό του Ιανουαρίου 2012 της ζήτησε ελάφρυνση και του καταβλήθηκε το ποσό των €500,00 από το μισθό του. Ακολούθως σε νέα ερώτηση του κ. Προδρόμου για το ποσό που κατ' ισχυρισμό όφειλε ο παραπονούμενος στα τέλη Μαρτίου 2012, η ΜΥ1 ανέφερε ότι ήταν περί τα €950,00 πλέον οι λογαριασμοί ρεύματος και νερού για να διευκρινίσει όμως στη συνέχεια ότι τους λογαριασμούς (δέσμη Τεκμηρίου 7) δεν τους έδειξε στον παραπονούμενο, αλλά απλά του ανέφερε ότι υπήρχαν απλήρωτοι λογαριασμοί και ο τελευταίος της είπε να αφαιρεθούν από το μισθό του. Αυτό το οποίο προκύπτει από τις πιο πάνω απαντήσεις της ΜΥ1 είναι ότι δεν υπήρξε συγκατάθεση του παραπονούμενου για να αποκοπεί από το μισθό του κάποιο συγκεκριμένο ποσό. Δεν τέθηκε δηλαδή στον παραπονούμενο ότι οφείλει ένα συγκεκριμένο ποσό, αλλά απλά ότι όφειλε ενοίκια και λογαριασμούς. Για τα μεν ενοίκια θα μπορούσε ο παραπονούμενος να υπολογίσει το ποσό που όφειλε, εφόσον το ενοίκιο ήταν καθορισμένο, για τους λογαριασμούς ρεύματος όμως και νερού ασφαλώς δεν θα μπορούσε να το πράξει και είναι αδιανόητο ο παραπονούμενος να συναινούσε στην αποκοπή τους χωρίς να γνωρίζει τι ποσά οφείλει για τους εν λόγω λογαριασμούς. Η περίπτωση του λογαριασμού ρεύματος για την περίοδο 9.2.12 - 10.4.12 (δέσμη Τεκμηρίου 7) είναι ενδεικτική της απουσίας λογικής συνοχής στην εκδοχή που παρουσίασε η υπεράσπιση για να πείσει ότι υπήρξε συγκατάθεση του παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, η ΜΥ1 ανέφερε ότι και για αυτόν τον λογαριασμό είχε τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Αυτό όμως είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο. Ο εν λόγω λογαριασμός, ο οποίος καλύπτει την περίοδο μέχρι 10.4.12, συνάγεται ότι εκδόθηκε και στάληκε μετά την 10.4.
  15. Ο παραπονούμενος όμως η τελευταία ημέρα που εργάστηκε στην κατηγορούμενη 1 ήταν η 31.3.12 και από τη μαρτυρία της ΜΥ1 δεν προκύπτει ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον παραπονούμενο. Ο δε παραπονούμενος στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι η τελευταία φορά που επισκέφθηκε το ξενοδοχείο ήταν στις 3.4.
  16. Πως είναι επομένως δυνατό να έγινε συζήτηση και να συγκατατέθηκε ο παραπονούμενος στην πληρωμή του εν λόγω λογαριασμού; Από την άλλη ακόμα και στη βάση των ισχυρισμών της ΜΥ1, τα ποσά που κατακρατήθηκαν από τους μισθούς του παραπονούμενου δεν συμφωνούν με τα ποσά που κατ' ισχυρισμό όφειλε και συγκατατέθηκε να αποκοπούν ο παραπονούμενος. Συγκεκριμένα η ΜΥ1 είπε ότι ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε να αποκοπούν από τους μισθούς του τα ενοίκια των μηνών Νοεμβρίου 2011 - Μαρτίου 2012 εκ ποσού €220,00 μηνιαίως με εξαίρεση το ποσό του ενοικίου του Ιανουαρίου 2012 για το οποίο καταβλήθηκε μέρος και απέμενε το ποσό των €47,
  17. Το σύνολο επομένως των ενοικίων ανερχόταν σε €947,
  18. Όσον αφορά τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού το σύνολο τους ανερχόταν στο ποσό των €382,
  19. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το συνολικό ποσό για το οποίο υπήρξε συγκατάθεση του παραπονούμενου ήταν €1329,
  20. Παρά ταύτα οι μισθοί των μηνών Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2012 ξεπερνούσαν το εν λόγω ποσό, καθώς συμποσούνται στο ποσό των €1.
  21. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, παρατηρώ ότι ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας της ΜΥ1 δεν τέθηκαν στον παραπονούμενο. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα σημεία: (α) ότι ο παραπονούμενος ζήτησε από την ίδια να μην αποκόπτεται το ενοίκιο από το μισθό του, αλλά να το καταβάλλει στην ίδια λόγω του προβλήματος που είχε με τη γλώσσα και της δυσκολίας του να συνεννοηθεί με το λογιστήριο (β) ότι κατέβαλε στην ίδια τα ενοίκια των μηνών Αυγούστου - Οκτωβρίου 2011 και του εξέδωσε σχετικές αποδείξεις (γ) ότι τον Νοέμβριο ζήτησε ο ίδιος να μην καταβάλει ενοίκιο διότι θα υποβαλλόταν σε εγχείριση και έλαβε για το σκοπό αυτό άδεια από την εργασία του από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου. Τα πιο πάνω αποτελούν ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας της ΜΥ1 τα οποία δεν υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο, αλλά προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία της. Σημειώνω επίσης ότι οι αποδείξεις είσπραξης ενοικίων (δέσμη Τεκμηρίου 10) δεν παρουσιάστηκαν από τη ΜΥ1 στη ΜΚ2 όταν την επισκέφθηκε για την εξέταση του επίδικου παραπόνου, σε αντίθεση με τους λογαριασμούς ρεύματος και νερού (δέσμη Τεκμηρίου 7) αντίγραφα των οποίων παραδόθηκαν στη ΜΚ
  22. Επισημαίνω δε ότι η κατηγορούμενη 1 με την επιστολή ημερομηνίας 2.10.12 (Τεκμήριο 6Α) είχε ενημερωθεί για την αναγκαιότητα προσκόμισης οποιωνδήποτε στοιχείων που αφορούσαν την καταβολή των επίδικων μισθών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ούτε και μεταγενέστερα προσκομίστηκαν στη ΜΚ2 οι εν λόγω αποδείξεις, παρά μόνο παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση της ΜΥ1 χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη να παρουσιαστούν εξ αρχής οι εν λόγω αποδείξεις. Περαιτέρω, ορισμένες θέσεις που προέβαλε η ΜΥ1 έρχονται σε αντίθεση με θέσεις που προώθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου. Συγκεκριμένα, στον παραπονούμενο υποβλήθηκε η θέση ότι το ενοίκιο για το διαμέρισμα ανερχόταν σε €200,00 μηνιαίως και ότι εγκαταστάθηκε σε αυτό τον Αύγουστο του 2011, ενώ η ΜΥ1 υποστήριξε ότι συμφώνησαν για μηνιαίο ενοίκιο ύψους €220,00 και ότι ο παραπονούμενος εγκαταστάθηκε σε αυτό τον Ιούλιο του
  23. Επίσης στον παραπονούμενο τέθηκε η θέση ότι συμφώνησε με το λογιστήριο για την μη καταβολή των μισθών Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2012, ενώ η ΜΥ1 ανέφερε ότι η συμφωνία έγινε μαζί της και μάλιστα τηλεφωνικώς και στη συνέχεια η ίδια έδωσε οδηγίες στο λογιστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 και όχι του ξενοδοχείου. Τα θέματα της παρούσας υπόθεσης τα χειρίζεται ο διευθυντής του ξενοδοχείου και κυρίως η κα. Νίκη Στυλιανού (ΜΥ1) η οποία και συζήτησε το θέμα με το τμήμα εργασιακών σχέσεων. Με τον παραπονούμενο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση και η μόνη κουβέντα που αντάλλαξε μαζί του ήταν «καλημέρα». Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Ασφαλώς η αξία της δεν είναι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικρούσει μία ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: « Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου και τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλoυθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επισήμου Παραλήπτη και ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι σήμερα είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της κατηγορούμενης
  1. Τον Ιούλιο του 2011 ο παραπονούμενος προσλήφθηκε από την κατηγορούμενη 1 και εργοδοτήθηκε ως βοηθός μάγειρα στο ξενοδοχείο «AVLIDA». Η πρόσληψη του παραπονούμενου για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 έγινε από την κα. Νίκη Στυλιανού (ΜΥ1) η οποία είναι βοηθός διευθύντρια του πιο πάνω αναφερόμενου ξενοδοχείου. Ο μισθός του παραπονούμενου συμφωνήθηκε στο ποσό των €700,00 μηνιαίως. Περαιτέρω, στον παραπονούμενο παραχωρήθηκε για σκοπούς διαμονής του διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου πλησίον του ξενοδοχείου «AVLIDA». Η κατηγορούμενη 1 χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου απέκοψε από το μισθό του για το μήνα Ιούλιο του 2011 το ποσό των €100,00 και για το μήνα Ιανουάριο του 2012 το ποσό των €200,
  2. Επίσης, δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο τους μισθούς του για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2012 εκ ποσού €700,00 έκαστος. Ο παραπονούμενος την 1.4.12 απουσίασε από την εργασία του λόγω ασθένειας και νοσηλεύθηκε για μία ημέρα στο Γ.Ν. Πάφου, όπου του χορηγήθηκε άδεια απουσίας από την εργασία του για την περίοδο 2.4.12 - 16.4.
  3. Περί τις 3.4.12 επισκέφθηκε το ξενοδοχείο «AVLIDA» και ενημερώθηκε ότι δεν θα του καταβάλλονταν οι οφειλόμενοι μισθοί. Τα ποσά που αποκόπηκαν από τους μισθούς Ιουλίου 2011 και Ιανουαρίου 2012, καθώς και οι μισθοί Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβληθεί στον παραπονούμενο. Νομική Πτυχή Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της μη πληρωμής μισθού κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου και της αποκοπής από το μισθό του εργοδοτούμενου χωρίς τη συγκατάθεση του κατά παράβαση των άρθρων 10
(1)(ε) και 20 του Νόμου. Το άρθρο 9
(1)του Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Το δε άρθρο 10
(1)(ε) έχει ως ακολούθως: «10.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: .................................... (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.» Περαιτέρω, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» ορίζονται ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Όσον δε αφορά το αδίκημα της αποκοπής μισθού κατά παράβαση του άρθρου 10
(1)(ε), όπως προκύπτει από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου, συνιστά υπεράσπιση η απόδειξη ότι υπήρξε συγκατάθεση του εργοδοτούμενου για την εν λόγω αποκοπή. Το βάρος απόδειξης επομένως για το ότι υπήρξε συγκατάθεση βρίσκεται στους ώμους του εργοδότη. Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της κατηγορούσας αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο 2, αντιμετωπίζει από κοινού με την κατηγορούμενη 1 τα ίδια αδικήματα. Ουσιαστικά όμως κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas& Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις επίδικες κατηγορίες σε σχέση με την κατηγορούμενη 1. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί, είναι άλλωστε παραδεκτό γεγονός, ότι μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και του παραπονούμενου υφίστατο σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Αποτελεί επίσης κοινά παραδεκτό γεγονός ότι για τους μεν μήνες Ιούλιο του 2011 και Ιανουάριο του 2012 υπήρξε αποκοπή από το μισθό του παραπονούμενου των ποσών των €100,00 και €200,00 αντίστοιχα, για τους δε μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2012 δεν καταβλήθηκαν καθόλου οι μισθοί. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος συγκατατέθηκε στις πιο πάνω αποκοπές και μη καταβολές των μισθών αντίστοιχα. Όπως ανέφερα πιο πάνω στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής, η κατηγορούμενη 1 φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συγκατάθεσης εκ μέρους του παραπονούμενου (βλ. άρθρο 10
(1)(ε) του Νόμου). Η μαρτυρία της ΜΥ1, για τους λόγους που ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, δεν έγινε δεκτή και κατά συνέπεια η κατηγορούμενη 1 δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη συγκατάθεσης εκ μέρους του παραπονούμενου. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου έγινε δεκτή και επομένως και η θέση του ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε για να γίνουν οποιεσδήποτε αφενός αποκοπές και αφετέρου κατακράτηση μισθών. Ειδικότερα όσον αφορά τους μισθούς Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 θα ήθελα να επισημάνω και την εξής παράμετρο. Το όλο πνεύμα του Νόμου καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, ότι ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα κατακράτησης και μη πληρωμής ολόκληρου του μισθού του εργοδοτούμενου έστω κι αν υπάρχει συγκατάθεση του τελευταίου. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπω ειδικότερα στα άρθρα 10
(4)και 11 του Νόμου. Δεν νοείται οι αποκοπές με τη συγκατάθεση του εργοδοτούμενου ή η εκχώρηση να περιορίζονται μέχρι εκείνου του σημείου που ο εργοδοτούμενος να μπορεί να συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένεια του και την ίδια ώρα να επιτρέπεται η μη καταβολή ολόκληρου του μισθού. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε σχήμα οξύμωρο. Ερχόμενος τώρα στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 2, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας τέτοια ευθύνη. Καταρχάς δεν έχει αποδειχθεί η οποιαδήποτε συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 στα επίδικα αδικήματα. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν διεφάνη ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην επίδικη διαφορά ή οποιαδήποτε γνώση των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων. Το γεγονός ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 δεν δημιουργεί από μόνο του ποινική ευθύνη για τον κατηγορούμενο 2 (βλ. Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600 και άρθρο 20
(5)του Νόμου). Επιπρόσθετα, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένες οι κατηγορίες ουσιαστικά αποδίδουν στον κατηγορούμενο 2 την ιδιότητα του εργοδότη. Κάτι τέτοιο όμως δεν υποστηρίχθηκε από τη μαρτυρία. Αντιθέτως, όπως προκύπτει και από τα παραδεκτά γεγονότα, εργοδότης του παραπονούμενου ήταν η κατηγορούμενη 1. Ο κατηγορούμενος 2 δεν καθίσταται λόγω της ιδιότητας του ως ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 και εργοδότης του παραπονούμενου. Για τα δε αδικήματα που κατηγορείται απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (βλ. άρθρο 20 του Νόμου). Σε κάθε περίπτωση επομένως ο κατηγορούμενος 2 δεν θα μπορούσε να είναι συνεργός στο γεγονός πως η κατηγορούμενη 1 έχει την ιδιότητα του εργοδότη. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ 272 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το πρώτο δηλαδή συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που δημιουργούνται από το άρθρο 13 του Νόμου είναι η ιδιότητα του κατηγορούμενου, που είναι αυτή του εργοδότη. Είναι φανερό από την ιδιότητα των εφεσειόντων, όπως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο, και τούτο έγινε δεκτό ενώπιον μας από το δικηγόρο της Δημοκρατίας, πως εργοδότης είναι η εφεσείουσα ετιαρεία Peppis Co. Ltd, ενώ ο εφεσείων Πεππής Χριστοφή είναι διευθυντής της, και βεβαίως με αυτή την ιδιότητα δεν είναι εργοδότης. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας υποστήριξε όμως πως ορθά συγκατηγορήθηκε και ο εφεσείων διευθυντής ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος γι' αυτό αναφέρεται στο κατηγορητήριο και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ακριβώς εδώ έγκειται, στην κρίση μας, το νομικό σφάλμα, που αποδεικνύεται και από το γεγονός πως στο κατηγορητήριο προστέθηκε το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Και τούτο γιατί δεν μπορεί να είναι κάποιος συνεργός στο γεγονός πως ένας κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εργοδότη.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο δε κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.