Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2998/12, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2998/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες πλαστογραφίας και 3 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333(δ)(i), 336 και 339 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1, 2, 5, 6, 9 και 10). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25.04.06, 17.06.08 και 18.06.08 στην Πάφο κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό την καταδολίευση και συγκεκριμένα υπέγραψε 3 ειδικά πληρεξούσια έγγραφα αντιστοίχων ημερομηνιών στη θέση των Νίκου Παναγιώτου, Θεόδωρου Παναγιώτου, Μαρούλλα Παναγιώτου, Δημήτρη Παναγιώτου και Ρεβέκκας Παναγιώτου (στο εξής 'οι παραπονούμενοι) από τη Λεμεσό ως να υπέγραψαν αυτοί, χωρίς την εξουσιοδότηση τους, καθώς επίσης πλαστογράφησε την ημερομηνία 25.04.06 του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου μετατρέποντας την σε 25.04.08, έγγραφα τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 27.06.08 εν γνώσει του και δολίως τα έθεσε σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας τα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 5 κατηγορίες απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 (κατηγορίες 3, 7, 11, 12 και 13) καθώς επίσης 5 κατηγορίες εξασφάλισης εγγραφής ακίνητης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 4, 8, 14, 15 και 16). Με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων αυτών ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά το μήνα Ιούνιο 2008 στην Πάφο με ψευδείς παραστάσεις και με πρόθεση δόλου απέσπασε από τον Νίκο Παναγιώτου το 1/20 μερίδιο του από το τεμάχιο γης υπ' αριθμό 180, αρ. εγγραφής 7577, Φύλλο/Σχέδιο 45/43 στην Έμπα (στο εξής το 'πρώτο τεμάχιο') και το 6/120 μερίδιο του εν λόγω ατόμου από το τεμάχιο γης υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής Β67, Φύλλο/Σχέδιο 45/50Ε1 επίσης στην Έμπα (στο εξής το 'δεύτερο τεμάχιο'), από το Θεόδωρο Παναγιώτου το 1/20 μερίδιο του από το πρώτο τεμάχιο γης και το 6/120 μερίδιο του εν λόγω προσώπου από το δεύτερο τεμάχιο γης και από τους Μαρούλλα Παναγιώτου, Δημήτρη Παναγιώτου και Ρεβέκκα Παναγιώτου το 1/120 μερίδια του καθενός από αυτούς από το δεύτερο τεμάχιο γης, με τις ψευδείς παραστάσεις να συνίστανται στο ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε ως γνήσια τα πιο πάνω 3 κατ' ισχυρισμό πλαστογραφημένα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και απέσπασε την πιο πάνω ακίνητη περιουσία. Ακόμη δυνάμει των λεπτομερειών των αδικημάτων αυτών, ο κατηγορούμενος κατηγορείται επιπλέον ότι κατά το μήνα Ιούνιο 2008 στην Πάφο εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις τη μεταβίβαση και εγγραφή εις το όνομα του τα πιο πάνω τεμάχια γης χρησιμοποιώντας τα προαναφερόμενα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 8 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον λοχία 837 Γεώργιο Χρυσάνθου (ΜΚ1) που υπηρετεί στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας ως υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας, τον αστυφύλακα 2411 Κυράκο Τιττώνη (ΜΚ2) της Τροχαίας Πάφου και κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Πάφου, τους παραπονούμενους Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΚ3), Θεόδωρο Παναγιώτου (ΜΚ4), Μαρούλλα Χριστοφόρου (ΜΚ5) και Ρεβέκκα Χαραλάμπους (ΜΚ7), τον αρχιλοχία 2813 Σταμάτη Σταμάτη (ΜΚ6) της Υ.Α.Μ. Πάφου και τότε υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Πάφου και τη Δέσπω Αζίνα (ΜΚ8), αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που την περίοδο εκείνη εργαζόταν στον κλάδο δηλώσεων. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση δίχως να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 22 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 22 που είναι γραπτή κατάθεση της Κωνσταντίνας Ηλία ημερομηνίας 31.01.11 στην αστυνομία, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με το περιεχόμενο του να είναι παραδεκτό ως ορθό και αληθές από τα μέρη. Στο έγγραφο αυτό δηλώνεται πως η καταθέτης το έτος 2008 εργαζόταν στον κλάδο δηλώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Όπως εξηγείται, όταν κάποιος επιθυμεί εγγράψει περιουσία με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου πρέπει απαραίτητα να συμπληρώσει και να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση εντύπου ΔΕ
- Ακόμη σημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση τρεις τέτοιες υπεύθυνες δηλώσεις που βρίσκονταν εντός των φακέλων Δ.1128/08, Δ.1129/08 και Δ.1130/08 συμπληρώθηκαν και υπογράφτηκαν στις 27.06.08 από τον Κυριάκο Χαραλάμπους στην παρουσία της εν λόγω υπαλλήλου. Η δε γραφή και στα τρία έγγραφα δίπλα από τον αριθμό πληρεξουσίου εγγράφου, από την ημερομηνία και από την ώρα αναγνωρίστηκε από την ίδια ως δικός της γραφικός χαρακτήρας. Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Αναφορικά με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, το περιεχόμενο αυτής τόσο των μαρτύρων κατηγορίας όσο και του κατηγορουμένου βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω το σύνολο της μαρτυρίας των μαρτύρων και των τεκμηρίων γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα πέραν του ότι θα ήταν χρονοβόρο θα ήταν και αντιπαραγωγικό και έτσι θα περιοριστώ στα σημεία εκείνα της μαρτυρίας που κατά την κρίση μου αφορούν τα επίδικα θέματα και έχουν ιδιαίτερη σημασία στο κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι κάθε κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αναφορά σε λεπτομέρειες μαρτυρίας θα γίνεται εκεί όπου και στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς αξιολόγησης της. ΜΚ1 ήταν ο εμπειρογνώμονας που εξέτασε γραφολογικά τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων και ότι έτυχε εκπαίδευσης στην υπηρεσία του και μετεκπαίδευσης σε διάφορες χώρες του εξωτερικού. Είναι ακόμη κάτοχος πιστοποιητικού ISO
- Προς στήριξη της δήλωσης του αυτής ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε το βιογραφικό του σημείωμα ως Τεκμήριο 1 καθώς και πιστοποιητικό διαπίστευσης στη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής ως Τεκμήριο
- Όπως είπε, του ανατέθηκε η εξέταση αμφισβητουμένων υπογραφών στα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3
(1)-3
(4)και σύγκριση τους τόσο με δείγματα γραφής και υπογραφής των προσώπων που υπεβλήθηκαν που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3
(5)-3
(8)και 3(10.1)-2(10.10) όσο και με δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορουμένου, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3
(9). Εξηγώντας το σκεπτικό εξέτασης του με βάση τον Συγκριτικό Πίνακα Δείγματος Γραφής και Αμφισβητούμενης Υπογραφής που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, ο μάρτυρας κατέγραψε το αντικείμενο εξέτασης και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε σε σχετική έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης: (α) Η έκφραση απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε τις 4 αδιαμφισβήτητες υπογραφές στο Τεκμήριο 3
(1)καθίσταται επισφαλής επειδή τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά και οι μικρολεπτομέρειες γραφής δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια. (β) Η σύγκριση των αμφισβητουμένων υπογραφών στα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής όσο και με τις υπογραφές που αποδίδονται στους παραπονούμενους Θεόδωρου Παναγιώτου, Μαρούλλα Χριστοφόρου, Δημήτρη Παναγιώτου και Ρεβέκκας Παναγιώτου οδηγεί στην εμφάνιση τέτοιων μεταξύ τους διαφορών που κανένα από τα άτομα αυτά μπορεί να συνδεθεί. (γ) Η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα 'Νίκος Παναγιώτου' του Τεκμηρίου 3
(2)δεν έχει συγκριθεί με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του παραπονούμενου Νίκου Παναγιώτου. (δ) Η σύγκριση μεταξύ των πρωτότυπων αμφισβητούμενων υπογραφών στα Τεκμήρια 3
(2), 3
(3)και 3
(4)που είναι γραμμένες ολογράφως και των δειγμάτων υπογραφής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη επειδή τα εν λόγω δείγματα υπογραφής, οι υπογραφές δείγμα εις το όνομα του κατηγορουμένου στις αποδείξεις κατάθεσης επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 29.07.10 και 18.08.10 που προσκομίστηκαν ως Τεκμήρια 3
(16)και 3
(17)και σε δηλώσεις του κτηματολογίου στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' (κατηγορουμένου) είναι γραφικές παραστάσεις με ταχύτητα, πλοκή και συνέπεια στον τρόπο σχηματισμού τους χωρίς όμως να περιέχουν γράμματα του αλφαβήτου που να μπορούν να διαβαστούν. (ε) Τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3
(9)) δεν λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς σύγκρισης με τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα πληρεξούσια έγγραφα επειδή τα εν λόγω δείγματα είναι παραποιημένα σε μεγάλο βαθμό αφού πρόκειται για αργή γραφή με σταματήματα, διπλογραφίες και χωρίς συνέπεια μεταξύ τους. (στ) Συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη γραφή-υπογραφή στο όνομα 'Νίκος Παναγιώτου' του Τεκμηρίου 3
(2)με το δείγμα γραφής στις δηλώσεις κτηματολογίου στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' (κατηγορουμένου) παρουσιάζονται τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους που δημιουργείται η ισχυρή πεποίθηση η αμφισβητούμενη γραφή-υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(2)και το δείγμα γραφής στα έγγραφα του κτηματολογίου στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' (κατηγορουμένου) έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. (ζ) Το δείγμα γραφής στις δηλώσεις κτηματολογίου στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' (κατηγορουμένου) δεν είναι αντίστοιχο σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε μεταξύ τους συμπέρασμα. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 κατάθεσε τα ακόλουθα επιπρόσθετα έγγραφα: Τεκμήριο 3
(11)- Αντίγραφο απόδειξης είσπραξης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού αρ. 98600 στο όνομα 'Ρεβέκκα Π. Δημητρίου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(12)- Αντίγραφο απόδειξης είσπραξης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού αρ. 350061 στο όνομα 'Ρεβέκκα Π. Δημητρίου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(13)- Πιστωτική κάρτα της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 14.12.07 στο όνομα 'Μαρούλλα Χριστοφόρου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(14)- Αντίγραφο απόδειξης της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 14.12.07 στο όνομα 'Μαρούλλα Χριστοφόρου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(15)- Τιμολόγιο πίστωσης της εταιρείας Κυριάκος Χρ. Πουγιούκκας αρ. 3369 στο όνομα 'Δημήτρης Παναγιώτου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(16)- Απόδειξη κατάθεσης επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 29.07.10 στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(17)- Απόδειξη κατάθεσης επιταγών της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 18.08.10 στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(18)- Αντίγραφο μέρους του εκλογικού βιβλιαρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 177562 στο όνομα 'Θεόδωρος Παναγιώτου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(19)- Αντίγραφο μέρους του εκλογικού βιβλιαρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 176535 στο όνομα 'Ρεβέκκα Παναγιώτου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(20)- Αντίγραφο μέρους του εκλογικού βιβλιαρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 176123 στο όνομα 'Μαρούλλα Χριστοφόρου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(21)- Αντίγραφο μέρους του εκλογικού βιβλιαρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. Β001264 στο όνομα 'Δημήτρης Παναγιώτου' με υπογραφή δείγμα Τεκμήριο 3
(22)- Τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' με υπογραφή και γραφή δείγμα Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως σε τέτοιου είδους περιπτώσεις όπως την παρούσα υπόθεση οι εμπειρογνώμονες γραφολόγοι χρησιμοποιούν τη συγκριτική μέθοδο και με βάση τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της γραφής που μελετούνται σε μια ομάδα τουλάχιστο 10 δειγμάτων γραφής και υπογραφής που λαμβάνονται από τους ενδιαφερόμενους καταλήγουν στο συμπέρασμα που μπορούν. Ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε ότι κατά την εξέταση που έκανε δεν είχε στη διάθεση του δείγματα γραφής-υπογραφής του παραπονούμενου Νίκου Παναγιώτου, πλην όμως σημείωσε ότι και να υπήρχαν τέτοια δείγματα το αποτέλεσμα της εξέτασης δεν θα ήταν διαφορετικό επειδή ο συνδυασμός των γραφολογικών γνωρισμάτων που εντόπισε στην αμφισβητούμενη γραφή και στο δείγμα γραφής είναι μοναδικός και ήταν αυτό που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δημιουργείται η ισχυρή πεποίθηση πως η αμφισβητούμενη γραφή-υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(2)και το δείγμα γραφής στα έγγραφα του κτηματολογίου στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' (κατηγορουμένου) έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Ο ΜΚ2 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 26.03.11, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 13.10.08 προσήλθε στο Τ.Α.Ε. Πάφου ο ΜΚ3, ο οποίος κατάγγειλε ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε σε πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 18.06.08 με τη χρήση του οποίου, όπως ανακάλυψε κατόπιν έρευνας του στο κτηματολόγιο, το μερίδιο του 1/120 στο τεμάχιο αρ.67, αριθμός εγγραφής 2/67, Φ/Σχ. 45/50 Ε1, εκτάσεως 493 τ.μ. στην Έμπα της επαρχίας Πάφου μεταβιβάστηκε στον κατηγορούμενο που είναι εξάδελφος του. Ο ΜΚ1 τότε έλαβε από τον ΜΚ3 10 δείγματα γραφής/υπογραφής του που συσκεύασε και σφράγισε σε χακί φάκελο. Στη συνέχεια στις 31.10.08 προσήλθαν στο Τ.Α.Ε. Πάφου οι ΜΚ5 και ΜΚ7, οι οποίες κατάγγειλαν ότι οι υπογραφές τους πλαστογραφήθηκαν στο προαναφερόμενο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 18.06.08 με τη χρήση του οποίου το μερίδιο τους 1/120 από το ίδιο πιο πάνω τεμάχιο μεταβιβάστηκε στον κατηγορούμενο. Αμέσως ο ΜΚ1 έλαβε 10 δείγματα γραφής/υπογραφής της ΜΚ5 και 20 δείγματα γραφής/υπογραφής της ΜΚ7 που συσκεύασε και σφράγισε σε τρεις ξεχωριστούς χακί φακέλους. Επίσης στις 31.01.11 ο εν λόγω μάρτυρας παρέλαβε από την ΜΚ8 3 ενυπόγραφες δηλώσεις για εγγραφή ακίνητης περιουσίας με τη χρήση πληρεξουσίων εγγράφων ενώ την ίδια ημέρα έλαβε κατάθεση από τη κτηματολογικό λειτουργό Κωνσταντία Ηλία, η οποία του ανάφερε ότι στις 27.06.08 ο κατηγορούμενος στην παρουσία της συμπλήρωσε και υπέγραψε τα πιο πάνω τρία έγγραφα. Οι δηλώσεις αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8, 9 και
- Όλα τα πιο πάνω έγγραφα μαζί με άλλα στοιχεία αποστάληκαν για γραφολογικές εξετάσεις. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας ενημερώθηκε για το ιστορικό των δύο επιδίκων εγγράφων φροντίζοντας να παραλάβει από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου δύο σχετικά πιστοποιητικά έρευνας που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11Α και 11Β. Ακόμη στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης στις 07.09.10 ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω στις 26.03.11 ο ΜΚ1 κατηγόρησε τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Το αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3 παρουσίασε δύο γραπτές καταθέσεις που στις 13.10.08 και 29.07.09 έδωσε στην αστυνομία, οι οποίες προσκομίστηκαν ως Τεκμήρια 12 και
- Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, ο ίδιος και άλλα 4 αδέλφια του ήταν ιδιοκτήτες από 1/120 μερίδιο στο τεμάχιο αρ.67, αριθμός εγγραφής 2/67, Φ/Σχ. 45/50 Ε1, εκτάσεως 493 τ.μ. στην Έμπα της επαρχίας Πάφου όταν πληροφορήθηκαν ότι τα μερίδια τους μεταβιβάστηκαν εις το όνομα του κατηγορουμένου μέσω πληρεξουσίων εγγράφων. Ο ίδιος δεν υπέγραψε τέτοιο έγγραφο και η υπογραφή που υπάρχει δεν είναι δική του. Ούτε γνωρίζει τον πιστοποιών υπάλληλο και ούτε ποτέ μετέβηκε στο γραφείο του. Ακόμη ο κατηγορούμενος ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του και ο ίδιος ουδέποτε του έδωσε τη συγκατάθεση του για να υπογράψει εκ μέρους και για λογαριασμό του. Ούτε υπέγραψε οποιαδήποτε αίτηση στο κτηματολόγιο. Στο Τεκμήριο 13 αναφέρεται ότι ο ΜΚ3 δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 3
(1)και ότι ουδέποτε μετέβηκε στο γραφείο του κοινοτάρχη Έμπας. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε άγνοια για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3
(1)και 3
(4)και ότι ουδέποτε τα ετοίμασε, ουδέποτε τα υπέγραψε και ουδέποτε συγκατατέθηκε στο διορισμό τόσο της Σοφίας Φιλίππου όσο και του κατηγορουμένου ως ειδικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου του. Όπως ακόμη είπε, ο ίδιος δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, μεταξύ άλλων, αρνήθηκε ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο ενώ επανέλαβε τη θέση του ότι οι υπογραφές στα Τεκμήρια 3
(1)και 3
(4)δεν είναι δικές του. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας δεν τοποθετήθηκε στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι όλα αυτά που αναφέρει είναι εκ των υστέρων σκέψεις του ιδίου και των αδελφών του οι οποίοι είχαν υπαναχωρήσει από την αρχική τους επιθυμία να μεταβιβάσουν τα μερίδια τους όταν αντιλήφθηκαν αύξηση των τιμών πώλησης τους. Ο ΜΚ4 στην κυρίως εξέταση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μόλις τον τελευταίο χρόνο ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι εξάδελφος του ενώ χαρακτηρίζει τη μεταξύ τους σχέση ανύπαρκτη. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε, όταν έμαθε για την ύπαρξη κληρονομικής περιουσίας προέβηκε σε έρευνα στο κτηματολόγιο μέσω του οποίου ανακάλυψε ότι υπήρχε ακίνητη περιουσία προς όφελος του ιδίου και του κατηγορουμένου. Όταν του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 3
(3)ο μάρτυρας αυτός το αποκάλεσε πλαστό αναφέροντας ότι δεν ετοίμασε το περιεχόμενο του και ότι η υπογραφή που εμφανίζεται στο εν λόγω έγγραφο δεν είναι δική του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, μεταξύ άλλων, απέρριψε ως αναληθή τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτός είχε συγκατατεθεί και υπογράψει για να μεταβιβαστεί το 1/120 μερίδιο του από το επίδικο τεμάχιο στην οικογένεια της θείας του που είναι η μητέρα του κατηγορουμένου αλλά μετάνιωσε όταν έμαθε ότι η θεία του αυτή με το προικοσύμφωνο της είχε αποκτήσει αρκετή άλλη περιουσία από τη γιαγιά του με αποτέλεσμα να αποταθεί στην αστυνομία και να υποβάλει ψεύτικο παράπονο για πλαστογραφία. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 14 πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με το οποίο φαίνεται ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μεριδίου 1/120 του τεμαχίου υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής 2/67, Φύλλο/Σχέδιο 45/50 Ε1, τμήμα 2, συνολικής έκτασης τεμαχίου 493 τ.μ., τοποθεσία 'Σύκοου' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της η ΜΚ5 παρουσίασε ως Τεκμήρια 15 και 17 γραπτές καταθέσεις της στην αστυνομία ημερομηνίας 31.10.08 και 29.07.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, η ΜΚ5 παρέλαβε ταχυδρομικώς τίτλο ιδιοκτησίας στο οποίο φαινόταν ότι είχε μερίδιο 1/120 του τεμαχίου υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής 2/67, Φύλλο/Σχέδιο 45/50 Ε1, τμήμα 2, συνολικής έκτασης τεμαχίου 493 τ.μ., τοποθεσία 'Σύκοου' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου. Τα εν λόγω πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το ίδιο μερίδιο επί του ιδίου τεμαχίου έλαβαν άλλα 4 αδέλφια της. Όταν όμως ο ΜΚ3 μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για να λάβει περισσότερα στοιχεία για την περιουσία αυτή πληροφορήθηκε ότι τα μερίδια τους μεταβιβάστηκαν δια δωρεάς και στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου στον κατηγορούμενο που είναι εξάδελφος τους αλλά δεν τον γνώριζαν. Σημειώνεται ακόμη πως η ίδια ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο και ουδέποτε εξουσιοδότησε τον κατηγορούμενο να ενεργεί και να υπογράφει εκ μέρους της. Στο δε Τεκμήριο 17 η εν λόγω μάρτυρας διευκρινίζει ότι η υπογραφή που εμφανίζεται ως δική της στο πληρεξούσιο έγγραφο δεν είναι δική της αλλά είναι πλαστογραφημένη. Ακόμη διευκρίνισε ότι η ίδια υπογράφει ως 'Μαρούλλα Χριστοφόρου' και όχι ως 'Μαρούλλα Πέτρου ή Παναγιώτου'. Η ίδια δε καθώς και τα αδέλφια της δεν υπέγραψαν στη θεία τους Σοφία Φιλίππου για τη μεταβίβαση εις το όνομα της των μεριδίων τους στα τεμάχια υπ' αριθμό 7577 και Β67 στην Έμπα. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η ΜΚ5 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο αδελφός της Νίκος Παναγιώτου απεβίωσε στις 09.03.07 ενώ για τον κατηγορούμενο είπε πως είναι εξάδελφος της και συγκεκριμένα αδελφότεκνος της μητέρας του. Απαντώντας ερωτήσεις σχετικά με τα Τεκμήρια 3
(1)και 3
(4)η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι είναι η πρώτη φορά που τα βλέπει και πως η υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(4)δεν είναι δική της. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3
(1)είπε ότι η ίδια δεν έδωσε τη συγκατάθεση της ενώ απέκλεισε το ενδεχόμενο η υπογραφή που εμφανίζεται σ' αυτό να είναι δική της επειδή από το 1961 που νυμφεύτηκε υπογράφει με το επώνυμο του συζύγου της, δηλαδή ως 'Μαρούλλα Χριστοφόρου' και όχι με το πατρικό της 'Μαρούλλα Παναγιώτου', όπως παρουσιάζεται η υπογραφή στο εν λόγω έγγραφο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ5 δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως δεν γνωρίζει τον κοινοτάρχη Έμπας και ούτε πήγε να του ζητήσει εξηγήσεις για την πιστοποίηση που έκανε στην δήθεν υπογραφή της. Ωστόσο, όπως είπε, τον επισκέφτηκε ο ΜΚ4, χωρίς όμως η μάρτυρας να επεκταθεί τι ακριβώς συζητήθηκε. Στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπέγραψε το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο, η μάρτυρας απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά. Επίσης απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι συγκατατέθηκε στη μεταβίβαση του μεριδίου της αλλά επειδή η θεία της και συνάμα μητέρα του κατηγορουμένου απέκτησε περιουσία πολύ μεγαλύτερη από τους γονείς της δημιούργησε αυτή την ιστορία απειλώντας μάλιστα τον κατηγορούμενο ότι είτε θα τεθεί στο μικροσκόπιο όλη η περιουσία είτε θα καταφύγουν στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ6 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε γραπτή κατάθεση του, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 18. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 16.10.08 ο ΜΚ4 κατάγγειλε στην αστυνομία ότι, ενώ ο ίδιος και ο αποβιώσαντας αδελφός του Νίκος Παναγιώτου ήταν οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής 2/67, Φύλλο/Σχέδιο 45/50 Ε1, τμήμα 2, συνολικής έκτασης τεμαχίου 493 τ.μ., στην Έμπα της επαρχίας Πάφου με 1/120 μερίδιο έκαστος καθώς και του τεμαχίου υπ' αριθμό 180, αρ. εγγραφής 75/77, Φύλλο/Σχέδιο 45/43, συνολικής έκτασης τεμαχίου 3.011 τ.μ., επίσης στην Έμπα της επαρχίας Πάφου με 1/120 μερίδιο έκαστος, κατόπιν έρευνας στο κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι τα πιο πάνω μερίδια του μεταβιβάστηκαν στον εξάδελφο του κατηγορούμενο με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17.06.08 καθώς και τα προαναφερόμενα μερίδια του αδελφού του Νίκου Παναγιώτου μεταβιβάστηκαν στον κατηγορούμενο με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.04.08 [Τεκμήριο 3
(2)], χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να εξουσιοδότησαν τον κατηγορούμενο και με τις υπογραφές που εμφανίζονται στα έγγραφα εκείνα να είναι πλαστογραφημένες. Ο ΜΚ6 τότε έλαβε 10 δείγματα γραφής από τον ΜΚ4, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε χακί φάκελο. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Στην κυρίως εξέταση της η ΜΚ7 παρουσίασε ως Τεκμήρια 19 και 20 γραπτές καταθέσεις της στην αστυνομία ημερομηνίας 31.10.08 και 29.07.09 με το περιεχόμενο τους να είναι πανομοιότυπο με αυτό των Τεκμηρίων 15 και 17 που αφορούσε την ΜΚ5. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 3
(1)ενώ δήλωσε πως η ίδια δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 3
(4). Αντεξεταζόμενη η ΜΚ7 δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως της είχε λεχθεί ότι το Τεκμήριο 3
(1)που υπέγραψε αφορούσε φρακτή. Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρία της ΜΚ8 τέθηκαν από κοινού οι γραπτές καταθέσεις της στην αστυνομία ημερομηνίας 14.04.09 και 31.01.11, οι οποίες προσκομίστηκαν ως Τεκμήρια 21Α και 21Β με το περιεχόμενο τους να είναι παραδεκτό ως ορθό και αληθές από αμφότερα μέρη. Μέσα από το περιεχόμενο τους γίνεται αναφορά στα δύο επίδικα τεμάχια. Ανάμεσα στους ιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 180, αρ. εγγραφής 75/77, Φύλλο/Σχέδιο 45/43, συνολικής έκτασης τεμαχίου 3.011 τ.μ., στην Έμπα της επαρχίας Πάφου ήταν οι Μαρούλλα Παναγιώτου, Θεόδωρος Παναγιώτου, Δημήτρης Παναγιώτου, Ρεβέκκα Παναγιώτου και Νίκος Παναγιώτου με μερίδιο 36/720 που αποκτήθηκε με κληρονομιά από τη μητέρα τους Ελένη Παναγιώτου. Με τη δήλωση στο κτηματολόγιο Δ.1128/08 ημερομηνίας 27.06.08 το μερίδιο του Νίκου Παναγιώτου Δημητρίου μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στον εξάδελφο του Κυριάκο Χαραλάμπους στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.04.
- Περαιτέρω με τη δήλωση στο κτηματολόγιο Δ.1130/08 ημερομηνίας 27.06.08 το μερίδιο του Θεόδωρου Δημήτρη Παναγιώτου μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στον Κυριάκο Χαραλάμπους στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17.06.
- Τα μεταβιβαστικά τέλη που αναλογούσαν στις πιο πάνω μεταβιβάσεις πληρώθηκαν από τον Κυριάκο Χαραλάμπους. Σημερινοί ιδιοκτήτες του εν λόγω τεμαχίου είναι ο Κυριάκος Χαραλάμπους με μερίδιο 15/16 και η Ελένη Σάββα Χριστοδούλου με μερίδιο 1/
- Σε σχέση με το τεμάχιο υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής Β67, Φύλλο/Σχέδιο XLV/50 Ε1, τμήμα 2, συνολικής έκτασης τεμαχίου 493 τ.μ., στην Έμπα της επαρχίας Πάφου, με τις δηλώσεις στο κτηματολόγιο Δ.1128/08, Δ.1129/08 και Δ.1130/08 ημερομηνίας 27.06.08 τα μερίδια των Δημήτρη Παναγιώτου Δημητρίου, Νίκου Παναγιώτου Δημητρίου, Θεόδωρου Παναγιώτου Δημητρίου, Μαρούλλας Παναγιώτου Δημητρίου και Ρεβέκκας Παναγιώτου Δημητρίου μεταβιβάστηκαν στον Κυριάκο Χαραλάμπους δυνάμει δωρεάς στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου. Σημερινοί ιδιοκτήτες του εν λόγω τεμαχίου είναι ο Κυριάκος Χαραλάμπους με μερίδιο ¾ και ημερομηνία εγγραφής 22.07.08 και η Αλεξάνδρα Ευτυχίου με μερίδιο 6/24 και ημερομηνία εγγραφής 27.12.
- Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11Α και 11Β εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας στην κυρίως εξέταση της απλά αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11Α και 11Β αντλώντας όπως είπε γνώση από το αρχείο του κτηματολογίου, ενώ θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι ακολούθως η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Στη χωρίς όρκο δήλωση του ο κατηγορούμενος ανάφερε κατά λέξει τα εξής: "Κύριε Δικαστά, δεν έκαμα καμιά πλαστογραφία και δεν κυκλοφόρησα κανένα έγγραφο που εν γνώσει μου ήταν πλαστό. Εξάλλου θα ήταν πολύ αφελές εκ μέρους μου να κάνω κάτι τέτοιο και να πιάσω 4 μέτρα από τους ξάδελφους μου. Είμαι αθώος". Στη δε γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 6) ο κατηγορούμενος δεν απάντησε σε καμία από τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν λέγοντας πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και γι' αυτό η μαρτυρίας τους θα πρέπει να γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο. Όπως υποστήριξε η κυρία Παπαλαζάρου, μέσα από την μαρτυρία αυτή διαφαίνεται ότι η ο κατηγορούμενος πέτυχε την εγγραφή των μεριδίων των παραπονούμενων επί των επιδίκων τεμαχίων εις το όνομα του με τρόπο που δεν μπορεί να γίνει νομικά δεκτός. Όπως περαιτέρω η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής σημείωσε, οι παραπονούμενοι δήλωσαν πως δεν είχαν σχέση με τον κατηγορούμενο για να προβούν σε δωρεά προς όφελος του καθώς επίσης αρνήθηκαν ενόρκως ότι υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η κυρία Παπαλαζάρου ζήτησε την καταδίκη του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο γραπτής αγόρευσης του μέσα από το οποίο χώρισε τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σε δύο ομάδες. Στην πρώτη ομάδα συμπεριέλαβε τις πρώτες τέσσερις κατηγορίες του κατηγορητηρίου που σχετίζονται με το Νίκο Παναγιώτου. Εδώ είναι κατ' αρχήν η θέση του κυρίου Γεωργίου ότι η πρώτη κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα αφού όπως είπε αποδίδονται στον κατηγορούμενο η διάπραξη δύο διαφορετικών αδικημάτων και ειδικότερα το ότι κατάρτισε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 25.04.06 και ότι πλαστογράφησε την ημερομηνία του πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Πέραν όμως αυτού είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι εν λόγω κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν καθότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι πλαστό με γνώμονα ότι σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα γραφολόγο (ΜΚ1) δεν υπάρχουν δείγματα γραφής και υπογραφής του Νίκου Παναγιώτου. Όπως ο κύριος Γεωργίου ισχυρίστηκε, το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όχι μόνο δεν αποδείχτηκε ο θάνατος του ατόμου αυτού αλλά αντίθετα τα Τεκμήρια 21 και 11Α δείχνουν ότι το πρόσωπο αυτό ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης κατά τεκμήριο εν ζωή με αποτέλεσμα η δικαιοπραξία να είχε γίνει από τον ίδιο. Επιπλέον είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε πλαστογραφία αλλά και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την τυχόν πλαστότητα αυτού του πληρεξουσίου εγγράφου. Στη δεύτερη ομάδα, με βάση τον συνήγορο υπεράσπισης, εμπίπτουν οι υπόλοιπες κατηγορίες. Όπως υποστήριξε ο εν λόγω συνήγορος από το συμπέρασμα της ισχυρής πεποίθησης στο οποίο καταλήγει ο ΜΚ1 δεν προκύπτει βεβαιότητα και ούτε ευρήματα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περαιτέρω ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Τεκμήριο 3 όπου ο ΜΚ1 κατέληξε ότι δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα μεταξύ των αμφισβητουμένων υπογραφών στο Τεκμήριο 3
(4)και των δειγμάτων γραφής και υπογραφής. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Γεωργίου ότι δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο Κυριάκος Χαραλάμπους που προέβηκε στις υπεύθυνες δηλώσεις είναι ο κατηγορούμενος και όχι οποιοσδήποτε άλλος Κυριάκος Χαραλάμπους. Προς ενίσχυση της τοποθέτησης του αυτής ο εν λόγω συνήγορος επικαλέστηκε την υπόθεση Sea Island & Tours Ltd και άλλος v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196. Με γνώμονα το πιο πάνω σκεπτικό ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Ο ΜΚ1 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ως δικαστικός γραφολόγος. Η ειδικότητα του στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων καθώς και γενικότερα τα προσόντα, οι γνώσεις και η εμπειρία που αυτός διαθέτει στον τομέα αυτό δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης. Με δεδομένο αυτό και χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ειδικότητα, προσόντα, γνώσεις και εμπειρία του εν λόγω μάρτυρα, το Δικαστήριο τον αποδέχεται ως εμπειρογνώμονα στην ειδικότητα του δικαστικού γραφολόγου. Ως μάρτυρας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η παρουσίαση της μαρτυρίας του έγινε με τρόπο θετικό και πειστικό δίχως να παρέχει περιθώριο αμφισβήτησης οποιονδήποτε πτυχών της. Χωρίς αμφιταλαντεύσεις επί των ζητημάτων με τα οποία ασχολήθηκε έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Με παραστατικότητα εξήγησε λεπτομερώς τη μέθοδο που ακολούθησε, τις πηγές στις οποίες βασίστηκε για τις γραφολογικές εξετάσεις και συγκεκριμένα το δειγματικό υλικό που χρησιμοποίησε καθώς και με ποιο τρόπο εξέτασε τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(1), 3
(2), 3
(3)και 3
(4)που κλήθηκε να ελέγξει. Σε σχετικό πόρισμα που ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε (Τεκμήριο 3) καταγράφει και παράλληλα εξηγεί με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε μαζί με τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτά. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού συνάδει με τους κανόνες και τις βασικές αρχές που ανέλυσε ότι διέπουν τη γραφολογία. Για τους λόγους που εξηγεί στο πόρισμα του ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας κατηγορίας σημειώνει πως παρόλο ότι για τις 4 αμφισβητούμενες υπογραφές στο Τεκμήριο 3
(1)που είναι φωτοαντίγραφο η έκφραση απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε καθίσταται επισφαλής, εντούτοις καταλήγει ότι μέσα από γραφολογικά γνωρίσματα που είναι εμφανή και δεν αλλοιώνονται σε βαθμό που να μην είναι αναγνωρίσιμα με τη φωτοτύπηση οι τέσσερις πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές δυνατό να είναι γνήσιες υπογραφές των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο επίμαχο έγγραφο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα στο ζήτημα αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Περαιτέρω για σκοπούς γραφολογικής εξέτασης των αμφισβητουμένων γραφών και υπογραφών στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)σημειώνεται ότι έγινε σύγκριση τους τόσο με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 [Τεκμήρια 3
(5), 3
(6), 3
(7)και 3
(8)] όσο και με τη γραφή και υπογραφή στις τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στο όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' [Τεκμήριο 3
(22)] και τούτο μετά την γραφολογική εξέταση των δειγμάτων γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο [Τεκμήριο 3
(9)] μέσα από την οποία τα εν λόγω δείγματα γραφής και υπογραφής του Τεκμηρίου 3
(9)αγνοήθηκαν και κατ' επέκταση δεν χρησιμοποιήθηκαν μετά που κρίθηκαν, στη βάση των λόγων που εξειδικεύονται στο Τεκμήριο 3, ότι είναι παραποιημένα. Το δε αποτέλεσμα σύγκρισης των αμφισβητουμένων γραφών και υπογραφών στα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 οδηγεί τον δικαστικό γραφολόγο μάρτυρα κατηγορίας στο συμπέρασμα για τους λόγους που πάλι εξηγεί στο Τεκμήριο 3, ότι ουδείς από τους πιο πάνω παραπονούμενους μπορεί να συνδεθεί με αυτές. Παράλληλα ο εν λόγω εμπειρογνώμονας, για τους λόγους που αναλύει επίσης μέσα από το πόρισμα του, αδυνατεί να καταλήξει σε συμπέρασμα σύνδεσης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συσχέτισης των γραφών και υπογραφών του Τεκμηρίου 3
(22)με τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές των Τεκμηρίων 3
(3)και 3
(4). Για την αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή στο επίμαχο Τεκμήριο 3
(2)επειδή δεν είχαν ληφθεί δείγματα από τον Νίκο Παναγιώτου η σύγκριση έγινε με τις γραφές και υπογραφές του Τεκμηρίου 3
(22), γεγονός που οδηγεί σε ισχυρή πεποίθηση ότι η γραφή και στα δύο έγγραφα έγινε από το ίδιο άτομο. Προς διαφώτιση του Δικαστηρίου ο ΜΚ1 εξήγησε την έννοια της 'ισχυρής πεποίθησης' και ότι αυτή είναι πιο κάτω από την ανώτατη βαθμίδα αξιολόγησης που είναι η 'θετική' και συμβαίνει όταν από τα γραφολογικά δεδομένα ο γραφολόγος έχει πλήρως πειστεί ότι η αμφισβητούμενη γραφή είναι αποτέλεσμα γραφής ενός συγκεκριμένου προσώπου. Ο μάρτυρας επισήμανε ότι κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα κατόπιν ανάλυσης των ιδιαίτερων ατομικών γραφολογικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων που έγινε με τη βοήθεια σχετικού συγκριτικού πίνακα (Τεκμήριο 4), από τη χρήση του οποίου αντλήθηκαν δεδομένα, τα οποία παρουσιάστηκαν από τον μάρτυρα στην ένορκη κατάθεση του κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής το Δικαστηρίου η τεκμηριωμένη απάντηση του εν λόγω μάρτυρα στο συνήγορο υπεράσπισης ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε δεν θα ήταν διαφορετικό αν υπήρχαν δείγματα γραφής και υπογραφής του Νίκου Παναγιώτου επειδή τα γραφολογικά γνωρίσματα που εντοπίζονται σε αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή καθώς και το δειγματικό υλικό που χρησιμοποιείται είναι στοιχεία μοναδικά. Στη βάση των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω αλλά και με δεδομένο ότι δεν έχει αντικρουστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την υπεράσπιση, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου των συμπερασμάτων του, ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά και για τους ίδιους λόγους αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 3 και 4, τα οποία αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 1 και 2 που αφορούν τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του ΜΚ1 το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να τα αμφισβητήσει και με γνώμονα ότι η επιστημονική κατάρτιση του εν λόγω μάρτυρα δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον κατηγορούμενο, το περιεχόμενο τους γίνεται αποδεκτό ως ορθό και αληθές, πάντοτε για τον σκοπό της ιδιότητας του μάρτυρα. Δεν έχω ακόμη αμφιβολία ότι τα Τεκμήρια 3
(5)-3
(10)είναι τα δείγματα γραφής και υπογραφής των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ7 και του κατηγορουμένου που ο ΜΚ1 παρέλαβε από το Τ.Α.Ε. Πάφου και χρησιμοποίησε συγκριτικά με τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(1)-3
(4)με τον τρόπο που αναλυτικά και εμπεριστατωμένα ο εν λόγω μάρτυρας έχει εξηγήσει. Αυτό είναι γεγονός που μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης παρέμεινε αναντίλεκτο. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 3
(11)-3
(22)δέχομαι ότι για τον περιορισμένο και συγκεκριμένο σκοπό που έχουν χρησιμοποιηθεί από τον ΜΚ1 το περιεχόμενο τους είναι ορθό και αληθές. Εξ' ου και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι το πρόσωπο με το όνομα 'Κυριάκος Χαραλάμπους' στα 3 έγγραφα του Τεκμηρίου 3
(22)είναι ο κατηγορούμενος αλλά ως επίδικο θέμα που είναι θα αποφασιστεί στη συνέχεια. Ο ΜΚ2 ήταν ο αστυνομικός που ανέλαβε την ουσιαστική διερεύνηση της καταγγελίας του ΜΚ3 που έγινε στις 13.10.08 και αφορούσε ισχυρισμό για μεταβίβαση του μεριδίου του 1/120 στο τεμάχιο υπ' αρ. 67, τμήμα 2, αρ. εγγραφής 2/67, Φ./Σχ. 45/50Ε1, έκτασης 493 τετραγωνικά μέτρα, περιοχή 'Σύκοου' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου (στο εξής καλείται το 'πρώτο επίδικο τεμάχιο') εις το όνομα του εξαδέλφου του Κυριάκου Χαραλάμπους με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 18.06.08 [Τεκμήριο 3
(4)] που επικαλέστηκε ότι η υπογραφή του σ' αυτό ήταν πλαστογραφημένη. Ήταν ακόμη ο αστυνομικός που βασικά ανέλαβε και τη διερεύνηση των καταγγελιών των ΜΚ5 και ΜΚ7 που έγιναν στις 31.10.08 και αφορούσαν ισχυρισμούς για μεταβίβαση των μεριδίων τους 1/120 έκαστης στο πρώτο επίδικο τεμάχιο επίσης εις το όνομα του ιδίου εξαδέλφου τους με τη χρήση του Τεκμηρίου 3
(4), επικαλούμενοι ότι και οι δικές τους υπογραφές σ' αυτό ήταν πλαστογραφημένες. Η μαρτυρία του, η οποία εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ2 περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 5 και αποτελεί μέρος αυτής, καθ' όσον πάντοτε αφορά τις αδιαμφισβήτητες ενέργειες του. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι στα πλαίσια εξέτασης των καταγγελιών που υπεβλήθηκαν στο Τ.Α.Ε. Πάφου από τους ΜΚ3, ΜΚ5 και ΜΚ7 ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 13.10.08 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ3 (Τεκμήριο 12) και στη συνέχεια έλαβε από αυτόν 10 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε χακί φάκελο [Τεκμήριο 3
(7)]. (β) Στις 31.10.08 έλαβε δύο γραπτές καταθέσεις από κάθε μία από τις ΜΚ5 και ΜΚ7 (Τεκμήρια 15, 17, 19 και 20) και ακολούθως έλαβε από κάθε μια από αυτές 10 δείγματα γραφής και υπογραφής τους [Τεκμήρια 3
(5)και 3
(8)], τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε δύο ξεχωριστούς χακί φακέλους. (γ) Στις 21.09.10 έλαβε από την ΜΚ7 επιπλέον 10 δείγματα γραφής και υπογραφής της, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε διαφορετικό χακί φάκελο [Τεκμήριο 3
(10)]. (δ) Στις 14.04.09 και 31.01.11 έλαβε δύο γραπτές καταθέσεις από την ΜΚ8 (Τεκμήρια 21Α και 21Β) από την οποία και παρέλαβε τα 4 επίδικα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα [Τεκμήρια 3
(1)-3
(4)] καθώς επίσης 3 ενυπόγραφες δηλώσεις για εγγραφή ακίνητης περιουσίας-3 Έντυπα Δ.Ε.100 [Τεκμήριο 3
(22)]. (ε) Στις 07.09.10 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6) και αργότερα της ίδιας ημέρας έλαβε από αυτόν 40 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε ανά δέκα σε 4 χακί φακέλους [Τεκμήριο 3
(9)]. (στ) Στις 31.01.11 έλαβε γραπτή κατάθεση από την αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Κωνσταντίνα Ηλία (Τεκμήριο 22). (ζ) Στις 26.03.11 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι' (Τεκμήριο 7). (η) Συγκέντρωσε διάφορα άλλα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα όπως τα Τεκμήρια 3
(11)μέχρι 3
(21). (θ) Μερίμνησε για την αποστολή όλων των πιο πάνω εγγράφων-τεκμηρίων στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας για γραφολογικές εξετάσεις. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του Τεκμηρίου 7 δέχομαι ότι αυτό αντικατοπτρίζει μέρος των ενεργειών του ΜΚ2. Ο ΜΚ3 δημιούργησε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν ομιχλώδες και καθόλου πειστική. Σε ουσιώδεις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του διαπιστώθηκε ότι απέφευγε να τις απαντήσει θετικά και ξεκάθαρα προκειμένου έτσι το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη, σαφή και σταθερή εικόνα της δικής του εκδοχής των πραγμάτων. Από τον τρόπο και το ύφος που ο συγκεκριμένος μάρτυρας απαντούσε, το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι αυτός γνώριζε πολύ περισσότερα από αυτά που ανάφερε ορισμένες φορές μέσω αινιγματικών τοποθετήσεων αλλά απέφυγε να τα αποκαλύψει. Περαιτέρω η μαρτυρία του περιέχει αντιφάσεις, συνεχείς αναιρέσεις καθώς και νεφελώδεις αναφορές, οι οποίες σκορπούν σκιές ως προς την αξιοπιστία του ως μάρτυρας. Ειδικότερα: (α) Ενώ στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε με ευκολία όλο το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία (Τεκμήριο 12) που του διαβάστηκε από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και στο οποίο γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων ότι μετακόμισε στην Λεμεσό το 1981, στην αντεξέταση του αναίρεσε με την ίδια ευκολία το μέρος αυτό ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα λέγοντας πως το 1950 σε ηλικία 3 ετών ήταν όταν είχε μετακομίσει στη Λεμεσό. (β) Ενώ αρχικά στην ανεξέταση του είπε πως έχει δύο αδέλφια που δεν γνωρίζει στην πορεία διαφοροποιήθηκε αναφέροντας ότι μπορεί να τους γνωρίζει αλλά ύστερα ελίχθηκε εκ νέου λέγοντας πως ξέρει τον ένα αλλά όχι τον άλλο. Η αντιφατική θέση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του αδελφού του ΜΚ4 με τον οποίο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 διατηρεί επαφή και είναι ένας άλλος παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, που στην ένορκη κατάθεση του κατά τρόπο σαφή και χωρίς περιστροφές παραδέχεται, εκτός από τους ΜΚ3, ΜΚ5, ΜΚ7 και τον αποβιώσαντα Νίκο Παναγιώτου, την ύπαρξη ακόμη δύο αδελφών του που διαμένουν στην Πάφο κατονομάζοντας τους μάλιστα τους Αντρέα Παναγιώτου και Γιώργο Παναγιώτου. (γ) Ενώ στο Τεκμήριο 12 καθώς και στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ρητά ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο και ότι τον έβλεπε για πρώτη φορά στο εδώλιο την ημέρα της ένορκης μαρτυρίας του, στην αρχή της αντεξέτασης του διαφοροποιείται μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να είναι εξάδελφος του αλλά ακολούθως επιστρέφει στην αρχική του εκδοχή λέγοντας πως δεν τον γνωρίζει. Αυτό συγκρούεται με τις γραπτές θέσεις των αδελφών του, ήτοι ΜΚ5 και ΜΚ7, οι οποίες στις γραπτές καταθέσεις τους στην αστυνομία (Τεκμήρια 15 και 19) αποκαλούν τον κατηγορούμενο ως εξάδελφο τους. Ακόμη συγκρούεται και με τη θέση του αδελφού του ΜΚ4 που στην ένορκο κατάθεση του γνωρίζει ότι πρόσφατα πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι εξάδελφος του. (δ) Όταν του τέθηκε η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι οι ισχυρισμοί του για πλαστογραφία είναι εκ των υστέρων σκέψεις του επειδή μετάνιωσε που παραχώρησε το μερίδιο του στον κατηγορούμενο όταν αντιλήφθηκε ότι η τιμή της αξίας του ανέβηκε, ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας της και να δώσει τη δική του εξήγηση που ήταν αναγκαία και κρίσιμη για την υπόθεση ως ένας από τους παραπονούμενους που είναι και χωρίς καν να την αρνηθεί είπε βιαστικά επί λέξει 'Εν ηξέρω εγώ εν ηξέρω, τζείνα που σου είπα τζείνα ένει, τι θέλεις να σου πω'. (ε) Η κατηγορηματική θέση του μάρτυρα ότι δεν υπέγραψε το επίμαχο Τεκμήριο 3
(1)δεν συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία και τα αποδεκτά ευρήματα του εμπειρογνώμονα γραφολόγου ΜΚ1 που χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή, σε αντίθεση με τον εν λόγω μάρτυρα ο οποίος έχει, σημειώνει ότι η υπογραφή στο όνομα του μάρτυρα αυτού, όπως και οι υπόλοιπες υπογραφές που εμφανίζονται στο έγγραφο αυτό, δυνατό να είναι γνήσιες υπογραφές των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 για τους λόγους που εξηγεί στο πόρισμα του. Μπροστά στα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί και έτσι το Δικαστήριο μοιραία αδυνατεί να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΚ3 και να καταλήξει με σιγουριά σε ασφαλή ευρήματα. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις του που είναι τα Τεκμήρια 12 και 13, όπου ούτε σ' αυτές το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί με ασφάλεια (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Ο ΜΚ4 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήλθε και γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα το ψηλό επίπεδο αξιοπιστία του ως μάρτυρα να παραμείνει ανεπηρέαστο μέχρι το τέλος. Οι ουσιώδεις πτυχές της ένορκης κατάθεσης του που άπτονται των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης αυτής υποστηρίζονται τόσο από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα-γραφολόγου της αστυνομίας όσο και από πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα η θέση του ότι μέρος ακίνητης περιουσίας στην Έμπα ανήκει στον ίδιο όσο και στον κατηγορούμενο αλλά και σε άλλα άτομα συγγενείς του διαπιστώνεται μέσα από τα Τεκμήρια 11Α και 11Β όπου στα σχετικά πιστοποιητικά έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου καταγράφεται κατά τρόπο σαφή και αναλυτικό τα μερίδια του καθενός σε σχέση με το πρώτο επίδικο τεμάχιο, αποδεικνύεται να είναι ορθή. Το δε Τεκμήριο 14 που είναι πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας και το περιεχόμενο του δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση με αποτέλεσμα κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του να γίνεται αποδεκτό ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο, εμφανίζει τον ΜΚ4 να είναι από τις 07.04.08 εγγεγραμμένο συνιδιοκτήτη του πρώτου επιδίκου τεμαχίου με μερίδιο 1/120. Περαιτέρω η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι το πιο πάνω μερίδιο του μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε εις το όνομα άλλου ατόμου επαληθεύεται από τη συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 10, 11Β, 3
(3)και 3
(22)στα οποία προκύπτει μεταβίβαση και εγγραφή ολόκληρου του μεριδίου του 6/120 στον Κυριάκο Χαραλάμπους δυνάμει δωρεάς και στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17.06.08 με υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου G. Antoniade στο οποίο αναφέρεται ότι εξουσιοδοτείται ο Κυριάκος Χαραλάμπους να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει και να εγγράψει ολόκληρο το προαναφερόμενο μερίδιο του ΜΚ4 εις το όνομα του, ως αποτέλεσμα του οποίου εγγράφου και με τη βοήθεια σχετικής ενυπόγραφης συμπληρωμένης υπεύθυνης δήλωσης (Δ.Ε.100) ημερομηνίας 27.06.08 η πράξη ολοκληρώθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αφού πρώτα και συγκεκριμένα στις 26.06.08 καταβλήθηκαν τα σχετικά τέλη. Η θέση του ότι ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3
(3)με το οποίο να εξουσιοδοτείται ο Κυριάκος Χαραλάμπους να προβεί σε τέτοιες πράξεις επαληθεύεται από την μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος στο Τεκμήριο 3 διαπιστώνει ότι η σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής στο επίμαχο Τεκμήριο 3
(3)με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του ΜΚ4 [Τεκμήριο 3
(6)] παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές μεταξύ τους που δεν συνδέει τον μάρτυρα αυτό με την αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι προκαλεί εντύπωση πως ενώ ο ΜΚ4 ήταν εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης του πρώτου επιδίκου τεμαχίου με μερίδιο 1/120 (Τεκμήριο 14) στην πορεία μεταβιβάστηκε στον Κυριάκο Χαραλάμπους το μερίδιο του ΜΚ4 για το ίδιο τεμάχιο που σημειώνεται ως 6/
- Ωστόσο επειδή το ύψος του μεριδίου όχι μόνο δεν αποτελεί επίδικο θέμα αλλά ούτε και επηρεάζει τα συστατικά στοιχεία των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το θέμα αυτό λήγει εδώ. Τα όσα ανάφερα προηγουμένως σε σχέση με τις θέσεις του ΜΚ4 που επαληθεύονται για την μεταβίβαση και εγγραφή του μεριδίου του στον Κυριάκο Χαραλάμπους επί του πρώτου επιδίκου τεμαχίου ισχύουν και για την μεταβίβαση και εγγραφή ολόκληρου του μεριδίου 1/20 του εν λόγω μάρτυρα επί του τεμαχίου υπ' αρ. 180, τμήμα 0, αρ. εγγραφής 0/7577, Φ./Σχ. 45/43, έκτασης 3.011 τετραγωνικά μέτρα, περιοχή 'Μερσινούδια' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου εις το όνομα του Κυριάκου Χαραλάμπους δυνάμει επίσης δωρεάς και στη βάση των ιδίων εγγράφων. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ
- Η μαρτυρία της ΜΚ5 χωρίζεται σε δύο σκέλη για σκοπούς αξιολόγησης της. Το πρώτο σκέλος αφορά το πρώτο επίδικο τεμάχιο. Εδώ οι ουσιώδεις πτυχές της ένορκης κατάθεσης της που άπτονται των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης αυτής υποστηρίζονται τόσο από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου της αστυνομίας όσο και από πραγματική μαρτυρία. Ειδικότερα η θέση της ότι είναι εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια του τεμαχίου αυτού με μερίδιο 1/120 επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 16 που είναι πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας και το περιεχόμενο του δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση με αποτέλεσμα κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του να γίνεται αποδεκτό ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο, το οποίο τεκμηριώνει τέτοια εγγραφή από τις 07.04.
- Περαιτέρω η θέση της εν λόγω μάρτυρα ότι το πιο πάνω μερίδιο της μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε εις το όνομα άλλου ατόμου επαληθεύεται από τη συνδυασμένη μελέτη των Τεκμηρίων 9, 11Β, 3
(4)και 3
(22)στα οποία προκύπτει μεταβίβαση και εγγραφή ολόκληρου του μεριδίου της 1/120 στον Κυριάκο Χαραλάμπους δυνάμει δωρεάς και στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 18.06.08 με υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου G. Antoniade στο οποίο αναφέρεται ότι εξουσιοδοτείται ο Κυριάκος Χαραλάμπους να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει και να εγγράψει ολόκληρο το προαναφερόμενο μερίδιο του ΜΚ4 εις το όνομα του, ως αποτέλεσμα του οποίου εγγράφου και με τη βοήθεια σχετικής ενυπόγραφης συμπληρωμένης υπεύθυνης δήλωσης (Δ.Ε.100) ημερομηνίας 27.06.08 η πράξη ολοκληρώθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αφού πρώτα και συγκεκριμένα στις 26.06.08 καταβλήθηκαν τα σχετικά τέλη. Η θέση της ότι ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3
(4)με το οποίο να εξουσιοδοτείται ο Κυριάκος Χαραλάμπους να προβεί σε τέτοιες πράξεις επαληθεύεται από την μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος στο Τεκμήριο 3 διαπιστώνει ότι η σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής στο επίμαχο Τεκμήριο 3
(4)με τα δείγματα γραφής και υπογραφής της ΜΚ5 [Τεκμήριο 3
(5)] παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές μεταξύ τους που δεν συνδέει την μάρτυρα αυτή με την αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας της μάρτυρας αυτής που αφορά το επίμαχο τεκμήριο 3
(1), παρατηρώ ότι αυτή δεν συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία και τα αποδεκτά ευρήματα του εμπειρογνώμονα γραφολόγου ΜΚ1 που χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή σημειώνει ότι η υπογραφή στο όνομα της ΜΚ5, όπως και οι υπόλοιπες υπογραφές που εμφανίζονται στο έγγραφο αυτό, δυνατό να είναι γνήσιες υπογραφές των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 για τους λόγους που εξηγεί στο πόρισμα του. Αυτό σε καμία περίπτωση επηρεάζει την αξιόπιστη εικόνα της μάρτυρος, η οποία παρέμεινε αλώβητη μέχρι το τέλος. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστο το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας της ΜΚ5 για τους λόγους που εξηγώ ενώ αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο δεύτερο σκέλος αυτής για τους λόγους που επίσης εκτίθενται. Κατ' αναλογία αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστα τα Τεκμήρια 15 και 17 που αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ5 στο βαθμό και την έκταση που αφορά μόνο το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας της ενώ αγνοείται το υπόλοιπο κομμάτι τους. Ο ΜΚ6 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που αναμίχθηκε στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης προωθώντας για εξέταση την καταγγελία του ΜΚ4 που έγινε στις 16.10.08 και αφορούσε ισχυρισμό για μεταβίβαση του δικού του μεριδίου αλλά και αυτό του αδελφού του Νίκου Παναγιώτου 1/120 έκαστος στο πρώτο επίδικο τεμάχιο καθώς επίσης το μερίδιο 1/120 έκαστο από αυτούς στο τεμάχιο υπ' αρ. 180, τμήμα 0, αρ. εγγραφής 0/7577, Φ./Σχ. 45/43, έκτασης 3.011 τετραγωνικά μέτρα, περιοχή 'Μερσινούδια' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου (στο εξής καλείται το 'δεύτερο επίδικο τεμάχιο'), εις το όνομα του εξαδέλφου του Κυριάκου Χαραλάμπους με τη χρήση πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 17.06.08 και 25.04.08 [Τεκμήρια 3
(2)και 3
(3)] που επικαλέστηκε ότι οι υπογραφές τους σ' αυτά ήταν πλαστογραφημένες. Η μοναδική ενέργεια στην οποία προέβηκε και αποτελεί την όλη μαρτυρία του είναι ότι στις 16.10.08 έλαβε από τον ΜΚ4 10 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και αφού σφράγισε σε χακί φάκελο φρόντισε να αποσταλούν για γραφολογικές εξετάσεις στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Από την στιγμή που ούτε αυτός ο μάρτυρας κατηγορίας αντεξετάστηκε, η μαρτυρία του, μέρος της οποίας αποτελεί και το Τεκμήριο 18, παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη. Η ΜΚ7 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν ήταν θετική στις αναφορές της και δεν φαινόταν σίγουρη στις τοποθετήσεις της. Αντίθετα η μαρτυρία της προκαλεί σύγχυση και είναι αντιφατική σε βαθμό τέτοιο που εγείρονται αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της ως μάρτυρας. Ενδεικτικά της πιο πάνω διαπίστωσης αποτελούν τα εξής: (α) Ενώ στις γραπτές καταθέσεις της στην αστυνομία (Τεκμήρια 19 και 20) η μάρτυρας αρνείται ότι υπέγραψε το επίμαχο Τεκμήριο 3
(1), στην κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας της αναγνωρίζει την υπογραφή της σ' αυτό με το που της υποδείχτηκε το συγκεκριμένο έγγραφο. (β) Ενώ στην αντεξέταση της επιβεβαιώνει την υπογραφή της στο Τεκμήριο 3
(1)στη συνέχεια υπαναχώρησε λέγοντας πως δεν υπέγραψε τέτοιο έγγραφο αλλά ακολούθως διαφοροποιείται εκ νέου προβάλλοντας νέα εκδοχή ότι το έγγραφο που υπέγραψε ήταν κενό και το υπέγραψε επειδή όπως της λέχθηκε επρόκειτο για φρακτή, χωρίς να διευκρινίζει ποιος της είπε και ποια φρακτή σε ποιου τεμαχίου είχε υπόψη της. (γ) Ενώ στο Τεκμήριο 19 κατονομάζει τον Κυριάκο Χαραλάμπους ως εξάδελφο της που στην κυρίως εξέταση της υποδεικνύει ως τον κατηγορούμενο με τον οποίο όμως είπε πως δεν συνδέονται και δεν έχουν καμία επικοινωνία, στην αντεξέταση της προέβηκε σε μια αόριστη και ασαφή αναφορά που μόνο περίεργη μπορεί να χαρακτηριστεί και μόνο σύγχυση δύναται να προκαλέσει επικαλούμενη ότι το Τεκμήριο 3
(2)της το παρουσίασε ένα άτομο που της είπε ότι είναι εξάδελφος της, αποφεύγοντας όμως να διευκρινίσει το όνομα του ατόμου αυτού και κατά πόσο επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως όμως αυτού καμία εξήγηση έδωσε γιατί να δεχτεί να υπογράψει ένα κενό έγγραφο που της έφερε ένα άτομο που δεν γνώριζε. Εν πάσει περιπτώσει η εν λόγω μάρτυρας δεν διευκρινίζει εναντίον ποιου προσώπου στρεφόταν η καταγγελία της αν δεν εννοεί στην κατάθεση της τον κατηγορούμενο. Ούτε και αναφέρει αν υπάρχει άλλος εξάδελφος της με το όνομα Κυριάκος Χαραλάμπους. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν δέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΚ7 περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 19 αι 20 που αποτελούν μέρος της και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Η ένορκη κατάθεση της ΜΚ8 είναι τυπικής φύσεως αφού περιορίζεται σε αναφορά από τα Τεκμήρια 11Α και 11Β των μεριδίων στα δύο επίδικα τεμάχια καθώς και σε περιγραφή των χαρακτηριστικών τους. Η μαρτυρία της, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπιση, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 8, 9, 10, 11Α και 11Β, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, το περιεχόμενο τους γίνεται αποδεκτό ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την οποία να καταρρίπτεται η ορθότητα, αλήθεια ή αξιοπιστία το περιεχόμενο οποιουδήποτε από τα έγγραφα αυτά. Παράλληλα κανένα από τα έγγραφα αυτά αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Η δήλωση του κατηγορουμένου είναι γενική και αόριστη και από τη στιγμή που είναι απογυμνωμένη από λεπτομέρειες που αν υπήρχαν θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο προτού καταλήξει σε ευρήματα δεν αφήνει περιθώριο για άλλη επιλογή αφού δεν προσθέτει οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με την γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 6), το περιεχόμενο της κάθε άλλο διαφωτιστικό είναι καθότι αποτελείται από την επαναλαμβανόμενη θέση πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, πράγμα βέβαια που είναι δικαίωμα του κατηγορουμένου και ως απάντηση απόλυτα σεβαστή. Σε τελευταία όμως ανάλυση το Τεκμήριο 6 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να του αποδώσει οποιαδήποτε πειστική αξία, υπό το πρίσμα της υπόλοιπης προσαχθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 13.10.08 προσήλθε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο ΜΚ3 καταγγέλλοντας ότι το μερίδιο του 1/120 στο τεμάχιο υπ' αρ. 67, τμήμα 2, αρ. εγγραφής 2/67, Φ./Σχ. 45/50Ε1, έκτασης 493 τετραγωνικά μέτρα, περιοχή 'Σύκοου' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε εις το όνομα του εξαδέλφου του Κυριάκου Χαραλάμπους (κατηγορουμένου) με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 18.06.08 στο οποίο επικαλέστηκε ότι η υπογραφή του ήταν πλαστογραφημένη. Τότε ο ΜΚ2 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ3 και ακόμη στη συνέχεια έλαβε από αυτόν 10 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε χακί φάκελο. Επίσης στις 31.10.08 προσήλθαν στο Τ.Α.Ε. Πάφου οι ΜΚ5 και ΜΚ7, οι οποίες κατάγγειλαν ότι και οι δικές τους υπογραφές πλαστογραφήθηκαν στο προαναφερόμενο πληρεξούσιο έγγραφο με τη χρήση του οποίου τα μερίδια τους 1/120 για έκαστη στο ίδιο πιο πάνω τεμάχιο μεταβιβάστηκαν και εγγράφηκαν εις το όνομα του κατηγορουμένου. Τότε ο ΜΚ2 έλαβε δύο γραπτές καταθέσεις από κάθε μία από τις ΜΚ5 και ΜΚ7 και ακολούθως έλαβε από κάθε μια από αυτές 10 δείγματα γραφής και υπογραφής τους, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε δύο ξεχωριστούς χακί φακέλους. Περαιτέρω στις 21.09.10 ο ΜΚ2 έλαβε από την ΜΚ7 επιπλέον 10 δείγματα γραφής και υπογραφής της, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε σε διαφορετικό χακί φάκελο. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας στις 14.04.09 και 31.01.11 έλαβε δύο γραπτές καταθέσεις από την ΜΚ8 από την οποία και παρέλαβε 4 επίδικα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα καθώς επίσης 3 ενυπόγραφες δηλώσεις για εγγραφή ακίνητης περιουσίας-3 Έντυπα Δ.Ε.100. Στις 07.09.10 ο ΜΚ2 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αργότερα της ίδιας ημέρας έλαβε από αυτόν 40 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και σφράγισε ανά δέκα σε 4 χακί φακέλους Ακόμη ο ίδιος μάρτυρας στις 31.01.11 έλαβε γραπτή κατάθεση από την αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου Κωνσταντίνα Ηλία ενώ στις 26.03.11 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι'. Στην πορεία ο ΜΚ2 συγκέντρωσε διάφορα άλλα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και στη συνέχεια μερίμνησε για την αποστολή όλων των εγγράφων στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας για γραφολογικές εξετάσεις. Επιπλέον στις 16.10.8 προσήλθε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο ΜΚ4 όπου και κατάγγειλε ότι τόσο το μερίδιο του όσο και αυτό του αδελφού του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτη 1/120 έκαστος στο ίδιο πιο πάνω τεμάχιο καθώς επίσης το μερίδιο 1/120 έκαστο από αυτούς στο τεμάχιο υπ' αρ. 180, τμήμα 0, αρ. εγγραφής 0/7577, Φ./Σχ. 45/43, έκτασης 3.011 τετραγωνικά μέτρα, περιοχή 'Μερσινούδια' στην Έμπα της επαρχίας Πάφου μεταβιβάστηκαν και εγγράφηκαν εις το όνομα του κατηγορουμένου με τη χρήση πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 17.06.08 και 25.04.08 επικαλούμενος ότι οι υπογραφές τους σ' αυτά ήταν πλαστογραφημένες. Τότε ο ΜΚ6 έλαβε από τον ΜΚ4 10 δείγματα γραφής και υπογραφής του, τα οποία συσκεύασε και αφού σφράγισε σε χακί φάκελο φρόντισε να αποσταλούν για γραφολογικές εξετάσεις στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Με την αποστολή των εγγράφων στο εργαστήριο γραφολογίας της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας ο ΜΚ1, εμπειρογνώμονας-γραφολόγος, κλήθηκε να εξετάσει τη γνησιότητα των επιδίκων ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων [Τεκμήρια 3
(1), 3
(2), 3
(3)και 3
(4)] συγκρίνοντας τις γραφές και υπογραφές σ΄αυτά με τις γραφές και υπογραφές στο δειγματικό υλικό που αποστάληκε. Τα αποτελέσματα των γραφολογικών εξετάσεων έδειξαν ότι: (α) Οι τέσσερις αμφισβητούμενες υπογραφές στο επίμαχο Τεκμήριο 3
(1)δυνατό να είναι γνήσιες υπογραφές των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο επίμαχο έγγραφο. (β) Ουδείς από τους παραπονούμενους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 μπορεί να συνδεθεί με τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4). (γ) Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα σύνδεσης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συσχέτισης των γραφών και υπογραφών του Τεκμηρίου 3
(22)που είναι τρεις ενυπόγραφες δηλώσεις για εγγραφή ακίνητης περιουσίας-3 Έντυπα Δ.Ε.100 με τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές των επίμαχων Τεκμηρίων 3
(3)και 3
(4). (δ) Υπάρχει ισχυρή πεποίθηση ότι τόσο η αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή του επίμαχου Τεκμηρίου 3
(2)όσο και οι γραφές και υπογραφές του Τεκμηρίου 3
(22)έγιναν από το ίδιο άτομο. Μετά από έρευνα που διεξήχθη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με τη βοήθεια της ΜΚ8 και της λειτουργού στον κλάδο δηλώσεων διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στους ιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 180, αρ. εγγραφής 75/77, Φύλλο/Σχέδιο 45/43, συνολικής έκτασης τεμαχίου 3.011 τ.μ., στην Έμπα της επαρχίας Πάφου ήταν οι Μαρούλλα Παναγιώτου, Θεόδωρος Παναγιώτου, Δημήτρης Παναγιώτου, Ρεβέκκα Παναγιώτου και Νίκος Παναγιώτου με μερίδιο 36/720 που αποκτήθηκε με κληρονομιά από τη μητέρα τους Ελένη Παναγιώτου. Με τη δήλωση στο κτηματολόγιο Δ.1128/08 ημερομηνίας 27.06.08 το μερίδιο του Νίκου Παναγιώτου Δημητρίου μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στον εξάδελφο του Κυριάκο Χαραλάμπους στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.04.
- Περαιτέρω με τη δήλωση στο κτηματολόγιο Δ.1130/08 ημερομηνίας 27.06.08 το μερίδιο του Θεόδωρου Δημήτρη Παναγιώτου μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στον Κυριάκο Χαραλάμπους στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17.06.
- Τα μεταβιβαστικά τέλη που αναλογούσαν στις πιο πάνω μεταβιβάσεις πληρώθηκαν από τον Κυριάκο Χαραλάμπους. Σημερινοί ιδιοκτήτες του εν λόγω τεμαχίου είναι ο Κυριάκος Χαραλάμπους με μερίδιο 15/16 και η Ελένη Σάββα Χριστοδούλου με μερίδιο 1/
- Σε σχέση με το τεμάχιο υπ' αριθμό 67, αρ. εγγραφής Β67, Φύλλο/Σχέδιο XLV/50 Ε1, τμήμα 2, συνολικής έκτασης τεμαχίου 493 τ.μ., στην Έμπα της επαρχίας Πάφου, με τις δηλώσεις στο κτηματολόγιο Δ.1128/08, Δ.1129/08 και Δ.1130/08 ημερομηνίας 27.06.08 τα μερίδια των Δημήτρη Παναγιώτου Δημητρίου, Νίκου Παναγιώτου Δημητρίου, Θεόδωρου Παναγιώτου Δημητρίου, Μαρούλλας Παναγιώτου Δημητρίου και Ρεβέκκας Παναγιώτου Δημητρίου μεταβιβάστηκαν στον Κυριάκο Χαραλάμπους δυνάμει δωρεάς στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου. Σημερινοί ιδιοκτήτες του εν λόγω τεμαχίου είναι ο Κυριάκος Χαραλάμπους με μερίδιο ¾ και ημερομηνία εγγραφής 22.07.08 και η Αλεξάνδρα Ευτυχίου με μερίδιο 6/24 και ημερομηνία εγγραφής 27.12.
- Επιπλέον μέσα από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου διαπιστώθηκε ότι στα πλαίσια εγγραφής της προαναφερόμενης περιουσίας με τη χρήση των επίμαχων πληρεξουσίων εγγράφων συμπληρώθηκαν και υπογράφτηκαν στις 27.06.08 από τον Κυριάκο Χαραλάμπους τρεις υπεύθυνες δηλώσεις εντύπου Δ.Ε.100 στην παρουσία της Κωνσταντίνας Ηλία, αρμοδίου λειτουργού στον κλάδο δηλώσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, οι οποίες βρίσκονταν εντός των φακέλων Δ.1128/08, Δ.1129/08 και Δ.1130/08, με τη γραφή και στα τρία έγγραφα δίπλα από τον αριθμό πληρεξουσίου εγγράφου, από την ημερομηνία και από την ώρα να ανήκει στο γραφικό χαρακτήρα της εν λόγω υπαλλήλου. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Θα ασχοληθώ πρώτα με τη θέση της υπεράσπισης ότι η πρώτη κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα επειδή ως επικαλείται αποδίδει στον κατηγορούμενο δύο διαφορετικά και ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προσδιορίζει ότι είναι ο καταρτισμός του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.04.06 και η πλαστογράφηση της ημερομηνίας του με την μετατροπή της σε 25.04.08. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Όταν ένα τέτοιο έγγραφο πάσχει από πολλαπλότητα (bad for dublicity) θεωρείται ελαττωματικό. Η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία δύο ή περισσότερα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε (βλέπε Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Όπως λέχθηκε στην σελίδα 148 της υπόθεσης Araouzos and Son v. Police
(1980)2 CLR 131 "A count is bad for duplicity if by means of it an accused person is being charged with having committed two or more separate offences (see Archbold)." Αποτελεί βασική δικονομική αρχή σε ποινική υπόθεση ότι κάθε κατηγορία πρέπει να περιέχει ένα μόνο αδίκημα και όχι συνδυασμό αδικημάτων. Η νομική επιταγή στο ζήτημα αυτό αντικρίζεται στο άρθρο 39 του Κεφ. 155 όπου περιγράφεται ο ορθός τρόπος σύνταξης των κατηγορητηρίων σε ποινικές υποθέσεις. Στο εδάφιο (α) αυτού του άρθρου προβλέπεται ότι: "εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος." Το δε εδάφιο (β) του ιδίου άρθρου προνοεί τα εξής: "όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει περισσότερες από μία κατηγορίες, οι κατηγορίες αριθμούνται κατά σειρά." Επίσης, στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2009, παράγραφος 1-135, σελίδα 95 σημειώνονται τα πιο κάτω τα οποία επιβεβαιώνουν την προαναφερόμενη δικονομική αρχή: "... no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more separate offences." Η πολλαπλότητα αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας. Στη σελίδα 52 του κυπριακού νομικού συγγράμματος "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοΐζου και Πική επισημαίνεται ότι: "The question of duplicity should be determined solely by reference to the contents of the charge." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2009, παράγραφος 1-136, σελίδα 95 αναφέρονται τα εξής που επίσης επαληθεύουν την πιο πάνω θέση: "The question of whether a count breaches the general rule against duplicity is a question relating to the form of the count, not to the underlying evidence - R. v. Greenfield 57 Cr. App. R. 849, R. v. West [1948] 32 Cr. App. R. 152." Ο κανόνας είναι αυστηρός επειδή πρέπει ο κατηγορούμενος να γνωρίζει επ' ακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει έτσι ώστε να μπορέσει να απαντήσει στο κατηγορητήριο και να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του στην περίπτωση που η υπόθεση οδηγηθεί σε ακρόαση. Για να έχει όμως οποιαδήποτε επίπτωση η πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου στην εγκυρότητα της εκδίκασης της υπόθεσης θα πρέπει ο κατηγορούμενος να παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του ή να του προκληθεί σύγχυση ώστε να καταστεί ανίκανος στο να υπερασπίσει τον εαυτό του ή να παγιδευτεί η υπερασπιστική γραμμή του εξαιτίας της εν λόγω πολλαπλότητας (βλέπε Ξυδιάς κ.α v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174 και Ανδρονίκου κ.α v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο των λεπτομερειών της πρώτης κατηγορίας παραπέμπει στο κατ' ισχυρισμό αδίκημα της πλαστογραφίας. Τόσο ο ισχυρισμός για καταρτισμό ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.04.06 όσο και η αλλοίωση της ημερομηνίας του σε 25.04.08 δεν δημιουργούν νέα ή ξεχωριστά ή διαφορετικά αδικήματα αλλά παραθέτουν τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και λεπτομέρειες που συνθέτουν το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της πλαστογραφίας στην ολοκληρωμένη του διάσταση. Τόσο η υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου με το όνομα κάποιου άλλου χωρίς εξουσιοδότηση όσο και η αλλοίωση της ημερομηνίας οδηγούν σε καταρτισμό πλαστού εγγράφου. Θεωρώ ότι απλά η μία πτυχή συμπληρώνει την άλλη. Αμφότερες οι πτυχές έχουν ως κύρια νομική βάση το άρθρο 333 του Κεφ.154 κάτω από το οποίο εντάσσονται και που παραπέμπει στον καταρτισμό πλαστού εγγράφου. Περαιτέρω δεν έχω διαπιστώσει ότι έχουν επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε δικαιώματα του κατηγορουμένου ή να έχει επηρεαστεί η υπεράσπιση του από αυτή τη διατύπωση. Ούτε και δημιουργήθηκε σύγχυση ή παραπλάνηση ως προς την προετοιμασία της υπεράσπισης του. Ούτε και διαπιστώνεται δυσκολία αντίληψης της κατηγορίας ή κίνδυνο παρερμηνείας της. Το παρόν κατηγορητήριο εκθέτει σε ξεχωριστές παραγράφους τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα παρέχοντας σχετικές λεπτομέρειες. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα πολλαπλότητας της πρώτης κατηγορίας του κατηγορητηρίου. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ευρύτερα της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η πρώτη ομάδα κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας (κατηγορίες 1, 5 και 9). Στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι πλαστογράφησε τις υπογραφές του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου όπως και των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(2), 3
(3)και 3
(4)καθώς επίσης αλλοίωσε την ημερομηνία 25.04.06 στο Τεκμήριο 3
(2)μετατρέποντας την σε 25.04.
- Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
- Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο εντοπίζεται στις διατάξεις του άρθρου 333 του Κεφ.
- Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Επίσης στη σελίδα 133 της πιο πάνω αγγλική απόφασης σημειώνονται τα εξής: "The important thing about [the definition of defraud] is that it is not limited to the idea of economic loss, nor to the idea of depriving someone of something of value. It extends generally to the purpose of the fraud and deceit. Put shortly, 'with intent to defraud' means 'with intent to practise a fraud' on someone or other... If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η νομολογία ακόμη υποδεικνύει ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα-γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική στα πλαίσια απόδειξης κατηγορίας πλαστογραφίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.1). Η μαρτυρία όμως ενός εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υποβάθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευρυπίδου κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 176/2013, ημερομηνίας 06.04.15). Επίσης διευκρινίζεται ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 A.A.D. 1682). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι οι παραπονούμενοι ΜΚ4 και ΜΚ5 ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους στα επίμαχα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)και ότι ουδεμία σχέση είχαν με την ετοιμασία και συμπλήρωση τους καλύπτοντας με τις αναφορές τους και τον αποβιώσαντα αδελφό τους Νίκο Παναγιώτου για την αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(2). Επίσης υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι ο Νίκος Παναγιώτου απεβίωσε στις 09.03.07 καθιστώντας έτσι αδύνατο το γεγονός αυτός να βρισκόταν ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου στις 25.04.08 όταν καταρτιζόταν το επίμαχο Τεκμήριο 3
(2). Αυτές είναι μαρτυρίες που παραπέμπουν στον καταρτισμό πλαστών εγγράφων και ειδικότερα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4). Το ερώτημα είναι αν ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4). Άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο δεν υπάρχει. Περαιτέρω δεν υπάρχει ούτε επιστημονική μαρτυρία η οποία να συνδέει τον κατηγορούμενο με τις υπό αμφισβήτηση υπογραφές στα πιο πάνω επίμαχα έγγραφα. Το πρώτο δεδομένο που συνηγορεί στο συμπέρασμα αυτό είναι η μη χρησιμοποίηση των δειγμάτων γραφής και υπογραφής του κατηγορουμένου από τον εμπειρογνώμονα-γραφολόγο για το λόγο που σημειώνει στο πόρισμα του κατά τη συγκριτική γραφολογική εξέταση των αμφισβητουμένων γραφών και υπογραφών στα προαναφερόμενα τεκμήρια με δειγματικό υλικό. Έτσι, όπως ο εμπειρογνώμονας-γραφολόγος αποκάλυψε ότι η γραφολογική εξέταση των εν λόγω επίμαχων εγγράφων κατέστη εφικτή κατόπιν σύγκρισης των γραφών και υπογραφών σ' αυτά με τα δείγματα γραφής και υπογραφής των παραπονούμενων καθώς και με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που εμφανίζονται στις τρεις υπεύθυνες δηλώσεις έντυπο Δ.Ε.100 [Τεκμήριο 3
(22)]. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 3
(3)και 3
(4)μπορεί ο εμπειρογνώμονας-γραφολόγος να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ουδείς από τους ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 συνδέεται με τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές ωστόσο την ίδια στιγμή δεν υπάρχει μαρτυρία επιστημονική και μη που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτές. Ακόμη όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή που εμφανίζονται στο Τεκμήριο 3
(22)είναι του κατηγορουμένου εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλο κενό καθότι ο δικαστικός γραφολόγος κατέληξε στο επιστημονικό συμπέρασμα ότι η γραφή και υπογραφή στα έντυπα του Τεκμηρίου 3
(22)δεν συνδέεται ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συσχετίζεται με αυτές των Τεκμηρίων 3
(3)και 3
(4)με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επιστημονική μαρτυρία αλλά και μη που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τα επίμαχα έγγραφα. Αναφορικά με την αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(2), για το οποίο ας σημειωθεί δεν ήταν δυνατό να ληφθούν δείγματα γραφής και υπογραφής από τον αποβιώσαντα Νίκο Παναγιώτου, η ποιότητα του αποτελέσματος της γραφολογικής εξέτασης στη βάση σύγκρισης με το Τεκμήριο 3
(22)παραπέμπει σε 'ισχυρή πεποίθηση' από μέρους του δικαστικού γραφολόγου ότι η γραφή και υπογραφή και στα δύο έγγραφα έγινε από το ίδιο άτομο. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άτομο που προέβηκε στη γραφή και υπογραφή στο Τεκμήριο 3
(22)είναι ο κατηγορούμενος. Ακόμη όμως και να υπήρχε τέτοια μαρτυρία από τις εξηγήσεις του εμπειρογνώμονα-γραφολόγου ο όρος 'ισχυρή πεποίθηση' που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση είναι υποβάθμιση της πλήρους βεβαιότητας και του απόλυτου θετικού. Η κατάληξη αυτή του δικαστικού γραφολόγου σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που αυτός έδωσε ανοίγουν παράθυρο αμφιβολίας ως προς το αν το πρόσωπο που υπέγραψε τα έντυπα που αποτελούν το Τεκμήριο 3
(22)είναι αυτό που υπέγραψε το Τεκμήριο 3
(2). Ωστόσο το βάρος παροχής συγκριτικής μαρτυρίας περί της υπογραφής προσώπου είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής (Ewing
(1983)Q.B. 1039), πράγμα που στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί αφού αναδύεται το στοιχείο της εύλογης αμφιβολίας. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει πως δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που πλαστογράφησε τις υπογραφές των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ7 και αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου πάνω στα Τεκμήρια 3
(2), 3
(3)και 3
(4), καταρτίζοντας έτσι πλαστά έγγραφα. Επίσης δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που αλλοίωσε την ημερομηνία στο Τεκμήριο 3
(2)από 25.04.06 σε 25.04.08. Κατά συνέπεια με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4). Αυτό αυτόματα συμπαρασύρει σε αποτυχία και το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης σκοπού για καταδολίευση. Η δεύτερη ομάδα κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 2, 6 και 10). Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 27.06.08 κυκλοφόρησε τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)παρουσιάζοντας τα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Το άρθρο 339 του Κεφ.154 που πραγματεύεται το εν λόγω αδίκημα προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Τα Τεκμήρια 11Α και 11Β που είναι έγγραφα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου σημειώνουν ότι τα μερίδια των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 καθώς και του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου μεταβιβάστηκαν στον Κυριάκο Χαραλάμπους στις 27.06.08 δυνάμει δωρεάς και στη βάση ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων, δύο από τα οποία φέρουν ημερομηνία 25.04.08 και 17.06.08 αντίστοιχα. Παράλληλα οι τρεις υπεύθυνες δηλώσεις που είναι τα έντυπα Δ.Ε.100 και αποτελούν το Τεκμήριο 3
(22), που επίσης είναι έγγραφα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και φέρουν ημερομηνία 27.06.08, παραπέμπουν σε χρήση ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 25.04.08, 17.06.08 και 18.06.08 που είναι τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4). Συνακόλουθα προκύπτει το συμπέρασμα ότι για να γίνεται αναφορά των πλαστών εγγράφων των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)σε έγγραφα του κτηματολογίου σημαίνει ότι αυτά παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 27.06.08. Το ερώτημα πάλι που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που τα παρουσίασε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 27.06.08 ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και παρουσίασε τα Τεκμήρια 3
(2), 3
(3)και 3
(4)σε αρμόδια λειτουργό. Είναι γεγονός ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις του Τεκμηρίου 3
(22)σημειώνουν ως δηλωμένο όνομα αυτό του Κυριάκου Χαραλάμπους. Είναι ακόμη γεγονός ότι το ίδιο όνομα αναγράφεται ως δικαιοδόχος στα Έντυπα Ν.313 μεταβίβασης των μεριδίων ακίνητης περιουσίας που είναι τα Τεκμήρια 8, 9 και 10, η οποία δηλώνεται να έγινε δυνάμει δωρεάς με τον Κυριάκο Χαραλάμπους να είναι εξάδελφος με τους δικαιοπαρόχους στα έγγραφα αυτά. Ακόμη μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης γίνεται αναφορά ότι ο Κυριάκος Χαραλάμπους, το όνομα του οποίου σημειώνεται στο Τεκμήριο 3
(22), είναι εξάδελφος των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 και ότι είναι αυτός που στις 27.06.08 στην παρουσία αρμοδίου λειτουργού του κλάδου δηλώσεων, Κωνσταντίνας Ηλία, προέβηκε στις υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες συνδέονται με τα Τεκμήρια 3
(2), 3
(3)και 3
(4)και συνάμα στηρίζονται σ' αυτά. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ονομάζεται Κυριάκος Χαραλάμπους και είναι εξάδελφος των παραπονούμενων. Την ίδια στιγμή όμως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το πρόσωπο Κυριάκος Χαραλάμπους που αναγράφεται στα προαναφερόμενα έγγραφα και προφανώς παρουσίασε τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)στις 27.06.08 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου είναι ο κατηγορούμενος. Καμία τέτοια μαρτυρία προήλθε από λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που να αναγνωρίζει την παρουσία του στο χώρο εκεί κατά τη μεταβίβαση και εγγραφή των μεριδίων καθώς επίσης καμία αποδεκτή μαρτυρία υπήρξε από μέρους οποιουδήποτε από τους παραπονούμενους ότι ο μοναδικός εξάδελφος τους με το όνομα Κυριάκος Χαραλάμπους στον ευρύτερο οικογενειακό κύκλο τους είναι ο κατηγορούμενος. Η πανομοιοτυπία του ονόματος στα έγγραφα του κτηματολογίου, που δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο, με το όνομα του κατηγορουμένου δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της συνωνυμίας, η οποία από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή έγκυρου και ασφαλούς συμπεράσματος για το ποιος Κυριάκος Χαραλάμπους ήταν αυτός που παρουσίασε τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4), δημιουργώντας έτσι εύλογη αμφιβολία ως προς το θέμα αυτό (Sea Island & Tours Ltd και άλλος v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196). Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν έχει αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό το συστατικό στοιχείο της κυκλοφορίας των πλαστών εγγράφων των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)από τον κατηγορούμενο. Αυτό αυτόματα συμπαρασύρει σε αποτυχία και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία της γνώσης και της δόλιας συμπεριφοράς. Η τρίτη ομάδα κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αφορά το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 3, 7, 11, 12 και 13). Στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι χρησιμοποιώντας τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)απέσπασε τα προαναφερόμενα μερίδια επί των επιδίκων τεμαχίων, περιουσία των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ7 καθώς και του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου. Το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, για παράδειγμα κάποιο περιουσιακό στοιχείο όπως τα μερίδιο συνιδιοκτησίας επί κάποιου τεμαχίου γης. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ο όρος "περιουσία" περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας όπως μερίδιο συνιδιοκτησίας σε κάποιο ακίνητο σαφώς αυτό δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση της προσαχθείσας αποδεκτής μαρτυρίας περιλαμβανομένου της συνδυασμένης μελέτης των Τεκμηρίων 8, 9, 10, 11Α και 11Β ότι οι ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ7 και ο αποβιώσαντας Νίκος Παναγιώτου ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες, μαζί με άλλα άτομα, με μερίδια επί των δύο επιδίκων τεμαχίων, όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω. Ωστόσο από τη στιγμή που δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με την παρουσίαση των πλαστών εγγράφων των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που σκοπό είχε την απόσπαση περιουσίας από τους παραπονούμενους δεν υφίσταται θέμα ψευδών παραστάσεων. Η αποτυχία απόδειξης του συστατικού στοιχείου της ψευδούς παράστασης οδηγεί σε αποτυχία και όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού. Η τελευταία ομάδα κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων (κατηγορίες 4, 8, 14, 15 και 16). Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι εξασφάλισε την μεταβίβαση και εγγραφή εις το όνομα του τα προαναφερόμενα μερίδια τεμαχίων γης των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ7 και του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου χρησιμοποιώντας τα πλαστά έγγραφα των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4). Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 305 του Κεφ.154 το οποίο ρητά προνοεί τα εξής: "305. Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος ." Μελέτη των διατάξεων του εν λόγω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα (β) εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει (γ) εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού (δ) με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Εδώ ισχύουν τα όσα ανάφερα προηγουμένως ότι εφόσον δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με την παρουσίαση των πλαστών εγγράφων των Τεκμηρίων 3
(2), 3
(3)και 3
(4)στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που σκοπό είχε την απόσπαση περιουσίας από τους παραπονούμενους δεν υφίσταται θέμα συστατικού στοιχείου ψευδών παραστάσεων. Επιπλέον επαναλαμβάνεται η ανυπαρξία μαρτυρίας που θα σύνδεε την παρουσία του κατηγορουμένου στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 27.06.08 που είναι η δεδομένη χρονική στιγμή της μεταβίβασης των επιδίκων μεριδίων. Παράλληλα είναι εις γνώση του Δικαστηρίου ότι με βάση τα Τεκμήρια 8, 9, 10, 11Α, 11Β και 3
(22)τα προαναφερόμενα μερίδια των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ7 και του αποβιώσαντα Νίκου Παναγιώτου μεταβιβάστηκαν και εγγράφηκαν εις το όνομα του Κυριάκου Φιλίππου Χαραλάμπους. Ωστόσο ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει ότι το άτομο αυτό είναι ο κατηγορούμενος. Ενόψει των προαναφερομένων η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες σε βαθμό που να την καθιστά ανεπαρκής και ελλιπής για την απόδειξη των κατηγοριών του κατηγορητηρίου. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €430,00 που δημιουργήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ποινικό/ Πλαστογραφία εγγράφου-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου-Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις-Εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο