Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΟΣΙΜΟΒ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 449/12, 19/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 449/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΟΣΙΜΟΒ
- ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΑΝΑΜΣΙΔΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Μ. Τελώνης Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 305 και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 2 και 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 1 κατηγορείται ότι στις 30.05.03 στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου μαζί με την Mamulashvili Manana από τη Γεωργία εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις εγγραφή και άδεια παραμονής της εν λόγω κυρίας, ενώ η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 16.04.03 και 21.07.03 στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου μαζί με τον Vasadze Shalva από τη Γεωργία εσκεμμένα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις εγγραφή και άδεια παραμονής του πιο πάνω προσώπου. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 3, 4 και 6 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν σ' αυτές που τους αφορούσαν. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες ενώ παράλληλα παρουσιάστηκαν 8 τεκμήρια. Επιπλέον τα μέρη κατάθεσαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
(1)Στις 14.03.10 ο αστυφύλακας 1898 Λούης Γεωργιάδης του Τ.Α.Ε. Πάφου έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2.
(2)Στις 22.07.10 ο αρχιαστυφύλακας 2639 Ζήνωνας Ζήνωνος παρέλαβε από την Τασία Νικολαΐδου, βοηθό γραμματειακό λειτουργό στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης τα πιο κάτω Τεκμήρια 1-5 και στις 09.08.10 τα παρέδωσε στον ΜΚ1, ο οποίος τα τοποθέτησε στο βιβλίο τεκμηρίων με αρ. 220/10 που τηρείται στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου.
(3)Στις 14.03.10 ο αρχιαστυφύλακας 2639 Ζήνωνας Ζήνωνος έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Οι γραπτές ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 κατατέθηκαν από κοινού από τα μέρη ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα με τα μέρη να παραδέχονται μόνο την ύπαρξη τους και όχι το περιεχόμενο τους. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου, ο οποίος υπηρετεί ως υπεύθυνος αποθήκης τεκμηρίων στο Τ.Α.Ε. Πάφου από τον Απρίλιο
- Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, προχώρησε στην κατάθεση των πιο κάτω τεκμηρίων: Τεκμήριο 1 - Αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας διαμονής στην Κύπρο του Vasadze Shalva από τη Γεωργία ημερομηνίας 16.04.03 (Έντυπο Μ.61) Τεκμήριο 2 - Νέα αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας διαμονής στην Κύπρο του Vasadze Shalva από τη Γεωργία με εξαρτώμενο μέλος τη σύζυγο του Μαρίνα Μιαναμσίδη άνευ ημερομηνίας (Έντυπο Μ.61Β) Τεκμήριο 3 - Πιστοποιητικό γάμου Vasadze Shalva Vasaevitz και Μιαναμσίδη Μαρίνας Κωνσταντίνοβα Τεκμήριο 4 - Αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας διαμονής στην Κύπρο της Mamulashvili Manana από τη Γεωργία ημερομηνίας 29.05.03 (Έντυπο Μ.61) Τεκμήριο 5 - Πιστοποιητικό γάμου Ανδρέα Ζοσιμόβ και Mamulashvili Manana Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. ΜΚ2 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 2351 Γιώργος Απόστρατος που υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. Πάφου ως υπεύθυνος στο Γραφείο Επιχειρήσεων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε σαν Τεκμήρια 8Α, 8Β και 8Γ τρεις καταθέσεις του ημερομηνίας 12.01.10, 02.04.10 και 11.08.10 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους, γίνεται αναφορά στο ότι διοικητικοί φάκελοι της Υ.Α.Μ. Πάφου εμφανίζουν τον Vasadze Shalva νυμφευμένο με την Μαρίνα Μιαναμσίδη και τον Ανδρέα Ζοσιμόβ νυμφευμένο με την Mamulashvili Manana και όταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παρουσίασαν πιστοποιητικό γάμου με βάση το οποίο φαίνεται να είναι νυμφευμένοι, εγέρθηκαν υποψίες εναντίον τους. Εντός του διοικητικού φακέλου της Υ.Α.Μ. Πάφου υπήρχε έντυπο Μ.61 που είναι η αίτηση του Vasadze Shalva για παραμονή του στην Κύπρο και να εργάζεται ως γεωργικός εργάτης στον Πανίκκο Παναγιώτου, την οποία ο ΜΚ2 αποδέχτηκε στις 16.04.03 επειδή σ' αυτή σημειωνόταν πως ήταν νυμφευμένος με την κατηγορούμενη 2 που είναι κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου και επομένως πολίτης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω εντός δεύτερου διοικητικού διοικητικού φακέλου της Υ.Α.Μ. Πάφου υπήρχε έντυπο Μ.61 που είναι η αίτηση της Mamulashvili Manana για παραμονή της στην Κύπρο και να εργάζεται ως σερβιτόρα στο εστιατόριο με την επωνυμία 'Κάστρο' στην Πάφο, την οποία ο ΜΚ2 αποδέχτηκε στις 30.05.03 επειδή σ' αυτή σημειωνόταν πως ήταν νυμφευμένος με τον κατηγορούμενο 1 που είναι κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου και επομένως πολίτης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη σημειώνεται ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και η κατηγορούμενη 2 ήταν παρόντες κατά την υποβολή των πιο πάνω αιτήσεων, ο μεν κατηγορούμενος 1 σ' αυτή της Mamulashvili Manana και η δε κατηγορούμενη 2 σ' αυτή του Vasadze Shalva. Επιπλέον σημειώνεται ότι κατόπιν ελέγχου που ο ΜΚ2 διενήργησε στο σύστημα αφιξοαναχωρήσεων διαπιστώθηκε ότι ο Vasadze Shalva αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 30.07.02 και αναχώρησε από το νησί στις 15.08.03 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας χωρίς να εντοπίζεται άλλη ημερομηνία άφιξης του στην Κύπρο. Σε σχέση με την Mamulashvili Manana ο έλεγχος έδειξε ότι το άτομο αυτό αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 25.02.03 και αναχώρησε από το νησί στις 18.12.03 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας χωρίς να εντοπίζεται άλλη ημερομηνία άφιξης του στην Κύπρο. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας του ο ΜΚ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 16.04.03 ο Vasadze Shalva υπέβαλε αίτηση (Μ.61) με την οποία ζητούσε διευθέτηση προσωρινής άδειας διαμονής και εργασίας του στην Κυπριακή Δημοκρατία ως εξαρτώμενος ευρωπαίας συζύγου που ήταν η κατηγορούμενη
- Στη συνέχεια ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 2 όπου είπε ότι αποτελεί οικογενειακή αίτηση (Μ.61Β) που υπεβλήθηκε στην οποία ζητείτο εκ νέου ανανέωση προσωρινής άδειας διαμονής και εργασίας του Vasadze Shalva στην Κύπρο καθώς και αλλαγής του καθεστώτος της κατηγορουμένης 2 από παραμονής και εργασίας σε καθεστώς επισκέπτριας. Ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι η αίτηση τύπου Μ.61Β δεν έγινε αποδεκτή από τον ίδιο αλλά από άλλο συνάδελφο του. Στρεφόμενος στο Τεκμήριο 4 ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι μέσα από αυτό η Mamulashvili Manana παρουσιάστηκε ως νυμφευμένη με τον κάτοχο του δελτίου εγγραφής αλλοδαπού υπ' αριθμό 5360483 χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο κάτοχος του αριθμού αυτού είναι ο κατηγορούμενος
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η κατηγορούμενη 2 διέθετε το καθεστώς παραμονής τύπου 'T.R.E.' (temporary resident employment) και ζητείτο αλλαγή σε καθεστώς τύπου 'T.R.V.' (temporary resident visitor). Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε πως ο ίδιος δεν θυμάται αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν παρόντες κατά την υποβολή των αιτήσεων. Επίσης ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν ότι είχαν υποβληθεί οι προαναφερόμενες αιτήσεις. Επιπλέον ο ΜΚ2 βεβαίωσε ότι δεν υπάρχει η υπογραφή των κατηγορουμένων 1 και 2 σε οποιαδήποτε από τα έγγραφα των Τεκμηρίων 1, 2 και
- Ακολούθως ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 2 (αίτηση-Μ.61Β) ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αναφέρει κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 ήταν παρούσα κατά την αποδοχή της αίτησης αυτής (Τεκμήριο 2) επειδή δεν ήταν το πρόσωπο που την αποδέχτηκε. Μέσα από τις γραπτές ανακριτικές καταθέσεις (Τεκμήρια 6 και 7) οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δηλώνουν, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζουν τους Vasadze Shalva και Mamulashvili Manana και ότι ουδεμία σχέση έχουν με αυτούς. Τα δε ονόματα τους τα πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά στο στάδιο λήψης των ανακριτικών τους καταθέσεων. Επίσης αμφότεροι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά μέσα από τις εν λόγω καταθέσεις τους ότι στο παρελθόν είχαν τελέσει γάμους με τα άτομα αυτά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία της γνώσης και των ψευδών παραστάσεων του κοινού αδικήματος που περιέχεται στις κατ' ισχυρισμό κατηγορίες που τελούν υπό εκδίκαση. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Τελώνη ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σε καμία περίπτωση συνδέουν τους κατηγορουμένους με τη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Χωρίς να επιχειρηματολογήσει εις απάντηση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εμφανώς προβληματισμένη δήλωσε πως τείνει να συμφωνήσει ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν φαίνεται σε τι θα εξυπηρετήσει τυχόν κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας εξ όψεως και αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την ίδια κατηγορία που είναι η εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις. Οι διατάξεις του άρθρου 305 του Κεφ.154 καθορίζουν τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος, τα οποία είναι: (α) Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα, (β) εξασφαλίζει ή (γ) αποπειράται να εξασφαλίσει, (δ) με ψευδείς παραστάσεις, (ε) για τον εαυτό του ή για άλλο πρόσωπο, (στ) εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού. Παράλληλα, η προσθήκη του άρθρου 20 του Κεφ.154 στη νομική βάση της κατηγορίας που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν προσδίδει σ' αυτούς, ως μέρος της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, την ταυτότητα του αυτουργού με προέκταση την από μέρους τους παροχής βοήθειας στους Vasadze Shalva και Mamulashvili Manana, τη μορφή παρακίνησης ή προαγωγής των εν λόγω ατόμων στη διάπραξη του αδικήματος, παροχή συμβουλών στα άτομα αυτά καθώς και εκτέλεση ή παράλειψη διενέργειας πράξεων που κατέστησαν δυνατή τη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Από μια απλή ανάγνωση της προσαχθείσας μαρτυρίας εξόφθαλμα διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει οποιοδήποτε από τους κατηγορουμένους με την υποβολή των αιτήσεων. Ασφαλώς δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά του ΜΚ2, αστυνομικού στην Υ.Α.Μ. Πάφου, μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 02.04.10 (Τεκμήριο 8Β) για παρουσία των κατηγορουμένων 1 και 2 κατά την υποβολή των υπ' αναφορά αιτήσεων. Ωστόσο και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα κατέστη από μόνη της εντελώς ανίσχυρη όταν ο ίδιος ΜΚ2 στην ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη για τον αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν όντως παρόντες στην Υ.Α.Μ. Πάφου την στιγμή της αποδοχής των αιτήσεων. Μάλιστα σε σχέση με την οικογενειακού τύπου αίτηση Μ.61Β (Τεκμήριο 2) που γίνεται αναφορά στο όνομα της κατηγορουμένης 2 ο εν λόγω μάρτυρας αποκάλυψε πως ο λόγος που δεν γνώριζε ήταν επειδή δεν ήταν αυτός που την παρέλαβε και την αποδέχτηκε αλλά άλλος συνάδελφος του. Συνεπώς βασικά δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την παρουσία οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους στην αρμόδια αρχή κατά την υποβολή των Τεκμηρίων 1, 2 και
- Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορουμένους συμπλήρωσε και/ή υπέγραψε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω τεκμήρια. Ακόμη και στην οικογενειακού τύπου αίτηση Μ.61Β (Τεκμήριο 2) που γίνεται αναφορά στο όνομα της κατηγορουμένης 2 δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει συμμετοχή από πλευράς της στη συμπλήρωση του μέρους που την αφορά ή οποιουδήποτε μέρους της αίτησης που υπεβλήθηκε στην Υ.Α.Μ. Πάφου. Την ίδια στιγμή υπάρχει η μαρτυρία του ΜΚ2, που βεβαιώνει ότι η κατηγορούμενη 2 δεν υπέγραψε την συγκεκριμένη αίτηση. Η δεν καταγραφή προσωπικών στοιχείων της κατηγορουμένης 2 από τον Vasadze Shalva πάνω στα Τεκμήρια 1 και 2 δεν αποτελεί μαρτυρία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να συνδέσει την κατηγορούμενη 2 με το πρόσωπο αυτό υπό την έννοια της ύπαρξης μεταξύ τους επικοινωνίας και/ή επαφής. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 1 η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι σε μεγαλύτερο βαθμό αδύνατη. Το Τεκμήριο 4 που είναι η αίτηση της Mamulashvili Manana για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία και γίνεται επίκληση της ύπαρξης συζύγου, η αναφορά αυτή δεν περιλαμβάνει όνομα αλλά μόνο αριθμό δελτίου εγγραφής αλλοδαπού, στοιχείο όμως που δεν συνδυάστηκε με την προσκόμιση μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει την ταυτότητα του προσώπου αυτού. Ο ΜΚ2 ήταν σαφής στο θέμα αυτό λέγοντας πως δεν μπορεί να εξαγάγει συμπέρασμα αν ο κάτοχος του αριθμού δελτίου εγγραφής αλλοδαπού που δηλώνεται ως σύζυγος της Mamulashvili Manana στην αίτηση της (Τεκμήριο 4) είναι ο κατηγορούμενος
- Η δε προσκόμιση δύο εγγράφων, για τα οποία ουδεμία μαρτυρία δόθηκε για το υπόβαθρο ελέγχου της ύπαρξης και προέλευσης τους αλλά και για το καθεστώς γνησιότητας τους, που αναφέρουν την τέλεση γάμου της Mamulashvili Mananas με άτομο που το ονοματεπώνυμο του είναι πανομοιότυπο με αυτό του κατηγορουμένου 1 καθώς και την τέλεση γάμου του Vasadze Shalva με άτομο που το ονοματεπώνυμο του είναι πανομοιότυπο με αυτό της κατηγορουμένης 2, δεν σημαίνει οτιδήποτε ουσιαστικό, χωρίς πάλι να εκλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Επιπροσθέτως ουδεμία θετική μαρτυρία προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εκ πρώτης όψεως να συνδέει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο 1 με την Mamulashvili Manana και την κατηγορούμενη 2 με τον Vasadze Shalva. Τα πιο πάνω δεδομένα, αντικειμενικά ιδωμένα, δεν μπορούν να προσδώσουν γνώση στους κατηγορουμένους 1 και 2 για την προώθηση και υποβολή των Τεκμηρίων 1, 2 και 4 καθώς και για τα επισυνημμένα σ' αυτά έγγραφα, όπως για τα Τεκμήρια 3 και
- Αυτό με τη σειρά του καμία πρόθεση εσκεμμένης δράσης από μέρους των κατηγορουμένων τείνει να καταδείξει. Επιπλέον, προκαταρτική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων των προαναφερομένων δεδομένων, αντικειμενικά εξεταζόμενα στην όψη τους και μόνο, δεν καταδεικνύει την παρουσίαση ψευδών παραστάσεων από τους κατηγορουμένους στην Υ.Α.Μ. Πάφου κατά την υποβολή των υπ' αναφορά αιτήσεων, χωρίς έτσι αυτοί να συνδέονται με την αποδοχή των αιτήσεων των Vasadze Shalva και Mamulashvili Manana για εξασφάλιση ανανέωσης άδειας διαμονής και εργασίας τους στην Κύπρο. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν αναφέρουν ζήτημα ψευδών παραστάσεων χωρίς να καθορίζουν και/ή να εξειδικεύουν σε ποιες ψευδείς παραστάσεις αναφέρονται. Περαιτέρω κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία δια της οποίας να προσδιορίζει συγκεκριμένα σε ποιες ψευδείς παραστάσεις θεωρεί ότι οι κατηγορούμενοι προέβηκαν. Τούτο λεχθέντος με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προώθησε εκδοχή ότι οι κατ' ισχυρισμό γάμοι των κατηγορουμένων με τα πιο πάνω άτομα τίθενται υπό αμφιβολία σε συνδυασμό με την εγκυρότητα που αποδίδουν στο καθεστώς γάμου του κατηγορουμένου 1 με την κατηγορούμενη
- Επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία που καταδεικνύει καθ' οιονδήποτε τρόπο την παροχή βοήθειας ή συνέργειας είτε από τον κατηγορούμενο 1 προς την Mamulashvili Manana είτε από την κατηγορούμενη 2 προς τον Vasadze Shalva σχετικά με την συμπλήρωση και υποβολή των υπ' αναφορά αιτήσεων με σκοπό την εξασφάλιση ανανέωσης άδειας διαμονής και εργασίας τους στο νησί. Ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εξειδικεύει τη μορφή παροχής τέτοιας βοήθειας ή συνέργειας ή συμβουλής ή τη λήψη συγκεκριμένης πράξης ή διενέργεια συγκεκριμένης παράλειψης με την οποία να επιτεύχθηκε η αποδοχή των εν λόγω αιτήσεων από την Υ.Α.Μ. Πάφου προς όφελος των Vasadze Shalva και Mamulashvili Manana εξ' υπαιτιότητας του κατηγορουμένου 1 και/ή της κατηγορουμένης
- Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση των εν λόγω κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Τα προαναφερόμενα δεν δικαιολογούν την κλήση αμφοτέρων κατηγορουμένων σε απολογία. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να εκθειάσω την στάση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής να μην επιχειρηματολογήσει εις αντίκρουση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης υπόθεσης, αναγνωρίζοντας έτσι τις προαναφερόμενες αδυναμίες της υπόθεσης. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έξοδα €30,00 που προέκυψαν από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Εξασφάλιση εγγραφής άδειας με ψευδείς παραστάσεις/Άρθρα 305 και 20 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο