Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΟΜΕΝΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8178/12, 2/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8178/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΟΜΕΝΟΥΣ
- DISNA WIJENAYAKE KANKANAMGE Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 02.06.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κ. Σ. Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη 2: κος Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενη 2: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορία παράβασης όρων άδειας εισόδου και παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19(κ) του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι ενώ είναι αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 11.11.09 και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Τασούλας Νικολάου στην Πάφο και ακολούθως έλαβε επιστολή αποδέσμευσης από την πιο πάνω κυρία και στη συνέχεια της παραχωρήθηκε άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.13, στις 23.01.12 παρέβηκε τους όρους άδειας της όταν εντοπίστηκε να εργάζεται στη φρουταρία με την ονομασία 'ΜΙΧΑΛΗΣ' που βρίσκεται στη λεωφόρο Γρίβα Διγενή στην Πάφο. Στα πλαίσια της ίδιας ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε κατηγορία παράνομης εργοδότησης αλλά αμέσως μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή αθωώθηκε και απαλλάχτηκε δυνάμει ενδιάμεσης δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 30.04.
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα τον αστυφύλακα 3202 Δημήτρη Δημητρίου (ΜΚ) της Υ.Α.Μ. Πάφου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης 2 στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης παρουσιάστηκαν 5 τεκμήρια. Παράλληλα, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
- Η κατηγορούμενη 2 βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.
- Η χώρα καταγωγής της κατηγορουμένης 2 είναι η Σρι Λάνκα.
- Ο αριθμός δελτίου εγγραφής της κατηγορουμένης 2 είναι
- Στις 23.01.12 και μεταξύ των ωρών 16:45-17:15 ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα.
- Ακολούθως την ίδια ημέρα ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη
- Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. Ο ΜΚ στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 23.01.12, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 23.01.12 και περί ώρα 09:30 μετέβηκε μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του στη φρουταρία με την ονομασία 'ΜΙΧΑΛΗΣ' προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζεται παράνομα αλλοδαπή. Ο ΜΚ έθεσε το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση από προσιτή απόσταση για περίπου 5 λεπτά και εντόπισε στο εσωτερικό της φρουταρίας μία αλλοδαπή ασιατικής καταγωγής να σηκώνει από το έδαφος κιβώτια με πορτοκάλια και να τα τοποθετεί σε ειδικά ράφια για έκθεση τους προς πώληση στους πελάτες. Στη συνέχεια η αλλοδαπή εξυπηρετούσε πελάτες της πιο πάνω φρουταρίας πληκτρολογώντας την αξία των αγορασθέντων φρούτων στο ταμείο, εισπράττοντας χρήματα από άτομα και δίνοντας σ' αυτούς ρέστα. Ο εν λόγω μάρτυρας πλησίασε την αλλοδαπή και της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Μέσα από αστυνομικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι το αλλοδαπό άτομο ήταν η κατηγορούμενη 2, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 11.11.09 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Τασούλα Νικολάου από την Πάφο και όταν έλαβε επιστολή αποδέσμευσης από την πιο πάνω κυρία της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.
- Ο εν λόγω μάρτυρας πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 για το αδίκημα που διέπραξε και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "OK Boss". Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας συνέλαβε αυτόφωρα την κατηγορούμενη 2 και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "OK". Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν μετέβηκε στη φρουταρία είδε την κατηγορούμενη 2 από διαφανείς υαλοπίνακες ότι βρισκόταν εντός της φρουταρίας και αφού εισήλθε στο εσωτερικό χώρο του κτιρίου προσποιήθηκε τον πελάτη. Ο μάρτυρας συνέχισε να την παρακολουθεί και όταν εισήλθε εντός της φρουταρίας. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΚ κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 έγγραφο συνταγμένο σε ξένη γλώσσα στο οποίο υπέδειξε την υπογραφή της κατηγορουμένης 2 στην πρώτη σελίδα και τη δική του υπογραφή στη δεύτερη σελίδα. Ακολούθως κατατέθηκαν από κοινού τα πιο κάτω έγγραφα με τα μέρη να αποδέχονται μόνο την ύπαρξη τους: (α) Τεκμήριο 3 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 3142 Πανίκκου Ζωττή ημερομηνίας 23.01.12 (β) Τεκμήριο 4 - Γραπτή ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 23.01.12 (γ) Τεκμήριο 5 - Γραπτή ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένης 2 ημερομηνίας 23.01.12 Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε ότι η παρουσία της κατηγορουμένης 2 στη φρουταρία δεν ήταν τυχαία και ούτε σκοπός της εκεί ήταν για να συνοδεύσει την νόμιμη εργδότρια της. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία στοιχειοθετείται το αδίκημα που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει και κάλεσε το Δικαστήριο να την κρίνει ένοχη. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ανάφερε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία που να επισημαίνει τι όρος εργασίας έχει παραβιαστεί και τι δικαιώματα δυνατό να περιέχονται στην άδεια παραμονής και εργασίας που χορηγήθηκε στην κατηγορούμενη
- Κατά τον συνήγορο υπεράσπισης δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η κατηγορούμενη 2 να εκτελούσε οδηγίες της εργοδότριας της. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Κορακίδη ότι η ανάληψη εργασίας από αλλοδαπό συνδέεται με εντολή που αυτός λαμβάνει από κάποιο εργοδότη με τον οποίο προηγείται συνεννόηση. Διαφορετικά η διάπραξη του αδικήματος θα περιλαμβάνει ανάληψη εθελοντικής εργασίας από μέρους του αλλοδαπού στα πλαίσια συμμετοχής του σε φιλανθρωπικές οργανώσεις ή παροχής βοήθειας σε συνάνθρωπο του ή ακόμη εκτέλεση εργασίας από αυτόν ως αποτέλεσμα συμμόρφωσης του με εντολές που λαμβάνει από τον εργοδότη του, πράγμα που κατά τη γνώμη του συνηγόρου υπεράσπισης θα ήταν παράλογο. Στη βάση των πιο πάνω ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει και γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ευθύς, σαφής και αταλάντευτος στις τοποθετήσεις του. Ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ήταν θετικός και αυθόρμητος. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις και με το στοιχείο της ειλικρίνειας να χαρακτηρίζει την μαρτυρία του ο εν λόγω μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. Σε σχέση με την μαρτυρία του, αυτή δύναται να χωριστεί σε δύο μέρη. Η μία πτυχή αφορά τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο ίδιος ο μάρτυρας καθώς και στις προσωπικές διαπιστώσεις του. Η άλλη πτυχή της μαρτυρίας του αποτελείται από εξ' ακοής δηλώσεις του μάρτυρα προερχόμενες από αναφορές της κατηγορουμένης 2, του κατηγορουμένου 1 και της δηλωμένης εργοδότριας της κατηγορουμένης 2, Αναστασίας Αυγουστή. Σε σχέση με τις ενέργειες που ο ίδιος προέβηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη τις αποδέχομαι. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε για το θέμα αυτό από το συνήγορο υπεράσπισης. Ειδικότερα αποδέχομαι ότι ο ΜΚ, ως μέλος της ομάδας που διερευνούσε την υπόθεση αυτή, προέβηκε ο ίδιος σε έλεγχο προσωπικών στοιχείων της αλλοδαπής που αντίκρισε στη φρουταρία μέσα από τον οποίο διαπίστωσε πως επρόκειτο για την κατηγορουμένη 2, εντόπισε τη χώρα καταγωγής της, το πότε εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το όνομα του εργοδότη της, το χώρο εργασίας της, το ιστορικό και το καθεστώς εργοδότησης της στο νησί καθώς και την ημερομηνία λήξης της άδειας παραμονής και εργασίας της στην Κύπρο. Μέρος των αποτελεσμάτων της έρευνας του ΜΚ αποτελούν παραδεκτά γεγονότα στην υπόθεση αυτή και μέρος των ευρημάτων της έρευνας δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Περαιτέρω δέχομαι ότι όταν ο μάρτυρας μετέβηκε μαζί με συναδέλφου του στη φρουταρία και έθεσε το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση διαπίστωσε προσωπικά τα πιο κάτω που αφορούσαν την κατηγορούμενη 2:
(1)Σήκωνε από το έδαφος κιβώτια με πορτοκάλια, περιουσία της φρουταρίας, τα οποία μετέφερνε και τοποθετούσε σε ειδικά ράφια για έκθεση τους με σκοπό την πώληση των προϊόντων σε πελάτες και
(2)πληκτρολογούσε την αξία των αγορασθέντων φρούτων στο ταμείο εισπράττοντας από πελάτες της υπεραγοράς χρήματα και δίνοντας τους ρέστα. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τις εξ' ακοής δηλώσεις του ΜΚ προερχόμενες από: (α) τον κατηγορούμενο 1 αγνοούνται επειδή ως υποδεικνύει η νομολογία τέτοιες δηλώσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς ενοχοποίηση συγκατηγορουμένου του, όπως θεωρείται η κατηγορούμενη 2 στην προκειμένη περίπτωση (Malik και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36 και Θεοχάρους κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 49, 50 & 51/2013, ημερομηνίας 26.11.14), (β) την Αναστασία Αυγουστή, με γνώμονα τη χαραγμένη πορεία της υπερασπιστικής γραμμής μέσα από την οποία αμφισβητείται η αλήθεια της δήλωσης αυτής και έχοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, επίσης δεν λαμβάνονται υπόψη επειδή η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει το εν λόγω άτομο στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση με αποτέλεσμα η υπεράσπιση να στερηθεί τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας, (γ) την κατηγορούμενη 2 ούτε αυτές λαμβάνονται υπόψη επειδή θεωρώ ότι η εκδοχή της παρέχεται ολοκληρωμένα μέσα από τη γραπτή ανακριτική της κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα στην αστυνομία (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας τυγχάνει αξιολόγησης πιο κάτω. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος της με εξαίρεση τις εξ' ακοής δηλώσεις που μεταφέρει για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί. Κατ' αναλογία των όσο έχουν λεχθεί προηγουμένως σε σχέση με τις εξ' ακοής δηλώσεις, από το Τεκμήριο 3, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δέχομαι ως ορθό και αληθές μόνο το μέρος αυτό που συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα και αφορούν την κατηγορούμενη 2 ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη το κομμάτι αυτό που παραπέμπει σε εξ' ακοής δηλώσεις καθώς και το κομμάτι που σχετίζεται με τον κατηγορούμενο 1. Ειδικότερα από το Τεκμήριο 2 δέχομαι ότι:
(1)Στις 23.01.12 και μεταξύ των ωρών 16:45-17:15 ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα.
(2)Ακολούθως την ίδια ημέρα ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 παρατηρώ ότι αυτό είναι συνταγμένο σε άγνωστη ξένη γλώσσα και με γνώμονα ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε για την πιστή μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο περιεχόμενο του. Όσον αφορά το Τεκμήριο 4, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του δεν σχετίζεται με το ρόλο που αποδίδεται ότι η κατηγορούμενη 2 διαδραμάτισε στην εν λόγω φρουταρία που είναι και το μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμεινε να κριθεί στην παρούσα υπόθεση αλλά παραπέμπει σε θέσεις του κατηγορουμένου 1, ο οποίος τη στιγμή της αστυνομικής επιχείρησης δεν βρισκόταν στη φρουταρία. Υπό αυτές τις περιστάσεις καμία βαρύτητα αποδίδω στο τεκμήριο αυτό. Μελετώντας και αξιολογώντας το Τεκμήριο 5 παρατηρώ ότι η εκδοχή που η κατηγορούμενη 2 προβάλλει δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ που έγινε αποδεκτή. Ο εν λόγω μάρτυρας χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή συμμετείχε σε αστυνομική επιχείρηση και προέβηκε μέσα από παρακολούθηση που ο ίδιος έκανε σε προσωπικές διαπιστώσεις για την στάση και συμπεριφορά της κατηγορουμένης 2 στη φρουταρία. Ήλθε στο Δικαστήριο και περίγραψε τα ίδια γεγονότα που βίωσε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου. Η μαρτυρία του κρινόμενη αξιόπιστη και πειστική για τους λόγους που έχουν αναφερθεί έγινε αποδεκτή. Παράλληλα ουδεμία ένορκη μαρτυρία παρουσιάστηκε από μέρους της υπεράσπισης που να την αντικρούει. Η κατηγορούμενη 2, έχοντας συμφέρον από την υπόθεση αυτή, είχε κάθε λόγο να αναφέρει διαφορετική εκδοχή στην αστυνομία κάτω από το βάρος της κατηγορίας που της απέδιδαν και υπό την πίεση των επιτόπιων διαπιστώσεων της αστυνομίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτού η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε μελετώντας το εν λόγω τεκμήριο είναι ότι η κατηγορούμενη 2 δεν έλεγε την αλήθεια μέσα από το περιεχόμενο του αναφορικά με την εκδοχή της για την παρουσία και συμπεριφορά της στην εν λόγω φρουταρία. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα δεν αποδέχομαι το Τεκμήριο 5 ως αληθές και αξιόπιστο και ότι εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 23.01.12 και περί ώρα 09:30 ο ΜΚ μετέβηκε μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του στη φρουταρία με την ονομασία 'ΜΙΧΑΛΗΣ' προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζεται παράνομα αλλοδαπή. Ο ΜΚ έθεσε το μέρος υπό διακριτική παρακολούθηση από προσιτή απόσταση για περίπου 5 λεπτά. Επειδή η εν λόγω φρουταρία διέθετε διαφανείς υαλοπίνακες ο ΜΚ πρόσεξε στο εσωτερικό της μία κοπέλα να ομοιάζει λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών της με ασιατική καταγωγή και να σηκώνει από το έδαφος κιβώτια με πορτοκάλια, περιουσία της φρουταρίας, τα οποία μετέφερνε και τοποθετούσε σε ειδικά ράφια για έκθεση τους με σκοπό την πώληση των προϊόντων σε πελάτες. Στη συνέχεια ο ΜΚ εντόπισε το ίδιο άτομο να εξυπηρετεί πελάτες της πιο πάνω φρουταρίας πληκτρολογώντας την αξία των αγορασθέντων φρούτων στο ταμείο, εισπράττοντας χρήματα από άτομα και δίνοντας σ' αυτούς ρέστα. Ο ΜΚ εισήλθε στο εσωτερικό χώρο της φρουταρίας και συνέχισε να την παρακολουθεί προσποιούμενος τον πελάτη. Τότε ο ΜΚ πλησίασε την αλλοδαπή και της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Η κοπέλα ήταν η κατηγορούμενη 2, η οποία κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και έχει αριθμό δελτίου εγγραφής 5649424, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 11.11.09 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στην Τασούλα Νικολάου από την Πάφο. Όταν έλαβε επιστολή αποδέσμευσης από την πιο πάνω κυρία της παραχωρήθηκε από την κυπριακή αρμόδια αρχή άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.13. Ο ΜΚ πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 για το αδίκημα που διέπραξε και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "OK Boss". Την ίδια ημέρα ο μάρτυρας συνέλαβε αυτόφωρα την κατηγορούμενη 2 και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε "OK". Στις 23.01.12 και μεταξύ των ωρών 16:45-17:15 ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο αστυφύλακας 3142 Πανίκκος Ζωττής κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτή απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της ανάληψης εργασίας κατά παράβαση όρων χορηγημένης άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας από την αρμόδια αρχή που είναι η κατηγορία που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει διέπεται από το άρθρο 19(κ) του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ρητά τα εξής: " 19. Πρόσωπο το οποίο — . (κ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών· είναι ένοχο ποινικού αδικήματος." Μελέτη τoυ άρθρου 19(κ) του Κεφ.105 καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) η κατηγορούμενη 2 είναι αλλοδαπή εν τη έννοια του νόμου και (β) είναι κάτοχος άδειας για είσοδο, παραμονή και/ή εργασία στην Κύπρο και (γ) η οποία άδεια εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή και (δ) η κατηγορούμενη 2 ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας και (ε) κατά παράβαση όρου ή προϋπόθεσης που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή (στ) η κατηγορούμενη 2 αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας και (ζ) χωρίς να έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια γι' αυτό από την αρμόδια αρχή. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η κατηγορούμενη 2 κατάγεται από τη Σρι Λάνκα. Το ότι κατηγορούμενη 2 είναι αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση. Αυτό της προσδίδει την ταυτότητα του αλλοδαπού προσώπου με βάση το άρθρο 2
(1)που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.105 (Jones v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Συνεπώς κρίνω ότι στοιχειοθετείται το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επιπλέον είναι παραδεκτά από την υπεράσπιση και κατ' επέκταση αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι η κυπριακή αρμόδια αρχή παραχώρησε στην κατηγορούμενη 2 άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.13. Ως εκ τούτου, έχουν αποδειχτεί το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Περαιτέρω από το σύνολο της προσαχθείσας αποδεκτής μαρτυρίας έχει διαπιστωθεί ότι στις 23.01.12 η κατηγορούμενη 2 προέβηκε σε συγκεκριμένες θετικές ενέργειες προς όφελος και για λογαριασμό της φρουταρίας. Μέσα από τις πράξεις της εξυπηρετούσε συμφέροντα και ανάγκες της εν λόγω φρουταρίας. Εκείνη την ημέρα η κατηγορούμενη 2 συμμετείχε στη διεξαγωγή εργασιών της φρουταρίας με σαφή ρόλο. Συγκεκριμένα, ως είναι ευρήματα του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη 2 εντοπίστηκε να σηκώνει από το έδαφος κιβώτια με πορτοκάλια, περιουσία της φρουταρίας, να τα μεταφέρνει και να τα τοποθετεί σε ειδικά ράφια για έκθεση τους με σκοπό την πώληση των προϊόντων σε πελάτες της φρουταρίας. Ο ρόλος της κατηγορουμένης 2 δεν περιορίστηκε μέχρι εδώ. Ακολούθως η κατηγορούμενη 2 μετέβηκε στο ταμείο της φρουταρίας και εξυπηρετούσε πελάτες της επιχείρησης αυτής πληκτρολογώντας την αξία των αγορασθέντων φρούτων στο ταμείο, εισπράττοντας χρήματα από άτομα και δίνοντας σ' αυτούς ρέστα. Σαφώς οι πιο πάνω ενέργειες της κατηγορουμένης 2 αποτελούν 'ανάληψη εργασίας' από μέρους της εντός της έννοιας των προνοιών του άρθρου 19(κ). Σε υποθέσεις όπως η παρούσα που αφορούν απασχόληση αλλοδαπού, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου κάτω από την έννοια και στο επίπεδο που απαιτείται στο αστικό δίκαιο. Στο ποινικό δίκαιο η εργοδότηση αλλοδαπού και κατ' επέκταση η απασχόληση του τελευταίου με την έννοια της ανάληψης εργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να απαιτείται συμφωνία εργοδότησης, έλεγχο από τον εργοδότη, ο καθορισμός ωρών εργασίας ή πληρωμή μισθού (Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227). Πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης που στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου με την ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας χάριν της ευόδωσης των σκοπών του νόμου (Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161 και Θεοχάρους κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 49, 50 & 51/2013, ημερομηνίας 26.11.14). Σύμφωνα με το άρθρο 19(κ) του Κεφ.105, είναι αξιόποινο η ανάληψη 'οποιουδήποτε είδους εργασίας' καλύπτοντας έτσι μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων. Από τη φύση της η ανάληψη εργασίας από αλλοδαπό κατά παράβαση όρων χορηγημένης άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας από την αρμόδια αρχή μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτω από πρόχειρες και ευτελείς συνθήκες. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενέργειες της κατηγορουμένης 2 στη φρουταρία, όπως αυτές περιγράφηκαν πιο πάνω, αποτελούν κατά την κρίση μου ανάληψη εργασίας από μέρους της εντός της έννοιας του άρθρου 19(κ) του Κεφ.105. Είναι άνευ σημασίας αν η κατηγορούμενη 2 μετέβηκε στη φρουταρία με σκοπό να εργαστεί ή αν βρέθηκε εκεί συμπτωματικά ή πήγε για άλλο σκοπό και στην πορεία προέβηκε στις συγκεκριμένες ενέργειες. Είναι ακόμη άνευ σημασίας με ποιον από τη φρουταρία συμφώνησε ή συνεννοήθηκε για να αναλάβει τη συγκεκριμένη εργασία. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συστατικού στοιχείου της 'ανάληψης εργασίας' αυτό που έχει σημασία είναι ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η κατηγορούμενη 2 εκτέλεσε εργασία στη φρουταρία υπό τη μορφή που έχει εξηγηθεί προηγουμένως. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη 2 εργάστηκε στη φρουταρία και οι συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβηκε ισοδυναμούν με μορφή στιγμιαίας συνεννόησης της με άτομο της φρουταρίας. Ακόμη και η ανοχή μπροστά σε τέτοιου είδους συμμετοχή, στο βαθμό και την έκταση που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, ισοδυναμεί με μορφή στιγμιαίας συνεννόησης, τη στιγμή που δεν υπάρχει εύρημα Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 2 εμποδίστηκε από οποιονδήποτε άτομο της φρουταρίας ή ότι οποιοσδήποτε από τη φρουταρία επιχείρησε να την αποτρέψει, πάντοτε υπό το πνεύμα και χωρίς να λησμονείται ότι το αδίκημα που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει είναι αυστηρής ευθύνης. Η σκιά που επιχείρησε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης να ρίξει στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής με την τοποθέτηση ότι ενδεχομένως η κατηγορούμενη 2 να έλαβε σχετικές οδηγίες από το νόμιμο εργοδότη της για να προβεί στις ενέργειες που η κατηγορούσα αρχή επικαλείται, δεν αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, η εν λόγω αναφορά αποτελεί ισχυρισμό της υπεράσπισης που θα έπρεπε να είχε αποδείξει στη βάση σχετικής μαρτυρίας που θα προσκόμιζε. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία ωστόσο προσκομίστηκε από μέρους της υπεράσπισης με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός της να παραμείνει μετέωρος και έκθετος σε απόρριψη ως αβάσιμος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο νόμιμος σκοπός της παρουσίας της κατηγορουμένης 2 στην Κύπρο ήταν μόνο να εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην οικία της Αναστασίας Αυγουστή στο Στατό-Άγιο Φώτιο της επαρχίας Πάφου μέχρι τις 11.11.13 και όχι να εργάζεται στην εν λόγω φρουταρία ή να αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας στη φρουταρία αυτή, όπως εντοπίστηκε να πράττει. Αυτό υποδεικνύουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι στη βάση αυτού του σκοπού που της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο από την αρμόδια αρχή. Οι όροι και προϋποθέσεις που διέπουν την άδεια αυτή έχουν ως βάση, έχουν ως ρίζα, πηγάζουν αλλά και καταλήγουν στον προαναφερόμενο νόμιμο σκοπό. Παραβίαση του νόμιμου σκοπού και πνεύματος για τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια από την αρμόδια αρχή αυτόματα οδηγεί σε παραβίαση των όρων και προϋποθέσεων της. Τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι η κατηγορούμενη 2 ανέλαβε εργασία στην φρουταρία, η οποία έχει περιγραφεί με λεπτομέρεια πιο πάνω, κατά παράβαση του σκοπού και πνεύματος της άδειας που της χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή που επίσης έχει εξηγηθεί προηγουμένως. Κατά συνέπεια, έχουν τεκμηριωθεί το τέταρτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ένεκα των συγκεκριμένων ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση της θέσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι θα ήταν παράλογο το συστατικό στοιχείο του αδικήματος που η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει περί ανάληψης εργασίας να περιλαμβάνει εκτέλεση εθελοντικής εργασίας στα πλαίσια συμμετοχής σε φιλανθρωπικές οργανώσεις ή παροχής βοήθειας σε συνάνθρωπο. Βέβαια δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η επίσημη οδός παροχής εθελοντικής υπηρεσίας από αλλοδαπό διέπεται από τη διαδικασία που καθορίζεται μέσα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 18ΝΓ του Κεφ.105. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Έξοδα €60,00 που αναλογούν στην εκδίκαση της περίπτωσης του κατηγορουμένου 1, η οποία οδηγήθηκε σε αθώωση και απαλλαγή του, να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/ Ανάληψη εργασίας κατά παράβαση όρων χορηγημένης άδειας εισόδου, παραμονής και εργασίας από την αρμόδια αρχή/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο