Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2288/12, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2288/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενη: κος Γ. Δημητριάδης (η κα E. Πατσαλίδου για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε 4 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1-4). Αναφορικά με την πέμπτη και έκτη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τoν εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Ο Μάριος Λεάνδρου Ηλία (Μ1), παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας 'A.M.P. Mesogios Insurance Agency Limited', η οποία ασχολείται με ασφάλειες. Κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της πιο πάνω εταιρείας, στην οποία εργοδοτήθηκε από το έτος 2006 μέχρι τις 17.10.
- Στις 14.07.09 ο Μ1 κατάγγειλε στο Τ.Α.Ε. Πάφου ότι ο κατηγορούμενος είχε οικειοποιηθεί χρηματικό ποσό της εταιρείας "A.M.P. Mesogios Insurance Agency Limited" (στο εξής η 'παραπονούμενη εταιρεία'). Στα πλαίσια της καταγγελίας του ο Μ1 ανάφερε στην αστυνομία ότι μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε διαπίστωσε ότι η εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" είχε οφειλές προς την εταιρεία 'A.M.P. Mesogios Insurance Limited' που αφορούσαν ασφάλειες αυτοκινήτων. Όταν ο Μ1 επισκέφτηκε τα γραφεία της εταιρείας "G.M.P. Katsambas Ltd" και ζήτησε την αποπληρωμή των οφειλών αντιλήφθηκε ότι ιδιοκτήτης της πιο πάνω εταιρείας, Γιώργος Κατσαμπάς (Μ2), είχε εξοφλήσει έγκαιρα όλες τις οφειλές της προς τον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της παραπονούμενης εταιρείας. Κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης λήφθηκε κατάθεση από τον Μ2 στην οποία αναφέρει ότι εξέδωσε επιταγές για τις οποίες λάμβανε αποδείξεις από τον κατηγορούμενο. Ο Μ2 παρουσίασε στην αστυνομία τις αποδείξεις στις οποίες έκανε αναφορά μέσα από την κατάθεση του. Επίσης στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκαν καταθέσεις από τους υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου Μιχάλη Κρητικού (Μ6), Κατερίνα Μαυρονικόλα (Μ7), Ανδρέα Ανδρέου (Μ8) και Γιώργο Καλαιτσίδη (Μ9), στις οποίες γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα στις 17.04.07, 25.05.07, 20.02.08 και 17.10.08 παρουσίασε στην τράπεζα στην Πάφο τις επιταγές υπ' αριθμό 63485052 για το ποσό των Λ.Κ.500 (ισότιμο σε €854,30), 63485083 για το ποσό των Λ.Κ.300 (ισότιμο σε €512,58), 74391461 για το ποσό των €1.750,00 και 79432269 για το ποσό €497,51, τις οποίες αφού υπέγραψε εξαργύρωσε λαμβάνοντας τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά που ανέρχονται συνολικά στα €2.613,
- Ακολούθως κλήθηκε για κατάθεση ο κατηγορούμενος μέσα από την οποία παραδέχεται ότι οικειοποιήθηκε τα προαναφερόμενα ποσά. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στην αστυνομία και δήλωσε παραδοχή. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως o κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ είπε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα €120,00 σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 58 ετών, νυμφευμένος και πατέρας δύο ενήλικων και νυμφευμένων παιδιών ηλικίας 32 και 30 ετών αντίστοιχα. Τα παιδιά του κατηγορουμένου είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων και έχουν επαγγελματικά αποκατασταθεί. Δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες και διατηρούν άριστες σχέσεις με την πατρική τους οικογένεια. Ο κατηγορούμενος διαμένει με τη σύζυγο του σε ιδιόκτητη κατοικία καλής οικιστικής κατάστασης. Τα εισοδήματα του κατηγορουμένου αποτελούνται από σύνταξη αναπηρίας ύψους €475 από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και από το συμπληρωματικό επίδομα ύψους €150 από το Υπουργείο Οικονομικών. Αυτά είναι και τα μοναδικά εισοδήματα της οικογένειας του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 12 σκαλών χωραφιού στην περιοχή Πολέμι αξίας €10.000 και κατά 1/3 παλιάς κατοικίας στο χωριό Λετύμπου επίσης αξίας €10.
- Παράλληλα οφείλει στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €100.000 συνεπείας πιστωτικής διευκόλυνσης που του έγινε για ανέγερση κατοικίας, για το οποίο καταβάλλεται περιστασιακά δόση ύψους €
- Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε μια συγκροτημένη οικογένεια με τους γονείς του να έχουν σημαντική επίδραση στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας του. Βασική μέριμνα του κατηγορουμένου ήταν πάντοτε η φροντίδα της οικογένειας του. Παρόλο ότι μετέβηκε για σπουδές με υποτροφία σε πανεπιστήμιο της Συρίας στον κλάδο της οδοντιατρικής εντούτοις λόγω πολιτικών αναταραχών αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του μετά από τρία χρόνια. Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάστηκε ως ασφαλιστής από το 1984 μέχρι το 2010 όταν αναγκάστηκε να διακόψει την απασχόληση του λόγω προβλημάτων υγείας. Έκτοτε λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια φλεγμονική πολυνευροπάθεια η οποία διαγνώστηκε το 1988 και με την πάροδο του χρόνου επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του. Ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από ιατρό σε τακτά χρονικά διαστήματα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο.
(3)Τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές προς τις οποίες παραδέχτηκε την οικειοποίηση των χρημάτων δηλώνοντας ότι τα κατακράτησε ως μέρος των ποσών που του οφείλονται από την παραπονούμενη εταιρεία.
(4)Το ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη.
(5)Την απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε δια του συνηγόρου του.
(6)Το ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εκληφθεί ως μεμονωμένο περιστατικό.
(7)Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα. Ειδικότερα ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέτοχος στην παραπονούμενη εταιρεία που εργαζόταν ως υπάλληλος όταν προέκυψαν μεταξύ τους οικονομικές διαφορές με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι σχέσεις του με τον Μ1 που ήταν επίσης μέτοχος αλλά και διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Εξαιτίας της αρνητικής κατάστασης που δημιουργήθηκε συμφωνήθηκε όπως ο κατηγορούμενος μεταβιβάσει τις μετοχές του επ' ονόματι του Μ1. Οι οικονομικές διαφορές περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ποσά που η παραπονούμενη εταιρεία χρωστούσε στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.£17.000 (ισότιμο σε €29.046,22) που ήταν οφειλόμενοι μισθοί από την εργασία του ως υπάλληλος, το ποσό των €10.000 ως μέρισμα πρώτου χρόνου υπό την ιδιότητα του μετόχου και το ποσό των €3.000 ως μέρισμα δευτέρου χρόνου. Όπως ο κύριος Δημητριάδης εξήγησε, οι οικονομικές αυτές διαφορές σε συνδυασμό με τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας του οδήγησαν τον κατηγορούμενο στο να συμπεριφερθεί απερίσκεπτα και να διαπράξει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου θεωρώντας λανθασμένα ότι μπορούσε να προβεί σε συμψηφισμό των χρημάτων που η παραπονούμενη εταιρεία του χρωστούσε με τα χρήματα που οφείλονταν σ' αυτήν από πελάτες της. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο δεν υπήρχε σκοπός απόκρυψης των χρημάτων που ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε αλλά ότι αυτός ενέργησε με τη σκέψη ότι εισέπραττε οφειλόμενα προς τον ίδιο χρήματα από την εργοδότρια παραπονούμενη εταιρεία. Εξ' ου, όπως επισήμανε ο κύριος Δημητριάδης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε αποδείξεις προς την εταιρεία που του έδωσε τα χρήματα που προορίζονταν για την παραπονούμενη εταιρεία.
(8)Την εισήγηση του κατηγορουμένου για την εναντίον έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €3.614,39 προς όφελος της εταιρείας G.M.P. Katsambas Ltd εντός ενός μηνός, πρόταση που έγινε αποδεκτή από το διευθυντή της εν λόγω εταιρείας (Μ2), η οποία εταιρεία ήταν το νομικό πρόσωπο που ως εναγόμενος κλήθηκε και αποζημίωσε σε αγωγή που καταχωρήθηκε την παραπονούμενη εταιρεία που ήταν ενάγοντας τα χρήματα που της όφειλε και στην παρούσα ποινική υπόθεση οικειοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος εμπλάκηκε στην προαναφερόμενη αγωγή ως τριτοδιάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση με την εκτέλεση του εξ' αποφάσεως ποσού να είναι ήδη συμφωνημένη.
(9)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται. Προς ενίσχυση των προβλημάτων υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 ιατρική έκθεση ημερομηνίας 12.02.14 του νευρολόγου Δρ. Κυριάκου Κυριαλλή σε έντυπο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος από το 1988 πάσχει από μόνιμη χρόνια πολυνευροπάθεια με συχνές εξάρσεις και υφέσεις με συμπτώματα κυρίως αδυναμία άκρων, αστάθεια βάδισης, μούδιασμα χεριών και ποδιών και κόπωση. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε 75% ανάπηρος από το ιατροσυμβούλιο.
(10)Ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, παρόλο ότι αναγνωρίζεται ότι μέρος του χρονικού διαστήματος που δαπανήθηκε οφείλεται στην στάση του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου στο μεσοδιάστημα που ο συνήγορος υπεράσπισης καθόρισε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέστη άνεργος λόγω του ότι τα προβλήματα υγείας του χειροτέρεψαν καθώς επίσης στο γεγονός ότι απέκτησε 3 εγγόνια ηλικίας πέντε, τριών και ενός έτους αντίστοιχα. Τέλος είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως η ποινή που ενδείκνυται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, όπως την παρούσα υπόθεση, είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας, πλην όμως ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι αυτή θα πρέπει να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Όλες οι κατηγορίες του παρόντος κατηγορητηρίου παραπέμπουν στο ίδιο αδίκημα και ειδικότερα σ' αυτό της κλοπής από υπάλληλο. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρό, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως ο συνήγορος υπεράσπισης και σημείωσε ότι αντιλήφθηκε και ο πελάτης του αυτό κατόπιν δικών του εξηγήσεων. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου θεωρείται κακούργημα και επισύρει, με βάση το άρθρο 268 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Αυτό από μόνο του δείχνει και τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης του αποδίδει. Το αδίκημα που κατ' επανάληψη διέπραξε ο κατηγορούμενος συσχετίζεται με τη φύση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης ανθρώπινης εμπιστοσύνης που ο εργοδότης επιδεικνύει προς το πρόσωπο του υπαλλήλου του και αναμένει ότι αυτός θα ανταποκριθεί στο υψηλό καθήκον του αυτό. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο του οικονομικού εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις στο νησί, το οποίο οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση στην Κύπρο, πράγμα που διαπιστώνεται μέσα από την εκδίκαση μεγάλου αριθμού παρόμοιων υποθέσεων. Δυστυχώς η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Αντίθετα, παρατηρείται έξαρση (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 και Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι τα Δικαστήρια επιβάλουν ποινές αποτρεπτικής φύσεως σε μια προσπάθεια πάταξης του πολύ σοβαρού αυτού φαινομένου. Η ποινή φυλάκισης εμφανίζεται ως το είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται όταν διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα, πράγμα που παραδέχτηκε ο συνήγορος υπεράσπισης χωρίς περιστροφές. Άντλησα ακόμη καθοδήγηση από τις αγγλικές υποθέσεις R. v. Barrick [1985] 7 Cr.App.R.(S) 142 και R. v. Clark [1988] 2 Cr.App.R.(S) 95, μέσα από τις οποίες προβάλλονται διάφοροι παράγοντες που το αγγλικό εφετείο προσδιόρισε και δυνητικά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως με τη δική μας περίπτωση υποθέσεις. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε άτομο ηλικίας 50 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που ασκούσε καθήκοντα γραμματέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και καρπώθηκε ευθέως δεκάδες χιλιάδες λίρες καθώς επίσης φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος, διαπράττοντας έτσι, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου όπου κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Επίσης στην πρόσφατη υπόθεση Καλλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, ημερ. 10.09.14, ο εφεσείοντας που ήταν ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου προέβηκε υπό την ιδιότητα του αυτή σε δύο περιπτώσεις το έτος 2008 σε κλοπή ποσών €24.000,00 και €10.038,28 αντίστοιχα. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εφεσείοντας δήλωσε παραδοχή και αφού λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, οι πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από άλλο πρόσωπο να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχτηκαν, η καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τις ενέργειες του καθώς και το ότι ήταν άνεργος και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 16 μηνών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα και οι συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων την καθιστούν σοβαρή. Ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που η παραπονούμενη εταιρεία ως εργοδότης του εναπόθεσε στο πρόσωπο του προχωρώντας χωρίς ενδοιασμούς ή αναστολές σε οικειοποίηση διαφόρων χρηματικών ποσών που δεν προορίζονταν για τον ίδιο αλλά γνώριζε ότι ανήκαν στον εργοδότη του. Για 1,5 χρόνο περίπου εκμεταλλεύτηκε το καθήκον που η εργοδότρια εταιρεία του ανάθεσε στο να έχει επαφή με πελάτες της και να εισπράττει από αυτούς οφειλόμενα χρήματα και σε 4 διαφορετικές περιπτώσεις εισέπραξε από την εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €2.613,
- Αυτά είναι στοιχεία που επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι καθ' όλη αυτή τη διάρκεια με τη στάση και συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος παραπλανούσε την εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd", η οποία ήταν με την εντύπωση πως τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο για να τα μεταφέρει στην παραπονούμενη εταιρεία αποπλήρωσαν έγκαιρα το χρέος της απέναντι στην εργοδότρια εταιρεία του κατηγορουμένου. Την ίδια στιγμή με τη στάση και τη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος παραπλάνησε και την παραπονούμενη εταιρεία, η οποία λανθασμένα θεωρούσε ότι η εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" δεν ανταποκρινόταν στην υποχρέωση της να εξοφλήσει το χρέος της, πράγμα που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη εταιρεία χρωστούσε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €42.046,22 σε οφειλόμενους μισθούς και καταβολή μερισμάτων πρώτου και δεύτερου χρόνου ως υπάλληλος και ταυτόχρονα μέτοχος που ήταν στην παραπονούμενη εταιρεία, πλην όμως αυτό δεν αποτελεί διαβατήριο συγχώρεσης στην αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που σε κάθε περίπτωση κρίνεται καταδικαστέα. Εάν ο κατηγορούμενος πίστευε ότι η παραπονούμενη εταιρεία τον αδικούσε με την παράλειψη ή άρνηση της να του πληρώσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό τότε όφειλε να καταφύγει στα αρμόδια σώματα και να αναζητήσει το δίκαιο του μέσα από νόμιμες διαδικασίες και θεσμοθετημένους μηχανισμούς και όχι να ενεργήσει με τον εύκολο και συνάμα παράνομο τρόπο του αυθαίρετου συμψηφισμού. Σε σχέση με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να αποκρύψει από την παραπονούμενη εταιρεία τα χρήματα που οικειοποιήθηκε αλλά ότι αυτός ενέργησε με τη σκέψη ότι εισέπραττε οφειλόμενα προς τον ίδιο χρήματα από την εργοδότρια παραπονούμενη εταιρεία, το Δικαστήριο δεν τη συμμερίζεται. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πως όταν η εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" του έδινε τα χρηματικά ποσά, το έπραττε ανταποκρινόμενη στο χρέος που είχε απέναντι στην παραπονούμενη εταιρεία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πως οι πληρωμές της εν λόγω εταιρείας αφορούσαν τον εργοδότη του. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να εισπράξει τα χρηματικά ποσά από τον πελάτη του εργοδότη του αποκρύπτοντας το κάθε φορά από την παραπονούμενη εταιρεία δεν επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Δεν αμφισβητείται ότι η παραπονούμενη εταιρεία όφειλε ποσά στον κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου και μετόχου. Αυτό όμως είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα που δεν σχετίζεται με τον καθήκον του να εισπράττει χρήματα από πελάτες της παραπονούμενης εταιρείας εκ μέρους και για λογαριασμό του εργοδότη του. Αλλοίμονο αν ο καθένας που πιστεύει ότι ο εργοδότης του χρωστά να κλέβει περιουσία από αυτόν και να δικαιούται εκ των υστέρων να αξιώνει να εκληφθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο η παράνομη ενέργεια της οικειοποίησης περιουσίας υπό το πρόσχημα της οφειλής. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν συστηματική και μέσα σε 1,5 χρόνο περίπου επαναλήφθηκε συνολικά 4 φορές η παραβίαση της εμπιστευτικής σχέσης από μέρους του κατηγορουμένου. Αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί ως μεμονωμένο περιστατικό σε αντίθεση με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης. Μέσα από αυτήν την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η εργοδότρια εταιρεία εκτέθηκε απέναντι στον πελάτη της και συγκεκριμένα την εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" δημιουργώντας παράλληλα ρήξη στις μεταξύ τους επαγγελματικές σχέσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ωθήσει και να υποχρεώσει την παραπονούμενη εταιρεία στο να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του πελάτη της στην οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση, προκαλώντας έτσι ταλαιπωρία και έξοδα στις εν λόγω εταιρείες. Αυτά είναι στοιχεία που επίσης επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Παράλληλα η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου επέφερε αντίστοιχου ύψους ζημιά με το συνολικό ποσό που αυτός οικειοποιήθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία για το χρονικό διάστημα μέχρι που τελικά η εταιρεία "G.M.P. Katsambas Ltd" συμμορφώθηκε με την εναντίον της δικαστική απόφαση καταβάλλοντας εκ νέου το οφειλόμενο ποσό αυτή τη φορά απευθείας στην παραπονούμενη εταιρεία, πράγμα που επιπλέον λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικός παράγοντας. Δεν μπορεί ακόμη να παραγνωριστεί ότι συνεπεία της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ο πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας εξαναγκάστηκε να εξοφλήσει δύο φορές το ίδιο οφειλόμενο ποσό. Μία επιπρόσθετη επιβαρυντική για τον κατηγορούμενο παράμετρος είναι το συνολικό ποσό των €2.613,00 που αυτός οικειοποιήθηκε σε διάστημα 1,5 έτους περίπου και συγκεκριμένα από 17.04.07 μέχρι 17.10.
- Δεν αγνοείται ακόμη το γεγονός ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγινε αντιληπτή και κατ' επέκταση τερματίστηκε μόνο κατόπιν έρευνας που διεξήχθη από την παραπονούμενη εταιρεία και διαπίστωσης της πορείας των χρημάτων μέσα από σχετική διερεύνηση της υπόθεσης από μέλη της αστυνομίας κατόπιν σχετικής καταγγελίας που έγινε. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και αν αυτή έγινε σε καθυστερημένο στάδιο αλλά εν πάση περιπτώσει πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης. (γ) Την παραδοχή του κατηγορουμένου στις ανακριτικές αρχές ότι οικειοποιήθηκε τα επίδικα χρηματικά ποσά. (δ) Την απολογία του όπως αυτή εκφράστηκε διά του συνηγόρου του. (ε) Οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας του σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του αντιμετώπιζαν τον οδήγησαν στο να συμπεριφερθεί απερίσκεπτα και να διαπράξει τα αδικήματα. (στ) Την εισήγηση του κατηγορουμένου να καταβάλει εντός ενός μηνός στη βάση σχετικού διατάγματος αποζημίωσης που ζητεί να εκδοθεί εναντίον του το ποσό των €3.614,39 προς όφελος της εταιρείας G.M.P. Katsambas Ltd, πρόταση που έγινε αποδεκτή από το διευθυντή της εν λόγω εταιρείας (Μ2), η οποία ήταν η εταιρεία που τελικά αποζημίωσε την παραπονούμενη εταιρεία δυνάμει σχετικής δικαστικής απόφασης σε σχετική αγωγή για τα επίδικα ποσά, ποσό που υπερκαλύπτει αυτό που ο κατηγορούμενος συνολικά οικειοποιήθηκε. Αυτός είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, παρόλο ότι η νομολογία αναγνωρίζει ότι η αποζημίωση θύματος και κατ' επέκταση οποιουδήποτε επηρεαζόμενου προσώπου, όπως είναι η εταιρεία G.M.P. Katsambas Ltd στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο (Μενελάου άλλως Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 και Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46). (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και συμπληρώθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 58 ετών, άνεργος με τη σύζυγο του επίσης να μην εργάζεται. · Αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα οφείλοντας το ποσό των €100.000 σε πιστωτικό ίδρυμα για το οποίο καταβάλλεται περιστασιακά δόση ύψους €
- · Μοναδικό εισόδημα της οικογένειας του είναι η σύνταξη αναπηρίας ύψους €475 από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το συμπληρωματικό επίδομα ύψους €150 από το Υπουργείο Οικονομικών. · Λόγω πολιτικών αναταραχών αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του με υποτροφία σε πανεπιστήμιο της Συρίας στον τομέα της οδοντιατρικής. · Από το έτος 2010 κατέστη άνεργος εξαιτίας χρόνιας φλεγμονικής πολυνευροπάθειας από το έτος 1988 και δυστυχώς με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε με συχνές εξάρσεις και υφέσεις με συμπτώματα κυρίως αδυναμία άκρων, αστάθεια βάδισης, μούδιασμα χεριών και ποδιών και κόπωση, πρόβλημα για το οποίο παρακολουθείται από ιατρό σε τακτά χρονικά διαστήματα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ως αποτέλεσμα του οποίου ο κατηγορούμενος κρίθηκε 75% ανάπηρος από το ιατροσυμβούλιο. Προς τούτο λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Κατά προέκταση, όπως προκύπτει πιο πάνω, οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου περιλαμβανομένου των οικονομικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Όμως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Τα δε οικονομικά προβλήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, όπως την παρούσα, ως τέτοιος ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Σχετική είναι η υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερομηνίας 26.03.13, στην οποία και παραπέμπω. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν από τις 17.04.07 μέχρι τις 17.10.08 εντούτοις αυτά διαπιστώθηκαν το έτος
- Η δε καταγγελία στην αστυνομία υπεβλήθηκε στις 14.07.09, χωρίς έτσι να προηγηθεί καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης για διερεύνηση της από την αστυνομία από τότε που η διάπραξη των αδικημάτων ανακαλύφτηκε από την παραπονούμενη εταιρεία. Ο κατηγορούμενος θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διαρροή του χρόνου μέχρι την υποβολή της καταγγελίας. Από εκεί και πέρα, δίχως να μου διαφεύγει ότι τέτοιου είδους υποθέσεις ενέχουν βαθμό δυσκολίας στη διερεύνηση τους και χωρίς να υποτιμώ τον όγκο του ανακριτικού έργου της αστυνομίας στην παρούσα περίπτωση, η καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο που τελικά έγινε στις 06.02.12, δηλαδή μετά από 2 χρόνια και 7 μήνες περίπου από την καταγγελία, θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί ενωρίτερα. Εξάλλου ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αναγνώρισε την καθυστέρηση αυτή και προς τιμή του δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, η εκδίκαση της αναβλήθηκε συνολικά 18 φορές. Από αυτές μία φορά ο κατηγορούμενος απουσίαζε ως αποτέλεσμα της απουσίας του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, μία φορά ζήτησε και παρέμεινε για απάντηση, ακολούθως προέβηκε σε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ως είναι δικαίωμα του, μία φορά ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του λόγω ενδεχόμενης αλλαγής απάντησης, στη συνέχεια προέβηκε σε αλλαγή απάντησης σε 4 από τις 6 κατηγορίες που αντιμετώπιζε ως επίσης ήταν δικαίωμα του, μία φορά ζητήθηκε από κοινού αναβολή στην υπόθεση και 5 φορές στο στάδιο αγόρευσης για μετριασμό της ποινής ζητήθηκε αναβολή από την υπεράσπιση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης, πράγμα που κατά την αγόρευση του παραδέχτηκε ευθέως ο συνήγορος υπεράσπισης. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη το συνολικό χρόνο των 6 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία που υπεβλήθηκε καταγγελία στην αστυνομία αμέσως μετά την ανακάλυψη τους μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή σε συνδυασμό με τη μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου στο μεσοδιάστημα αυτό και συγκεκριμένα στο ότι κατέστη άνεργος λόγω του ότι τα προβλήματα υγείας του χειροτέρεψαν καθώς επίσης στο γεγονός ότι απέκτησε 3 εγγόνια. Ενόψει των περιστάσεων που περιβάλλουν το ζήτημα ου χρόνου και κυρίως το ότι ο κατηγορούμενος θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του, κρίνω ότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση αλλά υπό το φως της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του θα διαδραματίσουν σοβαρό ρόλο στο ύψος της ποινής. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα απερίσκεπτα παρασυρόμενος όμως από άγχος και πίεση για την οικονομική επιβίωση της οικογένειας του που δημιουργήθηκαν από τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, στα οποία συνέτεινε από τη μια το μεγάλο χρέος που έχει και από την άλλη το μεγάλο ποσό που έχει να λαμβάνει ως οφειλόμενο από την παραπονούμενη εταιρεία. Παράλληλα ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που του παρέχει δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Παρόλο ότι έχουν περάσει 6 χρόνια περίπου από τότε που έγινε αντιληπτή η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία παραδέχτηκε ενοχή στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Περαιτέρω δεν παραγνωρίζεται η αμέσως από μέρους του παραδοχή της οικειοποίησης των επιδίκων χρημάτων στην αστυνομία, ανεξαρτήτως για το αν πίστευε ότι δικαιούταν να ενεργήσει με τον τρόπο που έπραξε. Επίσης δεν αγνοείται η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και η πρόταση του για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για ποσό μεγαλύτερου από αυτού που οικειοποιήθηκε. Όλα αυτά δείχνουν μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή από μέρους του κατηγορουμένου που συνοδεύεται από έμπρακτη μεταμέλεια. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων συνθηκών και δεδομένων, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Επιπλέον, εναντίον του κατηγορουμένου και προς όφελος της εταιρείας G.M.P. Katsambas Ltd εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €3.614,39, το οποίο ο κατηγορούμενος θα καταβάλει εντός ενός μηνός από σήμερα. Επίσης €120,00 έξοδα να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο αυθημερόν. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό υπαλλήλου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο