← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9531/11, 22/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9531/11, 22/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9531/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
  2. ΑΡΙΣΤΟΣ ΛΑΖΑΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Σαββίδου Για Κατηγορούμενο 2: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης δύο κατηγορίες εμπρησμού κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, αμφότεροι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 27.02.10 αφού συνωμότησαν μεταξύ τους εσκεμμένα και παράνομα στην τοποθεσία 'Μαρκουλής', έδαφος του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών της επαρχίας Πάφου, έθεσαν φωτιά στον εκσκαφέα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΜ 426, περιουσία του Πανίκκου Παναγιώτου από την Κακοπετριά, καθώς και στο ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας 'Testa' περιουσία του Γιαννάκη Περικλέους από τον Άγιο Γεώργιο Μαμωνιών . Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 12 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 18 τεκμήρια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Εισήγηση ως προς τη μη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση έγινε και από μέρους της συνηγόρου του κατηγορουμένου 2 σε σχέση μόνο με την πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ειδικότερα η συνήγορος του κατηγορουμένου 1 ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σχετικά με την πρώτη κατηγορία ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς απόδειξη της ενώ αναφορικά με τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία είναι η θέση της ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί είναι αντιφατική σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον πελάτη της. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής η εν λόγω συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 που κατά τη γνώμη της αναδεικνύει αντιφατική μαρτυρία μεταξύ των ΜΚ1 και ΜΚ12. Η δε συνήγορος του κατηγορουμένου 2 περιορίστηκε απλά στο να υιοθετήσει την εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 μόνο καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη στοιχειοθέτησης της πρώτης κατηγορίας. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση και των δύο κατηγορουμένων σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Στο στάδιο αυτό αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία ακόμη και στην περίπτωση που δεν υποβληθεί οποιαδήποτε εισήγηση από την υπεράσπιση. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα ενδεικτικά και χωρίς να περιορίζεται στα ακόλουθα στοιχεία, μαρτυρίες προερχόμενες από τους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ10 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 1Α, 2, 15Δ και 15Ε υπό το φως της μαρτυρίας του ΜΚ6 και του περιεχομένου των Τεκμηρίων 9Α και 9Β, οδηγούν προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Aπό την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η δε μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε αξιολόγηση της στο σύνολο της. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει θεμελιακή αντίφαση που να ανάγεται σε εγγενή αντινομία, η θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 περί προσκόμισης αντιφατικής μαρτυρίας από μέρους της κατηγορούσας αρχής έστω και στο βαθμό που του αποδίδει, είναι ζήτημα που παραπέμπει σε ποιότητα και αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το οποίο κρίνεται μόνο μέσα από υποκειμενική αξιολόγηση όλου του μαρτυρικού υλικού που θα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τους καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος-Εμπρησμός οχημάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.