Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΟΣ ΛΟΥΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 1991/12, 16/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1991/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΔΗΜΟΣ ΛΟΥΚΑ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.07.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα και απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 07.12.11 στα γραφεία της εταιρείας "Χ & Δ Εργοδομική Υλικά Οικοδομής" (στο εξής η 'εταιρεία') στην Έμπα της επαρχίας Πάφου: (α) εξύβρισε τη Νατάσα Σπύρου από την Πάφο (στο εξής η 'παραπονούμενη') με τη φράση 'ασιχτίρ ρε μαλακισμένο' κατά τρόπο που ήταν δυνατόν να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και να τον προκαλέσει να διαπράξει επίθεση, (β) προκάλεσε τρόμο στην παραπονούμενη απειλώντας την ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της και ειδικότερα την απείλησε πως θα την κτυπήσει, (γ) επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 7 τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν η αστυφύλακας 921 Φωτιάνα Βασιλείου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου, η οποία στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 09.12.11 όπου σημειώνεται η λήψη γραπτής ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 09.12.11, το περιεχόμενο της οποίας προσκομίστηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως πέραν από την πιο πάνω ενέργεια δεν έκανε οτιδήποτε για να διαπιστώσει αν αλήθευαν οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης. Ούτε και γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. ΜΚ2 ήταν η παραπονούμενη Νατάσα Σπύρου, η οποία στην κυρίως εξέταση παρουσίασε ως Τεκμήρια 3 και 4 δύο γραπτές καταθέσεις της ημερομηνίας 07.12.11 και 13.12.11 αντίστοιχα. Με βάση το περιεχόμενο τους η παραπονούμενη εργαζόταν για 6 χρόνια ως λογίστρια στο λογιστήριο της εταιρείας. Στις 07.12.11 και περί ώρα 11:30 ήλθε στο λογιστήριο όπου η παραπονούμενη εργαζόταν ο κατηγορούμενος, που είναι ένας εκ των εκ διευθυντών της εταιρείας, για να συζητήσουν θέματα πληρωμών ορισμένων προμηθευτών. Η παραπονούμενη είχε ετοιμάσει κατάλογο με ονόματα κάποιων προμηθευτών της εταιρείας καθώς και των ποσών που η εταιρεία τους όφειλε αλλά όταν τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος θύμωσε και την εξύβρισε με τη φράση 'ασιχτίρ ρε μαλακισμένο, ποια νομίζεις ότι είσαι. Έθα μου πεις τι να κάμω.' Επειδή ήταν αναστατωμένη και επειδή ο κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος η παραπονούμενη του ζήτησε να εξέλθει του γραφείου της για να ηρεμήσουν και οι δύο και να μπορέσουν να συνεχίσουν τη συζήτηση τους. Όπως περαιτέρω σημειώνεται, ο κατηγορούμενος συνέχισε να την βρίζει με την ίδια φράση καθώς και να την απειλεί ότι θα την κτυπήσει. Όταν η παραπονούμενη του είπε 'Θα με δέρεις κιόλας' ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε κτυπώντας την με τα χέρια του σε όλο της το σώμα και στο κεφάλι. Επίσης, όπως η παραπονούμενη επικαλείται, ο κατηγορούμενος την έσπρωξε και έπεσε πάνω στο γραφείο. Η παραπονούμενη έβαλε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπο της για να προστατευτεί και ο κατηγορούμενος συνέχισε να την κτυπά. Ενώ ετοιμαζόταν να την κλωτσήσει εισήλθε στο γραφείο η συνάδελφος της Χρυστάλλα Μιχαήλ που εργάζεται στο διπλανό γραφείο και προσπάθησε να τον αποτρέψει μπαίνοντας ανάμεσα στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο αλλά αυτός την έσπρωξε και προσπάθησε να επιτεθεί εκ νέου στην παραπονούμενη. Εκείνη τη στιγμή ο Πόλυς Πολυβίου, ένας άλλος υπάλληλος της εταιρείας, εισήλθε στο γραφείο και άρπαξε τον κατηγορούμενο. Τότε η παραπονούμενη σηκώθηκε και απεχώρησε από το γραφείο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να της φωνάζει και να την εξυβρίζει. Στη συνέχεια η παραπονούμενη τηλεφώνησε στον άλλο διευθυντή της εταιρείας, Χριστάκη Κάϊζερ, ενημερώνοντας τον τι έγινε. Ακολούθως μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου επειδή ζαλιζόταν και γενικά δεν αισθανόταν καλά. Τις επόμενες ημέρες τόσο ο γραμματέας της εταιρείας Γιαννάκης Αγαθαγγέλου όσο και ο Χριστάκης Κάϊζερ προσπαθούσαν συνεχώς να επικοινωνήσουν τηλεφωνικώς μαζί με την παραπονούμενη με σκοπό να την μεταπείσουν να αποσύρει την καταγγελία και να επιστρέψει στην εργασία της. Στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η παραπονούμενη ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάστηκε στην εταιρεία από το έτος 2005-2011 χαρακτηρίζοντας τη σχέση της τόσο με τους εργοδότες της όσο και με τους συναδέλφους της πολύ φιλική. Όπως η ίδια είπε, αιφνιδιάστηκε από την χωρίς αιτία αντίδραση του κατηγορουμένου. Όπως επίσης ανάφερε, αισθανόταν έντονους πόνους στο κεφάλι ενώ παράλληλα ήταν τρομοκρατημένη και είχε φοβίες και ανασφάλειες με αποτέλεσμα να παρακολουθείται από νευρολόγο για περίοδο 6 μηνών. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ήταν ευχαριστημένη από την εργασία της καθότι το κλίμα ήταν ευχάριστο και οι σχέσεις των υπαλλήλων και των διευθυντών ήταν φιλικές. Φιλικές ήταν και οι σχέσεις της ιδίας με τους συναδέλφους της καθώς και με τον κατηγορούμενο. Ερχόμενη στο επίδικο περιστατικό η παραπονούμενη ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε και άρχιζε να φωνάζει και να την εξυβρίζει μετά που αυτή έγινε λίγο επίμονη στο να λάβει από αυτόν οδηγίες σχετικά με την πληρωμή προμηθευτών. Προτού της επιτεθεί ο κατηγορούμενος πέταξε και έσπασε πράγματα του γραφείου της. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου αιφνιδίασε την παραπονούμενη, η οποία σοκαρίστηκε και τρομοκρατήθηκε. Η δε συνάδελφος της Χρυστάλλα που επενέβηκε για να εμποδίσει τον κατηγορούμενο να συνεχίσει να την κτυπά δέχτηκε σπρωξιά από αυτόν. Αμέσως μετά που έφυγε από την εργασία της η κατηγορούμενη μετέβηκε στο νοσοκομείο επειδή είχε ζαλάδες, πονοκεφάλους και τάση για λιποθυμία. Οι πονοκέφαλοι ήταν έντονοι για 3-4 μήνες μετά το περιστατικό και μετά αραίωσαν μέχρι και τους 6 μήνες. Για διάστημα 6 μηνών η παραπονούμενη παρακολουθείτο από νευρολόγο και ψυχίατρο ενώ λάμβανε φαρμακευτική περίθαλψη. Παράλληλα η παραπονούμενη φοβόταν να κυκλοφορήσει. Από την επίθεση η παραπονούμενη δήλωσε πως είχε γδάρσιμο με αίμα στο χέρι που κτύπησε πάνω στο ράφι, ορισμένους μώλωπες πάνω στα πόδια λόγω πεσίματος και κτυπήματα πάνω στο κεφάλι όταν αυτή καθόταν σκυφτή. Στο παρελθόν ο κατηγορούμενος την είχε πάλι εξυβρίσει όταν σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβαινε για να ηρεμήσει τα πνεύματα που είχαν ανάψει με τους τσακωμούς του κατηγορουμένου και της συναδέλφου της Χρυστάλλα αλλά και με άλλους υπαλλήλους. Η ίδια δεν είχε συχνή καθημερινή τριβή με τον κατηγορούμενο και ούτε επαφή με πελάτες αφού τα καθήκοντα της ήταν να εκδίδει επιταγές, να προβαίνει σε καταθέσεις, να καταμετρά το ταμείο, να συνεργάζεται με τους ελεγκτές της εταιρείας και να πληρώνει το Φ.Π.Α. ΜΚ3 ήταν η Δρ. Ελλάδα Καλαϊτζίδου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η οποία στην κυρίως εξέταση της κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 ενυπόγραφη ιατρική αναφορά της μέσα από την οποία αναφέρει ότι στις 07.12.11 και ώρα 12:42 εξέτασε την ΜΚ2, η οποία προσήλθε αναφέροντας ξυλοδαρμό της και παραπονούμενη για ζάλη. Κατόπιν κλινικής εξέτασης η νευρολογική εκτίμηση της ΜΚ3 με βάση την Κλίμακα Γλασκόβης διαπιστώθηκε ότι ήταν επιδόσεως 15 στα 15 ενώ εντοπίστηκε μικρό και επιπόλαιο τραύμα ένα εκατοστό περίπου στην παλαμιαία επιφάνεια του άνω άκρου της αριστερής πηχαιοκαρπικής. Επίσης δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα και εξωτερικά τραύματα. Ακολούθησε ακτινολογικός έλεγχος κεφαλής και σπονδυλικής στήλης χωρίς να υπάρχουν εμφανείς οστικές κακώσεις. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν είδε την παραπονούμενη αυτή ήταν σε καλή κατάσταση. Η ίδια της είπε και γι' αυτό σημειώνεται στο Τεκμήριο 5 ότι δεν την κτύπησαν αλλά ότι την τράβηξαν από το κεφάλι. Στρεφόμενη στο τραύμα το χαρακτήρισε φρέσκο λέγοντας ότι είναι ένας μώλωπας όπου τραυματίστηκαν και έσπασαν αγγεία και προκλήθηκε από κάκωση, χωρίς να αποκλείεται ο αυτοτραυματισμός. Ακόμη η εν λόγω ιατρός διευκρίνισε ότι στο κεφάλι δεν υπήρχαν τραύματα ενώ πρόσθεσε ότι η παραπονούμενη δεν φαινόταν ζαλισμένη. Εξηγώντας την μη ύπαρξη εμφανούς οστικής κάκωσης στο κεφάλι μετά από ακτινολογικό έλεγχο η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι αναφέρεται στο μη εντοπισμό καταγμάτων. Ερμηνεύοντας δε ιατρικά την επίδοση 15 στα 15 σε Κλίμακα Γλασκόβης η ΜΚ3 σημείωσε ότι αφορά νευρολογική εκτίμηση. Στην προκειμένη περίπτωση τα μάτια της παραπονούμενης ανταποκρίνονταν στο φως και οι κόρες οφθαλμών στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η παραπονούμενη ομιλούσε κανονικά έχοντας λεκτική ανταπόκριση με φυσιολογικό επίπεδο συνείδησης και κινήσεων. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι συνιδιοκτήτης και ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας, στο λογιστήριο της οποίας εργάζεται η παραπονούμενη. Όπως σημειώνεται στο Τεκμήριο 2, με τη συμπεριφορά της η παραπονούμενη δημιουργεί τον τελευταίο καιρό συνεχώς προβλήματα τόσο με το προσωπικό της εταιρείας όσο και με πελάτες αυτής, ορισμένοι από τους οποίους έχουν παραπονεθεί. Όπως περαιτέρω καταγράφεται, για τη συμπεριφορά της αυτή η παραπονούμενη δέχτηκε παρατήρηση και παράλληλα προειδοποίηση ότι αν συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο θα απολυόταν από την εργασία της. Παρά τις συμβουλές και παρατηρήσεις που δεχόταν, η παραπονούμενη δεν υπήρξε αλλαγή στη συμπεριφορά της. Στις 09.12.11 και περί ώρα 11:30 ενώ ο κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες στην παραπονούμενη να εκδώσει επιταγές σε ορισμένους προμηθευτές όταν αυτή άρχισε να φωνάζει δυνατά και να του ζητεί να φύγει από το γραφείο της. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος της ζήτησε να ηρεμήσει αυτή συνέχισε να φωνάζει μπροστά στους πελάτες. Τότε ο κατηγορούμενος, χωρίς να την εξυβρίσει και να την κτυπήσει, της ζήτησε να εγκαταλείψει το χώρο εργασίας της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, τη στιγμή του επιδίκου περιστατικού παρόντες ήταν μόνο ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ενώ η ΜΥ1 βρισκόταν σε διαφορετικό χώρο όπου εξυπηρετούσε πελάτη της εταιρείας. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έχει καλή σχέση με τους υπαλλήλους της εταιρείας αλλά η παραπονούμενη είχε ιδιόρρυθμο χαρακτήρα και δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του αντιμιλώντας με άσχημο τρόπο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη δεν συμπεριφερόταν με καλό τρόπο τόσο προς τους συναδέλφους της όσο και προς τους πελάτες της εταιρείας στους οποίους επιδείκνυε αδιαφορία με αποτέλεσμα ορισμένοι από αυτούς να παραπονεθούν. Στρεφόμενος στο επίδικο περιστατικό ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πήγε στο γραφείο της και της ζήτησε να εκδώσει επιταγές για ορισμένους προμηθευτές αλλά η παραπονούμενη με οξύθυμο τρόπο του είπε πως δεν είναι η ώρα. Παράλληλα άρχισε να φωνάζει λέγοντας στον κατηγορούμενο ότι δεν λαμβάνει οδηγίες από αυτόν αλλά από τον συνέταιρο του. Την κάλεσε να αλλάξει συμπεριφορά για να μην απολυθεί αλλά αυτή είπε ότι δεν πρόκειται να φύγει εκτός αν της έλεγε ο συνέταιρος ου κατηγορουμένου. Τότε ο κατηγορούμενος της είπε να αποχωρήσει από την εργασία της με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να φωνάζει και να πετά έγγραφα της εταιρείας λέγοντας του "Φάκκα τα στο κεφάλι σου". Στη συνέχεια η παραπονούμενη έφυγε από το χώρο εργασία της. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η παραπονούμενη προσλήφθηκε περί το 2006 και καθ' όλο το διάστημα μέχρι το 2011 που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό ήταν νευρική και προβληματική. Σε ερώτηση γιατί δεν απολύθηκε ενωρίτερα και έπρεπε να περάσουν 6 χρόνια προβληματικής κατάστασης για να γίνει, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως δεν ήταν στο χέρι του να την απολύσει αλλά μόνο ο συνέταιρος του μπορούσε να το πράξει. Περαιτέρω σε ερώτηση για ποιο λόγο της παραχωρήθηκε δάνειο από την εταιρεία ύψους €12.500 αφού δημιουργούσε προβλήματα, ο κατηγορούμενος είπε ότι της χορηγήθηκε από το συνέταιρο του από τον οποίο και ενημερώθηκε για το ζήτημα αυτό ένα χρόνο μετά. ΜΥ1 ήταν η Χρυστάλλα Μιχαήλ, υπεύθυνη αποθήκης στην εταιρεία τα τελευταία 7 χρόνια. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε σαν Τεκμήριο 6 γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 19.12.11 στην οποία αναφέρει ότι για το περιστατικό δεν είδε και ούτε άκουσε οτιδήποτε επειδή τη δεδομένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε διαφορετικό χώρο από αυτό που διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό μαζί με πελάτη. Απλά είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στο λογιστήριο της εταιρείας και μετά από πέντε λεπτά περίπου πρόσεξε την παραπονούμενη να κρατάει την τσάντα της και να φεύγει βιαστικά από την εταιρεία. Ότι γνωρίζει για το επίδικο περιστατικό προέρχεται από πληροφόρηση που έτυχε από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά το χαρακτήρα της παραπονούμενης ήταν, με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, ιδιαίτερος. Αρκετές φορές στην παρουσία της ΜΥ1 η παραπονούμενη συμπεριφερόταν απότομα και αγενώς σε πελάτες, ορισμένοι από τους οποίους παραπονέθηκαν στον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να προβεί σε παρατηρήσεις προς την ίδια. Όπως επίσης σημειώνεται στο Τεκμήριο 6, η ΜΥ1 ουδέποτε πρόσεξε τον κατηγορούμενο να συμπεριφέρεται άσχημα σε οποιοδήποτε υπάλληλο της εταιρείας. Σύμφωνα πάντοτε με το Τεκμήριο 6, ο κατηγορούμενος είναι πολύ καλός τόσο ως εργοδότης όσο και σαν άνθρωπος. Στην ένορκη κατάθεση της η ΜΥ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι διαθέτει καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, τον οποίο χαρακτηρίζει καλόψυχο και άτομο που βοηθούσε τους υπαλλήλους της εταιρείας. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος εξύβρισε αλλά μόνο παρατηρήσεις μπορούσε να κάνει. Αντίθετα θεωρεί την παραπονούμενη ιδιόρρυθμο άτομο που πολλές φορές την μείωνε και την στεναχώρησε. Στρεφόμενη στο επίδικο περιστατικό απλά είπε ότι είδε την παραπονούμενη να εγκαταλείπει τον χώρο εργασίας της με ύφος νευρικό και θυμωμένο. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως σε αντίθεση με το τι επικαλέστηκε η παραπονούμενη, η ίδια δεν εισήλθε στο γραφείο και κατ' επέκταση δεν ήταν παρούσα όταν αυτή κατ' ισχυρισμό δεχόταν επίθεση από τον κατηγορούμενο. Παράλληλα χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο άτομο πολύ καλό που την βοήθησε οικονομικά όταν αυτή χρειάστηκε χρήματα. ΜΥ2 ήταν ο Πόλυς Πολυβίου, υπάλληλος της εταιρείας τα τελευταία τρία χρόνια, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης παρουσίασε σαν Τεκμήριο 7 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 04.01.
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, τη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού βρισκόταν για εργασία εκτός του κτιρίου και έτσι δεν γνωρίζει οτιδήποτε. Ότι έμαθε ήταν κατόπιν εκ των υστέρων πληροφόρησης που έτυχε από την ΜΥ
- Επίσης σημειώνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας ουδέποτε άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει ή να απειλεί την παραπονούμενη, η οποία χαρακτηρίζεται άτομο με ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Όπως περαιτέρω σημειώνεται, αρκετές φορές στην παρουσία του ΜΥ2 η παραπονούμενη συμπεριφερόταν απότομα και αγενώς σε προμηθευτές καθώς και σε συναδέλφους της αλλά και στους εργοδότες της. Στην ένορκη κατάθεση του ο ΜΥ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη ήταν αντιδραστική και δύσκολη. Πολλές φορές διαπληκτίστηκε με προμηθευτές ενώ συμπεριφερόταν απότομα σε συναδέλφους της. Παράλληλα χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο ως τον τέλειο εργοδότη με τον οποίο ουδέποτε είχε πρόβλημα. Ο κατηγορούμενος ήταν, όπως ο εν λόγω μάρτυρας είπε επί λέξει, 'εντάξει' με τους υπόλοιπους υπαλλήλους, χωρίς να τους φωνάζει αλλά μόνο μπορούσε να κάνει κάποια παρατήρηση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2, ανάμεσα σ' άλλα, επανέλαβε πως δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό σε αντίθεση με το τι η παραπονούμενη ισχυρίζεται. Ωστόσο στα 7 χρόνια που βρίσκεται στην εταιρεία ουδέποτε πρόσεξε τον κατηγορούμενο να διαπληκτίζεται με οποιονδήποτε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θα πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη καθότι από τη στιγμή που περιέχει ασάφειες, αναλήθειες και δεν συνάδει με την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν μπορεί να είναι πειστική αλλά να αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Στη βάση αυτών η εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίες είπαν την αλήθεια. Η δε ιατρική μαρτυρία βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Αντίθετα, όπως η κυρία Παπαλαζάρου είπε, οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν ήταν μάρτυρες γεγονότων αλλά μάρτυρες εντυπώσεων που κατάθεσαν τις απόψεις και τα συναισθήματα τους για τον κατηγορούμενο. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται σις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Με βάση το σκεπτικό αυτό η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής πρότεινε την καταδίκη του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των φερόμενων εμπλεκομένων ατόμων περιλαμβανομένων αυτών που τοποθετούνται στην σκηνή τη στιγμή του περιστατικού, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας της Δρ. Ελλάδας Καλαϊτζίδου (ΜΚ3). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν εντελώς τυπικού χαρακτήρα αφού ήταν η αστυνομικός που απλά στις 09.12.11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) καθώς επίσης στις 13.12.11 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την παραπονούμενη (Τεκμήριο 4). Οι δύο αυτές ενέργειες της δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και δεν αντεξετάστηκε γι' αυτές. Εκτός από τις πιο πάνω ενέργειες, η εν λόγω μάρτυρας ουδεμία άλλη ανάμιξη είχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς η όλη μαρτυρία της επικεντρώνεται στις προαναφερόμενες ενέργειες. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα, η οποία αφορά τις προαναφερόμενες δύο αναντίλεκτες ενέργειες που αυτή έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης της που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Οι εν λόγω ενέργειες της ΜΚ1, οι οποίες περιγράφηκαν αμέσως πιο πάνω, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Από την μαρτυρία της ΜΚ1 αγνοώ τα όσα ανάφερε ότι της είπε ο κατηγορούμενος μέσα από το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου καθώς και όλη η μαρτυρία του αξιολογούνται στη συνέχεια. Η ΜΚ3 δημιούργησε πολύ καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν περιοριζόμενη πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας της αλλά και στα γεγονότα που η ίδια βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την εξέταση της παραπονούμενης. Ολόκληρη η μαρτυρία της παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Στη βάση αυτών, αποδέχομαι όλη την μαρτυρία της ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και το Τεκμήριο 5, το οποίο αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της και το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Συγκεκριμένα, ανάμεσα σ' άλλα, αποδέχομαι ότι στις 07.12.11 και ώρα 12:42 η ΜΚ3 εξέτασε την ΜΚ2 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου που ανάφερε ξυλοδαρμό της υπό την έννοια ότι την τράβηξαν από το κεφάλι χωρίς να την κτυπήσουν καθώς και παραπονούμενη για ζάλη που αισθανόταν. Κατόπιν κλινικής εξέτασης η νευρολογική εκτίμηση της ΜΚ2 διαπιστώθηκε ότι ήταν σε φυσιολογικό όριο με επίδοση 15 στα 15 στη βάση Κλίμακας Γλασκόβης. Η παραπονούμενη ήταν σε καλή κατάσταση, τα δε μάτια της ανταποκρίνονταν στο φως και οι κόρες οφθαλμών της στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η παραπονούμενη δεν φαινόταν ζαλισμένη ενώ ομιλούσε κανονικά έχοντας λεκτική ανταπόκριση με φυσιολογικό επίπεδο συνείδησης και κινήσεων. Επίσης δέχομαι ότι στην παλαμιαία επιφάνεια του άνω άκρου της αριστερής πηχαιοκαρπικής υπήρχε ένα μικρό, επιπόλαιο και συνάμα φρέσκο τραύμα ενός εκατοστού περίπου που ουσιαστικά είναι ένας μώλωπας όπου τραυματίστηκαν και έσπασαν αγγεία και προκλήθηκε από κάκωση, χωρίς να αποκλείεται ως μία από τις αιτίες πρόκλησης του ο αυτοτραυματισμός. Περαιτέρω αποδέχομαι τον μη εντοπισμό παθολογικών ευρημάτων και εξωτερικών τραυμάτων. Επιπλέον δέχομαι ότι στην παραπονούμενη έγινε ακτινολογικός έλεγχος κεφαλής και σπονδυλικής στήλης χωρίς να υπάρχουν εμφανείς οστικές κακώσεις. Στο κεφάλι δεν εντοπίστηκαν κατάγματα και γενικότερα δεν υπήρχαν τραύματα. Όλα τα πιο πάνω ιατρικά ευρήματα γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο. Η παραπονούμενη (ΜΚ2) έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Βασικό μέρος της ένορκης κατάθεσης της παραπονούμενης έρχεται σε αντίθεση με βασικό μέρος του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης της στην αστυνομία ημερομηνίας 07.12.11 (Τεκμήριο 3). Η μαρτυρία της στο σύνολο της περιέχει κενά και αδυναμίες. Κάποιες δε τοποθετήσεις της παραπονούμενης αντιστρατεύονται τη λογική. Σε ουσιώδεις πτυχές της δημιουργήθηκαν εύλογα ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα Αυτά τα κενά, αδυναμίες και τα λογικά ερωτηματικά που βασικά χαρακτηρίζουν την μαρτυρία της παραπονούμενης δημιουργούν σκιές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα ιατρική μαρτυρία που για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω έγινε αποδεκτή στην ολότητα της αλλά παραμένει εκτεθειμένη από αυτή. Η δε παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της στο Δικαστήριο υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την εικόνα της ως μάρτυρα. Όλα τα προαναφερόμενα αφαιρούν από τη δυναμική της μαρτυρίας της και παράλληλα προκαλούν σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία της. Αυτό με τη σειρά του εγείρει θέμα πειστικότητας της μαρτυρίας. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής:
(1)Ενώ στο Τεκμήριο 3 η παραπονούμενη αναφέρει ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι στους άλλους συναδέλφους της δεν ήταν η πρέπουσα, στην ένορκη κατάθεση της και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση της δήλωσε πως το κλίμα στην εργασία της ήταν ευχάριστο και φιλικό με όλους τους υπαλλήλους και τους εργοδότες να έχουν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις, ένας εξ' αυτών ήταν ο κατηγορούμενος, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να διεξάγονται μεταξύ τους συναντήσεις σε κοινωνικές εκδηλώσεις εκτός ωρών εργασίας.
(2)Ενώ στο Τεκμήριο 3 η παραπονούμενη αναφέρει ότι αρκετές φορές στο παρελθόν ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα την κτυπήσει αλλά η ίδια δεν προέβηκε σε καταγγελία επειδή πρώτον δεν πίστευε ότι θα πραγματοποιούσε τις απειλές του και δεύτερο φοβόταν ότι θα έχανε την εργασία της, στην αντεξέταση της ελίχθηκε και ουδεμία αναφορά για απειλή στο παρελθόν γίνεται προς το πρόσωπο της δηλώνοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εχθρική στάση απέναντι της.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 3 η παραπονούμενη αναφέρει ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος επανειλημμένως την εξύβρισε δείχνοντας ανοχή για να διατηρήσει την εργασία της, στην αντεξέταση της αναδιπλώθηκε αποδίδοντας τυχόν βρισιές του κατηγορουμένου προς το πρόσωπο της ορισμένες φορές που αυτή ασκούσε πυροσβεστικό ρόλο για να ηρεμήσει τεταμένη κατάσταση που δημιουργήθηκε όταν ο κατηγορούμενος καβγάδιζε με άλλους συναδέλφους της και όχι με την ίδια, χωρίς η παραπονούμενη να επιρρίπτει ευθύνη στον κατηγορούμενο αλλά αντίθετα να δείχνει κατανόηση για τέτοιες εξελίξεις λόγω, όπως είπε, της έντασης και των συνθηκών πίεσης που επικρατούσαν στην εργασία.
(4)Ενώ στο Τεκμήριο 3 η παραπονούμενη αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι προκειμένου να διατηρήσει την εργασία της επιδείκνυε ανοχή μπροστά στις συνεχείς απειλές και εξυβρίσεις του κατηγορουμένου που ήταν ένας εκ των δύο διευθυντών της και συνεταίρων της εταιρείας, ο οποίος συχνά βρισκόταν εκτός ελέγχου και εκνευριζόταν με το παραμικρό, στην αντεξέταση δηλώνει απόλυτα ευχαριστημένη από το ευχάριστο και πολύ φιλικό κλίμα που επικρατούσε στο εργασιακό περιβάλλον της εταιρείας ανάμεσα στην ίδια, στους διευθυντές της και των συναδέλφων της.
(5)Η δήλωση της κατηγορουμένης στην κυρίως εξέταση της ότι αιφνιδιάστηκε και σοκαρίστηκε από την αντίδραση του κατηγορουμένου κατά το επίμαχο επεισόδιο δεν συνάδει με τη λογική προηγούμενης γραπτής αναφοράς της μέσα από το Τεκμήριο 3 περί επανειλημμένων απειλών για επίθεση και εξύβριση προς το πρόσωπο της από τον κατηγορούμενο.
(6)Ενώ αρχικά στην αντεξέταση της η παραπονούμενη ανάφερε ότι αυτή ήταν που είχε περισσότερη από όλους τους συναδέλφους της τριβή με προμηθευτές της εταιρείας, στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε και ισχυρίστηκε ότι ουδεμία επαφή είχε με πελάτες της εταιρείας, όπως είναι οι προμηθευτές της, προφανώς για να καταρρίψει τη θέση της υπεράσπισης ότι αυτή ήταν που είχε ιδιόρρυθμο χαρακτήρα για τον οποίο πελάτες της εταιρείας παραπονέθηκαν στη διεύθυνση της εταιρείας.
(7)Η θέση της παραπονούμενης ότι μέσα από τη συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο κατά το επίδικο περιστατικό ο τελευταίος αρχικά θύμωσε και την εξύβρισε δεν συνάδει με τη λογική καθότι δεν υπήρχε κανένας λόγος υπό το φως του ευχάριστου και φιλικού κλίματος που επικρατούσε στην εταιρεία.
(8)Η θέση της παραπονούμενης ότι παρόλο ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο να ηρεμήσει αυτός συνέχισε να την εξυβρίζει και τώρα να την απειλεί ότι θα την κτυπήσει επίσης αντιστρατεύεται τη λογική.
(9)Η τοποθέτηση της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος έριξε και έσπασε πράγματα από το γραφείο της παραπονούμενης και ακολούθως της επιτέθηκε και την κτύπησε στο βαθμό, την έκταση, με την ένταση και τη μανία που αυτή περίγραψε επίσης δεν στέκει στη λογική υπό το φως της ήρεμης στάσης και απρόκλητης συμπεριφοράς που η ίδια τήρησε καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επικαλείται ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε σε συνδυασμό με το ευχάριστο και φιλικό κλίμα που επικρατούσε στην εταιρεία.
(10)Ο βαθμός, η έκταση, η ένταση και η μανία της επίθεσης που η παραπονούμενη επικαλέστηκε ότι υπέστηκε τόσο στο κεφάλι όσο και στο υπόλοιπο σώμα της δεν συμβιβάζονται και κατ' επέκταση δεν δικαιολογούνται με βάση την προσκομισθείσα αποδεκτή ιατρική μαρτυρία μέσα από την οποία, με εξαίρεση ένας μικρός και επιπόλαιος μώλωπας μήκους ενός εκατοστού στην παλαμιαία επιφάνεια του άνω άκρου της αριστερής πηχαιοκαρπικής, κανένα άλλο τραύμα, σημάδι ή κάκωση εντοπίστηκε τόσο στο κεφάλι όσο και στο σώμα της παραπονούμενης.
(11)Η θέση της παραπονούμενης ότι αμέσως μετά το περιστατικό αισθανόταν έντονους πόνους στο κεφάλι λόγω των κτυπημάτων που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο έρχεται σε αντίθεση με την αποδεκτή και συνάμα αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΚ3 στο Τεκμήριο 5 ότι όταν η παραπονούμενη προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ανάφερε ξυλοδαρμό της υπό την έννοια ότι την τράβηξαν από το κεφάλι χωρίς να την κτυπήσουν εκεί, αναντίλεκτη θέση που υποστηρίζεται από το ιατρικό εύρημα του μη εντοπισμού στο κεφάλι της παραπονούμενης οποιουδήποτε τραύματος, οστικής κάκωσης ή σημαδιού.
(12)Η μοναδική και μεμονωμένη παρουσία του μικρού και επιπόλαιου μώλωπα μήκους ενός εκατοστού στην παλαμιαία επιφάνεια του άνω άκρου της αριστερής πηχαιοκαρπικής δεν μπορεί, στη βάση της περιγραφής και της ανάλυσης που η παραπονούμενη έδωσε για το βαθμό, την έκταση, την ένταση και τη μανία της επίθεσης που κατ' ισχυρισμό υπέστηκε από τον κατηγορούμενο σε διάφορα μέρη του σώματος, να αποδοθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως φυσική συνέπεια αυτής της επίθεσης με αποτέλεσμα να αιωρείται η σκιά της πιθανότητας αυτοτραυματισμού, ένα ενδεχόμενο που η ΜΚ3 δεν μπόρεσε να αποκλείσει.
(13)Η μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με το βαθμό, την έκταση, την ένταση και τη μανία της επίθεσης που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε επίθεση σε συνδυασμό με την μαρτυρία της για το σοκ και τον πανικό που λέει ότι είχε καθώς και την μαρτυρία της για τους πόνους και τη ζάλη που επικαλείται ότι αισθανόταν αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό, είναι αναφορές που μένουν εκτεθειμένες μπροστά στο ιατρικό εύρημα ότι η νευρολογική εκτίμηση της παραπονούμενης κατά την ιατρική εξέταση της κυμαινόταν στο ανώτατο όριο της Κλίμακας Γλασκώβης.
(14)Η δήλωση της παραπονούμενης κατά την αντεξέταση της ότι είχε ορισμένους μώλωπες πάνω στα πόδια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ιατρική μαρτυρία, η οποία δεν εντοπίζει κάτι τέτοιο.
(15)Η αναφορά της παραπονούμενης ότι για 6 μήνες περίπου βρισκόταν υπό την παρακολούθηση νευρολόγου και ψυχολόγου παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας χωρίς υποστηρικτικό υπόβαθρο. Το Δικαστήριο ανάμενε από ένα άτομο που ισχυρίζεται ότι παρακολουθείται από ιατρούς για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, θέση που η υπεράσπιση αμφισβητεί μέσα από την εκδοχή της, να παρουσιάσει σχετική ιατρική μαρτυρία που να εκτιμά την πορεία της κατάστασης της για το χρονικό διάστημα που επικαλείται προκειμένου να είναι πειστικό για αυτά που αναφέρει. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της παραπονούμενης, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί κατά το επίδικο περιστατικό και έτσι μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία της. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις της που είναι τα Τεκμήρια 3 και 4, στις οποίες ούτε αυτές αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν περιέχει γεγονότα που εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό η εν λόγω μάρτυρας τοποθετεί τον εαυτό της σε χώρο διαφορετικό από αυτό που το επεισόδιο διαδραματίστηκε. Με εξαίρεση το γεγονός ότι στις 07.12.11 και περί ώρα 11:30 η εν λόγω μάρτυρας απλά είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στο λογιστήριο όπου εκείνη τη στιγμή εκεί η παραπονούμενη εργαζόταν και ότι μετά από περίπου πέντε λεπτά είδε την παραπονούμενη να κρατάει την τσάντα της και να φεύγει βιαστικά, γεγονότα που δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω αφού αμφότερα εμπλεκόμενα μέρη παραδέχονται για την μεταξύ τους συνάντηση στο λογιστήριο της εταιρείας κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και ώρα, η υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΥ1 παραπέμπει σε πληροφόρηση που έτυχε από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την εκδοχή του για το τι διαδραματίστηκε στο επίδικο περιστατικό καθώς επίσης και σε προσωπικές εντυπώσεις της ως προς το χαρακτήρα της παραπονούμενης. Το μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ1 που αφορά ενημέρωση της από τον κατηγορούμενο αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα ότι η εκδοχή του κατηγορουμένου αξιολογείται ενδελεχώς στα πλαίσια της ένορκης κατάθεσης του στο Δικαστήριο αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της ΜΥ
- Όσον αφορά το μέρος που σχετίζεται με το χαρακτήρα της παραπονούμενης είναι γενικό και αόριστο και στερείται από τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες συγκεκριμένων περιστατικών που θα διαφώτιζαν το Δικαστήριο και παράλληλα θα επαλήθευαν και ταυτόχρονα θα καθιστούσαν πειστικές απέναντι στο Δικαστήριο τις θεωρητικές τοποθετήσεις της εν λόγω μάρτυρα στο ζήτημα αυτό. Συνεπώς ούτε σ' αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας της ΜΥ1 προσδίδω βαρύτητα. Κατ' αναλογία των πιο πάνω αποδίδεται μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 6 που είναι μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ
- Τα όσα ανάφερα για την μαρτυρία της ΜΥ1 ισχύουν ακριβώς για την μαρτυρία του ΜΥ2, η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Για τους ίδιους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω αποδίδω μηδενική βαρύτητα τόσο στο μέρος αυτής που αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία και παραπέμπει σε πληροφόρηση που έτυχε από την ΜΥ1 για το επίδικο περιστατικό, η οποία με τη σειρά της ενημερώθηκε γι' αυτά που είπε στον ΜΥ2 από τον κατηγορούμενο, όσο και στο γενικής και αόριστης φύσεως κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΥ2 που αφορά το χαρακτήρα της παραπονούμενης. Κατ' αναλογία των πιο πάνω αποδίδεται μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο 7 που είναι μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ
- Φτωχή εικόνα από το εδώλιο του μάρτυρα άφησε και ο κατηγορούμενος. Η στάση του από το εδώλιο του μάρτυρα δεν τον καθιστούν άτομο θετικό στις τοποθετήσεις και ούτε μάρτυρα που εμπνέει εμπιστοσύνη. Η όλη μαρτυρία του δεν είναι κατατοπιστική και δεν ξεκαθαρίζει τα γεγονότα που πραγματικά εκτυλίχτηκαν. Ενώ είναι ένας από τους δύο αρνητικούς πρωταγωνιστές του επίδικου επεισοδίου η μαρτυρία του σε ορισμένες ουσιώδεις πτυχές της είναι αντιφατική και ομιχλώδης. Η μαρτυρία του αφήνει να αιωρούνται σκιές γύρω από τη δική του στάση και συμμετοχή στο περιστατικό. Επιπλέον υπάρχουν αναφορές του κατηγορουμένου που δεν συνάδουν με τη λογική ενώ μέρος της μαρτυρίας του έρχεται σε αντίθεση με άλλο μέρος της. Παράλληλα η μαρτυρία του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις και αντιθέσεις, γεγονότα που έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα: (α) Η αναφορά του κατηγορουμένου για το επίμαχο επεισόδιο ότι ενώ έδιδε οδηγίες στην παραπονούμενη για να εκδώσει επιταγές σε κάποιους προμηθευτές της εταιρείας αυτή άρχιζε να φωνάζει δυνατά και να αντιδρά με άσχημο τρόπο απαιτώντας από αυτόν να εξέλθει του γραφείου της, δικαιολογημένα δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής υπό το φως της ήρεμης στάσης και απρόκλητης συμπεριφοράς που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι τήρησε καθώς και γενικότερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επικαλείται ότι το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε. (β) Η τοποθέτηση του κατηγορουμένου ότι η παραπονούμενη συνέχισε να του φωνάζει δυνατά μπροστά σε πελάτες της εταιρείας και να ρίχνει έγγραφα της εταιρείας ομιλώντας άσχημα στο διευθυντή της επίσης δεν αντέχει τη δοκιμασία της λογικής αν αναλογιστεί κάποιος λογικά σκεπτόμενος ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για την κατηγορούμενη να φλερτάρει με τον κίνδυνο απόλυσης της από την εργασία της φωνάζοντας σε διευθυντή της εταιρείας τη στιγμή που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί και προειδοποιηθεί από τη διεύθυνση της εταιρείας για τη συμπεριφορά της. (γ) Ενώ στην γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 09.12.11 (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι τον τελευταίο καιρό η συμπεριφορά της παραπονούμενης απέναντι τόσο στους συναδέλφους της όσο και στους πελάτες της εταιρείας δεν ήταν καλή, αφήνοντας έτσι σαφώς να εννοηθεί ότι στο παρελθόν η συμπεριφορά της ήταν διαφορετική προς το καλύτερο, στην κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας του δηλώνει πως από τότε που η παραπονούμενη εργοδοτήθηκε στην εταιρεία ήταν ιδιόρρυθμη και συμπεριφερόταν με άσχημο τρόπο στους συναδέλφους της καθώς και στους πελάτες της εταιρείας. (δ) Η παραμονή της παραπονούμενης στην υπηρεσία της εταιρείας από το έτος 2006-2011 δεν δικαιολογεί τους χαρακτηρισμούς του κατηγορουμένου ότι η παραπονούμενη ήταν προβληματική, ήταν αντιδραστική, αδιαφορούσε για τους πελάτες της εταιρείας, αντιμιλούσε, απαντούσε με άσχημο τρόπο και ότι δεν συμπεριφερόταν με καλό τρόπο τόσο στους συναδέλφους της όσο και στους πελάτες της εταιρείας. (ε) Η δικαιολογία που ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι αφεντικό της παραπονούμενης ήταν ο συνέταιρος του επειδή είχε περισσότερες μετοχές και ότι μόνο αυτός μπορούσε να την απολύσει προκειμένου να δικαιολογήσει το μεγάλο χρονικό διάστημα παραμονής της παραπονούμενης στην υπηρεσία της εταιρείας είναι φτωχή και απορρίπτεται για τον απλούστατο λόγο ότι στα μάτια της παραπονούμενης ήταν και οι δύο διευθυντές της και ως και οι δύο συνέταιροι στην εταιρεία, ανεξαρτήτως του αριθμού μετοχών της εταιρείας που κατείχαν, οποιοσδήποτε από αυτούς μπορούσε να της δώσει οδηγίες και εντολές. (στ) Η μαρτυρία του κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήταν στο χέρι του να απολύσει την παραπονούμενη από την εργασία της για τα κατ' ισχυρισμό προβλήματα που αυτή δημιουργούσε στην εταιρεία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία του μέσα από το Τεκμήριο 2 αλλά και στην κυρίως εξέταση του όταν εξαιτίας του επιδίκου περιστατικού ζήτησε από την παραπονούμενη να εγκαταλείψει την εργασία της και να μην επιστρέψει. (ζ) Η αδράνεια του κατηγορουμένου όταν πληροφορήθηκε για την οικονομική διευκόλυνση ύψους €12.500 που η παραπονούμενη έτυχε από την εταιρεία στην οποία είναι συνέταιρος και ταυτόχρονα διευθυντής είναι ανεξήγητη και εγείρει ερωτηματικά με γνώμονα την πολύ κακή εντύπωση που έχει για το χαρακτήρα της παραπονούμενης. (η) Εφόσον η παραπονούμενη με τη συμπεριφορά και το χαρακτήρα της πάντοτε προκαλούσε προβλήματα στην εταιρεία και στα συμφέροντα αυτής και τούτο από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου ήταν γνωστό στη διεύθυνση της εταιρείας παραμένει χωρίς λογική εξήγηση η παροχή σ' αυτήν μεγάλης οικονομικής βοήθειας. Τα πιο πάνω φανερώνουν ένα άτομο που δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά ήλθε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του επιρρίπτοντας μεροληπτικά ευθύνες στην παραπονούμενη. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του κατηγορουμένου, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί και γενικότερα ως προς την εικόνα της παραπονούμενης που ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως ούτε στην μαρτυρία του κατηγορουμένου μπορεί τελικά να στηριχτεί για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν στο κατ' ισχυρισμό επίδικο επεισόδιο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι τόσο η ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου όσο και η γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία, δηλαδή το Τεκμήριο 2, εκφράζουν την αληθινή όψη των γεγονότων της υπόθεσης. Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορουμένου αλλά και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω, αφαιρεί την δυνατότητα για κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα που σχετίζονται με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και άπτονται του ισχυρισμού για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η μη κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα του επιδίκου περιστατικού της κατ' ισχυρισμό επίθεσης υπό το φως της προσκομισθείσας ιατρικής μαρτυρίας, προδιαγράφει το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης. Αυτό που προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου έχουν δοκιμαστεί και δεν βρίσκονταν στο καλύτερο τους επίπεδο. Παρόλα αυτά δεν είναι ξεκάθαρο τι πραγματικά συνέβηκε στο επίδικο περιστατικό και ποιος ευθύνεται γι' αυτό. Αυτά είναι καίρια αδιευκρίνιστα ζητήματα που δημιουργούν συνθήκες εύλογης αμφιβολίας για επίδειξη από μέρους του κατηγορουμένου της αξιόποινης συμπεριφοράς που του αποδίδεται. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης υπό το φως της προσαχθείσας ιατρικής μαρτυρίας σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα κρίσιμα αδιευκρίνιστα θέματα οδηγούν σε αποτυχία την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €110,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη-Δημόσια εξύβριση-Απειλή/ Άρθρα 243, 99 και 91Α του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο