← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΑΕΘΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4787/13, 3/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΦΑΕΘΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4787/13, 3/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4787/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΦΑΕΘΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 03.06.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο : κ Χρυσάνθου (για να ακούσει απόφαση η κα Παπαντωνίου Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 23.6.12 στον κύριο δρόμο Μεσόγης - Τσάδας της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΒ 315 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε πέντε μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.1142 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ1), τον Αστ.2521 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ2), τον Λχια.1289 Π. Ανάσταση (ΜΚ3), τον Η. Γιάγκου (ΜΚ4) και τον Ι. Κωνσταντίνου (ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει σιωπή και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος και οι Ανδρέας Αριστείδου και Ηρόδοτος Γιάγκου (οδηγός και συνοδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 αντίστοιχα) τραυματίστηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Επιπρόσθετα κατατέθηκαν από κοινού τα πιο κάτω Τεκμήρια τα οποία ήταν παραδεκτά και ως προς το περιεχόμενο τους: Η κατάθεση του Αστ.440 Χρ. Κωνσταντίνου ως Τεκμήριο
  1. Η κατάθεση του Αστ.2641 Χρ. Ανδρέου ως Τεκμήριο
  2. Η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους ως Τεκμήριο
  3. Στα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια αναφέρεται ότι λήφθηκε αίμα από τον κατηγορούμενο για σκοπούς εξέτασης αλκοόλης και το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου, στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και είναι ειδικός φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 23.6.12 μετέβη στον κύριο δρόμο Μεσόγης - Τσάδας, όπου έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα, και καθ' υπόδειξη του Αστ. 2521 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ2) έλαβε 45 συνολικά φωτογραφίες τις οποίες και κατέθεσε ως Δέσμη Τεκμηρίου
  1. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο ΜΚ1 απάντησε ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίστηκε στη λήψη των φωτογραφιών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 είπε ότι στη φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 2 φαίνεται το σημείο με αρ. 1, στο οποίο σημείο υπήρχαν σπασμένα γυαλιά από το καθρεφτάκι του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΒΜ 786 το οποίο οδηγείτο από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου - ΜΚ5 (στο εξής «το όχημα του ΜΚ5»). Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, είπε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΒ 315 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο (στο εξής «το όχημα του κατηγορούμενου») δεν είχε σπασμένο καθρεφτάκι. Η μαρτυρία του ΜΚ1 υπήρξε τυπικής, θα έλεγα μορφής, καθώς αυτή περιορίστηκε στην κατάθεση των φωτογραφιών που έλαβε από τη σκηνή του δυστυχήματος καθ' υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης ΜΚ
  2. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε οτιδήποτε από τη μαρτυρία του, αλλά απλώς του υποβλήθηκαν ερωτήσεις διευκρινιστικού χαρακτήρα. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 3), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και στις 23.6.12 περί ώρα 12.30 μετέβη στη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Το όχημα του κατηγορούμενου και το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 (στο εξής το «βαν») βρίσκονταν στην τελική τους θέση ενώ το όχημα του ΜΚ5 είχε μετακινηθεί ορισμένα μέτρα από το σημείο που ο ΜΚ5 υπέδειξε ότι συγκρούστηκε με το όχημα του κατηγορούμενου. Το όχημα του κατηγορούμενου και το βαν είχαν υποστεί εκτεταμένες υλικές ζημιές και οι επιβαίνοντες σε αυτά είχαν τραυματιστεί και μεταφέρθηκαν στο Γ.Ν. Πάφου. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις στη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 4) και ακολούθως συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω, έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ5 (Τεκμήριο 6) και ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7). Στις 19.9.12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος, απάντησε πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 8). Ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν σε καλή κατάσταση, στεγνός, ελαφρώς ανηφορικός - κατηφορικός με στροφή και υπήρχε ορατότητα περί τα 150μ. Είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 80χαω. Στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΚ2 επεξήγησε επί του Τεκμηρίου 5 ότι το γράμμα Χ (το οποίο είναι τοποθετημένο δίπλα από την αρίθμηση 89,20) απεικονίζει το σημείο της πρώτης σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων του κατηγορούμενου και του ΜΚ5 και το γράμμα Χ1 το σημείο της δεύτερης σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων του κατηγορούμενου και του βαν. Το γράμμα Δ απεικονίζει το σημείο όπου εντοπίστηκαν σπασμένα γυαλιά και καλύπτει μία απόσταση 2,70μ η οποία εκτείνεται μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Στο σημείο που ευρίσκεται το γράμμα Χ ο δρόμος, ως η πορεία του κατηγορούμενου, είναι κατηφορικός με στροφή προς τα αριστερά. Το γράμμα Χ απέχει 0,80μ από τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου και βρίσκεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του ΜΚ
  3. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατέληξε ότι η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων του κατηγορούμενου και του ΜΚ5 έγινε στο σημείο που τοποθέτησε το γράμμα Χ, διότι το εν λόγω σημείο υποδείχθηκε από το ΜΚ5, αλλά και από το συνοδηγό του βαν - ΜΚ
  4. Επιπρόσθετα στην περιοχή που περιβάλλει το γράμμα Χ εντοπίστηκαν σπασμένα γυαλιά τα οποία προσδιορίζουν περίπου το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση χωρίς όμως να καθορίζουν το ακριβές σημείο καθώς υπήρξε εκτίναξη των γυαλιών τα οποία ακολούθως θρυμματίστηκαν στο οδόστρωμα. Ερωτηθείς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής κατά πόσο ερεύνησε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 7 σελ. 2) ότι ένιωσε δυνατό κτύπημα στην πίσω δεξιά πλευρά του οχήματος του, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι έλεγξε το όχημα του κατηγορούμενου αλλά δεν εντόπισε οποιαδήποτε ζημιά στην πίσω δεξιά πλευρά του. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η απόσταση μεταξύ των γραμμάτων Χ και Χ1 είναι περί τα 45μ και στην απόσταση αυτή δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Τέλος, ο ΜΚ2 είπε ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7) δήλωσε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής της σύγκρουσης με το βαν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η δήλωση του για ορατότητα 150μ αφορά τη βόρεια κατεύθυνση προς το χωριό Τσάδα, δηλαδή ως η πορεία Β επί του Τεκμηρίου 5 και ξεκινά λίγο πιο πίσω από το σημείο που άρχισε να λαμβάνει τις μετρήσεις, δηλαδή από το γράμμα Ο επί του Τεκμηρίου
  5. Στο σημείο σύγκρουσης Χ1 κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις τελικές θέσεις του βαν και του οχήματος του κατηγορούμενου, συμφώνησε ωστόσο με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι το σημείο Χ1 μπορεί για ορισμένα εκατοστά να μην είναι ακριβές. Επίσης σε σχετική ερώτηση του κ. Χρυσάνθου απάντησε ότι δεν διαθέτει εμπειρία στις αναπαραστάσεις τροχαίων δυστυχημάτων. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου κινήθηκε μετά την πρώτη σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ5 προς το βαν διότι ο κατηγορούμενος είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματος του. Πρόσθεσε ωστόσο ότι με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει ο κατηγορούμενος είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματος από πριν, δηλαδή πριν να επέλθει η πρώτη σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ
  6. Μετά την εν λόγω σύγκρουση ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να ελέγξει το όχημα του καθώς δεν υπήρξε σε αυτό τέτοια ζημιά που να μην του επιτρέπει να το ελέγξει και να προβεί σε αποφευκτική κίνηση. Αναφορικά με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 4) το υπέγραψε ο κατηγορούμενος με επιφύλαξη όμως ως προς το σημείο Χ. Ο ΜΚ2 συμφώνησε με τον κ. Χρυσάνθου ότι το σημείο Δ στο Τεκμήριο 4 φαίνεται να καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου απ' ότι στο Τεκμήριο
  7. Διαφώνησε όμως ότι στο Τεκμήριο 5 το σημείο Δ καταλαμβάνει ίση απόσταση στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ανέφερε επίσης ότι σπασμένα γυαλιά υπήρχαν και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με το μεγαλύτερο μέρος όμως να βρίσκεται στη λωρίδα που κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Ερωτηθείς για ποιο λόγο εφόσον ο κύριος όγκος των σπασμένων γυαλιών βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης «Χ» στην αντίθετη λωρίδα, ο ΜΚ2 απάντησε ότι το εν λόγω σημείο ήταν το σημείο που υπέδειξαν οι ΜΚ4 και 5 και δεν υπήρχε άλλη αντίθετη μαρτυρία ούτε και από τον κατηγορούμενο. Τα σπασμένα γυαλιά τα έλαβε υπόψη του, λόγω όμως του ότι διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα δεν μπορούσε από αυτά να καθορίσει το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Σε σχέση με την ορατότητα του ΜΚ4 κατά τη στιγμή της πρώτης σύγκρουσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το ακριβές σημείο που βρισκόταν το βαν κατά τη δεδομένη στιγμή, ωστόσο ο ΜΚ4 στην κατάθεση του δήλωσε ότι είδε τη σύγκρουση. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων του κατηγορούμενου και του ΜΚ5 έλαβε χώρα στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Επίσης, αρνήθηκε ότι αποτύπωσε λανθασμένα στο Τεκμήριο 5 τα σπασμένα γυαλιά που εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος καθώς και ότι όλα τα σπασμένα γυαλιά βρίσκονταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Τέλος, αρνήθηκε ότι δεν διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. O MK2 μου προξένησε θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι διενήργησε με αντικειμενικότητα και αμερόληπτα τις εξετάσεις που όφειλε να διενεργήσει ως εξεταστής της υπόθεσης σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Δεν διέκρινα μέσα από τη μαρτυρία του ότι υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα, ούτε και εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση του. Αυτό το οποίο κυρίως αμφισβητήθηκε ήταν η τοποθέτηση του πρώτου σημείου σύγκρουσης «Χ», δηλαδή του σημείου που συγκρούστηκαν το όχημα του κατηγορούμενου και το όχημα του ΜΚ
  8. Ο ΜΚ2 επεξήγησε με σαφήνεια τους λόγους που τον οδήγησαν να τοποθετήσει στο συγκεκριμένο σημείο τη σύγκρουση των εν λόγω δύο οχημάτων. Όπως ανέφερε αυτό ήταν το σημείο που υπέδειξαν δύο αυτόπτες μάρτυρες, ήτοι οι ΜΚ4 και
  9. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τις καταθέσεις των ΜΚ4 και 5 (Τεκμήρια 10 και 6 αντίστοιχα) όσο και από την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν υπήρχε αντίθετη μαρτυρία καθώς ο κατηγορούμενος ναι μεν διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ, πλην όμως δεν υπέδειξε διαφορετικό σημείο σύγκρουσης. Η εν λόγω δήλωση του ΜΚ2 επίσης επιβεβαιώνεται από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7) στην οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι διαφωνεί με το σημείο Χ διότι δεν γνωρίζει, ως ο ίδιος δήλωσε, σε ποιο σημείο ακριβώς του δρόμου υπήρξε η επαφή με το όχημα του ΜΚ
  10. Έγινε επίσης αρκετός λόγος κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 για το σημείο Δ επί του Τεκμηρίου 5 το οποίο απεικονίζει τα θρυμματισμένα γυαλιά που εντοπίστηκαν στο οδόστρωμα. Ο ΜΚ2 δήλωσε ότι τα έλαβε υπόψη του για την διακρίβωση του σημείου σύγκρουσης, δεν μπορούσε όμως από τα γυαλιά να καθορίσει το ακριβές σημείο σύγκρουσης καθώς αυτά με τη σύγκρουση διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή τα σπασμένα γυαλιά διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα, επιβεβαιώνεται και από τη φωτογραφία αρ. 4 του Τεκμηρίου
  11. Ο κ. Χρυσάνθου επέμεινε ότι αφ' ης στιγμής ο κύριος όγκος των γυαλιών ήταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου, αυτό συνεπάγεται και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στη λωρίδα του κατηγορούμενου. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο ΜΚ2 δήλωσε ότι τα θρυμματισμένα γυαλιά μπορούσαν να δώσουν μία ένδειξη όχι όμως το ακριβές σημείο σύγκρουσης, αφ 'ης στιγμής ήταν διασκορπισμένα στο οδόστρωμα. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο το οποίο να κλονίζει την εν λόγω θέση του ΜΚ
  12. Ούτε επίσης αμφισβητήθηκε ότι τα θρυμματισμένα γυαλιά καταλαμβάνουν έκταση 2,70μ. η οποία εκτείνεται και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Στη βάση επομένως των πιο πάνω σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία των ΜΚ 4 και 5, θεωρώ απολύτως λογική την προσέγγιση του ΜΚ
  13. Ένα τελευταίο σημείο που θα ήθελα να σχολιάσω σε σχέση με τα θρυμματισμένα γυαλιά είναι η αποτύπωση τους επί του Τεκμηρίου
  14. Έχει δίκαιο ο κ. Χρυσάνθου ότι στο Τεκμήριο 5 δεν αποτυπώνεται σωστά η έκταση που καταλαμβάνουν τα θρυμματισμένα γυαλιά στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Αρκεί μία ματιά στη φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 2, αλλά και στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 4) για να διαπιστώσει κάποιος ότι όντως δεν αποτυπώθηκε το σημείο Δ με ακρίβεια επί του Τεκμηρίου
  15. Άλλωστε και ο ΜΚ2 παραδέχθηκε ότι ο μεγαλύτερος όγκος των γυαλιών βρίσκεται στη λωρίδα του κατηγορούμενου, αλλά και ότι στο Τεκμήριο 4 το σημείο Δ καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση στη λωρίδα του κατηγορούμενου απ' ότι στο Τεκμήριο
  16. Δεν θεωρώ όμως ότι από αυτό το γεγονός δημιουργείται ρήγμα στη μαρτυρία του ΜΚ2 ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο ΜΚ2 έλαβε υπόψη του ότι ο κύριος όγκος των γυαλιών ήταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου και εξήγησε τους λόγους που τον ώθησαν να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης στο γράμμα Χ. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 9). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και στις 28.6.12 επιθεώρησε στην Τροχαία Πάφου το όχημα του κατηγορούμενου και το βαν. Και για τα δύο οχήματα διαπίστωσε ότι τα συστήματα τροχοπέδησης και διευθύνσεως τους ήταν σε καλή κατάσταση. Επίσης, τα ελαστικά των πιο πάνω οχημάτων ήταν σε καλή κατάσταση και πλήρη αέρος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ένα όχημα που οδηγείται με 50χαω καλύπτει 13,8 μέτρα το δευτερόλεπτο, με 55χαω καλύπτει 15 μέτρα το δευτερόλεπτο και με 60χαω 16,66 μέτρα το δευτερόλεπτο. Στην πρώτη περίπτωση ένα όχημα για να διανύσει απόσταση 45 μέτρων χρειάζεται 3,26 δευτερόλεπτα, στη δεύτερη 3 δευτερόλεπτα και στην τρίτη 2,71 δευτερόλεπτα. Ο ΜΚ3 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού επηρεάζεται κατά κύριο λόγο από τη ψυχοσωματική κατάσταση και την ηλικία του. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του κ. Χρυσάνθου, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη για την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι τροχοί και το σύστημα κατεύθυνσης του οχήματος του κατηγορούμενου μετά την πρώτη σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ5 και μέχρι τη δεύτερη σύγκρουση με το βαν. Στην επανεξέταση του και μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ3 απάντησε ότι ένας μέσος οδηγός του οποίου το όχημα κινείται με ταχύτητα 50, 55 ή 60χαω θα μπορούσε να αντιδράσει εφαρμόζοντας τα φρένα του οχήματος του σε μία απόσταση 45 μέτρων. Δεν έχω οποιοδήποτε ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΚ
  17. Απάντησε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ενώ για σημεία στα οποία αδυνατούσε να προσφέρει μαρτυρία με ειλικρίνεια το ανέφερε στο Δικαστήριο. Σημειώνω δε ότι κατά την αντεξέταση του δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία του, αλλά κυρίως του τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Όσον αφορά τα εξειδικευμένα ζητήματα που του τέθηκαν σε σχέση με την απόσταση που μπορεί να καλύψει ένα όχημα κινούμενο με συγκεκριμένη ταχύτητα, θεωρώ ότι ο ΜΚ3 ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη ως εμπειρογνώμονας. Όπως ανέφερε στη μαρτυρία του έτυχε εκπαίδευσης στη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και ήταν σε θέση να διαπιστώσει πόσα μέτρα μπορούσε να καλύψει ένα όχημα κινούμενο με συγκεκριμένη ταχύτητα. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 10). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι επέβαινε ως συνοδηγός στο βαν, το οποίο οδηγείτο από το συνάδελφο του Ανδρέα Αριστείδου. Κινούνταν με ταχύτητα περί τα 50χαω και το όχημα του ΜΚ5 προπορευόταν του βαν σε απόσταση 30 με 40 μέτρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου, σύμφωνα με την πορεία τους προς Τσάδα, υπάρχει δεξιόστροφη στροφή, το όχημα του κατηγορούμενου που κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση εισήλθε στη δική τους λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε ελαφρά με το όχημα του ΜΚ
  18. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έχασε εντελώς τον έλεγχο του οχήματος του και συγκρούστηκε μετωπικά με το βαν, αφού παρά την προσπάθεια του Ανδρέα Αριστείδου να στρίψει προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, αυτό δεν έγινε κατορθωτό καθώς το όχημα του κατηγορούμενου, το οποίο απείχε 40 μέτρα από το βαν, ήλθε κατευθείαν πάνω τους χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα. Το όχημα του ΜΚ5 δεν εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, σε αντίθεση με το όχημα του κατηγορούμενου το οποίο εισήλθε 1 με 1,5 μέτρο στη δική τους λωρίδα και συγκρούστηκε με το δεξί πίσω μέρος της κάσιας του οχήματος του ΜΚ
  19. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ4 αναγνώρισε επί του Τεκμηρίου 2 το όχημα του κατηγορούμενου, καθώς και το όχημα του ΜΚ
  20. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι για το επίδικο δυστύχημα καταχώρησε αγωγή τόσο εναντίον του κατηγορούμενου όσο και εναντίον του ΜΚ5, καθώς ο δικηγόρος του θεώρησε ορθότερο η αγωγή να στραφεί εναντίον και του ΜΚ
  21. Ο ΜΚ4 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ήταν αδύνατο από το σημείο στο οποίο βρισκόταν το βαν κατά τη σύγκρουση του οχήματος του ΜΚ5 με το όχημα του κατηγορούμενου να δει τη σύγκρουση και τη λωρίδα εντός της οποίας επεσυνέβη, καθώς δεν υπήρχε ορατότητα. Ο ΜΚ4 ανέφερε συγκεκριμένα ότι ήταν σε θέση να δει καθαρά τη σύγκρουση και αυτό το οποίο είδε, δήλωσε και στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10). Περαιτέρω, στην υποβολή του κ. Χρυσάνθου ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορούμενου με το όχημα του ΜΚ5 η απόσταση που χώριζε το βαν από το όχημα του κατηγορούμενου δεν ήταν 40 αλλά 80 μέτρα, ο ΜΚ4 επανέλαβε ότι μεταφέρει αυτά τα οποία είδε στη σκηνή του δυστυχήματος. Αρνήθηκε επίσης ότι δεν μπορούσε να δει τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και ότι κατά την ώρα της πρώτης σύγκρουσης δεν παρατηρούσε το δρόμο. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν απάντησε ότι το όχημα του ΜΚ5 δεν τους προσπέρασε, αλλά το βρήκαν μπροστά τους ενώ προχωρούσαν στο δρόμο. Δεν ήταν όμως σε θέση να διευκρινίσει για πόση απόσταση βρίσκονταν πίσω από το όχημα του ΜΚ
  22. Αναφορικά με το όχημα του κατηγορούμενου δήλωσε ότι η πρώτη φορά που το είδε βρισκόταν πάνω στη στροφή στα δεξιά ως η πορεία που ακολουθούσαν. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν θυμόταν αν μίλησε με κάποιο αστυφύλακα, ήταν σίγουρος όμως ότι δεν μίλησε με τον ΜΚ
  23. Ερωτηθείς σε σχέση με την αναφορά που περιλαμβάνεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10) σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος δεν ελάττωσε ταχύτητα μετά την πρώτη σύγκρουση, ο ΜΚ4 απάντησε ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να κατευθύνεται προς το βαν χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα. Ο ΜΚ4 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι όσα καταγράφονται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 10) δεν προέρχονται από δική του προσωπική γνώση αλλά από πληροφορίες που του μετέφεραν άλλοι. Επίσης, αρνήθηκε ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο έχει ως σκοπό να εξυπηρετήσει την προσωπική του υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Από την όλη παρουσία και συμπεριφορά του ΜΚ4 ενόσω κατέθετε, αποκόμισα την εντύπωση ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατέθεσε με φυσικότητα και οι απαντήσεις του υπήρξαν άμεσες και αυθόρμητες. Κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Η υπεράσπιση επικεντρώθηκε κυρίως στο ζήτημα της ορατότητας του ΜΚ4 σε σχέση με τη σύγκρουση των οχημάτων του κατηγορούμενου και του ΜΚ
  24. Παρά την έντονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο ΜΚ4 παρέμεινε σταθερός στο ότι είδε καθαρά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και υπήρξε απόλυτος στη θέση του ότι το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του ΜΚ5 και κτύπησε στο πίσω δεξί μέρος του οχήματος του ΜΚ
  25. Δεν παραβλέπω φυσικά το γεγονός ότι ο ΜΚ4 δεν έδωσε σαφή απάντηση όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι θα ήταν αδύνατο η απόσταση που χώριζε το βαν από το όχημα του κατηγορούμενου κατά τη σύγκρουση του τελευταίου με το όχημα του ΜΚ5 να ήταν 40 μέτρα. Είναι θέμα κοινής λογικής ότι η απόσταση μεταξύ του βαν και του οχήματος του κατηγορούμενου θα ήταν μεγαλύτερη από 40 μέτρα, εφόσον το όχημα του κατηγορούμενου μέχρι το σημείο σύγκρουσης με το βαν διάνυσε απόσταση 45 μέτρων με το βαν να βρίσκεται σε κίνηση. Δεν θεωρώ όμως ότι το γεγονός αυτό κλονίζει τη θέση του ΜΚ4 ότι είδε την πρώτη σύγκρουση. Καταρχάς δεν θα ανέμενα ο ΜΚ4 να είναι σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια την απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία προφανώς διήρκησε ορισμένα δευτερόλεπτα (βλ. μαρτυρία ΜΚ3) και υπό το κράτος αγωνίας για τα όσα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια του θα ήταν παράλογο να αναμένεται από τον ΜΚ4 να αναφέρει με ακρίβεια την απόσταση από το όχημα του κατηγορούμενου. Ενδεικτικό της αδυναμίας των άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων να τοποθετηθούν με σαφήνεια στο ζήτημα της απόστασης είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 7 σελ. 3) αναφέρει ότι είδε το βαν σε απόσταση 20 μέτρων. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ΜΚ4 ήταν κατηγορηματικός ότι είδε καθαρά τη σύγκρουση και τη λωρίδα εντός της οποίας επεσυνέβη. Ακόμα και στη βάση της θέσης της υπεράσπισης ότι η απόσταση που είχε το βαν από το όχημα του κατηγορούμενου κατά την πρώτη σύγκρουση ήταν περί τα 80 μέτρα, ο ΜΚ4 θα ήταν σε θέση να δει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 η ορατότητα στην πορεία του βαν ήταν 150 μέτρα ξεκινώντας από ένα σημείο λίγο πιο πίσω από το γράμμα «Ο» επί του Τεκμηρίου 5 που αποτελεί το σταθερό σημείο από το οποίο έλαβε τις μετρήσεις ο ΜΚ
  26. Η απόσταση δε μεταξύ του «Ο» και του «Χ» είναι 89,20 μέτρα και μεταξύ του «Ο» και του «Χ1» 44 μέτρα. Σε κάθε επομένως περίπτωση, ακόμα και με τα δεδομένα που έθεσε η υπεράσπιση, ο ΜΚ4 είχε ορατότητα στο σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορούμενου με το όχημα του ΜΚ
  27. Τέλος, όσα αναφέρθηκαν από την υπεράσπιση περί εξυπηρέτησης της προσωπικής υπόθεσης που καταχώρησε ο ΜΚ4 εναντίον του κατηγορούμενου παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας. Δεν διέκρινα αλλότρια κίνητρα στη μαρτυρία του και εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με όσα ο κ. Χρυσάνθου έθεσε στον ΜΚ4, η αγωγή που καταχώρισε ο τελευταίος στρέφεται τόσο εναντίον του κατηγορούμενου όσο και εναντίον του ΜΚ
  28. Επομένως και στη βάση της λογικής της υπεράσπισης, αδυνατώ να αντιληφθώ ποιο συμφέρον θα είχε ο ΜΚ4 για να «καλύψει» με τη μαρτυρία του το ΜΚ
  29. Ο ΜΚ5 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 6), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, επισημαίνοντας ωστόσο ότι υπάρχουν σημεία που χρήζουν περαιτέρω διευκρίνησης. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημα του στον κύριο δρόμο Μεσόγης - Τσάδας με βόρεια κατεύθυνση προς Τσάδα με την ταχύτητα του να κυμαίνεται στα 45 - 50χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου, σύμφωνα με την πορεία του, αρχίζει στροφή είδε σε απόσταση 15 - 20 μέτρων το όχημα του κατηγορούμενου να κατευθύνεται λοξά προς το μέρος του. Αμέσως ανέπτυξε ταχύτητα για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, ωστόσο το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι, στο δεξί πίσω τροχό και στη δεξιά πίσω πλευρά του οχήματος του. Από τη σύγκρουση το όχημα του κατηγορούμενου μετατοπίστηκε ελαφρώς προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του, και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε μετωπικά με το βαν. Τη σύγκρουση την είδε από το εσωτερικό καθρεφτάκι του οχήματος του. Η σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου έγινε στη δική του (δηλ. του ΜΚ5) λωρίδα κυκλοφορίας. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά τη στιγμή που το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του, το όχημα του κατηγορούμενου είχε περάσει τη διαχωριστική γραμμή και είχε εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το δικό του όχημα. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο, απλώς γνώριζε ότι ήταν δάσκαλος, ενώ τον οδηγό και το συνοδηγό του βαν (ΜΚ4) δεν τους γνώριζε. Στην αντεξέταση ανέφερε ποια μέρη της κατάθεσης του (Τεκμήριο 6) έχρηζαν διευκρινίσεων. Ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στις τρεις τελευταίες γραμμές της σελίδας 1 του Τεκμηρίου 6 και διευκρίνισε ότι όταν τον πλησίασε το όχημα του κατηγορούμενου ανέπτυξε ελαφρώς την ταχύτητα του για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, εξου και το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε στο δεξί καθρεφτάκι του αρχικά και στη συνέχεια στον πίσω τροχό του οχήματος του. Όταν έγινε η σύγκρουση το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας περίπου ένα με ενάμιση μέτρο. Επίσης, ο ΜΚ5 αναφέρθηκε στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 6 και συγκεκριμένα στην έκτη γραμμή από την αρχή της εν λόγω σελίδας και διευκρίνισε ότι το όχημα του κατηγορούμενου μετά τη σύγκρουση με το δικό του όχημα εισήλθε ολόκληρο στη λωρίδα του ΜΚ5 και κτύπησε στο βαν. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 είπε ότι η πρώτη φορά που είδε το βαν ήταν στη βιομηχανική περιοχή της Μεσόγης πριν τα φώτα τροχαίας. Πρόσεξε το βαν διότι παρατήρησε ότι προσπαθούσε να τον προσπεράσει. Ερωτηθείς για την απόσταση που χώριζε το όχημα του από το βαν κατά την στιγμή της σύγκρουσης, απάντησε ότι δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια την απόσταση λέγοντας ότι ήταν περίπου 10 - 15 μέτρα πίσω από το όχημα του. Σε σχέση με την αναφορά του στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6) ότι η σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου θα ήταν «μετωπική», ο ΜΚ5 διευκρίνισε ότι ως μετωπική σύγκρουση εννοούσε ότι το όχημα του κατηγορούμενου θα του κτυπούσε στο δεξί φτερό του οχήματος του, πράγμα όμως που απέφυγε λόγω της ενέργειας του να αναπτύξει ταχύτητα. Η πρώτη φορά που είδε το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σε μία απόσταση περί τα 15 - 20 μέτρα. Σε αυτό το σημείο δεν είχε ακόμα εισέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Είδε ότι το όχημα του κατηγορούμενου κατευθυνόταν προς το μέρος του όταν τους χώριζε μία απόσταση 2 περίπου μέτρων και προσπάθησε να τον αποφύγει αναπτύσσοντας ταχύτητα, αλλά το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκαν. Αρνήθηκε ότι οι φωτογραφίες με αρ. 36, 37 και 42 του Τεκμηρίου 2 αποτυπώνουν χτύπημα στον πίσω προφυλακτήρα του οχήματος του, λέγοντας ότι δεν προκλήθηκε από το επίδικο δυστύχημα αλλά προηγουμένως. Περαιτέρω, όταν του υποδείχθηκε η φωτογραφία υπ' αρ. 4 του Τεκμηρίου 2 αρνήθηκε ότι απεικονίζει τα θρυμματισμένα γυαλιά από το καθρεφτάκι του οχήματος του. Ο ΜΚ5 είπε ότι τα σπασμένα γυαλιά από το καθρεφτάκι πετάχτηκαν από τη σύγκρουση μέσα στο όχημα του. Τα έδειξε μάλιστα στον αστυφύλακα και στη συνέχεια τα μάζεψε και τα τοποθέτησε στην κάσια του οχήματος του για να μην τα πετάξει στο δρόμο. Επίσης, αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου προκλήθηκε διότι προσπέρασε το βαν, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου και δεν πρόλαβε να επανέλθει στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Επιπρόσθετα αρνήθηκε ότι η σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου με το βαν έγινε επειδή εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου και του απέκοψε την πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί του, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του ο κατηγορούμενος και να καταλήξει στο βαν. Ο ΜΚ5 υπήρξε σαφής στη θέση του ότι η σύγκρουση με το όχημα του κατηγορούμενου έλαβε χώρα εντός της λωρίδας που κινείτο το δικό του όχημα. Παρά την έντονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε παρέμεινε σταθερός και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΚ5 είχε προσωπικό όφελος να ισχυριστεί ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου στο ΜΚ4, εκκρεμεί πολιτική αγωγή για το επίδικο δυστύχημα εναντίον του ΜΚ
  30. Παρά ταύτα από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν διεφάνη ότι η μαρτυρία του υπαγορεύθηκε από την εξυπηρέτηση προσωπικών του συμφερόντων. Αντιθέτως, θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του ως προς το σημείο σύγκρουσης «Χ», επιβεβαιώνεται και από την ανεξάρτητη μαρτυρία του ΜΚ
  31. Όσον αφορά τη θέση που προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι η πρώτη σύγκρουση έγινε διότι προσπέρασε το βαν και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου, παρατηρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο ΜΚ4, όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του είπε ότι το όχημα του ΜΚ5 δεν τους προσπέρασε. Σημειώνω πως ούτε ο κατηγορούμενος προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7). Από τη μαρτυρία του ΜΚ5 ωστόσο δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι τα σπασμένα γυαλιά από το δεξί καθρεφτάκι του οχήματος του, έπεσαν πάνω του και δεν είναι αυτά που απεικονίζονται στις φωτογραφίες αρ. 3 - 5 του Τεκμηρίου
  32. Καταρχάς ο εν λόγω ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Ο δε εξεταστής της υπόθεσης - ΜΚ2 όταν ερωτήθηκε για τα θρυμματισμένα γυαλιά είπε ότι αυτά προέρχονται από το καθρεφτάκι του οχήματος του ΜΚ5 και δεν ανέφερε ότι θρυμματισμένα γυαλιά υπήρχαν και εντός του οχήματος του ΜΚ
  33. Θεωρώ όμως ότι το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να πλήξει την αξιοπιστία και την εν γένει καλή εικόνα που αποκόμισα από το ΜΚ
  34. Το ζήτημα με τα θρυμματισμένα γυαλιά, όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση του ΜΚ2, δεν είναι καθοριστικής σημασίας ως προς τον επακριβή προσδιορισμό του σημείου σύγκρουσης. Ο ΜΚ5 ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι η σύγκρουση έγινε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία του ΜΚ
  35. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ5 γίνεται αποδεκτή, με εξαίρεση τη θέση του ότι τα σπασμένα γυαλιά από το καθρεφτάκι έπεσαν εντός του οχήματος του. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 243/12 ημερ. 2.5.14). Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 23.6.12 και περί ώρα 12.25 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΚΒ 315 στον κύριο δρόμο Μεσόγης - Τσάδας με νότια κατεύθυνση, δηλαδή από Τσάδα προς Μεσόγη. Κατά τον ίδιο χρόνο το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΜ 786 οδηγείτο από τον Ιωάννη Κωνσταντίνου ακολουθώντας αντίθετη πορεία, δηλαδή από Μεσόγη προ Τσάδα. Την πορεία του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΒΜ 786 ακολουθούσε, ευρισκόμενο πίσω από αυτό, το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 το οποίο οδηγούσε ο Ανδρέας Αριστείδου με συνοδηγό τον Ηρόδοτο Γιάγκου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου στο οποίο, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου, ο δρόμος έχει αριστερόστροφη στροφή και είναι κατηφορικός, το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε ελαφρά με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΜ
  36. Συγκεκριμένα συγκρούστηκε στο δεξί καθρεφτάκι του οχήματος το οποίο και έσπασε, στο δεξιό πίσω τροχό και στη δεξιά πίσω πλευρά του. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο εισήλθε ολόκληρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ
  37. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν ο οδηγός και ο συνοδηγός του βαν οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 και ο κατηγορούμενος. Επίσης, το όχημα του κατηγορούμενου και το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημιές. Τα συστήματα τροχοπέδησης και διευθύνσεως των οχημάτων με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 και ΗΚΒ 315 ήταν σε καλή και λειτουργίσιμη κατάσταση, ως επίσης και τα ελαστικά τους τα οποία ήταν πλήρη αέρος. Ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι ασφαλτοστρωμένος, διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίες (μία για κάθε κατεύθυνση), το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 80χαω και κατά τον επίδικο χρόνο ο δρόμος ήταν στεγνός. Περαιτέρω, στην κατεύθυνση από Μεσόγη προς Τσάδα στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα υπάρχει ορατότητα 150 μέτρα. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι λήφθηκε αίμα από τον κατηγορούμενο για έλεγχο αλκοόλης και το αποτέλεσμα της εξέτασης ήταν αρνητικό. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 202 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης, τα παραδεκτά γεγονότα και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος παρέλειψε να τηρήσει το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς τους οδηγούς που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς αρχικά εισήλθε μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε ελαφρώς με το όχημα του ΜΚ5 και ακολούθως έχασε τον έλεγχο του οχήματος του το οποίο εισήλθε πλέον ολόκληρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε σε δεύτερο χρόνο με το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 178, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για την χρήση του ιδίου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα.» Η πιο πάνω γενική αρχή αναφορικά με την τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου συναντάται και στον κανονισμό 58
(5)(α)(i) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα ο πιο πάνω αναφερόμενος κανονισμός διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό- (i) σε δρόμους χαραγμένους με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, να το διατηρεί κοντά στην αριστερή άκρη της λωρίδας, ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία κινείται το όχημα, εκτός αν προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα, οπότε μπορεί να το οδηγεί δεξιότερα·» Στην προκείμενη περίπτωση το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΜ 786 ως επίσης και το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360 κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από εκείνη στην οποία κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Επομένως ο κατηγορούμενος όφειλε να τηρεί την αριστερή άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας δεν το τήρησε καθώς, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε αρχικά με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΜ 786, γεγονός που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της δεύτερης σύγκρουσης με το βαν όχημα με αρ. εγγραφής ΗΡΕ 360. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αμφισβήτησε το πρώτο σημείο σύγκρουσης βασιζόμενος στο γεγονός ότι ο μεγαλύτερος όγκος των σπασμένων γυαλιών βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που εισηγείται ο κ. Χρυσάνθου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί σε πραγματογνώμονα και να καταλήξει σε εύρημα ως προς το σημείο σύγκρουσης με βάση το που εντοπίζεται ο κύριος όγκος των σπασμένων γυαλιών. Πέραν τούτου, υπάρχει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία από την υπεράσπιση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.