← Κύπρος

TABING ILOG ENTERPRISES LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 971/13, 23/6/2015

TABING ILOG ENTERPRISES LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 971/13, 23/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 971/13 TABING ILOG ENTERPRISES LTD, από την Πάφο ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από τη Χλώρακα Πάφου Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 23.06.15 Για την Παραπονούμενη : κα Λ. Λεμονάρη Για τον Κατηγορούμενο : κ Σ. Πολεμίτης Κατηγορούμενος : παρών ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο αδικήματα. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 27.3.07 ενώ ήταν πτωχεύσας με δικαστικό διάταγμα ημερ. 7.11.06 στην αίτηση πτώχευσης με αρ. 167/2006 Ε.Δ. Πάφου και ενώ δεν αποκαταστάθηκε συναλλάχθηκε με την παραπονούμενη αποδεχόμενος το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.000 ως προκαταβολή για την αγορά ενός ακινήτου στην Κάτω Πάφο χωρίς να την πληροφορήσει ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά την ίδια ημερομηνία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας συναλλάχθηκε με την παραπονούμενη με ψευδείς παραστάσεις οι οποίες συνίσταντο στη διαβεβαίωση και/ή παράσταση του κατηγορούμενου ότι ήταν αξιόπιστο και φερέγγυο πρόσωπο και/ή πρόσωπο ικανό προς πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου στην παραπονούμενη, ενώ τούτο ήταν ψευδές εν γνώσει του καθώς ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και απέκρυψε το γεγονός αυτό από την παραπονούμενη και δέχθηκε από την τελευταία ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.10.
  3. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, o ευπαίδευτoς συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της παραπονούμενης, η οποία εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της παραπονούμενης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο Ν. Λεμονάρης (ΜΚ1) και η Σ. Λάμπρου (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο καθώς είχε αναθέσει στον πατέρα του, ο οποίος είναι υδραυλικός, την εκτέλεση σχετικών εργασιών σε κάποια διαμερίσματα που είχε κτίσει. Ο κατηγορούμενος διέθετε ένα κατάστημα στην Κάτω Πάφο και ήθελε να το πωλήσει. Προς το σκοπό αυτό τον προσέγγισε και συμφώνησαν όπως η παραπονούμενη αγοράσει το εν λόγω κατάστημα. Κατάρτισαν πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) στις 27.3.07 και ως προκαταβολή κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ. 10.000 με επιταγή της Σ.Π.Ε Γεροσκήπου. Ακολούθως, μετά από δύο - τρεις μέρες, ο κατηγορούμενος τον παρακάλεσε να του δώσει σε μετρητά τα χρήματα της επιταγής διότι αντιμετώπιζε προβλήματα με την τράπεζα. Στις 2.4.07 ο ΜΚ1 έδωσε σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ. 10.000 στον κατηγορούμενο ο οποίος υπέγραψε σχετική απόδειξη που ετοίμασε ο ΜΚ1 (Τεκμήριο 2). Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 πριν παραδώσει στον κατηγορούμενο την επιταγή των Λ.Κ.10.000 την είχε φωτοτυπήσει και στην εν λόγω φωτοτυπία, όταν παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.10.000, ανέγραψε στην παρουσία του κατηγορούμενου ότι η επιταγή εξαργυρώθηκε σε μετρητά και ο τελευταίος υπέγραψε. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της παραπονούμενης, ο ΜΚ1 είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν του επέστρεψε την επιταγή, αλλά προσπάθησε εκ των υστέρων να την εξαργυρώσει χωρίς όμως να γίνει κατορθωτό διότι είχε δώσει οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της (stop payment). Η συμφωνία (Τεκμήριο 1) δεν υλοποιήθηκε διότι ο κατηγορούμενος ήταν σε πτώχευση, πράγμα το οποίο είχε αποκρύψει, με αποτέλεσμα η μεταβίβαση να μην μπορεί να ολοκληρωθεί. Ο ίδιος πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας όταν επιχειρήθηκε η κατάθεση του Τεκμηρίου 1 στο κτηματολόγιο, οπότε το κτηματολόγιο τους πληροφόρησε σχετικά. Ερωτηθείς για το τι έπραξε μετά που πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, ο ΜΚ1 είπε ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του δήλωσε ότι καταβάλλει προσπάθειες για αποκατάσταση του και του έδωσε το τηλέφωνο κάποιας λειτουργού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη για να μιλήσει μαζί της προκειμένου να τους βοηθήσει να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έλαβε αμέσως δικαστικά μέτρα, διότι ήταν γνωστοί και συνεργάτες με τον κατηγορούμενο και του έλεγε ότι θα αποκατασταθεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 2 το συμπλήρωσε ο ίδιος χειρόγραφα στην παρουσία του κατηγορούμενου ο οποίος αφού έλαβε σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ. 10.000 το υπέγραψε. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι το Τεκμήριο 2 δόθηκε στον κατηγορούμενο μόνο με τη σημείωση «ο Λαβών» και χωρίς να αναγράφεται το υπόλοιπο κείμενο. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας το πληροφορήθηκε από το κτηματολόγιο και το επιβεβαίωσε και εκ των υστέρων με την τράπεζα όταν έδωσε οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Συγκεκριμένα του ανέφεραν ότι η επιταγή ούτως ή άλλως δεν θα εξαργυρωνόταν λόγω του ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε πτώχευση. Ερωτηθείς πότε έδωσε τις οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος όταν έλαβε τα μετρητά στις 2.4.07 δεν είχε μαζί του την επιταγή και του είπε ότι θα του την παρέδιδε αργότερα. Παρά ταύτα δεν του επέστρεψε την επιταγή και την επόμενη ημέρα έδωσε τις σχετικές οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της. Στις επίμονες ερωτήσεις του κ. Πολεμίτη ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία που έδωσε τις οδηγίες ανάκλησης πληρωμής της επιταγής ήταν ωστόσο της άποψης ότι έγινε μετά που έλαβε τα μετρητά ο κατηγορούμενος, χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο να δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες και πριν. Στην υποβολή του κ. Πολεμίτη ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να εξαργυρώσει την επιταγή πριν τις 2.4.07 και είχε ήδη ανακληθεί η πληρωμή της, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία που δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες στην τράπεζα. Σε σχέση με τη λειτουργό του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί της για να μάθει κατά πόσο υπήρχε τρόπος για να γίνει η μεταβίβαση του καταστήματος. Δεν του είπε λεπτομέρειες, αλλά του ανέφερε ότι η αποκατάσταση αφορά τον ίδιο τον κατηγορούμενο και δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει εύκολα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι για έξι χρόνια δεν έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον του κατηγορούμενου διότι αρχικά αυτό το οποίο ήθελε ήταν να εξευρεθεί τρόπος για να μπορέσει να αποκτήσει το κατάστημα. Αυτό τον ενδιέφερε και έκανε αρκετές προσπάθειες για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η συναλλαγή. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε έδωσε μετρητά στον κατηγορούμενο και ότι όταν υπογράφηκε το Τεκμήριο 2 από τον κατηγορούμενο δεν περιείχε το κείμενο που κατέγραψε αργότερα ο ίδιος. Επίσης, αρνήθηκε ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 1, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας. Τέλος, αρνήθηκε ότι με την παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στο να ασκήσει πίεση στον κατηγορούμενο προκειμένου να εισπράξει χρήματα που δεν δικαιούται. Η ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται στο γραφείο του ΜΚ1, ως γραμματέας και επιπλέον εκτελεί και χρέη δικολάβου. Η παραπονούμενη είναι μία από τις εταιρείες που ανήκουν στο ΜΚ1 και όλα τα στοιχεία της τηρούνται στο γραφείο του ΜΚ1. Τον Απρίλιο του 2007 μετά από εντολή του ΜΚ1 μετέβη στο κτηματολόγιο για να καταθέσει το Τεκμήριο 1, το πρωτότυπο του οποίου η ΜΚ2 το κατέθεσε ως Τεκμήριο 1Α. Ο λόγος για τον οποίο το πρωτότυπο βρισκόταν στην κατοχή της ήταν διότι το κτηματολόγιο δεν δέχθηκε την καταχώρηση του για λόγους που αφορούσαν τον πωλητή, ήτοι τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση του λογαριασμού με αρ. 4000023 από τον οποίο εκδόθηκε η επιταγή των Λ.Κ. 10.000. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της παραπονούμενης απάντησε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο, καθώς επισκεπτόταν το γραφείο του ΜΚ1 σε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εργάζεται στο γραφείο του ΜΚ1 περί τα 15 χρόνια. Το Τεκμήριο 1, μετά από εντολή του ΜΚ1, ανέλαβε να το χαρτοσημάνει και να το καταθέσει στο κτηματολόγιο. Δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία που επιχείρησε να το καταθέσει στο κτηματολόγιο ήταν όμως είτε η ίδια ημερομηνία με αυτή της χαρτοσήμανσης (δηλαδή 28.3.07), είτε η επόμενη. Στο κτηματολόγιο δεν έγινε δεκτή η κατάθεση του Τεκμηρίου 1 για λόγους που αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα της αναφέρθηκε στο κτηματολόγιο ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και επίσης ότι υπήρχαν και άλλα εμπόδια για τα οποία όμως δεν την πληροφόρησαν. Στη συνέχεια ενημέρωσε για τα πιο πάνω το ΜΚ1. Ερωτηθείσα κατά πόσο ξαναπροσπάθησε να καταθέσει στο κτηματολόγιο το Τεκμήριο 1, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) η ΜΚ2 είπε ότι η υπάλληλος της τράπεζας την πληροφόρησε ότι η επιταγή των Λ.Κ.10.000 με αρ. 02160734 έγινε stop payment, αφού το ποσό της χρέωσης που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού σημαίνει ότι δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της. Στην ερώτηση του κ. Πολεμίτη πότε σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 έγινε η ανάκληση της πληρωμής, η ΜΚ2 απάντησε στις 16.4.07. Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αντιμετωπίζει δύο αδικήματα, ήτοι της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5 και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το άρθρο 117(α) του Κεφ.5, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, είχε ως ακολούθως: «
  2. Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ........................................» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 117(α) είναι τα εξής: · Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10.00 ή πέραν του εν λόγου ποσού, · από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, · το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και · να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Το δε άρθρο 298 του Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 298 είναι τα πιο κάτω αναφερόμενα: · H απόκτηση πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή η υποκίνηση προσώπου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο τέτοιο πράγμα, · η εν λόγω απόκτηση ή η υποκίνηση να γίνεται με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154 ως εξής: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Για να διαπραχθεί επομένως το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε θα πρέπει η παραπονούμενη να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας (Χριστοφόρου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ 145). Στην προκείμενη περίπτωση και αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 1 και της κατ' ισχυρισμό λήψης του ποσού των Λ.Κ.10.000 γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και παρά ταύτα δεν πληροφόρησε σχετικά την παραπονούμενη. Ούτε ο ΜΚ1, αλλά ούτε και η ΜΚ2 προσέφεραν μαρτυρία σε σχέση με το συγκεκριμένο βασικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η ευπαίδευτη συνήγορος της παραπονούμενης, όταν ερωτήθηκε κατά την αγόρευση της ποια ήταν η μαρτυρία σε σχέση με το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας, παρέπεμψε στη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Συγκεκριμένα, υπέδειξε η κα. Λεμονάρη ότι σε επικοινωνία που είχαν ο ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι ήταν πτωχεύσας και έδωσε στο ΜΚ1 τον αριθμό τηλεφώνου κάποιας αρμόδιας λειτουργού στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Καταρχάς, σημειώνω ότι η πιο πάνω απάντηση δόθηκε από τον ΜΚ1 σε ερώτηση της κας. Λεμονάρη για το τι έπραξε μετά που πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Επομένως, το πιο πάνω ισχυριζόμενο γεγονός που περιγράφει στη μαρτυρία του ο ΜΚ1 έλαβε χώρα σε άγνωστη ημερομηνία μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.10.
  2. Κατά συνέπεια και αντικρίζοντας αντικειμενικά την εν λόγω απάντηση του ΜΚ1 παρατηρώ ότι δεν υπάρχει χρονική συσχέτιση ή ταύτιση της κατ' ισχυρισμό απάντησης που έδωσε ο κατηγορούμενος με τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Ούτε επίσης μπορεί να εξαχθεί, με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε μία ποινική δίκη, ότι ο κατηγορούμενος με την απάντηση που έδωσε προκύπτει ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος γνώριζε πως ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Μόνο σε υποθέσεις θα μπορούσε να προβεί το Δικαστήριο, είναι όμως γνωστό ότι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι δεν επιτρέπονται (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 υπέβαλε στον τελευταίο ότι ο κατηγορούμενος τον είχε πληροφορήσει πως ήταν πτωχεύσας. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να εξομοιωθεί με παραδοχή του κατηγορούμενου ότι γνώριζε πως ήταν πτωχεύσας. Σημειώνω ότι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και κατά πόσο γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση δεν δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Επισημαίνω δε ότι η παρούσα διαδικασία είναι ποινική και επομένως για να γίνει ένα γεγονός αποδεκτό χωρίς μαρτυρία θα πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
  1. Εν προκειμένω δεν δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε παραδεκτό γεγονός από τους διαδίκους βάσει του άρθρου 19 του Κεφ.
  2. Σε κάθε περίπτωση η υποβολή που έγινε από τον κ. Πολεμίτη κατά την αντεξέταση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό που καλείται το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να εξετάσει αντικειμενικά για να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο εξετάζει αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η κατηγορούσα αρχή για να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτή ακριβώς η εξέταση του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τη γνώση του κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Αναφορικά τώρα με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτό βασίζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  3. Παρατηρώντας όμως τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι ψευδείς παραστάσεις που επικαλείται η παραπονούμενη συνίστανται στη διαβεβαίωση και/ή παράσταση του κατηγορουμένου ότι ήταν αξιόπιστο και/ή φερέγγυο πρόσωπο και/ή πρόσωπο ικανό προς πώληση και μεταβίβαση του καταστήματος, ενώ τούτο ήταν ψευδές καθώς ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και απέκρυψε το γεγονός αυτό από την παραπονούμενη. Ουσιαστικά δηλαδή οι ψευδείς παραστάσεις συνίστανται στο ότι απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Αυτό προκύπτει τόσο από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όσο και από την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και από τα όσα η κα. Λεμονάρη ανέφερε μετά από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αγόρευσης της για το εκ πρώτης όψεως. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο (Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Goldsmith
(1873)L.R.2 C.C.R. σελ. 74). Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας περί της γνώσης του κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετούνται οι ψευδείς παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί δηλαδή να αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει μαρτυρία ότι γνώριζε το εν λόγω γεγονός. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Η ευπαίδευτη συνήγορος της παραπονούμενης στην αγόρευση της κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το ότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση, ούτε και ότι γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας. Επαναλαμβάνω ότι κανένα από τα πιο πάνω αναφερόμενα ζητήματα δηλώθηκαν ως αποδεκτά. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στο ποινικό μας σύστημα η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε, εκτός κι αν ο νόμος εναποθέτει σε αυτήν τέτοιο βάρος, πράγμα που εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Περαιτέρω, στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 219/2011 ημερ. 1.7.13 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα, ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει οτιδήποτε. Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να υπερπηδήσει πρώτιστα το μέτρο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και στη συνέχεια να αποκόψει και το νήμα της απόδειξης ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά την προσπάθεια της αυτή, η κατηγορούσα αρχή έχει να αντιμετωπίσει τη νόμιμη προσπάθεια της υπεράσπισης να δημιουργήσει εύλογες ρωγμές στο όλο οικοδόμημα της, ούτως ώστε το Δικαστήριο να παραμείνει στο τέλος της ημέρας με εκείνη την αμφιβολία που θα ήταν νομολογιακά λανθασμένο να καταδικάσει. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε.» Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, καθώς από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη των αδικημάτων που καταλογίζονται σε αυτόν. Τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία ουσιαστικά θα έδιδε απλώς την ευχέρεια στην παραπονούμενη να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας σύστημα. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.