Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Σάββα Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 3455/12, 22/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3455/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v. Γεώργιος Σάββα Γεωργίου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 22/06/2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Τσιαπαλής. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορία 1), την κατηγορία της Απειλής βιαιοπραγίας (κατηγορία 2) και την κατηγορία Απερίσκεπτες κα Αμελείς Πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Α/Αστ. 2760 Π. Λιασίδη (Μ.Κ.1), τον κ. Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Κ.2) και τον κ. Κωνσταντίνο Αποστολίδη (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Επίσης, κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Δημήτρη Δημητρίου (Μ.Υ.). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Προτού το πράξω όμως, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τις εκδοχές των μερών, όπως αυτές έχουν προκύψει από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι ότι στις 30/12/2009 οι Μ.Κ.2 και 3, θηροφύλακες, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην περιοχή «Σημιέροι», έδαφος Αναδιού, για έλεγχο κυνηγών, αντιλήφθηκαν το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΧΑ 114 να κινείται στον αγροτικό δρόμο και του έκανα σήμα να σταματήσει κάτι το οποίο και έπραξε. Σε αυτόν επέβαιναν δύο άτομα και ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος. Του ζητήθηκε να σβήσει το όχημα του για να διενεργηθεί έρευνα και αυτός είχε επιθετικές διαθέσεις, αρνήθηκε να το πράξει και αποβιβάσθηκε από αυτό και αφού κινήθηκε προς το μέρος του Μ.Κ.2 του είπε «τάραξε που τζιαμαί τζαι έχω σου το ταμένο». Στη συνέχεια συγκατατέθηκε και έγινε έρευνα από τον Μ.Κ.3 στο πίσω μέρος του οχήματος όπου δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε. Ακολούθως, διενεργήθηκε έρευνα από τον Μ.Κ.2 στο μπροστινό μέρος του οχήματος, όπου στη θέση του μοχλού των ταχυτήτων ανευρέθηκαν δύο πλήρη φυσίγγια τα οποία απαγορευόταν να μεταφέρει διότι δεν ήταν κάτοχος άδειας κυνηγίου. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Αηστα τζιαμαί εν του γιου μου τα φουσέκκια». Περαιτέρω, είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος, ενώ ο Μ.Κ.2 βρισκόταν μπροστά από το όχημα του, εκκίνησε αυτό και κάνοντας απότομη κίνηση προς τα μπροστά, τον κτύπησε στα πόδια και στην βουβωνική χώρα. Αντίθετη ήταν η θέση του κατηγορούμενου, όπως αυτή φάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Υ. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι έλαβε χώρα το εν λόγω επεισόδιο με τον πιο πάνω τρόπο. Αρνείται ότι τα φυσίγγια ήταν δικά του και ότι ανέφερε ό,τι οι μάρτυρες κατηγορίες είπαν σε σχέση με αυτά. Επίσης, αρνείται ότι προέβηκε στην εν λόγω κίνηση με το αυτοκίνητο που περιέγραψαν οι μάρτυρες κατηγορίες και ήταν η θέση του ουσιαστικά ότι η καταγγελία εναντίον του έγινε εκδικητικά από τον Μ.Κ.2 λόγο προηγούμενων διαφορών που είχαν. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που προέβηκε μετά από την καταγγελία των Μ.Κ.2 και
- Ανέφερε ότι παρέλαβε από το θηροφύλακα δύο πλήρη φυσίγγια και αυτός τα παρέδωσε στον Αστ. 3583 ο οποίος τα πήρε στο ΥΠΕΓΕ για εξετάσεις. Κατέθεσε στο Δικαστήριο 2 άδεια φυσίγγια χρώματος μαύρου ως τεκμήριο 2 για να πει ότι αυτά που παράλαβε ήταν πλήρη ενώ αυτά είναι άδεια. Πιστεύει ότι είναι τα ίδια με αυτά που παρέλαβε και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να ελεγχθεί η κατάσταση τους. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο ως τεκμήριο 3 και γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήταν αντικειμενικός και ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και γενικά να αναφέρει τις ενέργειες που έκανε και την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε σε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον τρόπο σύνταξης των καταθέσεων από τους Μ.Κ.2 και 3 για να πει ότι αυτοί τις ετοίμασαν όταν πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν θυμόταν ακριβώς τις περιστάσεις που αυτές έγιναν αλλά είπε ότι ο ένας βρισκόταν στη κουζίνα του Σταθμού ενώ ο άλλος στο χώλ, στο Η/Υ και την δακτυλογραφούσε και μετά το έπραξε και ο δεύτερος θηροφύλακας. Περαιτέρω, όσο άφορα τα φυσίγγια τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα κατά πόσο είναι αυτά που του παρέδωσαν οι θηροφύλακες αλλά αναφέρθηκε στη διαδικασία που γίνεται και ότι αυτά παραδίδονται στην ΥΠΕΓΕ για εξετάσεις και μετά επιστρέφονται πίσω. Τα σφράγισε σε φάκελο είπε και τα παρέδωσε στον Αστ. 3583, στάληκαν στο ΥΠΕΓΕ και μετά επιστράφηκαν σε αυτούς. Αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, στο βαθμό που αυτή είναι βοηθητική. Ουσιαστικά αποδέχομαι τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τα φυσίγγια, τεκμήριο 2, αυτά αποτελούν πραγματική μαρτυρία και θα πρέπει να αποδειχθεί η ταυτότητα τους. Δηλαδή, ότι είναι αυτά που παραλήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου και έτυχαν σχετικές επιστημονικές εξετάσεις. Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να παρουσιάσει μια αλυσίδα μαρτυρίας από όλα τα πρόσωπα στην κατοχή των οποίων περιήλθαν τα εν λόγω φυσίγγια, για να αποδείξει ότι αυτά που βρίσκονται στο Δικαστήριο είναι τα ίδια με εκείνα τα οποία σχετίζονται με το αδίκημα. Κενό στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής μπορεί να αποβεί ολέθριο (βλ. Ντίνος Λοϊζου v. Της Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στην παρούσα περίπτωση, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν βέβαιος αν τα φυσίγγια που παρουσίασε είναι τα ίδια με αυτά που παρέλαβε και απλώς εκείνα ήταν πλήρης. Ούτε ο Μ.Κ.2, η μαρτυρία του οποίου ακολουθεί ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα ή να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες των φυσιγγίων που παρέλαβε. Ήταν μαύρα λέει χωρίς να θυμάται αν έγραφαν οτιδήποτε πάνω ή άλλες λεπτομέρειες. Επίσης, ο Αστ. 3583 στον οποίο ο μάρτυρας αυτός τα παρέδωσε για να τα μεταφέρει στην ΥΠΕΓΕ δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο ούτε υπάρχει μαρτυρία από ποιόν επιστράφηκαν και πώς βρέθηκαν στην κατοχή του μάρτυρα αυτού. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι σφράγισε τα εν λόγω τεκμήρια που παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 σε φάκελο και τα παρέδωσε στον Αστ.
- Σύμφωνα δε με τον τεκμήριο Α, το οποίο αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός, δεν αναφέρεται ότι παραλήφθηκαν φυσίγγια σε φάκελο, αλλά δύο πλήρη φυσίγγια διαμετρήματος
- Ούτε υπάρχει άλλη μαρτυρία που να αναφέρει ότι αυτά που παραλήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου ήταν διαμετρήματος
- Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι υπάρχουν κενά στην αλυσίδα παρουσίασης του τεκμηρίου 2 έτσι ώστε να είναι επικίνδυνο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτά είναι τα φυσίγγια που παραλήφθηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου και αφού εξετάστηκαν διαπιστώθηκε ότι ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα εδραζόταν σε υποθέσεις, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο θηροφύλακας - παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση εναντίον του οποίου εκτοξεύτηκε η απειλή, κατά αυτόν, από τον κατηγορούμενο και η ενέργεια να τον κτυπήσει με το όχημα του. Επίσης, ήταν αυτός που διενέργησε και δεύτερη έρευνα στο όχημα του κατηγορουμένου και βρήκε τα δύο φυσίγγια. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε σχέση με τον τρόπο και σειρά που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα καθώς επίσης και την υπόλοιπη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός και προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ότι με τον κατηγορούμενο είχε διαφορές σε σχέση με προηγούμενες καταγγελίες εναντίον του. Επίσης, την περίοδο εκείνη ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του μάρτυρα και εκκρεμούσε ποινική υπόθεση εναντίον του κάτι για το οποίο ήταν ενήμερος. Αναφύεται από τη μαρτυρία του δηλαδή, ότι ο μάρτυρας αυτός είχε κάθε κίνητρο να προβεί σε καταγγελία του κατηγορούμενου και γι αυτό η μαρτυρία του θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτω από αυτό το πρίσμα γεγονότων και σχέσεων που είχε με τον κατηγορούμενο. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι μια προσπάθεια του μάρτυρα μετά την ανακοπή του οχήματος του κατηγορουμένου με κάθε τρόπο να προβεί σε κάποια καταγγελία εναντίον του. Ενώ ο Μ.Κ.3 και συνάδελφος του διενέργησε έρευνα στο όχημα του κατηγορουμένου και δεν βρήκε οτιδήποτε, προκύπτει ο μάρτυρας αυτός να μην ικανοποιείται και να αποφασίζει και ο ίδιος να προβεί σε δεύτερη έρευνα. Για να δικαιολογήσει την πράξη του αυτή, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι ο συνάδελφος του έκαμε έρευνα στο πίσω μέρος του οχήματος ενώ αυτός στο μπροστινό. Αφού προέβηκε σε έρευνα ο Μ.Κ.3 λογικά θα έπρεπε να ερευνήσει ολόκληρο το όχημα και όχι το μισό και ακολούθως να χρειαστεί να ερευνήσει και ο μάρτυρας αυτό το άλλο μισό. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του αναφέρει ότι χρειάστηκε να ερευνήσει και αυτός το όχημα του κατηγορουμένου διότι ο συνάδελφος του ήταν άπειρος. Φαίνεται και προκύπτει ότι ο μάρτυρας σκοπό και πρόθεση είχε με κάθε τρόπο να βρει κάτι για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Τούτο επίσης, διαφαίνεται και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του. Ισχυρίστηκε ότι βρήκε δυο φυσίγγια στο μοχλό των ταχυτήτων του οχήματος. Στο όχημα υπήρχε και συνοδηγός για τον οποίο αποφεύγει να προβεί σε έλεγχο των στοιχείων και του ονόματος του. Όταν ερωτάται να πει γιατί δεν κατηγόρησε και τον συνοδηγό για την κατοχή των εν λόγω φυσιγγίων, είπε ότι δεν το έπραξε διότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι είναι του γιού του. Πιο κάτω όμως, είπε ότι δεν ήταν θέμα δικό του αλλά της Αστυνομίας ενώ παραδέχτηκε ότι ο συνοδηγός είχε άδεια κατοχής όπλου και κυνηγίου και είχε δικαίωμα να μεταφέρει τα εν λόγω φυσίγγια. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται η πρόθεση του μάρτυρα με κάθε τρόπο να προσάψει κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου λόγω των διαφορών που είχαν μεταξύ τους. Τα πιο πάνω γεγονότα ενισχύονται και από το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε ότι του είπε ο κατηγορούμενος αλλά και από την ισχυριζόμενη ενέργεια του να τον κτυπήσει με το όχημα του. Σε σχέση με το τελευταίο ανέφερε ότι τον κτύπησε με το όχημα του. Όταν του ζητείται στην κυρίως του εξέταση να διευκρινίσει σε ποιο μέρος του σώματος του τον κτύπησε, είπε ότι αυτό ήταν στα πόδια και στη βουβωνική χώρα. Συνεχίζοντας, είπε ότι ο λόγος που αναφέρει τα εν λόγω σημεία είναι διότι το ύψος του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου, επειδή είναι διπλοκάμπινο, είναι περίπου στο ύψος της μέσης του και όταν λέει πόδια εννοεί τους μηρούς. Τί εννοεί ο μάρτυρας με αυτή του την αναφορά; Ότι κτυπήθηκε πράγματι σε αυτά τα σημεία του σώματος του ή ότι το λέει αυτό για να συνάδει με το ύψος του αυτοκινήτου και για να γίνει πιστευτός; Αντεξεταζόμενος επί τούτου και όταν του υποβάλλεται ότι το ύψος του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν γύρω στα γόνατα του και όχι στη βουβωνική χώρα, είπε ότι στεκόταν σε χωματόδρομο και μπορεί να υπήρχε λακκούβα ή κάποια ανωμαλία στο δρόμο. Επίσης, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι την ώρα που έλαβε χώρα το ισχυριζόμενο κτύπημα του με το όχημα ο συνοδηγός βρισκόταν έξω από το όχημα του και μετά από αυτό ο κατηγορούμενος έφυγε από το μέρος, κατά την συμπληρωματική του κατάθεση διευκρινίζει ότι αυτό έγινε προτού ο ίδιος προβεί σε έρευνα στο όχημα του. Εκτός του ότι προκαλείται μια σύγχυση από τη μαρτυρία του στην κατάθεση του αναφορικά με το πότε έλαβε χώρα ένα τέτοιο κτύπημα, φαίνεται ότι η εν λόγω διευκρίνιση γίνεται ένα χρόνο μετά την αρχική του καταγγελία και για να συνάδει με τα όσα ο Μ.Κ.3 ανέφερε στη μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ κατωτέρω. Επίσης, η θέση του μάρτυρα αυτού ότι ο συνοδηγός βρισκόταν έξω από το όχημα εκείνη τη στιγμή και ουσιαστικά ότι επίτηδες ο κατηγορούμενος μπήκε στο όχημα του τη δεδομένη στιγμή για να τον κτυπήσει, δεν συνάδει με την εκδοχή που πρόβαλε ο Μ.Κ.
- Εν όψει όλων των πιο πάνω και του υπόλοιπου περιεχομένου της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Υπάρχουν σε αυτή αντιφάσεις, ανακρίβειες και σοβαρές αδυναμίες στον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα καθώς επίσης προκύπτει και κίνητρο του κατηγορουμένου στο να προβεί σε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου, παρά τη προσπάθεια του να παρουσιάσει τη θέση ότι αθώα τον κατάγγειλε και στα πλαίσια των καθηκόντων του και μόνο. Απορρίπτεται στην ολότητα της η μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ήταν έκτακτος πυροφύλακας - αγροπυροσβέστης ο οποίος βρισκόταν μαζί με τον Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υιοθέτησε τη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - τεκμήριο 6 - σε σχέση τον τρόπο που έλαβε χώρα και εκτυλίχθηκε το όλο επεισόδιο. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ότι έλαβαν χώρα και να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο αυτά με την απαραίτητη βεβαιότητα έτσι ώστε να μπορεί να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επίσης, διαπιστώνονται στη μαρτυρία του ανακρίβειες και αντιφάσεις σε σχέση με τον τρόπο που έλαβαν χώρα ουσιώδη γεγονότα. Ενώ αναφέρει ότι κατά τον έλεγχο που έκανε ο συνάδελφος του βρήκε δύο φυσίγγια και διευκρινίζει κατά την κυρίως του εξέταση ότι ήταν χρώματος μαύρου, στο ίδιο σημείο λέει ότι αυτός δεν τα είδε διότι τα κρατούσε στα χέρια του ο συνάδελφος του. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στο συνάδελφο του σχετικά με τα εν λόγω φυσίγγια, «Άφηστα τζαμαί τζαι εν του γιου μου τα φουσιέκια» κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει αυτή τη φράση. Νομίζει είπε ότι είναι αυτό που άκουσε και πιο κάτω όταν του υποβάλλεται ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι τα φυσίγγια ανήκουν στον γείτονα του, απαντά ότι ίσως να μην κατάλαβε καλά. Όταν ερωτάται επίσης, να εξηγήσει τον τρόπο που κατά τη θέση του έλαβε χώρα το περιστατικό με το αυτοκίνητο και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος εκκίνησε και κτύπησε τον Μ.Κ.2, δίνει μια διαφορετική εκδοχή από αυτή που ανέφερε στην κατάθεση του. Ενώ σε αυτή είπε ότι μόλις τέλειωσε τον έλεγχο και στεκόταν με το συνοδηγό έξω από το αυτοκίνητο είδε τον κατηγορούμενο να μπαίνει μέσα στο αυτοκίνητο και να κάνει απότομα εκκίνηση και να κτυπά το συνάδελφο του στα πόδια και κάτω από τη μέση ενώ αυτός στεκόταν μπροστά στα μούτρα του οχήματος του. Αντεξεταζόμενος έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Συμφώνησε ότι εκείνη την ώρα που είχε τελειώσει ο ίδιος τον έλεγχο ο κατηγορούμενος και ο συνοδηγός επιβιβάστηκαν στο όχημα τους για να φύγουν και την ώρα που εκκίνησε ο κατηγορούμενος, τότε ο Μ.Κ.2 έτρεξε μπροστά από το όχημα για να πάει στη θέση του συνοδηγού από τη θέση του οδηγού όπου βρισκόταν και τότε κτυπήθηκε. Πιο κάτω σε σχέση με την ανεύρεση των δύο φυσιγγίων από τον Μ.Κ.2, ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του ότι αυτά ανευρέθηκαν μετά από έρευνα που έκανε και αυτός στο όχημα του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Μ.Κ.2 πήγε στο παράθυρο του συνοδηγού και ενώ τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο συνοδηγός ήταν στις θέσεις τους, από το παράθυρο είδε και πήρε το δύο φυσίγγια. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτό και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και τι έλαβε ακριβώς χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος της (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Ούτε από την κατάθεση του στην Αστυνομία και την γραπτή της κατηγορίας μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε εύρημα, αφού δεν ανέφερε οτιδήποτε ως ήταν επίσης δικαίωμα του. Ο Μ.Υ. κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο και επέβαινε στο όχημα του ως συνοδηγός. Αναφέρθηκε στις ιδιαίτερες σχέσεις που έχει με τον κατηγορούμενο και ότι είναι φίλοι, κουμπάροι και διαμένουν στο ίδιο χωριό. Την ημέρα του επεισοδίου είχαν πάει για να μαζέψουν μανιτάρια και όταν έφευγαν σε μια στροφή πετάχτηκε μπροστά τους, στα 25 μέτρα περίπου ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος μόλις πρόλαβε να σταματήσει το όχημα του για να μην τον πατήσει. Ήρθε στη θέση του οδηγού και απαιτούσε από τον οδηγό να σβήσει τη μηχανή του αυτοκινήτου για να κάνει έλεγχο, κάτι για το οποίο ο οδηγός αρνείτο διότι είχε πρόβλημα το αυτοκίνητο του και θα δυσκολευόταν μετά να ξεκινήσει. Ακολούθως, κατέβηκαν κάτω από το αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.3 έκαμε έρευνα χωρίς να βρει οτιδήποτε και όταν επιβιβάστηκαν στο όχημα αυτός έβγαλε από τη τσέπη του δύο φυσίγγια τα οποία είχε από προηγουμένως που είχε πάει για κυνήγι και τα έβαλε κοντά στις ταχύτητες. Προφανώς λέει, ο Μ.Κ.2 τον είδε και όταν ξεκίνησαν να φύγουν ο Μ.Κ.2 έτρεξε και ήρθε προς το μέρος του συνοδηγού που ήταν αυτός και από το παράθυρο πήρε τα εν λόγω φυσίγγια. Στην εκκίνηση που έκανε ο κατηγορούμενος, παραλίγο να τον κτυπήσει είπε, ενώ όταν πήρε τα φυσίγγια του είπε ο κατηγορούμενος να τα αφήσει κάτω και είναι του «γείτου», δηλαδή δικά του. Ο Μ.Κ.2 δεν του είπε οτιδήποτε, πήρε τα φυσίγγια και τότε αυτοί έφυγαν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν πήγαν στο χωριό πήρε τηλέφωνο τον προϊστάμενο της θήρας για να καταγγείλει τη συμπεριφορά των θηροφυλάκων και να τους κάνει συστάσεις. Περιέγραψε τα φυσίγγια που είχε στην κατοχή του χωρίς όμως να μπορεί να πει αν αυτά είναι το τεκμήριο 2 και είπε ότι ο ίδιος είχε άδεια κυνηγίου και κατοχής όπλου, ήταν ημέρα κυνηγίου και είχε δικαίωμα να τα κατέχει. Ο κατηγορούμενος είπε δεν απείλησε τον Μ.Κ.2 ούτε οδήγησε με τρόπο που έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του. Ο μάρτυρας αυτός, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να βοηθήσει τον κατηγορούμενο με τον οποίο διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις και όχι για να εκθέσει τα ακριβή γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει και να επεξηγήσει ισχυρισμούς και θέσεις που πρόβαλε κατά την κυρίως του εξέταση περιοριζόμενος στο να απαντά ότι ισχύουν αυτά που είπε αρχικά ή αποφεύγοντας να απαντά. Όταν ερωτάται να δικαιολογήσει τη θέση ότι ο Μ.Κ.2 πετάχτηκε μπροστά από το όχημα σε πολύ κοντινή απόσταση και συγκεκριμένα για την απόσταση που ισχυρίστηκε, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Επίσης, προσπάθησε να καταδείξει ότι τόσο ο Μ.Κ.2 και 3 τη στιγμή εκείνη έτρωγαν σάντουιτς, κάτι που οι εν λόγω μάρτυρες πρόβαλαν κατά τη μαρτυρία τους. Πώς είναι δυνατό να ισχυρίζεται ότι πετάχτηκαν αμέσως μπροστά τους σε πολύ κοντινή απόσταση και στη συνέχεια να μπορεί να περιγράφει το τι ακριβώς έκαναν αμέσως προηγουμένως; Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη θέση του κατηγορούμενου να μην σβήσει τη μηχανή του οχήματος του αποδίδοντας την ενέργεια του αυτή στο πρόβλημα που είχε το αυτοκίνητο του, αλλά κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε από τον κατηγορούμενο και είπε ότι ο ίδιος το γνώριζε αυτό. Επίσης, διαπιστώνεται μια προσπάθεια να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που να είναι προς όφελος του κατηγορουμένου και η εκδοχή του αυτή να συνάδει με αυτή του Μ.Κ.3 η οποία σε κάποια σημεία ήταν διαφορετική από αυτή του Μ.Κ.2 και προς όφελος του κατηγορούμενου. Επίσης, προσπάθησε να καταδείξει ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν άψογη και δεν ανέφερε οτιδήποτε στον Μ.Κ.2 ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του προσπάθησε να ερμηνεύσει με διαφορετικό τρόπο ορισμένες αναφορές του κατηγορούμενου. Πιο κάτω είπε ότι πήγε με τον κατηγορούμενο μια εβδομάδα μετά στην Αστυνομία για την υπόθεση αυτή, ο ίδιος όμως δεν έδωσε κατάθεση. Όταν του υποβλήθηκε ότι πήγε την ίδια μέρα στην Αστυνομία και έδωσε κατάθεση όπου σε αυτή δεν ανέφερε οτιδήποτε, αρχικά αρνήθηκε και στη συνέχεια είπε ότι τους είπε ότι θα τα πει στο Δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό κατατέθηκε το τεκμήριο 7, ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε την ίδια μέρα από την Αστυνομία. Εξακολουθούσε όμως, να επιμένει ότι δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και ύστερα ότι αυτά που λέει στο Δικαστήριο τα είπε και στην κατάθεση του. Γενικά θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει τα πραγματικά γεγονότα αλλά για να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η μαρτυρία του στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 30/12/2009 ο Μ.Κ.2, θηροφύλακας μαζί με τον Μ.Κ.3, έκτακτο πυροφύλακα - αγροπυροσβέστη βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην περιοχή «Σημίεροι» του χωριού Αναδιού στην Πάφο και ανέκοψαν για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΧΑ 114 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και είχε ως συνοδηγό τον Μ.Υ. Ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.2 είχαν διαφορές σχετικά με άλλες καταγγελίες που είχαν γίνει από την υπηρεσία του εναντίον του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος είχε επίσης καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.2 και την περίοδο εκείνη είχε καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του Μ.Κ.2 για την οποία ο ίδιος έλαβε γνώση. Σε κάποια στιγμή ανευρέθηκαν από τον Μ.Κ.2 στο σημείο των ταχυτήτων του οχήματος του κατηγορουμένου δύο πλήρη φυσίγγια. Πέραν τούτου, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε άλλα γεγονότα σε σχέση με το τι ακριβώς έλαβε χώρα στην προσπάθεια των μαρτύρων κατηγορίας να ερευνήσουν το όχημα του κατηγορουμένου και τι ακριβώς διαμείφθηκε. Προέκυψε επίσης και αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι η συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν ανοικτή περίοδος κυνηγίου και ότι ο Μ.Υ. ήταν κάτοχος άδειας κυνηγίου και κατοχής όπλου και είχε δικαίωμα να μεταφέρει φυσίγγια. NOMIKH ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54 έχει ως ακολούθως: «
(4)Πρόσωπο το οποίο - (α) ................ ................ (δ) µεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήµατος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιµο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη σχετικά µε την οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι διαπράχθηκε αδίκηµα µε βάση τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, δύναται να κατάσχεται από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και να καταστρέφεται, από αυτό µε τη συγκατάθεση του προσώπου που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήµατος ή να δηµεύεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 12Α. Το εδάφιο
(5)του άρθρου 4 του πιο πάνω Νόμου έχει ως ακολούθως:
(5)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)- (α) "έχει στην κατοχή του" περιλαµβάνει όχι µόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλά επίσης και να έχει εν γνώσει του στην πραγµατική κατοχή ή φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ή να έχει οτιδήποτε σε οποιοδήποτε τόπο (είτε που ανήκει σε ή κατέχεται από κάποιο ή όχι) για τη χρήση ή το όφελος κάποιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αν υπάρχουν δύο ή περισσότερα πρόσωπα και οποιοδήποτε ή περισσότερα από αυτά µε τη γνώση και συναίνεση των υπολοίπων έχει ή έχουν οτιδήποτε στη φύλαξή του ή φύλαξή τους ή κατοχή, αυτό θεωρείται και εκλαµβάνεται ότι βρίσκεται στη φύλαξη και κατοχή καθενός και όλων αυτών· Περαιτέρω, το εδάφιο
(6)του ιδίου άρθρου του πιο πάνω Νόμου έχει ως ακολούθως:
(6)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρµόζονται σε- ................................ (γ) φυσίγγια που δεν υπερβαίνουν τις χίλιες σφαίρες (ή αντί τέτοιων φυσιγγίων χίλια γραµµάρια πυρίτιδας όπλου και χίλια καψύλλια) ή µε την ειδική γραπτή άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών που δεν υπερβαίνουν τις τρεις χιλιάδες σφαίρες που αποθηκεύονται κατά οποιοδήποτε χρόνο σε οποιαδήποτε υποστατικά από οποιοδήποτε πρόσωπο για προσωπική του χρήση, το οποίο - (
- i)είναι κάτοχος πιστοποιητικού εγγραφής και άδειας εγγραφής σχετικά µε πυροβόλο όπλο και κάτοχος άδειας πυροβόλων όπλων, η οποία ισχύει κατά την ηµεροµηνία τέτοιας αποθήκευσης. (
- ii)είναι κάτοχος άδειας πυροβόλων όπλων, η οποία ισχύει κατά την ηµεροµηνία τέτοιας αποθήκευσης, για πυροβόλο όπλο σε σχέση µε το οποίο πιστοποιητικό εγγραφής και άδειας κατοχής εκδόθηκε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δυνάµει των διατάξεων του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόµου. Όσο αφορά την ερμηνεία του όρου «εκρηκτική ύλη» στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου ορίζεται ότι "εκρηκτική ύλη" σηµαίνει πυρίτιδα όπλου, νιτρογλυκερίνη, δυναµίτιδα, βαµβακοπυρίτιδα, εκρηκτική πυρίτιδα, βροντώδη υδράργυρο ή άλλα µέταλλα, έγχρωµες φλόγες και κάθε άλλη ύλη, είτε παρόµοια µε εκείνα που αναφέρθηκαν πιο πάνω ή όχι, τα οποία χρησιµοποιούνται ή κατασκευάζονται µε σκοπό να παράγουν πρακτικό αποτέλεσµα µε έκρηξη ή πυροτεχνικό αποτέλεσµα, και περιλαµβάνει φωτεινά σήµατα οµίχλης, πυροτεχνήµατα, θρυαλλίδες, ρουκέττες, καψύλια, πυροκροτήρες, φυσίγγια, πυροµαχικά κάθε περιγραφής, και κάθε προσαρµογή ή παρασκεύασµα µε οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη όπως καθορίστηκε πιο πάνω· Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «91. Όποιος - .................. γ) µε σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νοµική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νοµικό δικαίωµα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, προβλέπεται στο άρθρο 236 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «236. Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασµένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— (α) οδηγεί όχηµα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δηµόσια διάβαση· ή .................................................................... είναι ένοχος πληµµελήµατος:». Με βάση το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναλυθεί είναι ο βαθμός αμέλειας που πρέπει να αποδεικνύεται έτσι ώστε να ικανοποιεί τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Η ανάλυση του θέματος αυτού έγινε στην Χρήστος Μαυρομμάτης v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69 όπου έγινε και εκτενής ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος της ποινικής αμέλειας. Στην εν λόγω απόφαση έγινε αναφορά και ταξινόμηση των αδικημάτων τα οποία περιέχουν και απαιτούν αμέλεια στη διάπραξη τους αρχίζοντας από το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο απαιτεί υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που είναι ο ψηλότερος βαθμός αμέλειας και καταλήγοντας στην αμέλεια που απαιτείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72και στην αστική αμέλεια που είναι ο χαμηλότερος βαθμός αμέλειας που απαιτείται. Αναφορά επίσης, έγινε και στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου σε αυτό, μετά την τροποποίηση του, περιλήφθηκε και ο όρος αλόγιστη συμπεριφορά (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης. Αναφορικά με το άρθρο 236 του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Τέλος, διευκρινίστηκε ότι στην μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τη κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην παρούσα υπόθεση έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι ανευρέθηκαν στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και είχε ως συνοδηγό τον Μ.Υ. δύο πλήρη φυσίγγια. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν ως τεκμήριο 2, δύο άδεια φυσίγγια. Παρά την αναφορά των μαρτύρων ότι αυτά ομοιάζουν με αυτά τα οποία περισυνελέγηκαν από το όχημα του κατηγορουμένου, εντούτοις δεν έχει προκύψει ως εύρημα ότι αυτά είναι τα ίδια. Το γεγονός αυτό έχει επίδραση στην απόδειξη της κατηγορίας καθότι στερεί από το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο τα εν λόγω φυσίγγια αποτελούν εκρηκτική ύλη εντός της έννοια του Νόμου. Δηλαδή, κατά πόσο μπορούσαν να παράξουν πρακτικό αποτέλεσμα με έκρηξη και γενικά κατά πόσο ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και αποτελούσαν εκρηκτική ύλη εντός της εννοίας του Νόμου. Επομένως, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα φυσίγγια που ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορουμένου αποτελούν εκρηκτική ύλη εντός της έννοιας του Νόμου. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ακόμη και να δεχόμουν ότι τα δύο φυσίγγια είναι αυτά στα οποία γίνεται αναφορά στο τεκμήριο Α και εκληφθεί ότι αποτελούν εκρηκτική ύλη εν τη έννοια του Νόμου, δεν μπορεί να προκύψει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτά κατέχονταν από τον κατηγορούμενο. Ανευρέθηκαν στο όχημα του κατηγορουμένου, κοντά στο κιβώτιο ταχυτήτων. Δεν έχει προκύψει πότε αυτά ανευρέθηκαν και κατά πόσο αυτά ήταν εξ' αρχής στο σημείο εκείνο και ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη τους και θα έπρεπε να τα είχε δει. Ακόμη και να δεχόμουν ότι ήταν κοινό έδαφος των διαδίκων ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος για την ύπαρξη των εν λόγω φυσιγγίων στο συγκεκριμένο σημείο του οχήματος του, υπάρχει ακόμη μια παράμετρος στην παρούσα υπόθεση. Εντός του οχήματος του κατηγορουμένου επέβαινε και ο Μ.Υ. ο οποίος είχε δικαίωμα κατοχής και φύλαξης τέτοιων φυσιγγίων αφού ήταν κάτοχος άδειας πυροβόλου όπλου και ήταν μέρα κυνηγίου και μπορούσε να τα μεταφέρει. Επομένως, με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος είχε στην προσωπική του κατοχή τα εν λόγω φυσίγγια και είχε τον φυσικό τους έλεγχο, στοιχείο απαραίτητο για την απόδειξη της κατοχής τους. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 η οποία αφορούσε κατηγορίες κατοχής ιχνών εκρηκτικής ύλης αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου, μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του.» Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε ευρήματα έτσι ώστε να εξεταστεί κατά πόσο αυτά στοιχειοθετούν τα συστατικά τους στοιχεία, γι αυτό είναι έκθετες σε απόρριψη. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1,2 και 3 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο