Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2377/12, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2377/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
- MALLIKA PIMBURAGE DON Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 08.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Α. Αλεξάνδρου (η κα Λ. Λεμονάρη για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων ενώ η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης παραμονής και απασχόλησης στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(κ) και 19(κ) του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι, ενώ είναι αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 06.03.93 με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός και ακολούθως στις 17.08.10 τέλεσε γάμο με τον ελληνοκύπριο Κώστα Ιακώβου και στις 30.08.10 υπέβαλε αίτηση για να παραμείνει στο νησί ως σύζυγος κύπριου πολίτη η οποία απορρίφθηκε στις 10.06.11, έκτοτε παρέμεινε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι τις 07.02.12 που εντοπίστηκε να εργάζεται στην καφετέρια με την επωνυμία "ΡΙΚΚΟΣ" που βρίσκεται στην Πλαζ Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου για λογαριασμό του κατηγορουμένου 1 χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 4 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 12 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 3478 Κώστας Κωνσταντίνου που υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 07.02.12 που προσκομίστηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 07.02.12 και περί ώρα 15:00 ο ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του στην καφετέρια με την επωνυμία "ΡΙΚΚΟΣ" που βρίσκεται στην Πλαζ Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί από τη Σρι Λάνκα. Όταν μετέβηκαν εκεί έθεσαν το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση για περίπου 5 λεπτά, κατά την περίοδο της οποίας ο εν λόγω μάρτυρας διαπίστωσε ότι εντός της κουζίνας της καφετέριας υπήρχε ένα πρόσωπο που ομοίαζε με ασιατικής καταγωγής να ασχολείται με το πλύσιμο ποτηριών. Τότε ο ΜΚ1 προσέγγισε το άτομο και του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και αφού το ρώτησε αν είχε άδεια εργασίας στο μέρος έλαβε την απάντηση "Εγώ παντρεμένη, δουλειά δαμέ 7 χρόνια περίπου". Κατόπιν έρευνας του ΜΚ1 από το ηλεκτρονικό αρχείο της υπηρεσίας του, διαπιστώθηκε ότι το άτομο που εντοπίστηκε να εργάζεται στην καφετέρια ήταν η κατηγορούμενη 2 που κατάγεται από τη Σρι Λάνκα, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 06.03.93 ως οικιακή βοηθός και στις 30.08.10 υπέβαλε αίτηση για να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως σύζυγος κυπρίου πολίτη, η οποία απορρίφθηκε στις 10.06.11 και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 ότι διέπραξε τα αδικήματα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης στο νησί και περί ώρα 15:20 τη συνέλαβε αυτόφωρα. Ακολούθως η κατηγορούμενη 2 υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη της. Όταν ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "Μα αφού εν παντρεμένη με κυπραίο τζαι έσει ούλα τα χαρτιά της, εν τζαι εστείλαν μας άλλο χαρτί". Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο που ο ίδιος εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό αρχείο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης που δείχνει το καθεστώς παραμονής της κατηγορουμένης 2 στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει για ποιο λόγο απορρίφθηκε η αίτηση της κατηγορουμένης 2 και ούτε αν της αποστάληκε σχετική επιστολή. Ωστόσο συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι από τη στιγμή που ένα άτομο είναι παντρεμένο με κύπριο, όπως η κατηγορούμενη 2 στην προκειμένη περίπτωση, υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας παραμονής και εργασίας στην Κύπρο δικαιούται να εργάζεται, εδώ στην επιχείρηση του κατηγορουμένου 1, μέχρι να λάβει απάντηση. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη 2 εργαζόταν στον κατηγορούμενο 1 με άδειες εργασίας από το έτος 2005 και ότι αμέσως με την τέλεση του δεύτερου γάμου της στις 17.08.10 με τον Κώστα Ιακώβου στις 30.08.10 υπέβαλε αίτηση για ανανέωση άδειας παραμονής και εργασίας στον κατηγορούμενο
- ΜΚ2 ήταν ο αστυφύλακας 250 Αντώνης Φιλίππου που εργάζεται στο Αστυνομικό Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 γραπτή κατάθεση του με βάση την οποία σημειώνεται ότι μεταξύ των ωρών 19:15-19:30 της 07.02.12 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 1 και ότι ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, έγγραφα που προσκόμισε στη δια ζώσης μαρτυρία του ως Τεκμήρια 4 και
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. ΜΚ3 ήταν ο αστυφύλακας 3794 Φίλιππος Κωνσταντινίδης που επίσης εργάζεται στο Αστυνομικό Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2, έγγραφο που παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6, ενώ ακόμη είπε ότι στη συνέχεια την κατηγόρησε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει αν η αστυνομία έλεγξε τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης 2 ότι είχε άδεια εργασίας για 7 χρόνια. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει αν η κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έλαβαν απάντηση από την αρμόδια αρχή από τις 30.08.10 όταν μετέβηκαν στην υπηρεσία αλλοδαπών και προσκόμισαν έγγραφα προκειμένου η κατηγορούμενη 2 να εργάζεται νόμιμα μέχρι τις 07.02.12 που καταγγέλθηκαν. ΜΚ4 ήταν η Αντρούλα Χριστοφόρου, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης με απόσπαση στην Υ.Α.Μ. Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 30.08.10 η κατηγορούμενη 2 υπέβαλε αίτηση για να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως σύζυγος κύπριου πολίτη και αφού προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία τα ορθά έγγραφα, όπως πιστοποιητικό γάμου με τον Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους και διαζύγιο με τον Ανδρέα Κλεοβούλου, η αίτηση της έγινε δεκτή για εξέταση, παραλείποντας όμως να αποκαλύψει στο λειτουργό που την παρέλαβε ότι ο προηγούμενος γάμος της είχε κηρυχτεί εικονικός. Σύμφωνα με την μάρτυρα στις 14.06.11 αποστάληκε ταχυδρομικώς επιστολή στην κατηγορούμενη 2 με την οποία την ενημέρωναν ότι στις 10.06.11 η αίτησης της είχε απορριφθεί. Αντίγραφο της επιστολής αυτής που η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δεν επιστράφηκε στο φάκελο της υπηρεσίας της από το ταχυδρομείο, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω στην ένορκη κατάθεση της η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε επιστολή ημερομηνίας 26.06.13 του Υπουργείου Εσωτερικών προς τον δικηγόρο της κατηγορουμένης 2 με την οποία τον πληροφορούσε ότι το αίτημα της τελευταίας να της χορηγηθεί άδεια παραμονής στην Κύπρο δεν μπορούσε να εγκριθεί επειδή η αλλοδαπή είχε τελέσει εικονικό γάμο και είχε καταστεί απαγορευμένη μετανάστρια, με το περιεχόμενο της να προσκομίζεται ως Τεκμήριο
- Επίσης στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέταση της η μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 μία επιπλέον επιστολή ημερομηνίας 02.10.13 του Υπουργείου Εσωτερικών προς τον δικηγόρο της κατηγορουμένης 2 με την οποία τον πληροφορούσε ότι παρόλο που η κατηγορούμενη 2 κατέστη απαγορευμένη μετανάστρια από τον πρώτο της γάμο αφού αυτός θεωρήθηκε εικονικός ο Υπουργός Εσωτερικών είχε εγκρίνει να της παραχωρηθεί άδεια παραμονής για το δεύτερο γάμο της με τον Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους νοουμένου ότι το ζεύγος συμβιώνει αρμονικά κάτω από την ίδια στέγη, παροτρύνοντας την υποβολή σχετικής αίτησης. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν γνωρίζει πότε ταχυδρομήθηκε το Τεκμήριο
- Ακολούθως στα πλαίσια αντεξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήρια 11 και 12 επιστολές ημερομηνίας 14.02.12 του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης προς την κατηγορούμενη 2 και τον Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους στους οποίους γνωστοποιούταν η διαπίστωση της υπηρεσίας ότι ο μεταξύ τους γάμος διαφάνηκε ότι ήταν εικονικός και παράλληλα τους ενημέρωνε για το δικαίωμα τους να ασκήσουν ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης της υπηρεσίας εντός 20 ημερών. Επιπλέον η ΜΚ4 προσκόμισε ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερομηνίας 09.07.13 του συνηγόρου υπεράσπισης με την οποία καλούσε τον Υπουργό Εσωτερικών να επανεξετάσει το αίτημα της πελάτιδος του για χορήγηση άδειας παραμονής της στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας επικαλούμενος ότι το αίτημα της κατηγορουμένης 2 είχε εξεταστεί με βάση τον προηγούμενο της γάμο και όχι με τον δεύτερο της γάμο. Ο κατηγορούμενος 1 στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 4) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης καφετέριας στην οποία η κατηγορούμενη 2 εργαζόταν υπό δοκιμή. Μέσα από τη δική της γραπτή ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) η κατηγορούμενη 2 δηλώνει, ανάμεσα σ' άλλα, πως το έτος 2010 πήρε διαζύγιο και στις 17.08.10 νυμφεύτηκε τον ελληνοκύπριο Κώστα Ιακώβου. Ακολούθως προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία έγγραφα που θα τις επέτρεπαν να παραμείνει νόμιμα στην Κύπρο δηλώνοντας ως διεύθυνση της αυτή που διέμενε μέχρι τότε. Από τότε όμως δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση παρόλο ότι είχε αποταθεί στην αρμόδια υπηρεσία. Για το λόγο αυτό διευθέτησε ραντεβού στις 08.02.12 και ώρα 09:00 στο Υπουργείο Εσωτερικών στη Λευκωσία. Επιπροσθέτως η εν λόγω κατηγορούμενη δηλώνει πως στην επίδικη καφετέρια εργάζεται τα τελευταία 7 χρόνια ως καθαρίστρια κατονομάζοντας ως εργοδότη της τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος για τις υπηρεσίες της την πληρώνει μηνιαίως το ποσό των €
- Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι σε κανένα από τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που τα συνθέτουν. Ο εν λόγω συνήγορος υποστήριξε τη θέση του αυτή στο ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση σε σχέση με το Τεκμήριο 7 καθώς επίσης στο ότι το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου δεν γνωστοποιήθηκε στους κατηγορουμένους 1 και 2, κάτι για το οποίο, όπως ισχυρίστηκε δεν υπάρχει απόδειξη αποστολής. Χωρίς να επιχειρηματολογήσει εις απάντηση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε απλά ότι η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή διαθέτει είναι αυτή που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Όπως είναι γνωστό η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης παραμονής στην Κύπρο και απασχόλησης στην επίδικη καφετέρια ενώ ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης εργοδότησης αφού του αποδίδεται ότι είναι το πρόσωπο που εργοδότησε την κατηγορούμενη 1. Είναι ακόμη η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη 2 διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 10.06.11 μέχρι τις 07.02.12 όταν στις 10.06.11 η αίτηση της για παραμονή στην Κύπρο ως σύζυγος κύπριου πολίτη απορρίφθηκε επειδή ο γάμος της με τον ελληνοκύπριο Κώστα Ιακώβου θεωρήθηκε εικονικός. Το θέμα της παράνομης παραμονής διέπεται από το άρθρο 6
(1)(κ) του Κεφ.105, το οποίο ρητά προνοεί τα εξής: "6.—
(1)Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευμένοι μετανάστες και, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού ή σε οποιοδήποτε Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία σε:— .... (κ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται ή διαμένει στη Δημοκρατία κατά παράβαση οποιασδήποτε απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό ή σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει του Νόμου αυτού ή σε οποιαδήποτε άδεια που παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή των Κανονισμών αυτών· .." Μελέτη του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης παραμονής είναι τα πιο κάτω: (α) Η κατηγορούμενη 2 είναι αλλοδαπή εν τη έννοια του νόμου, (β) η οποία εισήλθε ή διαμένει στην Κύπρο, (γ) κατά παράβαση απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης σε νόμο ή κανονισμούς. Με το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης ασχολείται το άρθρο 19(κ) του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: " 19. Πρόσωπο το οποίο — . (κ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών· είναι ένοχο ποινικού αδικήματος." Μελέτη τoυ άρθρου 19(κ) του Κεφ.105 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) η κατηγορούμενη 2 είναι αλλοδαπή εν τη έννοια του νόμου και (β) είναι κάτοχος άδειας για είσοδο, παραμονή και/ή εργασία στην Κύπρο και (γ) η οποία άδεια εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και (δ) η κατηγορούμενη 2 ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας και (ε) κατά παράβαση όρου ή προϋπόθεσης που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή (στ) η κατηγορούμενη 2 αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας και (ζ) χωρίς να έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια γι' αυτό από την αρμόδια αρχή. Με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης πραγματεύεται το άρθρο 14Β του Κεφ.105, οι διατάξεις του οποίου αναφέρουν κατά λέξει τα εξής: "
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτεί, (β) την κατηγορούμενη 2 που εκ του νόμου θεωρείται αλλοδαπή, (γ) χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ή (δ) κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή (ε) κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού. Σε περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου κάτω από την έννοια και στο επίπεδο που απαιτείται στο αστικό δίκαιο. Στο ποινικό δίκαιο η εργοδότηση αλλοδαπού με την έννοια της ανάληψης εργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να απαιτείται συμφωνία εργοδότησης, έλεγχο από τον εργοδότη, ο καθορισμός ωρών εργασίας ή πληρωμή μισθού (Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρικκή
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 υποδείχτηκε ότι το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability offence) και συνεπώς δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής διάστασης (mens rea) του αδικήματος. Ως αδίκημα αυστηρής ευθύνης στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου με την ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας χάριν της ευόδωσης των σκοπών του νόμου (Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161 και Θεοχάρους κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 49, 50 & 51/2013, ημερομηνίας 26.11.14). Μέσα από προκαταρκτική εξέταση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στην όψη της και μόνο και χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή να καταλήγω σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ή ευρήματα, εξόφθαλμα παρατηρώ ότι υπάρχει μαρτυρία που δείχνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου η κατηγορούμενη 2 διέμενε στην Κύπρο ενώ ήταν υπήκοος της Σρι Λάνκα και επομένως αλλοδαπή εντός της έννοιας του Κεφ.
- Επίσης η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία που εξόφθαλμα παραπέμπει σε ανάληψη εργασίας από μέρους της κατηγορουμένης 2, της οποίας εργοδότης φαίνεται να είναι ο κατηγορούμενος
- Μεταξύ άλλων ενδεικτικά και χωρίς να γίνεται περιορισμός, η μαρτυρία προερχόμενη από τον ΜΚ1 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την οποία φέρεται η κατηγορούμενη 2 στις 07.02.12 να ασχολείται με το πλύσιμο ποτηριών στην καφετέρια με την επωνυμία "ΡΙΚΚΟΣ" που βρίσκεται στην Πλαζ Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου σε συνδυασμό με την γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης 2 (Τεκμήριο 6) όπου φέρεται η κατηγορούμενη 2 να δηλώνει πως στην επίδικη καφετέρια εργάζεται τα τελευταία 7 χρόνια ως καθαρίστρια κατονομάζοντας ως εργοδότη της τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος για τις υπηρεσίες της και τις εργασίες που τις αναθέτει την πληρώνει μηνιαίως το ποσό των €700 αλλά και σε συνάρτηση με τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου 1 (Τεκμήριο 4), ο οποίος παραδέχεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης της επίδικης καφετέριας στην οποία όπως είπε η κατηγορούμενη 2 εργαζόταν υπό δοκιμή, για σκοπούς του σταδίου αυτού είναι τέτοια που οδηγεί προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Αυτό που απομένει να εξεταστεί εξ' όψεως και αντικειμενικά, πάντοτε στη βάση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε, είναι κατά πόσο η παραμονή της κατηγορουμένης 2 στο νησί και παράλληλα η από μέρους της ανάληψη εργασίας στην προαναφερόμενη καφετέρια που η εν λόγω εργασία συνδέεται άμεσα και συνοδεύεται με ανάθεση της από τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος είναι ο φερόμενος ιδιοκτήτης της πιο πάνω καφετέριας, πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση απαγόρευσης, όρου, περιορισμού ή επιφύλαξης σε νόμο ή κανονισμούς ή κατά παράβαση νόμου ή κανονισμού ή εν πάση περιπτώσει χωρίς να έχει εξασφαλιστεί σχετική άδεια από την αρμόδια που με βάση το Κεφ.105 είναι ο διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας τείνει να καταδείξει ότι η κατηγορούμενη 2 βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή. Απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 2 δείχνει ένα ιστορικό νόμιμης παραμονής και εργασίας της κατηγορουμένης 2 στο νησί από το έτος
- Το καθεστώς αυτό βασίζεται σε μια σειρά αιτήσεων ανανέωσης παραμονής και εργασίας στην Κύπρο που μέχρι τις 05.09.07 φαίνεται να εγκρίνονταν από την αρμόδια αρχή. Η προσκομισθείσα μαρτυρία εκ πρώτης όψεως υποδεικνύει ότι η τελευταία φορά που η κατηγορούμενη 2 υπέβαλε αίτηση για ανανέωση παραμονής και εργασίας της στην Κύπρο ήταν στις 30.08.10 λόγω του γάμου της με τον κύπριο πολίτη Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους, ο οποίος, σύμφωνα με μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, φέρεται να τελέστηκε στις 17.08.
- Η αίτηση φαίνεται να έγινε δεκτή για εξέταση από την αρμόδια αρχή. Η κατηγορούσα αρχή δια της ΜΚ4 υποστήριξε ότι στις 10.06.11 η αρμόδια αρχή εξέτασε την εν λόγω αίτηση και έλαβε σχετική απόφαση και ότι το απορριπτικό αποτέλεσμα της κοινοποιήθηκε στην κατηγορούμενη 2 μέσω σχετικής επιστολής ημερομηνίας 14.06.11 της αρμόδιας αρχής που ισχυρίζεται ότι αποστάληκε (Τεκμήριο 7). Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης γίνεται μέσα από το Τεκμήριο 7 επίκληση σε επιστολή ιεραρχικής προσφυγής ημερομηνίας 21.10.
- Ωστόσο παραμένει άγνωστο αν υπήρξε απόφαση κατόπιν ιεραρχικής προσφυγής και αν αυτή κατέστη τελεσίδικη. Την ίδια στιγμή η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τα Τεκμήρια 11 και 12 που είναι επιστολές της αρμόδιας αρχής ημερομηνίας 14.02.12, οι οποίες φαίνεται να αποστάληκαν ταχυδρομικώς προς την κατηγορούμενη 2 και τον φερόμενο σύζυγο της Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους. Από το περιεχόμενο τους εξόφθαλμα γίνεται αντιληπτό ότι γνωστοποιείται και στους δύο από την αρμόδια αρχή ότι η τελευταία, μέσα από διερεύνηση, θεωρεί τον μεταξύ τους γάμο εικονικό. Παράλληλα με το Τεκμήριο 11 εξόφθαλμα φαίνεται ότι η αρμόδια αρχή ειδοποιεί την κατηγορούμενη 2 ότι θα πρέπει αμέσως να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία απαγορεύοντας της έτσι να παραμείνει στο νησί. Επιπλέον με τα Τεκμήρια 11 και 12 η αρμόδια αρχή υπενθυμίζει και στους δύο το νομοθετικό τους δικαίωμα να καταφύγουν εντός 20 ημερών, εάν επιθυμούν, σε ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης που τους γνωστοποιήθηκε στις 14.02.12 με τα Τεκμήρια 11 και
- Απλή μελέτη των Τεκμηρίων 11 και 12 στην όψη τους και μόνο και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογούνται, εξόφθαλμα φανερώνει ότι η αρμόδια αρχή κοινοποίησε την απόφαση της για το καθεστώς εικονικότητας που θεωρεί ότι χαρακτηρίζει το γάμο της κατηγορουμένης 2 με τον Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους όχι ενωρίτερα από τις 14.02.
- Αυτό με τη σειρά του καθιστά εύκολα αντιληπτό ότι με το λεκτικό και το ύφος που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11 και 12 η αίτηση της κατηγορουμένης 2 για ανανέωση παραμονής και εργασίας στην Κύπρο λόγω γάμου της με τον κύπριο πολίτη Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους ουσιαστικά λαμβάνει για πρώτη φορά απορριπτική κατάληξη για το λόγο που προβάλλεται, γεγονός που φαίνεται για πρώτη φορά να γνωστοποιείται στο ζευγάρι στις 14.02.
- Αυτό ενισχύεται με το λεκτικό το Τεκμηρίου
- Συνεπώς η αίτηση της κατηγορουμένης 2 ημερομηνίας 30.08.10 φαίνεται να εξετάστηκε και το απορριπτικό της αποτέλεσμα να κοινοποιήθηκε σε αμφότερους ενδιαφερόμενους, δηλαδή στο ενδιαφερόμενο ζευγάρι, στις 14.02.
- Από αυτό προκύπτει ότι όταν στις 07.02.12 συνέβηκε το επίδικο περιστατικό που αμφότεροι κατηγορούμενοι κατηγορούνται το καθεστώς του γάμου της κατηγορουμένης 2 με τον κύπριο πολίτη Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους δεν είχε εξεταστεί. Απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 7 δείχνει ότι ο λόγος για τον οποίο η αίτηση ημερομηνίας 30.08.10 υπεβλήθηκε δεν εξετάστηκε με αποτέλεσμα το ζήτημα αυτό να παραμείνει σε εκκρεμότητα. Εξ' ου και η αναφορά σε επιστολή της ιεραρχικής προσφυγής ημερομηνίας 21.10.09, ημερομηνίας εμφανώς προγενέστερης του διαζυγίου της με τον εν λόγω κύριο που ακολούθησε το έτος 2010, ημερομηνίας έκδηλα προγενέστερης του γάμου της με τον Κωνσταντίνο Ιακώβου Χαραλάμπους που έγινε στις 17.08.10 και ημερομηνίας έκδηλα προγενέστερης της επίδικης αίτησης που υπεβλήθηκε στις 30.08.10 και τελούσε υπό εξέταση. Είναι γι' αυτό που η αρμόδια αρχή επανήλθε στις 14.02.12 με τα Τεκμήρια 11 και 12, στα οποία από μια απλή ανάγνωση εξόφθαλμα φαίνεται η εξέταση της επίδικης αίτησης στη βάση του λόγου που υπεβλήθηκε. Είναι ακόμη γι' αυτό που ως αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης η κατηγορούμενη 2 κλήθηκε να εγκαταλείψει την Κύπρο συνεπεία της απορριπτικής κατάληξης που αυτή είχε για το λόγο που γνωστοποιείται. Είναι επίσης γι' αυτό που τόσο η κατηγορούμενη 2 όσο και ο Κωνσταντίνος Ιακώβου Χαραλάμπους πληροφορήθηκαν για το δικαίωμα της καταφυγής σε ιεραρχική προσφυγή που το Κεφ.105 τους παρέχει εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της αρμόδιας αρχής εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Με γνώμονα ότι στις 14.02.12 γνωστοποιήθηκε η εξέταση του καθεστώτος του δεύτερου γάμου της κατηγορουμένης 2, επί του οποίου εδραζόταν η αίτηση της ημερομηνίας 30.08.10 που έγινε δεκτή για εξέταση από την αρμόδια αρχή και συνοδευόταν από έγγραφα, η προαναφερόμενη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καταδεικνύει ότι στις 07.02.12, εν αναμονή ακόμη της πιο πάνω ενέργειας της αρμοδίας αρχής που όπως φαίνεται τελικά έγινε στις 14.02.12, ουδεμία παράνομη παραμονή, απασχόληση και κατ' επέκταση εργοδότηση υπήρχε καθότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, πάντοτε εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, δεν έχουν εξ' αντικειμένου στοιχειοθετηθεί, δηλαδή για σκοπούς του σταδίου αυτού, τα συστατικά στοιχεία της παράβασης νόμου ή κανονισμού και της μη εξασφάλισης της σχετικής εκ του νόμου άδειας από την αρμόδια αρχή. Αυτό επειδή, όπως λέχθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ1, αστυνομικό της Υ.Α.Μ. Πάφου, από τη στιγμή που η κατηγορούμενη 2 υπέβαλε την αίτηση της ημερομηνίας 30.08.10 συνοδευόμενη από έγγραφα και έγινε δεκτή για εξέταση από την αρμόδια αρχή, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δικαιούταν να διαμένει και να εργάζεται στην Κύπρο μέχρι να της κοινοποιείτο το αποτέλεσμα της εξέτασης της εν λόγω αίτησης της. Το ζήτημα αυτό ως θέμα αρχής δύναται να ρυθμιστεί από τους Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (Κανονισμός 11
(1)Κ.Δ.Π. 242/72 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση των εν λόγω κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, μέσα από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα από την μία μέσω μέρους της δια ζώσης μαρτυρίας της ΜΚ4 και του Τεκμηρίου 7 και από την άλλη μέσω άλλου μέρους της δια ζώσης μαρτυρίας της ΜΚ4 και των Τεκμηρίων 8, 11 και 12, παρουσιάστηκαν δύο εκ διαμέτρου θεμελιακά αντίθετες εκδοχές, όπως αυτές ήδη έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Πρόκειται για μαρτυρία που είναι εξόφθαλμα αμφιβόλου αξιοπιστίας (credible evidence) και τέτοιας φύσεως από την οποία να μην δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως και για τους δύο κατηγορούμενους. Ως αποτέλεσμα αυτού η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στο εν λόγω επίμαχο και συνάμα καίριο σημείο στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορουμένους 1 και
- Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία για καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Ενόψει της προδιαγραφόμενης κατάληξης του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση της θέσης του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς το κατά πόσο γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 στους κατηγορουμένους 1 και
- Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να εκθειάσω την στάση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής να μην επιχειρηματολογήσει εις αντίκρουση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης για μη απόδειξη εκ πρώτης υπόθεσης, αναγνωρίζοντας έτσι τις προαναφερόμενες αδυναμίες της υπόθεσης. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έξοδα €480,00 που προέκυψαν από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού- Παράνομη παραμονή αλλοδαπού-Παράνομη απασχόληση αλλοδαπού/Άρθρα 6
(1)(κ), 14Β και 19(κ) του Κεφ.105 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο