← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Salem Alosman κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5784/12, 18/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Salem Alosman κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5784/12, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5784/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. Salem Alosman
  2. Corina Maria Baba Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 18/06/
  3. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Mανώλη. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Αλ. Αλεξάνδρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΔΟΘΗΚΕ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 1), το αδίκημα της Εμπορίας ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και το αδίκημα της Σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/07 και άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες και συγκεκριμένα την Valentina Florentina Ponci (Μ.Κ.1), τον Α/Αστ. 2639 Ζ. Ζήνωνος (Μ.Κ.2), τον Αστ. 3892 Α. Νικολάου (Μ.Κ.3) και την Γ/Αστ. 3025 Ε. Παρπέρη (Μ.Κ.4). Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης τη γραπτή της κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 06/03/2012. Σε αυτή συνοπτικά, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 24 ετών, κατάγεται από την πόλη Brasov της Ρουμανίας και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο. Η οικονομικής της κατάσταση ήταν άθλια και εργαζόταν όπου έβρισκε δουλειά με πολύ χαμηλές απολαβές και έτσι έψαχνε δουλειά στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον. Το Ιούνιο ή Ιούλιο του 2011 η φίλη της Daniela PUIU, της τηλεφώνησε και την ρώτησε αν ενδιαφερόταν να εργαστεί στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Κύπρο. Με τη συγκεκριμένη κοπέλα μεγάλωσαν μαζί στο ορφανοτροφείο. Αυτή μένει με το φίλο της Gabi. Όταν της έκανε αυτή τη πρόταση ενθουσιάστηκε και δέχθηκε αμέσως. Όταν την ρώτησε γιατί δεν πάει αυτή, της είπε δεν μπορεί διότι έχει φίλο και ότι για τη δουλειά αυτή έμαθε από μια φίλη της που μένει στην Κύπρο εδώ και 4 χρόνια, την Corina και ότι αυτή θα της πει όλες τις λεπτομέρειες. Το βράδυ της ίδιας μέρας την πήρε τηλέφωνο η Corina και της είπε ότι είναι αυτή που θα την πάρει στην Κύπρο και ότι θα τη φροντίζει, θα τη φιλοξενεί και θα είναι σαν αδελφές. Την ρώτησε τι δουλειά θα κάνει και της είπε ότι θα δει όταν θα έρθει στη Κύπρο και τη διαβεβαίωση ότι δεν θα κάνει πορνεία, κάτι το οποίο δεν ήθελε. Την προηγούμενη μέρα πριν έρθει στην Κύπρο, της τηλεφώνησε η Corina και της είπε να πάρει μαζί της και πιστοποιητικό ελευθερίας καθότι όπως της είπε το χρειάζεται για να μπορεί να μένει στην Κύπρο. Δεν κατάφερε όμως να το εξασφαλίσει γι αυτό δεν έφερε μαζί της ένα τέτοιο χαρτί. Επίσης, της είπε ότι της έκλεισε εισιτήριο το οποίο κόστισε 300 ευρώ και ότι το πλήρωσε ο αδελφός του άντρα της. Η ίδια νόμιζε ότι ο άνδρας της Corina ήταν Κύπριος και ότι μόλις άρχιζε δουλειά θα το εξοφλούσε. Μίλησε αρκετές φορές με το πιο πάνω πρόσωπο πριν έρθει στην Κύπρο και μια φορά μέσω MSN και έτσι γνώριζε το πρόσωπο της. Ουδέποτε και κανένας πριν έρθει στην Κύπρο της ανέφεραν οτιδήποτε για γάμο ούτε πέρασε από το μυαλό της ότι ήθελαν να την παντρέψουν. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην την εξωθούν στην πορνεία. Στις 12/09/2011 αναχώρησε και έφτασε στην Κύπρο όπου στο αεροδρόμιο την παρέλαβαν η Corina και ο σύζυγος της Salem. Στο αεροδρόμιο επίσης, πήγε και ο αδελφός του Salem, ο Αiman ο οποίος περίμενε στο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε αυτός. Μόλις πήγαν στο αυτοκίνητο η Corina της σύστησε τον Aiman λέγοντας της ότι αυτός είναι ο επόμενος σύζυγος της. Αυτή τότε ξαφνιάστηκε και θύμωσε, αναστατώθηκε και άρχισε να κλαίει. Δεν πίστευε τι άκουγε και ρώτησε τη Corina πως είναι δυνατό. Τότε εκείνη την αγκάλιασε και της είπε να μην ανησυχεί και όλα θα πάνε καλά. Ήταν πολύ ταραγμένη και δεν αντιλήφθηκε πολύ καλέ τι συνέβαινε. Έφτασαν στην Πάφο και πήγαν στο σπίτι της Corina η οποία της έδειξε το υπνοδωμάτιο που θα έμενε στο οποίο υπήρχε ένα διπλό κρεβάτι και ότι θα έμενε εκεί μαζί με τον Aiman. Αυτή της είπε ότι δεν μπορεί να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με τον Αiman, δεν τον ξέρει και φοβάται. Η Cοrina προσπαθούσε να την καθησυχάσει λέγοντας της ότι θα τον συνηθίσει με τον καιρό. Εξάλλου της είπε ότι δεν έχει άλλη επιλογή εκτός αν θέλει να κοιμηθεί στο δρόμο. Έτσι από την πρώτη μέρα που ήρθε στην Κύπρο κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι μαζί του. Μετά από αυτό αντιλήφθηκε ότι την ξεγέλασαν και ότι την έφεραν στην Κύπρο για να την παντρέψουν με τον Aiman και όχι για δουλειά. Ήθελε από τη πρώτη στιγμή να επιστρέψει στη Ρουμανία αλλά δεν είχε επιλογή. Δεν είχε λεφτά, δεν μιλούσε τη γλώσσα και δεν ήξερε από ποιόν να ζητήσει βοήθεια. Είπε της Corina να την στείλει πίσω στη Ρουμανία αλλά αυτή αρνήθηκε λέγοντας της ότι με τον καιρό θα συνηθίσει. Στο σπίτι έμεναν αυτή, η Corina, ο σύζυγος της Salem και ο γιος τους Osman ηλικίας 1 ½ χρονών και ο Αiman. Τις πρώτες μέρες της συμπεριφέρονταν όλοι καλά και η Corina της έλεγε ότι σιγά σιγά θα συνηθίσει τον Aiman, θα τον αγαπήσει και μετά όταν γνωριστούν καλύτερα θα μετακομίσουν και θα μένουν μόνοι τους. Τις πρώτες μέρες λέει, δεν έκαναν σεξ με τον Aiman, αλλά μετά από μια εβδομάδα περίπου τα πράγματα άλλαξαν. Ο Aiman της είπε ότι δεν γίνεται ένας άντρας να κοιμάται με μια γυναίκα στο ίδιο κρεβάτι και να μην κάνουν σεξ. Της έλεγε ότι με τον καιρό θα τον συνηθίσει και όταν παντρευτούν θα της αγοράσει ρούχα, θα της βρει δουλειά και δεν θα της λείπει τίποτε. Αυτή δεν ήθελε να κάνει σεξ με τον Aiman, φοβόταν, δεν τον ήξερε, δεν ήξερε πως σκεφτόταν και φοβόταν ότι θα την κτυπούσε ή θα την άφηνε μόνη στο δρόμο ή θα της έκανε κακό. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Aiman της είπε ότι αν δεν κάνει σεξ μαζί του θα την πετάξει στο δρόμο. Αυτή ήταν σε μια ξένη χώρα, δεν ήξερε κανένα, δεν ήξερε από ποιόν να ζητήσει βοήθεια. Φοβόταν πολύ να μείνει μόνη και απένταρη στους δρόμους. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάνει σεξ με τον Aiman. Kάθε που έκαναν σεξ αηδίαζε και θυμάται ότι την πρώτη φορά που έκαναν έκλαιγε πολύ. Σε καμία περίπτωση ήθελε να κάνει σεξ με τον Aiman και ουδέποτε στη ζωή της έκανε σεξ με άγνωστους άνδρες. Περαιτέρω, αναφέρει ότι θυμάται μετά τη δεύτερη φορά που έκανε σεξ με τον Aiman διαμαρτυρήθηκε στην Corina, έκλαιγε και την είπε ότι το κάνει παρά τη θέληση της και αυτή προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Της είπε να χαλαρώσει και ότι με τον καιρό θα συνηθίσει τον Aiman. Εν τω μεταξύ η Corina, ο Salem και ο Aiman της έλεγαν συνέχεια να βρει τρόπο μέσω φιλικών της προσώπων στη Ρουμανία να εξασφαλίσει πιστοποιητικό ελευθερίας από τη Ρουμανία. Έτσι μιλούσε με τον πρώην φίλο της, τον Andrei FEJER και του είπε να της στείλει το πιστοποιητικό ελευθερίας αλλά δεν του είπε για ποιο λόγο το θέλει διότι θα θύμωνε και δεν θα της το έστελλε. Απ' ότι της είπε το εξασφάλισε αλλά δεν το έστειλε καθότι υποψιάστηκε ότι το ήθελε για να παντρευτεί στην Κύπρο γι αυτό το έσκισε. Επίσης, αναφέρει ότι δεν του είπε για τα προβλήματα που είχε στην Κύπρο καθότι φοβόταν ότι θα της θύμωνε πολύ και εξάλλου κάθε φορά που μιλούσε στο τηλέφωνο μαζί του παρούσα ήταν και η Corina και άκουγε. Πάντα τηλεφωνούσε στη παρουσία της Corina και δεν την άφηνε να του μιλά πολύ. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι η Corina δεν εργαζόταν και έμενε στο σπίτι μαζί της. Η ίδια ουδέποτε εργάστηκε στην Κύπρο. Δεν την άφηνε να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο της χωρίς να είναι αυτή παρούσα και για να μπορεί να φύγει από το σπίτι έπρεπε να ζητήσει άδεια από αυτή ή από το Salem και τον Αιmar, αν ήταν αυτοί σπίτι. Αν δεν της έδιναν άδεια δεν έφευγε από το σπίτι. Όταν ξεκίνησε να κάνει σεξ με τον Aimar, αυτός ήθελε να κάνουν κάθε μέρα και αυτή δεν ήθελε. Θυμάται ότι μια φορά αρνήθηκε να κάνει σεξ μαζί του και τότε αυτός έγινε επιθετικός, βίαιος και της είπε να φύγει από το σπίτι. Αυτή δεν είχε πουθενά να πάει και έτσι συνέχιζε να κάνει σεξ μαζί του. Πιο κάτω αναφέρει ότι πριν δύο εβδομάδες περίπου άκουγε τον Salem και την Cοrina να τσακώνονται, φώναζαν πολύ δυνατά. Όταν τέλειωσαν η Corina της είπε ότι ο Salem είναι πολύ θυμωμένος μαζί της και ότι θέλει να την πετάξει έξω στο δρόμο. Επίσης, πριν μια εβοδμάδα περίπου η Corina τσακώθηκε με τον άνδρα της, συζήτησαν πολύ έντονα, δεν της είπε το λόγο αλλά δεν γνωρίζει αν ήταν αυτή η αιτία. Εκείνη την ημέρα η Corina ετοίμασε μια βαλίτσα ρούχα, πήρε το μωρό και της είπε να ετοιμάσει και αυτή τα πράγματα της καθότι θα έφευγαν από το σπίτι. Ετοίμασε τα πράγματα της, πήραν το λεωφορείο και πήγαν στη Λάρνακα σε μια φίλη της Corina, την Dorina η οποία μένει στα Λειβάδια. Όταν την είδε η Dorina ξαφνιάστηκε και θύμωσε καθότι δεν ήξερε ότι ήταν μαζί της. Έμεινε στο σπίτι της εν λόγω Dorina για μια εβδομάδα περίπου μέχρι που η Corina της είπε να πάει στη Πρεσβεία της Ρουμανίας και να τους πει ότι είναι απένταρη και ότι θέλει να επιστρέψει στη Ρουμανία. Επίσης, της είπε να μην τους πει οτιδήποτε γι αυτή και τον Gabi για να μην τους δημιουργήσει οποιαδήποτε προβλήματα και αν τη ρωτήσουν να πει την ιστορία της αλλά να χρησιμοποιήσει άλλα ονόματα. Της πλήρωσε το ταξί και πήγε στη Πρεσβεία όπου είπε όλη την αλήθεια και ακολούθως την πήραν στην Αστυνομία. Τέλος, αναφέρει ότι ο γάμος με τον Aiman δεν έγινε ποτέ και έχει παράπονο εναντίον των προσώπων που την εκμεταλλεύτηκαν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ζήτησε άδεια και έφυγε από το σπίτι 3 φορές και πήγε στο μαγαζί δίπλα από το σπίτι που έμενε και παραδέχτηκε ότι είχε την ευκαιρία να πει το παράπονο της στα πρόσωπα εκεί στο μαγαζί αλλά δεν το έκανε διότι δεν ήξερε τη γλώσσα και δεν τους γνώριζε. Αναφορικά με τον 1ος κατηγορούμενο και ερωτούμενη να πει κατά πόσο έχει οποιοδήποτε παράπονο από αυτό διότι δεν αναφέρει κάτι στην κατάθεση της είπε ότι δεν έχει κάτι να πει ενώ στη συνέχεια είπε ότι όταν τσακωνόταν με την Corina τους έβγαλε έξω στη βροχή και την ρωτούσε η Corina πότε θα έρθει το πιστοποιητικό. Είπε επίσης, ότι δεν το ανέφερε στην κατάθεση της αυτό διότι ήταν στρεσαρισμένη και δεν της ήρθαν όλα στο μυαλό εκείνη την ώρα. Πιο κάτω όταν της υποβλήθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, εκτός από το περιστατικό με τη βροχή, δεν την έκανε οτιδήποτε άλλο ούτε την πίεσε να κάνει κάτι, συμφώνησε. Στη συνέχεια ενώ είπε ότι η Corina την πίεσε να κάνει σεξ με τον Aiman, δεν μπορούσε να καθορίσει πότε έγινε αυτό και τι ακριβώς της είπε και πιο κάτω είπε ότι δεν της έλεγε πάντα αλλά έπρεπε να το κάνει διότι δεν είχε επιλογή. Όταν της υποβάλλεται ότι οι κατηγορούμενοι δεν την κακομεταχειρίστηκαν απάντησε «δεν ξέρω» και ότι δεν έχει τίποτε να πει. Πιο κάτω είπε ότι τις πρώτες τρεις μέρες που ήρθε περνούσε καλά. Όταν ερωτάται να πει αν εννοεί ότι περνούσε καλά το ότι κοιμόταν με τον Aiman το αρνείται και πιο κάτω αναφέρει ότι δεν θυμάται αν κοιμήθηκε από την πρώτη νύκτα μαζί του. Στη συνέχεια λέει ότι τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο μετά την πρώτη εβδομάδα και όταν ερωτάται να εξηγήσει τι εννοεί, αναφέρει ότι άρχισαν να της συμπεριφέρονται διαφορετικά, να την ρωτούν για το πιστοποιητικό, έβλεπε ότι τσακώνονταν και άρχισαν να της μιλούν άσχημα. Μετά λέει ότι δεν ήταν ευτυχισμένη και δεν περνούσε καλά. Τέλος, όταν της υποβλήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν την είχαν κάνει κάτι το επιλήψιμο είπε ότι μόνο η Corina την ρωτούσε για το πιστοποιητικό, τσακώνονταν και έβγαιναν με τη Corina έξω, Μόνο αυτό είπε και δεν ήταν ευτυχισμένη. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε πρόσωπο με το όνομα Aiman καθότι ήταν δύσκολο να εξακριβωθεί αυτό με μόνο το μικρό όνομα που ανέφερε η παραπονούμενη. Ούτε εντόπισε τα πρόσωπα στα οποία ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι μετέβηκε στην Λάρνακα καθότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Βλ. τεκμήρια 4 Α και 4Β). ΗΜ.Κ.4 ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την δεύτερη κατηγορούμενη την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 6 Α και 6Β). Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους έχοντας υπόψη μου τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Η Μ.Κ.1 που ήταν η παραπονούμενη και η βασική μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής για τη υπόθεση αυτή, τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και σε περαιτέρω μαρτυρία της στο Δικαστήριο, περιέγραψε τα γεγονότα που κατ' αυτήν έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης και έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που αυτή απαντούσε τις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η μαρτυρία της διέπεται από μια γενικότητα όσων αφορά τα άτομα τα οποία ενέπλεξε τόσο στην Βουλγαρία που μεσολάβησαν για να την αποστείλουν στην Κύπρο, όσο και τα υπόλοιπα άτομα στην Κύπρο. Επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της αυτή δεν απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με αμεσότητα, πολλές φορές ισχυριζόταν ότι δεν αντιλαμβανόταν το τι ερωτάτο και σε άλλες περιπτώσεις αργούσε και απέφευγε να απαντά. Πέραν των πιο πάνω η όλη εκδοχή της δεν πείθει και μπορώ να πω δεν συνάδει και με την λογική λαμβάνοντας υπόψη και του περιεχομένου της μαρτυρίας της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αυτή έψαχνε δουλειά στο εξωτερικό και τελικά μέσω κάποιας Daniellas και κάποιου Gabi βρήκε δουλειά στην Κύπρο, αυτή αποδέχθηκε να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί. Ισχυρίζεται ότι δεν της έλεγαν λεπτομέρειες για αυτήν την δουλειά και ότι θα της έλεγε η δεύτερη κατηγορούμενη όταν θα έφθανε στην Κύπρο. Επέμενε λέει αλλά αυτοί δεν της έλεγαν και το μόνο που ήθελε ήταν να μην κάνει πορνεία. Είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη θέση της ότι ξεκίνησε να έρθει στην Κύπρο χωρίς καν να είχε έστω υπόψη της την δουλειά που τα πρόσωπα αυτά της βρήκαν και με τι ακριβώς η δεύτερη κατηγορούμενη με την οποία είχε επικοινωνία προτού έρθει στην Κύπρο ασχολείτο. Της είπε μόνο λέει, ότι θα την φιλοξενεί και θα είναι σαν αδελφές και όταν θα έρθει στην Κύπρο θα της πει τι δουλειά θα κάνει. Κατ' αρχήν γιατί η παραπονούμενη αναφέρει ότι δεν ήθελε να κάνει πορνεία και τι υποψίες είχε ότι ενδεχόμενα να έκανε τέτοιες πράξεις; Και αν είχε τέτοιες υποψίες τότε γιατί δεν επέμενε να μάθει τι δουλειά θα έκανε στην Κύπρο προτού έρθει και βασίστηκε στο γεγονός και μόνο ότι της είπαν ότι δεν θα κάνει πορνεία. Περαιτέρω, γιατί δεν ρώτησε την δεύτερη κατηγορούμενη τι δουλειά κάνει η ίδια και με ποιο τρόπο θα την εργοδοτήσει αν έτσι ήταν τα πράγματα. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή της ότι για 6 περίπου μήνες έμενε στο σπίτι των κατηγορουμένων και αναγκαζόταν να κοιμάται με τον εν λόγω Aiman στο ίδιο δωμάτιο και κρεβάτι και να κάνει σεξ, παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες. Ερωτούμενη να πει γιατί τότε η ίδια δεν έφευγε από το σπίτι ή δεν ανέφερε οτιδήποτε σε κάποιο, είπε ότι δεν την άφηναν να βγει έξω από το σπίτι. Στην κατάθεση της όμως λέει ότι όταν ήθελε να βγει από το σπίτι έπρεπε να πάρει άδεια, άρα αυτή έβγαινε από το σπίτι. Πιο κάτω, είπε ότι αυτό έγινε τρεις φορές. Ερωτούμενη να πει γιατί όταν βγήκε από το σπίτι δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε παράπονο σε οποιονδήποτε ή να φύγει από το σπίτι, αποδίδει την ενέργεια της αυτή στην μη γνώση της γλώσσας και στο ότι ήταν ξένη σε μια χώρα και ούτε είχε που να πάει αλλά ούτε είχε χρήματα. Ακόμη και να δεχόμουν την θέση αυτή κατά τα αρχικά στάδια της παραμονής της στην Κύπρο, αυτό συνεχίζεται όμως για μια περίοδο 6 μηνών. Πουθενά στην μαρτυρία της αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι της κατακρατούσαν τα ταξιδιωτικά της έγγραφα ή οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα, έτσι ώστε να εμποδίζετο από το να βρει ευκαιρία και να διαφύγει. Δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να μπορεί να αποδεχθεί ότι η παραπονούμενη για μια περίοδο 6 μηνών αναγκαζόταν να κοιμάται με ένα άγνωστο της άντρα και να κάνει σεξ παρά τη θέληση της και μάλιστα να τον σιχαίνεται και ενώ θα μπορούσε να διαφύγει αυτή δεν το πράττει. Οι δικαιολογίες τις οποίες δίνει γι' αυτό δεν είναι επαρκής και ούτε πείθουν. Όσον αφορά την συμπεριφορά των κατηγορουμένων έναντι της, η ίδια είπε ότι σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο δεν έχει να πει κάτι και το παράπονο της είναι ότι κάποτε την έβγαζε έξω από το σπίτι και έμεναν στην βροχή κάτω από το δέντρο μαζί με την δεύτερη κατηγορούμενη. Η ενέργεια και συμπεριφορά του αυτή όμως δεν παραπέμπει και ούτε η ίδια γνώριζε αν σχετιζόταν με το γεγονός ότι η ίδια ακόμη δεν είχε εξασφαλίσει πιστοποιητικό ελευθερίας για να παντρευτεί με τον εν λόγω Aiman. Επίσης, είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 την έβρισε και την κοιτούσε άσχημα. Ερωτούμενη να πει γιατί δεν αναφέρει αυτή την συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην κατάθεση της, είπε ότι το σκέφτηκε πολύ αργά αυτά και ότι προσπαθεί να πει αυτά που έγραψε μέσα στην κατάθεση της. Περαιτέρω, όταν της υποβάλλεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν την πίεσε ή την εξανάγκασε να κάνει κάτι χωρίς την θέληση της, η απάντηση της αρχικά ήταν ότι δεν ξέρει τι να απαντήσει και πιο κάτω συμφώνησε με αυτό. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορούμενη, όταν ερωτάτε να πεί κατά πόσο της είπε ποτέ ή αν την εξανάγκασε να κάνει σεξ με τον Aiman, πάλι λέει ότι δεν καταλαβαίνει την ερώτηση και ακολούθως απαντά καταφατικά. Δεν θυμάται όμως και δεν μπορεί να πει πότε αυτό έγινε και απαντά ότι έλαβε χώρα όταν ήρθαν στο διαμέρισμα. Δεν το λέει αυτό στην κατάθεση της και όταν ερωτάτε δεν ξέρει για ποιο λόγο δεν το είπε και ότι ήταν λάθος της που δεν το ανάφερε. Πιο κάτω προσπαθεί να καθορίσει πότε η δεύτερη κατηγορούμενη την πίεσε να κάνει σεξ με τον εν λόγω Aiman χωρίς να μπορεί να το πράξει και παραπέφτοντας σε περαιτέρω αντιφάσεις. Ακολούθως, όταν ερωτάτε κατά πόσο η δεύτερη κατηγορούμενη γνώριζε ότι έκανε σεξ με τον Aiman αυτή είπε ότι είχε την εντύπωση ότι γνώριζε αλλά δεν ήξερε παραπάνω. Στην κατάθεση της όμως, αναφέρει ότι η ίδια ανέφερε σε μια περίπτωση της δεύτερης κατηγορούμενης και μάλιστα κλαίγοντας ότι έκανε σεξ με τον Aiman. Πιο κάτω όταν της υποβλήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι της συμπαραστάθηκαν και της πρόσφεραν στέγη, η απάντηση της ήταν ότι δεν έχω τίποτα να πω, δεν ξέρω τι να απαντήσω. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στην αρχή που ήρθε περνούσε καλά. Πιο κάτω είπε ότι τις πρώτες τρεις ημέρες ήταν όλα καλά. Μα πως μπορεί να ήταν όλα καλά αφού η ίδια είπε ότι από το αεροδρόμιο κιόλας της είπαν ότι ο Aiman θα είναι ο άντρας της, αυτή σοκαρίστηκε και την ίδια ημέρα όταν μετέβηκαν στο σπίτι των κατηγορούμενων της υποδεικνύουν το δωμάτιο και το κρεβάτι στο οποίο θα κοιμόταν με τον εν λόγω Aiman, με τον οποίο δεν ήθελε; Ακολούθως, όταν της υποβλήθηκε ότι είπε ότι από την πρώτη ημέρα κοιμήθηκε με τον Aiman, αυτή απάντησε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο και ότι μετά έλαβε χώρα αυτό. Στη συνέχεια, ότι δεν είναι σίγουρη, δεν θυμάται καλά και στην πορεία είπε ότι ήταν μετά από μια βδομάδα που άλλαξαν τα πράγματα. Πιο κάτω, είπε τελικά ότι δεν ήταν ευτυχισμένη εκεί που διέμενε. Το αν δεν ήταν ευτυχισμένη ή όχι και δεν την άρεσε είναι άλλο θέμα από το να ισχυρίζεται ότι την εξανάγκαζαν να κοιμηθεί με τον Aiman και να τον παντρευτεί. Γενικά η όλη εκδοχή της παραπονούμενης στην γραπτή της κατάθεση δεν μπορούσε να υποστηριχτεί από την ίδια κατά την προφορική της μαρτυρία στην οποία υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και ανακρίβειες. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονουμένης, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Ακόμη όμως και γενικά να κρινόταν αξιόπιστη, το Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους αδικήματα, θα έπρεπε να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει μια τέτοια μαρτυρία να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που υπάρχουν, προτού κάνει αποδεχτή την μαρτυρία της. Παραπέμπω στην Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 όπου στη σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1972)2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150).» Επίσης, επί του θέματος αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικό όταν αποδέχεται τη μαρτυρία μιας γυναίκας - παραπονούμενης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. R v. Κιng
(1914)10 Cr. App. R. 117 και Χαράλαμπου Χ΄΄Μάρκου v. Δημοκρατίας, Π.Ε. 6887, ημερ. 10/10/2002). Στην παρούσα υπόθεση, ενισχυτική μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε καν εάν το πρόσωπο με το οποίο όπως ισχυρίστηκε η παραπονούμενη κοιμόταν, είναι υπαρκτό και υπήρχε, ως αναφέρθηκε και ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.2. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο στην απουσία μιας τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας να κάνει αποδεκτή την εκδοχή της παραπονουμένης με μόνο την αυτοπροειδοποίηση του λαμβανομένου υπόψη της εκδοχής που προέβαλε, τον τρόπο και τον σκοπό για τον οποίο ήρθε στην Κύπρο και γενικά ότι αυτή ήρθε χωρίς να γνωρίζει ότι ήθελαν να την παντρέψουν και την εξανάγκαζαν να κοιμάται με συγκεκριμένο πρόσωπο. Οι Μ.Κ.2, 3 και 4 ήταν αστυνομικοί οι οποίοι εμπλάκηκαν ο καθένας με τον δικό τους τρόπο στην παρούσα υπόθεση ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ουσιαστικά δεν έτυχαν αντεξέτασης και δεν διακρίνω κάτι το μεμπτό έτσι ώστε να μην αποδεχτώ την μαρτυρίας τους. Την αποδέχομαι στην ολότητα της . Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας ότι είναι αθώοι. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται μια ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου (Βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369) και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Από την δήλωση αυτή των κατηγορουμένων και μόνο δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε εύρημα. Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης, βρίσκονται οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 (Βλ. τεκμήρια 4 και 6). Είναι επίσης πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται καταθέσεις κατηγορουμένων (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στις καταθέσεις τους ουσιαστικά αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι μετά από παράκληση φίλης της δεύτερης κατηγορούμενης αποφάσισαν να φιλοξενήσουν την παραπονούμενη και με σκοπό να την βοηθήσουν να εξεύρει εργασία. Όταν αυτό δεν έγινε εφικτό και δεν μπορούσαν πλέον να την φιλοξενούν της είπαν να φύγει. Στο σπίτι πέραν των κατηγορούμενων και του ανηλίκου τέκνου τους δεν διέμενε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ούτε γνωρίζουν κάποιο με το όνομα Aiman. Αρνούνται επίσης, όλα όσα η παραπονούμενη τους καταλογίζει. Η εκδοχή αυτή των κατηγορούμενων στις καταθέσεις τους αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματικής συμπεριφοράς, δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία της και δεν συνάδει με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία, ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων και να προβώ σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα γεγονότων. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, πέραν του ότι η παραπονούμενη αφίχθηκε στην Κύπρο 12.9.2011 και διέμενε στο σπίτι των κατηγορουμένων για κάποια χρονική περίοδο, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε άλλα ευρήματα πραγματικών γεγονότων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το άρθρο 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 Ν. 87(Ι)/2007προνοεί τα ακόλουθα: «9. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω - (α) απειλών, (β).................. (γ).................. (δ).................. (ε).................. (στ)................... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. Το άρθρο 5(α) του ιδίου πιο πάνω Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «5. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω- (α) απειλών, (β).................. (γ).................. (δ).................. (ε).................. (στ)................... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε έτη. Το δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου και συγκεκριμένα το άρθρο 2(γ) ορίζει την έννοια της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και έχει ως ακολούθως: «2(γ) τη σεξουαλική δραστηριότητα με πρόσωπο, όταν - (
  1. i)γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής (
  2. ii)γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εξουσίας ή επιρροή επί του προσώπου ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εν όψει της απουσίας οποιονδήποτε ευρημάτων επί ουσιαστικών γεγονότων, η απόδειξη των οποίων είναι ουσιώδες και σημαντική για την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, αναπόφευκτα η κατάληξη είναι ότι οι κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων στον αναγκαίο βαθμό. Ουσιαστικά η απόρριψη της εκδοχής της παραπονουμένης δεν παρέχει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, στον απαραίτητο βαθμό. Επομένως, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1,2 και 3 που αντιμετωπίζουν. Πρωτοκολλητής (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.