← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3018/12, 26/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3018/12, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3018/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  2. VLADIMIR IVANOV Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα. Ε. Μανώλη για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο 2: κα Στ. Φλωράκη Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο 'κατηγορούμενος') αντιμετωπίζει κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης κατηγορίες εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Κεφ.154, επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση των άρθρων 324

(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.06.10 στην Πάφο αφού συνωμότησε μαζί με άλλα τέσσερα άγνωστα πρόσωπα όλοι μαζί εισήλθαν εντός του καταστήματος με την επωνυμία 'Σταύρος Παλατέ' που βρίσκεται στην οδό Τάσου Ισαάκ αρ. 4 (στο εξής το 'επίδικο κατάστημα' ή 'επίδικο υποστατικό'), περιουσία του Σταύρου Παλατέ από τη Δρούσια (στο εξής ο 'παραπονούμενος') και παρέμειναν εκεί παράνομα με σκοπό να ενοχλήσουν καθώς επίσης κατηγορείται ότι ακολούθως της ίδιας ημέρας και στον ίδιο τόπο μαζί με τα προαναφερόμενα άτομα επιτέθηκαν εναντίον του Σταύρου Παλατέ προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη και ότι ακόμη μαζί με τα εν λόγω άτομα κακόβουλα προκάλεσαν ζημιά ύψους €450 στο πιο πάνω γραφείο του παραπονούμενου. Σε προγενέστερο στάδιο η ποινική διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου 1 αναστάληκε με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει για εκδίκαση μόνο σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 12 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 1 που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 1825 Α. Χριστοφίδη, φωτογράφου και ειδικού στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος, συνοδευόμενη από βιβλιάριο με έξι έγχρωμες φωτογραφίες, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού από τα μέρη, τα οποία αποδέχονται το περιεχόμενο του ως ορθό και αληθές. Σύμφωνα με την γραπτή αυτή κατάθεση, ο πιο πάνω αστυφύλακας στις 18.06.10 μετέβηκε στο επίδικο υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Τάσου Ισαάκ αρ.4 στην Πάφο όπου εκεί φωτογράφησε τόσο τη σκηνή όσο και ένα σφυρί ('ματσί') με κίτρινη πλαστική χειρολαβή που εντοπίστηκε στο γραφείο του παραπονούμενου στο επίδικο υποστατικό και παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Το εν λόγω αντικείμενο αφού συσκευάστηκε και σφραγίστηκε κατάλληλα στις 04.07.10 παραδόθηκε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου για τα περαιτέρω. Στη συνέχεια ο εν λόγω αστυφύλακας εμφάνισε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που βρίσκονταν στην κατοχή του προέκυψαν οι έξι φωτογραφικές μεγεθύνσεις που επισυνάπτονται στην γραπτή κατάθεση του και μαζί αποτελούν το Τεκμήριο
  1. Επίσης αμφότερα μέρη δήλωσαν από κοινού ως παραδεκτό γεγονός το ότι στις 20.06.10 και μεταξύ των ωρών 11:50-12:30 ο αστυφύλακας 2140 Βάσος Αιμιλίου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην μητρική του γλώσσα και με τη βοήθεια της διερμηνέα Παυλίνας Πουλλή καταγράφηκε πιστή μετάφραση του περιεχομένου στην ελληνική γλώσσα. Πιστή μετάφραση της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου στην ελληνική γλώσσα προσκομίστηκε από κοινού από τα μέρη ως Τεκμήριο 2 με τα μέρη να δέχονται την ύπαρξη του και όχι το περιεχόμενο του. Μέσα από το περιεχόμενο της ο κατηγορούμενος αρνείται ότι ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδουν δηλώνοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν στο χώρο όταν το κατ' ισχυρισμό περιστατικό συνέβηκε. Προς στήριξη της αναφοράς του αυτής ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε την ύπαρξη άλλοθι λέγοντας πως την επίδικη χρονική στιγμή του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου βρισκόταν με τον εργοδότη του με τον οποίο είχε μεταβεί σε γυμναστήριο στην Κάτω Πάφο. Τα παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν μέσα από το Τεκμήριο 1 αλλά και από την πιο πάνω κοινή δήλωση των μερών εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 1824 Ευστάθιος Αλεξάνδρου, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 20.06.10 στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.06.10 και ώρα 03:20 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε σφυρί ('ματσί') με κίτρινη πλαστική χειρολαβή που εντοπίστηκε στο γραφείο του παραπονούμενου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκαν καταθέσεις από τον υπεύθυνο γυμναστηρίου, χώρο στον οποίο ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ότι βρισκόταν την χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού καθώς και από τον εργοδότη του κατηγορουμένου με τον οποίον ο τελευταίος βρισκόταν μαζί του. Οι καταθέσεις αυτές ημερομηνίας 02.01.12 και 20.06.10 τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Μετά από σχετική ερώτηση ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι από τη σκηνή δεν λήφθηκαν αποτυπώματα αλλά ούτε και το σφυρί που παραλήφθηκε από τον επίδικο χώρο αποστάληκε για επιστημονικές εξετάσεις επειδή κρίθηκε ότι αυτό δεν θα ήταν εφικτό ένεκα της λείας επιφάνειας του καθώς και γιατί ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που τον κτύπησε με το αντικείμενο αυτό, αναγνώρισε, που όπως ο ΜΚ1 ανάφερε, έγινε όχι μέσω διαδικασίας αναγνωριστικής παράταξης αλλά μετά που ο παραπονούμενος είδε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό. ΜΚ2 ήταν ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, Σταύρος Παλατές, ο οποίος στην κυρίως εξέταση παρουσίασε ως Τεκμήρια 7 και 8 δύο γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ημερομηνίας 18.06.10 και 20.06.10 αντίστοιχα, σύμφωνα με τις οποίες αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν προέκυψε οικονομική διαφορά ανάμεσα στον παραπονούμενο και κάποιο Φίλιππο Λεωνίδα, ο τελευταίος δια του υιού του Λεωνίδα Λεωνίδα απαιτούσε την πληρωμή ποσού ύψους €1.500 από το υπόλοιπο €3.800 που συμφωνήθηκε ότι οφειλόταν. Επίσης σημειώνεται ότι επειδή ο παραπονούμενος εισηγήθηκε πληρωμή μόνο €500 ο Λεωνίδας Λεωνίδα μετέβηκε στις 18.06.10 στο επίδικο υποστατικό μαζί με άλλα πέντε άτομα απαιτώντας την πληρωμή του ποσού που ο ίδιος ζητούσε, πλην όμως ο παραπονούμενος που τους βρήκε εκεί όταν έφθασε μαζί με τον αδελφό του εισηγήθηκε την πληρωμή του ποσού που του είπε και πριν. Με βάση πάντοτε το περιεχόμενο των καταθέσεων, δύο από τα πέντε άτομα που συνόδευαν τον Λεωνίδα γύρω στα 1,80 μέτρα ύψος που ομοίαζαν με αλλοδαπούς, γυμνασμένοι και ψιλοκουρεμένοι τον έσπρωξαν μέσα στο γραφείο και ο ένας τον κτυπούσε με τις γροθιές του στο στήθος καθώς τον έπιασε και από τον λαιμό με τα δύο του χέρια ενώ ο άλλος αφού άρπαξε ένα σφυρί που ήταν έξω από το γραφείο τον κτυπούσε με αυτό σε ολόκληρο το αριστερό του πόδι. Όταν σταμάτησαν να τον κτυπούν τα δύο άτομα έσπασαν διάφορα αντικείμενα μέσα στο γραφείο καθώς και ένα γυαλί. Στη συνέχεια όλα τα άτομα επιβιβάστηκαν σε ένα διπλοκάμπινο μάρκας Toyota χρώματος άσπρου και απεχώρησαν. Την επόμενη ημέρα, δηλαδή 19.06.10, ο παραπονούμενος ενώ βρισκόταν σε αστυνομικό σταθμό αναγνώρισε ένα άτομο που βρισκόταν με δύο αστυνομικούς ως το πρόσωπο που τον κτύπησε με το σφυρί στο επίδικο περιστατικό. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, πρόσθεσε, ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που με το ένα του χέρι τον κτύπησε στο στήθος και με το άλλο που κρατούσε το σφυρί τον κτυπούσε στο αριστερό πόδι και συγκεκριμένα στο χώρο του μηρού και τη γάμπα. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι με το σφυρί ο κατηγορούμενος έσπασε τη σόμπα του γραφείου, το ψυγείο που ήταν δίπλα από τη σόμπα καθώς και το γυαλί του γραφείου. Επίσης ο παραπονούμενος υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που στις 19.06.10 είδε στον αστυνομικό σταθμό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος, εκτός από τις 3-4 γροθιές που του έδωσε στο στήθος και με το δεξί του χέρι τον κτυπούσε με πολλή ορμή στο αριστερό πόδι με σφυρί, τον άγγιξε στο λαιμό. Οι υπόλοιποι ήταν έξω από το επίδικο υποστατικό και εμπόδιζαν τον αδελφό του παραπονούμενου και τον υπάλληλο του να έλθουν και να τον βοηθήσουν ρίχνοντας τους στο έδαφος. Ο παραπονούμενος είδε τα πιο πάνω επειδή το επίδικο υποστατικό περιέχει ανοίγματα με γυαλί. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος δήλωσε πως από τα κτυπήματα που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο ψυγείο, στη σόμπα, στο έπιπλο γραφείο και στο γυαλί με τη χρήση του σφυριού η χειρολαβή του σφυριού διαχωρίστηκε από το υπόλοιπο μέρος του. Σε σχέση με τις ζημιές ο παραπονούμενος τις αποκατέστησε και το κόστος ανέρχεται πέραν των €450 για το οποίο έγινε αναφορά. ΜΚ3 ήταν ο αστυφύλακας 2140 Βάσος Αιμιλίου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου εργαζόταν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 20.06.10 την οποία έθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο 9, της οποίας το περιεχόμενο απλά επαναλαμβάνει τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 20.06.10 (Τεκμήριο 2). Ο εν λόγω μάρτυρας κατηγορίας δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. ΜΚ4 ήταν ο Χριστόφορος Χαραλαμπίδης, πρώην υπάλληλος του παραπονούμενου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 10 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 22.12.
  3. Με βάση το περιεχόμενο της, στις 18.06.10 και περί ώρα 16:30 ενώ ο εν λόγω μάρτυρας βρισκόταν στο επίδικο κατάστημα και εργαζόταν αφίχθηκαν ένας κύπριος και 4 αλλοδαποί που αναζητούσαν τον παραπονούμενο. Επειδή ο παραπονούμενος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε τα άτομα τον ανέμεναν μέχρι που αυτός ήλθε μαζί με τον αδελφό του και τότε όλοι εισήλθαν εντός του καταστήματος εκτός ένας από τους αλλοδαπούς που βρισκόταν εκτός του υποστατικού για να ελέγχει την κίνηση καθώς και ο μάρτυρας αλλά και ο αδελφός του παραπονούμενου από τους οποίους ζητήθηκε να μην βρίσκονταν εντός του επιδίκου υποστατικού. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρει ότι δεν μπορούσε να δει τι γινόταν αλλά άκουγε που φώναζαν στον παραπονούμενο χωρίς όμως να είναι σε θέση να καταλάβει τι του έλεγαν. Περαιτέρω σημειώνεται ότι μετά πάροδο 10 λεπτών αποχώρησαν όλοι από το χώρο χρησιμοποιώντας ένα διπλοκάμπινο όχημα μάρκας Toyota χρώματος άσπρου. Όταν εισήλθε εντός του επιδίκου καταστήματος ο ΜΚ4 πρόσεξε ότι τα πρόσωπα αυτά έσπασαν ένα γυαλί του γραφείου ενώ οι καρέκλες του γραφείου ήταν στο πάτωμα καθώς και ο χώρος ακατάστατος. Ούτε αυτός ο μάρτυρας κατηγορίας αντεξετάστηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. ΜΚ5 ήταν η Δρ. Άντρη Χατζημιτσή του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία στην κυρίως εξέταση της προσκόμισε ως Τεκμήριο 11 ενυπόγραφο ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 18.06.
  4. Στο εν λόγω ιατρικό έντυπο σημειώνεται ότι η εν λόγω μάρτυρας εξέτασε τον παραπονούμενο περί ώρα 19:00 στις 18.06.10 όταν αυτός προσήλθε παραπονούμενος για κτύπημα στον αριστερό μηρό του με σφυρί συνεπεία αναφερόμενου ξυλοδαρμού του. Κατόπιν ιατρικής εξέτασης του παραπονούμενου, η ΜΚ5 εντόπισε εκδορές στην αριστερή μεριά του λαιμού του ενώ μετά από ακτινολογικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οτιδήποτε παθολογικό. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως βλέποντας τη σωματική διάπλαση του κατηγορουμένου και έχοντας ακούσει για επανειλημμένα και με πολύ ορμή κτυπήματα στο αριστερό πόδι του παραπονούμενου με το σφυρί (Τεκμήριο 4) που της υποδείχτηκε και χαρακτήρισε πολύ βαρύ, τα ιατρικά ευρήματα θα έπρεπε τουλάχιστο να ήταν κακώσεις και συγκεκριμένα τουλάχιστο μώλωπες, ίσως και κάταγμα. Παράλληλα η εν λόγω ιατρός ανάφερε κατηγορηματικά ότι οι εκδορές που εντοπίστηκαν στην αριστερή μεριά του λαιμού δεν θα μπορούσαν να προκληθούν από κτύπημα στο αριστερό πόδι με σφυρί. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο κατηγορούμενος κατάθεσε γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Μέσα από τη δήλωση αυτή ο κατηγορούμενος σημειώνει ότι το έτος 2010 εργαζόταν στην εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας του Παράσχου Παρασκευά. Αναφερόμενος σε φυσικά χαρακτηριστικά του εαυτού του, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι είναι άτομο που τα τελευταία 14 χρόνια μονίμως φορεί γυαλιά επειδή λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να φορεί φακούς επαφής καθώς επίσης υπέδειξε ότι το δέρμα του από τα μπράτσα μέχρι και τους καρπούς και των δύο χεριών του είναι καλυμμένο από ευδιάκριτα τατουάζ. Ερχόμενος στην ουσία της υπόθεσης ο κατηγορούμενος αρνείται ότι μετέβηκε στο επίδικο υποστατικό είτε μόνος του είτε με άλλα άτομα και ότι κτύπησε τον παραπονούμενο και/ή ότι προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του για να τον απειλήσει με σκοπό να καταβάλει χρήματα σε τρίτο άτομο. Επιπλέον ο κατηγορούμενος είπε ότι είδε για πρώτη φορά στη ζωή του τον παραπονούμενο στο Δικαστήριο όταν ο τελευταίος προσήλθε και κατάθεσε ως μάρτυρας. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επέμεινε στην εκδοχή του ότι δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο και ότι ουδέποτε τον κτύπησε. Επίσης αρνήθηκε ότι γνωρίζει τον Λεωνίδα Φιλίππου ενώ παραδέχτηκε ότι λίγες ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό εργαζόταν σε ένα πάρτι παραλίας (beach party) ως φρουρός ασφαλείας. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η εκδοχή που θα πρέπει να γίνει πιστευτή είναι αυτή της κατηγορούσας αρχής. Είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου θα πρέπει να κριθεί αληθής σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όπως περαιτέρω ανάφερε ο κύριος Συμεού, ο κατηγορούμενος απέκρυψε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο περιστατικό με σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες του. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής πρότεινε την καταδίκη του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου υπεράσπισης, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του κατηγορουμένου στη βάση των πιο κάτω τριών λόγων που θεωρεί ότι υφίστανται:
(1)Στο ότι ο παραπονούμενος είναι αναξιόπιστος ως μάρτυρας επειδή η μνήμη του ήταν φτωχή, επειδή η μαρτυρία του δεν συνάδει με την ιατρική μαρτυρία της ΜΚ5 που τον εξέτασε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό, στις διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του και της ένορκης μαρτυρίας του καθώς και στις διάφορες αντιφάσεις που υπέπεσε κατά την αντεξέταση του.
(2)Στο ότι κατά την εξιχνίαση της υπόθεσης η αστυνομία προέβηκε σε τέτοιες παραλείψεις, όπως η μη επιδίωξη άντλησης επιστημονικής μαρτυρίας μέσω επιστημονικής εξέτασης των τεκμηρίων με δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου καθώς και με την καθυστερημένη λήψη κατάθεσης από το πρόσωπο που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ως άλλοθι του αλλά και η μη αναζήτηση των υπολοίπων ατόμων με τα οποία ο κατηγορούμενος υποτίθεται ότι συνωμότησε, παραλείψεις τέτοιες που κατά τη γνώμη της συνηγόρου υπεράσπισης που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του ανακριτικού έργου, των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και κατ' επέκταση να αφήνονται σκιές στην εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής η κυρία Φλωράκη παρέπεμψε το Δικαστήριο στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελίδες 410-411 καθώς και στην υπόθεση Κάππελος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241.
(3)Η ποιότητα αναγνώρισης του κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο μέσα από το Τεκμήριο 8 είναι τόσο φτωχή που το Δικαστήριο οφείλει να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο εσφαλμένης αναγνώρισης τη στιγμή που δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Σύμφωνα με την κυρία Φλωράκη, η ποιότητα αναγνώρισης είναι φτωχή επειδή έγινε κατά παράβαση των μεθόδων αναγνώρισης που προβλέπονται μέσα από την αστυνομική διάταξη 3/8 που προνοεί τη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου παρόλο ότι η αστυνομία είχε τέτοια δυνατότητα, καθώς επίσης επειδή αν ο παραπονούμενος όντως έχει υποστεί επίθεση από τον κατηγορούμενο θα έπρεπε να είχε προσέξει τα τατουάζ στα χέρια του κατηγορουμένου αλλά και τα γυαλιά μυωπίας που αυτός φορούσε, ως ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά του ατόμου που ισχυρίζεται ότι τον κτύπησε. Προς ενίσχυση της θέσης της η συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε εκ νέου το Δικαστήριο σε αποσπάσματα από το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των φερόμενων εμπλεκομένων ατόμων περιλαμβανομένων αυτών που τοποθετούνται στην σκηνή τη στιγμή του περιστατικού, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας της Δρ. Άντρης Χατζημιτσή (ΜΚ5). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 3 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 20.06.11 και ώρα 03:20 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. (β) Μερίμνησε να ληφθεί γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο και ο ίδιος στις 20.06.10 έλαβε γραπτώς συμπληρωματική κατάθεση από το πρόσωπο αυτό. (γ) Διερεύνησε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την ύπαρξη άλλοθι λαμβάνοντας στις 02.01.12 γραπτή κατάθεση από κάποιο Τρύφωνα Αντύπα, υπεύθυνο γυμναστηρίου με την επωνυμία "Milenium" στο χώρο του οποίου ο κατηγορούμενος επικαλείται την παρουσία του κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς επίσης φροντίζοντας για τη λήψη γραπτής κατάθεσης από τον εργοδότη του κατηγορουμένου Παράσχου Παρασκευά, με τον οποίον ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του επιδίκου περιστατικού. (δ) Στις 22.12.11 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον τότε υπάλληλο του παραπονούμενου Χριστόφορο Χαραλαμπίδη (ΜΚ4). Ο ΜΚ3 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που αναμίχθηκε στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας πολύ περιορισμένο ρόλο μπορεί με σιγουριά να λεχθεί ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι τυπικού χαρακτήρα. Με γνώμονα ότι ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε η μαρτυρία του, μέρος της οποίας αποτελεί και το Τεκμήριο 9, παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη. Η μοναδική ενέργεια στην οποία ο μάρτυρας αυτός προέβηκε και αποτελεί την όλη μαρτυρία του που χωρίς δεύτερη σκέψη δέχομαι ότι έγινε, είναι ότι στις 20.06.10 με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε από τον κατηγορούμενο γραπτή ανακριτική κατάθεση υπό τη μορφή των ερωτήσεων-απαντήσεων αφού πρώτα τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούνταν και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο ΜΚ4 στην ένορκη μαρτυρία του απλά υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 10). Συνεπώς αυτό που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει είναι μόνο το Τεκμήριο
  1. Μελετώντας το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου παρατηρώ ότι οι γραπτές αναφορές του μάρτυρα είναι απλές και ουσιαστικές. Παρόλο ότι καταγράφεται η παρουσία του στο μέρος όπου συνέβηκε το επίδικο περιστατικό εντούτοις καμία προσπάθεια γίνεται για επινόηση γεγονότων και ούτε διαφαίνεται στοιχείο υπερβολής ή έστω τάση προς αυτήν την κατεύθυνση μέσα από τις γραπτές τοποθετήσεις του. Αντίθετα αυτό που επιχειρείται είναι η αναφορά σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν εντός της σφαίρας της προσωπικής αντίληψης του μάρτυρα αυτού καθώς και γενικότερα περιγραφή της κατάστασης πραγμάτων που ο ίδιος βίωσε, απαλλαγμένη από αλλότρια κίνητρα ή σκοπούς. Τα πιο πάνω φανερώνουν χαρακτηριστικά ειλικρίνειας και αισθήματος σεβασμού στην ανάγκη για αποκάλυψη της αλήθειας, παράμετροι που αναδεικνύουν το ψηλό και ταυτόχρονα αλώβητο επίπεδο αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα. Στη βάση των πιο πάνω και με γνώμονα ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 παρέμεινε αναντίλεκτο εφόσον δεν έτυχε αντεξέτασης από τη συνήγορο υπεράσπισης, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ4 στην ολότητα της, όπως αυτή αναφέρεται στο Τεκμήριο 10, χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω το περιεχόμενο του αφού αυτό έχει ήδη σημειωθεί πλήρως πιο πάνω κατά την καταγραφή της προσαχθείσας μαρτυρίας. Από την μαρτυρία του όμως ξεχωρίζουν τα πιο κάτω, τα οποία και σημειώνονται: (α) Στο επίδικο κατάστημα αφίχθηκαν πέντε άτομα εκ των οποίων το ένα ήταν κύπριος και τα υπόλοιπα αλλοδαποί και όλα μαζί αναζητούσαν τον παραπονούμενο. (β) Όταν ο παραπονούμενος έφθασε στο χώρο μαζί με τον αδελφό του εισήλθαν εντός του επιδίκου καταστήματος και εκεί βρήκαν τον ΜΚ4 και τα άτομα που τον αναζητούσαν. (γ) Ζητήθηκε από τον ΜΚ4 και τον αδελφό του παραπονούμενου να εξέλθουν του επιδίκου υποστατικού, πράγμα που έπραξαν, όπως εξήλθε και ένας από τους αλλοδαπούς που παρέμεινε έξω για να ελέγχει ποιος ερχόταν. (δ) Ενόσω ο ΜΚ4 βρισκόταν εκτός του επιδίκου υποστατικού δεν μπορούσε να δει τι γινόταν εντός του καταστήματος αλλά ούτε και να αντιληφθεί τι έλεγαν τα άτομα στον παραπονούμενο σε υψηλό τόνο. (ε) Μετά που τα άτομα αυτά εγκατέλειψαν το μέρος ο ίδιος πρόσεξε ως ζημιές ένα γυαλί ου γραφείου που έσπασε, καρέκλες να βρίσκονται στο πάτωμα και τον εσωτερικό χώρο του γραφείου ακατάστατο. (στ) Ουδεμία αναφορά γίνεται σε επεισόδιο να διαδραματίζεται εκτός του επιδίκου περιστατικού ανάμεσα στους επισκέπτες, του ιδίου και του αδελφού του παραπονούμενου. (ζ) Ο ΜΚ4 δεν αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να είναι τραυματισμένος αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό και ουδεμία αναφορά γίνεται ότι ο παραπονούμενος του είπε κάτι τέτοιο. (η) Παρόλο ότι ο ΜΚ4 δηλώνει δυνατότητα αναγνώρισης των προσώπων που ήλθαν στον χώρο εντούτοις η αστυνομία δεν τον χρησιμοποιεί μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου για σκοπούς αναγνώρισης του. Η ΜΚ5 δημιούργησε πολύ καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της αλλά και στα γεγονότα που η ίδια βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την εξέταση του παραπονούμενου. Ολόκληρη η μαρτυρία της παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι όλη την μαρτυρία της ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 11, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της και το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 18.06.11 προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ο παραπονούμενος αναφέροντας ξυλοδαρμό του και συγκεκριμένα κτύπημα που υπέστηκε με σφυρί στον αριστερό μηρό του όταν περί ώρα 19:00 εξετάστηκε ιατρικά από την ΜΚ5 ενώ ακόμη υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο. Μέσα από την κλινική εξέταση του παραπονούμενου εντοπίστηκαν εκδορές στην αριστερή μεριά του λαιμού του ενώ από τον ακτινολογικό έλεγχο του ουδέν παθολογικό πρόβλημα διαπιστώθηκε, αναντίλεκτα ιατρικά ευρήματα τα οποία και αποδέχομαι. Επίσης δέχομαι τη θέση της εν λόγω ιατρού ότι ένας ισχυρισμός που να λέει ότι ο παραπονούμενος κτυπήθηκε επανειλημμένα και με πολλή ορμή στο αριστερό πόδι με σφυρί, το μέγεθος και το βάρος του οποίου η εν λόγω μάρτυρας είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει όταν της υποδείχτηκε στο στάδιο αντεξέτασης με τα κτυπήματα να προέρχονται από άτομο με ισχυρή σωματική διάπλαση όπως αυτή του κατηγορουμένου, δεν μπορεί ιατρικά να υποστηριχτεί με τον εντοπισμό μόνο εκδορών στο λαιμό του παραπονούμενου, όπως ήταν η κλινική κατάσταση του παραπονούμενου στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω δέχομαι τη θέση της εν λόγω ιατρού ότι για να υπήρχε προοπτική επιστημονικής επιβεβαίωσης ενός τέτοιου ισχυρισμού, δεδομένης της κατ' ισχυρισμό έντασης με την οποία το σφυρί χρησιμοποιήθηκε καθώς και του μεγέθους και βάρους του, αναμενόταν ο εντοπισμός μωλώπων και ίσως καταγμάτων, ευρήματα όμως που απουσιάζουν από τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο του παραπονούμενου. Παράλληλα αν ληφθεί υπόψη, όπως προκύπτει από αναντίλεκτη μαρτυρία, το γεγονός ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε μεταξύ των ωρών 16:35-17:10, αφού 16:35 λέχθηκε χωρίς αμφισβήτηση ότι ήταν η χρονική στιγμή που αφίχθηκε στον επίδικο χώρο και 17:10 χωρίς επίσης να αμφισβητηθεί η χρονική στιγμή που ξεκίνησε η λήψη της πρώτης γραπτής κατάθεσης του από αστυνομικό (Τεκμήριο 7) η οποία διήρκεσε μέχρι τις 18:00 και με δεδομένο ότι ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου περί ώρα 19:00 της ίδιας ημέρας, προκύπτει ότι η επίσκεψη του εκεί έγινε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά το επίδικο επεισόδιο. Παρόλα αυτά προκύπτει ότι τα ιατρικά ευρήματα όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή του κατηγορουμένου περί ξυλοδαρμού του με τον τρόπο και την βιαιότητα που επικαλέστηκε αλλά αντίθετα την αφήνουν εκτεθειμένη στην αμφιβολία. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν χαρακτηρίζεται από συνέπεια και σταθερότητα. Η όλη του στάση από το εδώλιο του μάρτυρα δεν τον καθιστούν άτομο θετικό στις τοποθετήσεις και ούτε μάρτυρα που εμπνέει εμπιστοσύνη. Μέσα από τις προφορικές αναφορές του είναι εμφανής η προσπάθεια του να επινοήσει γεγονότα που κατά την γνώμη του βοηθούν την εκδοχή του και ταυτόχρονα καθιστούν επιβαρυντική την υπόθεση του κατηγορουμένου. Τέσσερα χρόνια και 9 μήνες περίπου μετά το επίδικο περιστατικό ο παραπονούμενος έρχεται στο Δικαστήριο και παρουσιάζει μια εκδοχή ουσιωδώς διαφορετική από αυτή που παρουσίασε στην αστυνομία δια της γραπτής καταθέσεως του (Τεκμήριο 7) που λήφθηκε όταν κατάγγειλε το επίδικο περιστατικό την ίδια ημέρα που αυτό διαδραματίστηκε. Αν η μαρτυρία του παραπονούμενου κατά την ένορκη κατάθεση του στερείτο λεπτομερειών συγκριτικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 λόγω αδυναμίας μνήμης αυτό θα ήταν φυσιολογικό και κατανοητό ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από την ημερομηνία που το επίδικο περιστατικό συνέβηκε. Η παρουσίαση όμως, κατά την ένορκη μαρτυρία, εκδοχής η οποία, χωρίς να δίδεται κάποια πειστική εξήγηση γι' αυτό, στηρίζεται σε νέες λεπτομέρειες και διαφορετικά κατ' ισχυρισμό ουσιώδη γεγονότα προσδίδουν μια καινούργια μορφή στο επίδικο περιστατικό που μόνο ερωτηματικά εγείρει. Παράλληλα η ένορκη μαρτυρία του παραπονούμενου χαρακτηρίζεται από συνεχείς διαφοροποιήσεις αλλά και από ουσιώδεις αντιφάσεις. Επιπλέον βασικό μέρος της μαρτυρίας του έρχεται σε αντίθεση με αυτή του ΜΚ4 ενώ δεν επιβεβαιώνεται επιστημονικά από την ιατρική μαρτυρία της ΜΚ
  2. Ενδεικτικά των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: 1) Ενώ ο ίδιος στην μαρτυρία του αναφέρει ότι τα άτομα που τον επισκέφτηκαν είναι ένα κύπριος με το όνομα Λεωνίδας Λεωνίδα και 5 αλλοδαποί, ο ΜΚ4 στη δική του μαρτυρία επισημαίνει την παρουσία ενός κύπριου και 4 αλλοδαπών. 2) Ενώ στο Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι οι δύο πιο σωματώδεις αλλοδαποί, ένα εκ των οποίων εννοούσε τον κατηγορούμενο, τον έσπρωξαν μέσα στο γραφείο του, ακολούθως στην ένορκη μαρτυρία του διαφοροποιείται λέγοντας πως ένας αλλοδαπός ήταν αυτός που τελικά τον έσπρωξε και αυτός δεν ήταν ο κατηγορούμενος. 3) Ενώ ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του αναφέρει ότι ερχόμενος στο χώρο του καταστήματος του βρήκε τα άτομα που τον επισκέφτηκαν να είναι στη δεξιά πλευρά στην είσοδο του γραφείου, ο ΜΚ4 αναφέρει ότι όλα τα άτομα βρίσκοντας εντός του γραφείου. 4) Ενώ ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του αναφέρει ότι εντός του γραφείου βρίσκονταν ο ίδιος και δύο αλλοδαποί, ένας εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος με τους υπόλοιπους να είναι στην αυλή μπροστά στην είσοδο του γραφείου, ο ΜΚ4 στη δική του μαρτυρία αναφέρει ότι, με εξαίρεση τον ίδιο και τον αδελφό του παραπονούμενου που τους ζητήθηκε να εξέλθουν του γραφείου καθώς και ενός αλλοδαπού που έμεινε έξω για να ελέγχει ποιος έρχεται, οι υπόλοιποι παρέμειναν μέσα στο γραφείο μαζί με τον παραπονούμενο. 5) Ενώ ο παραπονούμενος στο Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι ο ένας εκ των δύο αλλοδαπών και συγκεκριμένα όχι ο κατηγορούμενος με τους οποίους βρέθηκε εντός τους γραφείου τον κτυπούσε με τις γροθιές του στο στήθος και ότι σε κάποια στιγμή τον έπιασε από το λαιμό με τα δύο του χέρια ενώ ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε με σφυρί σε ολόκληρο το αριστερό του πόδι, στην ένορκη του μαρτυρία ο παραπονούμενος διαφοροποιείται λέγοντας πως ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που με τα χέρια του τον γρονθοκόπησε 3-4 φορές στο στήθος και ότι αφού τον έσπρωξε πίσω προς το γραφείο και τον ακινητοποίησε με το δεξί του χέρι τον κτυπούσε στο αριστερό του πόδι με ένα σφυρί. Σε μεταγενέστερο στάδιο της ένορκης κατάθεσης του ο παραπονούμενος ελίχθηκε εκ νέου λέγοντας πως ο κατηγορούμενος αρχικά τον κτύπησε στο λαιμό και ακολούθως με τα χέρια του τον γρονθοκόπησε στο στήθος και τελικά τον κτύπησε στο αριστερό του πόδι με σφυρί. Από αυτά είναι έκδηλος ο σκοπός της πιο πάνω διαφοροποίησης που είναι η δικαιολόγηση του ιατρικού ευρήματος για ύπαρξη εκδορών στην αριστερή μεριά του λαιμού του. 6) Ενώ ο παραπονούμενος στο Τεκμήριο 7 περιγράφοντας τις ενέργειες των δύο αλλοδαπών δίδει σαφή εικόνα ότι ήταν μαζί τους εντός του γραφείου καθ' όλη τη διάρκεια του περιστατικού, στην ένορκη μαρτυρία του ελίχθηκε λέγοντας πως ο ένας αλλοδαπός και όχι ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του γραφείου μόνο για 1-1,5 λεπτά όπως χαρακτηριστικά είπε και στη συνέχεια εξήλθε του γραφείου με τον κατηγορούμενο τότε να αναλαμβάνει δράση. 7) Ενώ ο παραπονούμενος μέσα από το Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι αμφότεροι αλλοδαποί όταν σταμάτησαν να τον κτυπούν έσπασαν διάφορα αντικείμενα μέσα στο γραφείο καθώς και ένα γυαλί, στην ένορκη κατάθεση του διαφοροποιείται λέγοντας πως αυτός που προκάλεσε τις ζημιές ήταν ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας το σφυρί με τον άλλο αλλοδαπό να περιορίζεται, όπως είπε, στο να κλωτσά τις καρέκλες. 8) Ενώ ο παραπονούμενος μέσα από το Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι δεν γνώριζε τι γινόταν εκτός του γραφείου, αναφορά που ενισχύεται από την γραπτή τοποθέτηση του ΜΚ4 μέσα από το Τεκμήριο 10 ότι δεν μπορούσε να διακρίνει τι διαδραματιζόταν εντός του γραφείου, στην ένορκη μαρτυρία του ο παραπονούμενος διαφοροποιείται λέγοντας πως 4 άτομα εμπόδιζαν τον ΜΚ4 και τον αδελφό του να εισέλθουν στο γραφείο και να τον βοηθήσουν με αποτέλεσμα να υπάρξει μεταξύ τους συμπλοκή ως αποτέλεσμα της οποίας ο ΜΚ4 και ο αδελφός του παραπονούμενου να βρεθούν στο έδαφος, θέση που σαφώς έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ4 που δεν αναφέρει να έγινε τέτοια συμπλοκή και ταυτόχρονα αποτελεί αντίφαση σε σχέση με το Τεκμήριο
  3. 9) Ενώ ο παραπονούμενος μέσα από το Τεκμήριο 7 δεν αναλύει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο γραφείο του με εξαίρεση ένα γυαλί που δηλώνεται ότι έσπασε, στην ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι με τη χρήση του σφυριού καταστράφηκε, εκτός από το πιο πάνω γυαλί, ένα από τα δύο γραφεία, το ψυγείο, η πάνω πλευρά της σόμπας καθώς και το αλουμίνιο του γραφείου. Η πιο πάνω αναφορά του παραπονούμενου συγκρούεται με μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος στο Τεκμήριο 10 σημειώνει ότι είδε τις ζημιές που προκλήθηκαν, οι οποίες ήταν το σπάσιμο ενός γυαλιού στο γραφείο, καρέκλες να βρίσκονται στο πάτωμα χωρίς να δηλώνει ότι είχαν υποστεί ζημιά και ο χώρος εντός του γραφείου να είναι ακατάστατος. Επίσης η εν λόγω αναφορά του παραπονούμενου δεν επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1, οι οποίες απλά δείχνουν τον χώρο να είναι ακατάστατο και το σπασμένο γυαλί (φωτογραφίες 5 και 6), ενισχύοντας έτσι την αναφορά του ΜΚ
  4. Αν όντως υπήρχαν και άλλες ζημιές αυτές θα απεικονίζονταν στις φωτογραφίες της αστυνομίας. 10) Ενώ ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε για μισή ώρα, σε κάποιο δε στάδιο γρονθοκοπώντας τον στο στήθος με τα χέρια του και στη συνέχεια στο αριστερό του πόδι χρησιμοποιώντας με πολλή ορμή σφυρί που υπέδειξε ως το Τεκμήριο 4, τα ιατρικά ευρήματα της ΜΚ5 δεν επιβεβαιώνουν την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού καθότι, με εξαίρεση τον εντοπισμό εκδορών στην αριστερή μεριά του λαιμού του, κανένα παθολογικό πρόβλημα εντοπίστηκε όπως για παράδειγμα κάταγμα, μώλωπας, εκχύμωση ή εκδορά είτε στο αριστερό πόδι είτε στο στήθος του παραπονούμενου, όπως θα ήταν αναμενόμενο σύμφωνα με την επιστημονική θέση της ΜΚ5 έχοντας υπόψη την ισχυρή σωματική διάπλαση του κατηγορουμένου, το μέγεθος και το μεγάλο βάρος του σφυριού καθώς και την μεγάλη ένταση με την οποία κατ' ισχυρισμό αυτό χρησιμοποιήθηκε εναντίον του παραπονούμενου. Εν πάση περιπτώσει αν ο παραπονούμενος δεχόταν επίθεση για μισή ώρα κάτω από τις συνθήκες που ο ίδιος περίγραψε τότε το λογικό και συνάμα φυσιολογικό θα ήταν να μεταβεί κατευθείαν στο νοσοκομείο για ιατρική εξέταση και όχι πρώτα να δώσει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία για περίπου μία ώρα. Ένα άλλο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι η αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο ως το πρόσωπο που τον κτύπησε. Μέσα από το Τεκμήριο 7 ο παραπονούμενος περιγράφει τα δύο άτομα με τα οποία βρέθηκε εντός του γραφείου, με τον κατηγορούμενο να είναι ένα από αυτά, 1,80 μέτρα ύψος, γυμνασμένα και ψιλοκουρεμένα', όπως χαρακτηριστικά είπε. Στην ένορκη κατάθεση του ο παραπονούμενος διαφοροποιείται και διαχωρίζει τον κατηγορούμενο ως το άτομο που συγκριτικά ήταν ο ψηλότερος από τους υπόλοιπους. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ο παραπονούμενος είπε πως όλα τα άτομα έφεραν γυαλιά ηλίου ακολούθως, προφανώς όταν πρόσεξε τον κατηγορούμενο από το εδώλιο να χρησιμοποιεί γυαλιά μυωπίας και αφού θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος πάντοτε τα χρησιμοποιούσε άλλαξε τη θέση του λέγοντας πως ο κατηγορούμενος κατά τη στιγμή του επιδίκου περιστατικού χρησιμοποιούσε γυαλιά μυωπίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι παλινδρομική και δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και σιγουριά ενώ παράλληλα διακατέχεται από το στοιχείο της υπερβολής. Η δηλωμένη μέσα από το Τεκμήριο 7 δυνατότητα του παραπονούμενου να αναγνωρίσει οποιοδήποτε από τα άτομα που τον επισκέφτηκαν στο χώρο εργασίας του δεν έτυχε ανταπόκρισης και κατ' επέκτασης εκμετάλλευσης από την αστυνομία με τη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου όταν αυτός συνελήφθηκε ή άλλων αναγνωριστικών μεθόδων του κατηγορουμένου που η Αστυνομική Διάταξη 3/8 προνοεί, χωρίς η αστυνομία να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό. Η αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο, όπως αυτή αναφέρεται μέσα από το Τεκμήριο 8, η οποία στηρίχτηκε στην παρουσία ενός ατόμου στον αστυνομικό σταθμό, που τη δεδομένη εκείνη στιγμή ήταν ψηλό, γεροδεμένο και με κοντά μαλλιά, αφορά ατομικά χαρακτηριστικά που εν πάση περιπτώσει δεν είναι μοναδικά για την περίπτωση του κατηγορουμένου υπό την έννοια να είναι αποκαλυπτικά της ταυτότητας του και με δεδομένο ότι ουδεμία αναφορά γίνεται για τη χρήση γυαλιών μυωπίας από το άτομο που ήταν στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό και δίχως να διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο όπως για παράδειγμα από ποια απόσταση πρόσεξε την παρουσία του, αν αυτή η οπτική επαφή ήταν στιγμιαία ή μια φευγαλέα ματιά ή αν έγινε σε επαρκές χρονικό διάστημα και αν υπήρχε κατάλληλος φωτισμός αφού ο χρόνος αναγνώρισης προσδιορίζεται να είναι μεταξύ μεσάνυχτα της 19.06.10 και πρωινές ώρες 20.06.10, εκτός από το ότι έρχεται σε αντίθεση με την ενδεδειγμένη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται δυνάμει των προνοιών της Αστυνομικής Διάταξης 3/8, ειδικά όταν η εμπειρία του παραπονούμενου με το άτομο που τον κτύπησε στο επίδικο περιστατικό εκφράστηκε μέσω παλινδρομικής μαρτυρίας, είναι παράγοντες που καλούν το Δικαστήριο να εκτιμήσει κίνδυνο εσφαλμένης αναγνώρισης του κατηγορουμένου. Η αναγνώριση του κατηγορουμένου πρέπει να είναι σαφής και θετική. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αδυναμίες και ελλείψεις η αναγνώριση στον αστυνομικό σταθμό κρίνεται φτωχή και αμφιβόλου ακρίβειας και ορθότητας. Μετά από αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο αναζήτησε την ύπαρξη ανεξάρτητης ενισχυτικής μαρτυρίας χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα (R.v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2011 ημερ. 12.03.13 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ιωάννου, Ποινική Έφεση Αρ. 140/2012 ημερ. 11.09.12). Κατά συνέπεια το Δικαστήριο απορρίπτει τέτοια μαρτυρία αναγνώρισης. Στρέφομαι ευθύς να αξιολογήσω τη δήλωση του παραπονούμενου κατά την ένορκη κατάθεση του ότι αναγνωρίζει από το εδώλιο τον κατηγορούμενο ως το άτομο που τον κτύπησε (dock identification). Με γνώμονα την μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου καθώς και τις φτωχές και ακροσφαλείς παραμέτρους στη βάση των οποίων ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο σε χώρο του αστυνομικού σταθμού, το Δικαστήριο εκτιμά το κίνδυνο που ελλοχεύει για λανθασμένη αναγνώριση και για το ενδεχόμενο επηρεασμού του δικαιώματος του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Όπως λέχθηκε και πιο πάνω, η αναγνώριση του κατηγορουμένου πρέπει να είναι σαφής και θετική. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω το Δικαστήριο θεωρεί την μαρτυρία αυτή αναγνώρισης φτωχής ποιότητας και εντελώς παρακινδυνευμένη ως προς την ακρίβεια και ορθότητα της. Μετά από αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο αναζήτησε την ύπαρξη ανεξάρτητης υποστηρικτικής μαρτυρίας χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο απορρίπτει τέτοια μαρτυρία αναγνώρισης (Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελίδα 408). Στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί και έτσι μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις του που είναι τα Τεκμήρια 7 και 8, τις οποίες ούτε αυτές αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η μαρτυρία του κατηγορουμένου έχει σαν σημείο αναφοράς και συνάμα πηγή υποστήριξης τα πρόσωπα που επικαλέστηκε ως άλλοθι. Η παράλειψη του να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο καθιστά την μαρτυρία του γενική και αόριστη. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδίδει μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 2 και 12 που αποτελούν μέρος αυτής. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 5 και 6 που κατατέθηκαν από τον ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του εξεταστή της υπόθεσης και αποτελούν τις γραπτές καταθέσεις των ατόμων που έδωσαν στην αστυνομία και που ο κατηγορούμενος προβάλλει ως άλλοθι, το περιεχόμενο τους αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα την χαραγμένη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής γραμμή της κατηγορούσας αρχής, η οποία αμφισβητεί την αλήθεια και αξιοπιστία των θέσεων του κατηγορουμένου ότι ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο περιστατικό και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αναφέρω τα εξής: (α) Παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό για την υπεράσπιση να είχε κλητεύσει τον Τρύφωνα Αντύπα και Παράσχο Παρασκευά, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία γι' αυτό. Η αναφορά του κατηγορουμένου ότι πρόσφατα επικοινώνησε με τον Παρασκευά ζητώντας του να έλθει να καταθέσει στο Δικαστήριο πλην όμως αυτός αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο επικαλούμενος μόνιμη διαμονή του στο εξωτερικό είναι γενική, αόριστη και ασαφής και εφόσον στερείται των αναγκαίων λεπτομερειών που θα την καθιστούσαν αληθοφανή δεν γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά δε την μη κλήση του Τρύφωνα Αντύπα ουδεμία δικαιολογία δόθηκε. (β) Η μη προσαγωγή των προσώπων αυτών ως μάρτυρες κατηγορίας και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την κατηγορούσα αρχή τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει τις θέσεις που η υπεράσπιση προώθησε, δια του δικαιώματος της αντεξέτασης. Κατά συνέπεια αποδίδω επίσης μηδενική βαρύτητα στα Τεκμήρια 5 και
  1. Ακόμη ένεκα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και κυρίως της κατάληξης που είχε η αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ουδεμία βαρύτητα αποδίδω και στο Τεκμήριο
  2. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω αφαιρεί την δυνατότητα για κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα που σχετίζονται με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν εντός του επιδίκου υποστατικού. Ευρήματα: Παρά την μη κατάληξη στα γεγονότα και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβηκε το επίδικο περιστατικό εντός του επιδίκου υποστατικού, εντούτοις μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα γενικότερα ευρήματα: Στις 18.06.10 και περί ώρα 16:30 ενώ ο ΜΚ4, υπάλληλος του παραπονούμενου, βρισκόταν μέσα στο κατάστημα ιδιοκτησίας του παραπονούμενου στην οδό Τάσου Ισαάκ αρ.4 στην Πάφο και εργαζόταν, αφίχθηκαν ένας κύπριος και 4 αλλοδαποί που αναζητούσαν τον παραπονούμενο. Επειδή ο παραπονούμενος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε τα άτομα τον ανέμεναν μέχρι που αυτός ήλθε μαζί με τον αδελφό του μετά από πάροδο πέντε λεπτών περίπου και τότε όλοι εισήλθαν εντός του καταστήματος εκτός ένας από τους αλλοδαπούς που βρισκόταν εκτός του υποστατικού για να ελέγχει την κίνηση καθώς και ο μάρτυρας αλλά και ο αδελφός του παραπονούμενου από τους οποίους ζητήθηκε να μην βρίσκονταν εντός του επιδίκου υποστατικού. Από το εσωτερικό του καταστήματος ακούγονταν δυνατές φωνές που απευθύνονταν προς τον παραπονούμενο. Μετά πάροδο 10 λεπτών αποχώρησαν όλοι οι επισκέπτες από το χώρο χρησιμοποιώντας ένα διπλοκάμπινο όχημα μάρκας Toyota χρώματος άσπρου. Όταν ο ΜΚ4 εισήλθε εντός του επιδίκου καταστήματος πρόσεξε ότι τα πρόσωπα αυτά έσπασαν ένα γυαλί του γραφείου ενώ οι καρέκλες του γραφείου ήταν στο πάτωμα καθώς και ο χώρος ακατάστατος. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, μέλη της οποίας μετέβηκαν αυθημερόν επί τόπου. Ένας από αυτούς ήταν ο αστυφύλακας 1825 Α. Χριστοφίδης, φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος,, ο οποίος φωτογράφησε τόσο τη σκηνή όσο και ένα σφυρί ('ματσί') με κίτρινη πλαστική χειρολαβή που εντοπίστηκε στο γραφείο του παραπονούμενου στο επίδικο υποστατικό και παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Στη συνέχεια ο εν λόγω αστυφύλακας εμφάνισε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που βρίσκονταν στην κατοχή του προέκυψαν έξι φωτογραφικές μεγεθύνσεις. Την ίδια ημέρα (18.06.10) και περί ώρα 19:00 ο παραπονούμενος προσήλθε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου παραπονούμενος για κτύπημα στον αριστερό μηρό του με σφυρί συνεπεία αναφερόμενου ξυλοδαρμού του. Κατόπιν κλινικής εξέτασης του παραπονούμενου, η ΜΚ5 εντόπισε εκδορές στην αριστερή μεριά του λαιμού του ενώ μετά από ακτινολογικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε παθολογικό πρόβλημα. Σαφώς προκύπτει ότι ένας ισχυρισμός που να λέει ότι ο παραπονούμενος κτυπήθηκε επανειλημμένα και με πολλή ορμή στο αριστερό πόδι με σφυρί, το μέγεθος και το βάρος του οποίου η εν λόγω μάρτυρας είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει όταν της υποδείχτηκε στο στάδιο αντεξέτασης με τα κτυπήματα να προέρχονται από άτομο με ισχυρή σωματική διάπλαση όπως αυτή του κατηγορουμένου, δεν μπορεί ιατρικά να υποστηριχτεί με τον εντοπισμό μόνο εκδορών στο λαιμό του παραπονούμενου, όπως ήταν η κλινική κατάσταση του παραπονούμενου στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω προκύπτει ότι για να υπήρχε προοπτική επιστημονικής επιβεβαίωσης ενός τέτοιου ισχυρισμού, δεδομένης της κατ' ισχυρισμό έντασης με την οποία το σφυρί χρησιμοποιήθηκε από άτομο τέτοιας ισχυρής σωματικής διάπλασης όπως αυτή του κατηγορουμένου καθώς και του μεγέθους και βάρους του σφυριού της δικής μας περίπτωσης , αναμενόταν ο εντοπισμός μωλώπων και ίσως καταγμάτων, ευρήματα όμως που απουσιάζουν από τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο του παραπονούμενου. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης στις 20.06.10 και ώρα 03:20΄ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Επίσης την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 11:50-12:30 ο αστυφύλακας 2140 Βάσος Αιμιλίου έλαβε με τη βοήθεια διερμηνέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται τώρα να εξετάσει και αφορά όλες τις κατηγορίες είναι αν ο κατηγορούμενος είναι ένα από τα άτομα που σχετίζεται με αυτές και κατ' επέκταση με την παρούσα υπόθεση. Η από μέρους της αστυνομίας μη διεξαγωγή επιστημονικών εξετάσεων των τεκμηρίων της σκηνής απέκλεισε την πιθανότητα επιστημονικής σύνδεση τους με γενετικό υλικό του κατηγορουμένου μειώνοντας έτσι τη δύναμη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Παράλληλα η ανυπαρξία άμεσης και/ή περιστατικής μαρτυρίας που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με τα γεγονότα, φανερώνει ότι η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εδράζεται αποκλειστικά στην προαναφερόμενη αναγνωριστική μαρτυρία. Ωστόσο η μη αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου σε συνδυασμό με τη μη αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ΜΚ4 προδιαγράφει την κατάληξη αυτής της υπόθεσης. Η προσαχθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δημιουργεί απλά υποψίες ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ένας από τους δράστες της υπόθεσης. Κατά προέκταση, υπάρχουν μόνο υποψίες ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται για τη διάπραξη των αδικημάτων. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €230,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη-Κακόβουλη ζημιά-Είσοδος σ ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος-Συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος/Άρθρα 243, 280, 324
(1), 372 και 20 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.