← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Παναγιωτίδης, Αρ. Υπόθεσης: 249/12, 3/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεώργιος Παναγιωτίδης, Αρ. Υπόθεσης: 249/12, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 249/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Γεώργιος Παναγιωτίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 03/07/2015. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Κακογιάννης και κα Α. Κακογιάννη. Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και συγκεκριμένα ότι κατά την 3ην Αυγούστου του 2011, στην Κρήτου Τέρρα της Επαρχίας Πάφου, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Διογένη Ευριπίδου από την Κρήτου Τέρρα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο

(2)μάρτυρες κατηγορίας, τον Α/Αστ. 2177 Γ. Κουλουντή (Μ.Κ.1) και τον κ. Διογένη Ευριπίδου (Μ.Κ.2). Το Δικαστήριο, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου γι αυτό κλήθηκε σε απολογία. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ως μάρτυρες υπεράσπισης τον κ. Ανδρέα Παπαδόπουλο (Μ.Υ.1) και την κα. Θεονίτσα Παναγιωτίδη (Μ.Υ.2). Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο έχει καταγραφεί στο πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να την επαναλάβω αυτολεξεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της στα κυριότερα μέρη αυτής για να διαφανούν και οι εκδοχές των διαδίκων. Ουσιαστικά η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι στις 3/08/2011 στο χωρίο Κρήτου Τέρρα διοργανώνονταν πάρτι του κυνηγετικού συλλόγου στο καφενείο του χωριού. Γύρω στις 00:30 ο κατηγορούμενος ήθελε να περάσει από το δρόμο μπροστά από το καφενείο για να πάει στο σπίτι του και έλεγε ότι ήταν κλειστός και δεν μπορούσε να το πράξει. Βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο του και τηλεφωνούσε όταν ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), ο οποίος αντιλήφθηκε τι γινόταν τον πλησίασε και του είπε να πάει από άλλο δρόμο. Τότε ο κατηγορούμενους έδωσε στον παραπονούμενο μια κλωτσιά μέσα στα «λυμπά» όπως αναφέρει. Ο κατηγορούμενος από την αντίπερα όχθη, αρνείται ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο και ότι τον κτύπησε. Αντιθέτως, ήταν η θέση του ότι όταν σταμάτησε στο δρόμο διότι δεν μπορούσε να περάσει, κάποιος του έριξε ένα λεμόνι. Ενώ ανέμενε για να αδειάσει ο δρόμος να περάσει και σε κάποια στιγμή κατέβηκε για να ρωτήσει ποιος ρίχνει λεμόνια, πήγαν κοντά του περίπου δέκα άτομα και άρχισαν να τον κτυπούν σε διάφορα μέρη του σώματος του. Στη συνέχεια πήγε κοντά του και ο παραπονούμενος και τον κτύπησε στο κεφάλι του και πάνω στους ώμους του και με τα πόδια του τον κλώτσησε δύο φορές. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο Αστυνομικός ο οποίος εξέτασε την καταγγελία του παραπονούμενου και ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να εκθέσει τις ενέργειες που ο ίδιος προέβηκε αλλά και τον τρόπο που προέκυψε η καταγγελία του παραπονούμενου και όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός είπε ότι στις 04/08/2011 και περί ώρα 01:00 ο παραπονούμενος πήγε στο Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς προερχόμενος από το Νοσοκομείο και του κατάγγειλε προφορικά ότι στις 3/8/2011 και περί ώρα 23:30 στην Κρήτου Τέρρα δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο κλωτσώντας τον στα γεννητικά του όργανα. Λόγω του ότι δεν αισθανόταν καλά αποχώρησε χωρίς να δώσει κατάθεση κάτι που έκαμε στις 06/08/
  1. Παραδέχτηκε ότι η καταγγελία του παραπονούμενου έλαβε χώρα μισή με μία περίπου ώρα, μετά που ο κατηγορούμενος προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του ότι του επιτέθηκε. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι δεν εντόπισε άλλα άτομα που ήταν παρόντες στο επεισόδιο για να τους λάβει κατάθεση και η μοναδική μαρτυρία ήταν αυτή του παραπονούμενου. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο ιατρικό πιστοποιητικό του παραπονούμενου ημερομηνίας 30/08/2011 του Δρ. Μάριου Θεοδώρου - τεκμήριο
  2. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει επίθεση και κλωτσιά στους όρχεις. Επώδυνο. Χωρίς οίδημα ή εμφανή σημεία κακώσεως. Αποδέχομαι τις εν λόγω αναφορές στο εν λόγω πιστοποιητικό στο βαθμό που αυτές μπορεί να είναι βοηθητικές. Σε κανένα σημείο έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και αυτό κατατέθηκε κατόπιν δικού της αιτήματος. Όπως προκύπτει από αυτό, δεν φαίνεται να υπήρχαν οποιοδήποτε τραυματισμοί στον παραπονούμενο. Πέραν τούτου, δεν προκύπτει οτιδήποτε άλλο ούτε επεξηγείται η αναφορά «επώδυνο» και κατά πόσο ήταν εύρημα ή υποκειμενικές αναφορές του παραπονούμενου. Ούτε θα λάβω υπόψη μου οποιεσδήποτε άλλες αναφορές στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφορικά με τον ισχυριζόμενο τρόπο τραυματισμού, που φαίνεται να προέρχονται από αναφορές του παραπονούμενου ή τουλάχιστον δεν έχει επεξηγηθεί η αναφορά αυτή. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ο παραπονούμενος δεν του προσκόμισε οποιοδήποτε άλλο ιατρικό πιστοποιητικό ούτε ο ίδιος τον παρέπεμψε σε οποιοδήποτε άλλο ιατρό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις σχετικά με το ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο
  3. O Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομίας, τεκμήριο
  4. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού με πολλή προσοχή και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι είναι επικίνδυνο να βασιστώ σε αυτή και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός δεν απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και η όλη εκδοχή του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσο τα γεγονότα έλαβαν χώρα με τον τρόπο που τα περιέγραψε και αν τελικά κτυπήθηκε με τον τρόπο που ανέφερε στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ήταν στο καφενείο του χωριού του όπου διεξαγόταν πάρτι του κυνηγετικού συλλόγου και περί ώρα 00:30 εξήλθε από αυτό με σκοπό να πάει στο σπίτι του και όταν κατέβηκε τα σκαλιά εντόπισε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο δρόμο έξω από το αυτοκίνητο του και να μιλά στο τηλέφωνο του. Από τη συνομιλία που είχαν κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να πάει σπίτι του και έλεγε ότι ο δρόμος ήταν κλειστός και όταν του είπε να πάει από άλλο δρόμο τότε τον κλώτσησε μέσα στα «λυμπά». Ο κατηγορούμενος με τα πιο πάνω στην κατάθεση του και την υπόλοιπη μαρτυρία του, παρουσιάζει τη θέση ότι χωρίς να προηγηθεί οτιδήποτε άλλο προηγουμένως ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε διότι απλά του είπε να πάει από άλλο δρόμο. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο όμως, φαίνεται να παρουσιάζει μια άλλη εικόνα και ότι πριν την κατ' ισχυρισμό κλωτσιά που δέχθηκε, ο κατηγορούμενος μιλούσε στο κινητό, έβριζε είπε τον κόσμο που ήταν εκεί και ο ίδιος επειδή ήταν κατά κάποιο τρόπο ο οικοδεσπότης προσπάθησε να τον ηρεμήσει και είχε μαζί του διάλογο. Άρα πριν να επέμβει ο παραπονούμενος προφανώς προηγήθηκε επεισόδιο μεταξύ του κατηγορουμένου και άλλων παρευρισκομένων. Πιο κάτω στη μαρτυρία του, προσπαθεί να δικαιολογήσει τον λόγο που έκλεισε το δρόμο λέγοντας ότι ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του φαίνεται να ισχυρίζεται ότι ο δρόμος δεν ήταν κλειστός διότι το πάρτι ήταν μέσα στο καφενείο και όχι στο δρόμο. Λέει επίσης, ότι όταν διαλύθηκε το πάρτι γέμισαν οι δρόμοι και έβγαλαν και τραπέζια έξω. Αφού το πάρτι ήταν μέσα και μάλιστα είχε διαλυθεί εκείνη την ώρα, για ποιο λόγο να βγάλουν και τραπέζια έξω; Περαιτέρω, όταν ερωτάται να πει κατά πόσο χωρίς λόγο ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε, είπε ναι και συνέχισε λέγοντας ότι όταν του είπε ότι μεταξύ των ατόμων που βρίσκονταν εκεί υπήρχαν άτομα που κατάγονταν από την Ίννια και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να ακούσει γι αυτό το χωριό, γι αυτό τον κλώτησε. Η θέση του αυτή και η προσπάθεια του να δείξει λόγο που ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε εκτός του ότι συγκρούεται με τα προηγούμενα που είπε ότι χωρίς λόγο τον κλώτσησε, δεν επεξηγήθηκε και ούτε πείθει. Επίσης, είπε σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ότι όταν πήγε κοντά στον κατηγορούμενο, τον προστάτευσε και τον «γλίτωσε» από τα άλλα άτομα που βρίσκονταν εκεί διότι ο κατηγορούμενος ύβριζε και δεν άρεσε στα άτομα αυτά ο τρόπος του. Όταν του υποβάλλεται ότι επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο 10 άτομα και τον κτυπούσαν όμως, το αρνείται. Τότε πώς τον γλίτωσε και από ποιους; Είναι προφανές ότι υπήρχε επεισόδιο στο μέρος όταν ο παραπονούμενος προσέγγισε τον κατηγορούμενο και τα γεγονότα δεν έλαβαν χώρα όπως ο παραπονούμενος προσπάθησε να περιγράψει και ότι χωρίς λόγο ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε και πριν από αυτό δεν προηγήθηκε οτιδήποτε άλλο. Όταν του υποβάλλεται ότι ο κατηγορούμενος ξυλοκοπήθηκε στο μέρος από αυτόν και από άλλα άτομα, το αρνείται και προσπαθεί να δικαιολογήσει τη θέση του υποβάλλοντας διάφορες ερωτήσεις, όπως γιατί δεν πήγε στο γιατρό την ίδια νύκτα, ότι δεν πήγε στο γιατρό χωρίς ο ίδιος προφανώς να το γνωρίζει και ότι την επόμενη αποφάσισε να πάει στο γιατρό. Πέραν των πιο πάνω, παρόλο που η κατηγορία δεν αφορά επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ο παραπονούμενος παρουσιάστηκε να λέει ότι από αυτή την επίθεση είχε τραυματιστεί. Είπε ότι πονούσε πολύ και πήγε στο Νοσοκομείο όπου του έβαλαν ένεση για το πόνο και του είπαν ότι θα πρέπει να επισκεφθεί ουρολόγο. Επίσης, ο ίδιος είπε ότι είχε απώλεια ούρων ένεκα του κτυπήματος που δέχθηκε. Το τεκμήριο 4 όμως που είναι το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείο δεν αναφέρει οτιδήποτε για απώλεια ούρων ούτε ότι του έγινε ένεση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την επομένη πήγε σε ουρολόγο αλλά δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό παρόλο που είπε ότι το παρέδωσε στον Αστυνομικό. Όταν του υποβάλλεται ότι δεν υπάρχει ένα τέτοιο πιστοποιητικό, ισχυρίζεται ότι χάθηκε από το φάκελο της Αστυνομίας. Πιο κάτω στη μαρτυρία του επίσης παραδέχτηκε ότι ο ίδιος είχε πρόβλημα με τον προστάτη του και υποβλήθηκε σε εγχείριση. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου σε συνδυασμό με την εντύπωση που απεκόμισα από αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι δεν μπορώ στη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παρέθεσε στο Δικαστήριο τη δική του εκδοχή υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως του εξέταση τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της δικής του καταγγελίας εναντίον του κατηγορουμένου για το ίδιο επεισόδιο - τεκμήριο
  5. Ουσιαστικά σε αυτή ισχυρίζεται ότι επιχείρησε να περάσει από το δρόμο μπροστά από το καφενείο όπου γινόταν πάρτι και δεν μπορούσε διότι ο δρόμος ήταν κλειστός. Σταμάτησε στο σημείο και περίμενε να αδειάσει ο δρόμος και κάποιος του έριξε ένα λεμόνι. Ο ίδιος δεν κατέβηκε και κοντά του πήγε ο κουμπάρος του ο Ανδρέας Στυλιανού ο οποίος ήταν και αυτός στο πάρτι και τον ρώτησε από πού ερχόταν. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τον ρώτησε ποιοι είναι αυτοί που ρίχνουν λεμόνια και αμέσως ήρθαν κοντά του γύρω στα 10 άτομα και άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματος του. Δεν γνώριζε κανένα από αυτά τα δέκα άτομα. Ακολούθως, ήρθε και ο παραπονούμενος τον οποίο γνωρίζει διότι είναι χωριανός του και τον κτύπησε με τα χέρια του πάνω στο κεφάλι και στους ώμους και με τα πόδια του τον κλώτσησε δύο φορές. Ουσιαστικά ο κατηγορούμενος με την μαρτυρία του αρνείται ότι ο ίδιος κτύπησε τον παραπονούμενο και επιχειρεί να καταδείξει ότι είναι ο ίδιος που ήταν θύμα επίθεσης και ξυλοδαρμού από τους παρευρισκομένους συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του κατηγορούμενου επίσης με πολλή προσοχή και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν στον Δικαστήριο. Γενικά ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και σαφήνεια και προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ένα σκηνικό στο σημείο του όλου επεισοδίου τέτοιο ώστε να καταδεικνύεται ότι ήταν αδύνατο να κτυπήσει τον παραπονούμενο, κάτι το οποίο δεν ανέφερε στην κατάθεση του. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, είχε την πόρτα ανοικτή και στεκόταν από πίσω και ο εν λόγω Ανδρέας Στυλιανού που πήγε πρώτος στο σημείο τον είχε κρατημένο εκεί. Επίσης, το εν λόγω πρόσωπο του έκλεινε το τηλέφωνο και δεν τον άφηνε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Πουθενά στην κατάθεση του καταλογίζει στο πιο πάνω πρόσωπο μια τέτοια συμπεριφορά. Ότι δηλαδή τον κρατούσε πίσω από την πόρτα και ότι δεν τον άφηνε να τηλεφωνήσει. Όταν ερωτάται να εξηγήσει το λόγο, είπε ότι το ανέφερε αλλά η Αστυνομία δεν το κατέγραψε και αμέσως μετά λέει ότι δεν το θεώρησε ότι ήταν πολύ σοβαρό. Ή το ανέφερε ή δεν το ανέφερε διότι δεν το θεωρούσε σοβαρό; Δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση. Θεωρώ ότι η παρουσίαση αυτού του σκηνικού αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου για να καταδείξει ότι ήταν αδύνατο να κτυπήσει τον παραπονούμενο. Επίσης, πουθενά στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι επιχειρούσε να πάρει τηλέφωνο την Αστυνομία και ο εν λόγω Ανδρέας Στυλιανού τον εμπόδιζε. Όταν ερωτάται γι αυτό, αναφέρει πάλι ότι δεν το σημείωσε ο Αστυνομικός. Πουθενά όμως δεν φαίνεται ούτε ο ίδιος αρχικά είπε ότι η κατάθεση του αυτή δεν είναι ολοκληρωμένη ή ότι υπάρχουν γεγονότα που ανέφερε και δεν καταγράφηκαν. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος εμπλέκει και το πιο πάνω πρόσωπο στο επεισόδιο αφήνοντας να νοηθεί ότι έχει και από αυτό παράπονο, χωρίς να το αναφέρει στην κατάθεση του και όταν μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας αναφέρει ότι νόμιζε ότι θα έδινε κατάθεση υπέρ του αλλά δεν το έπραξε. Παρόλο που το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση δεν είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος κτύπησε τον κατηγορούμενο αλλά αντίστροφα, αυτό αποτελεί μέρος της εκδοχής του κατηγορούμενου σε σχέση με το πώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα και θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο παραπονούμενος μόλις πήγε στο μέρος όπου τον κτυπούσαν οι άλλοι, χωρίς να του πει οτιδήποτε άρχισε και αυτός να τον κτυπά. Όταν του ζητείται να εξηγήσει πώς αυτό έγινε δεν μπορεί να δώσει μια σαφή απάντηση και περιπέφτει σε αντιφάσεις. Τον κτύπησε πάνω στο κεφάλι είπε αλλά ένοιωσε και κάτω στα πόδια του κάποιο να τον κλωτσά. Είπε όμως ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ήταν αυτός ή άλλος και αμέσως μετά ότι ήταν αυτός διότι φαινόταν. Πώς μπορεί να έγινε αυτό όμως, δηλαδή να τον κλωτσούσε αφού προηγουμένως παρουσίασε ένα σκηνικό με την πόρτα μπροστά του και πίσω του τον Ανδρέα Στυλιανού. Προχωρεί και λέει ότι ήταν δίπλα του και τον έβλεπε που τον κτυπούσε στο κεφάλι και ένοιωθε τις κλωτσιές από κάτω όπως είπε στην κατάθεση του λέει. Πουθενά όμως στην κατάθεση αναφέρει κάτι τέτοιο ή περιγράφει ένα τέτοιο σκηνικό. Πιο κάτω στη μαρτυρία του σε άλλο σημείο αναφέρει ότι είναι από μπροστά που ένοιωθε τις κλωτσιές. Πέραν των πιο πάνω, προχωρεί και δίνει μια πιο λεπτομερή περιγραφή του όλου σκηνικού, πού ο ίδιος βρισκόταν, πώς τον κρατούσε ο εν λόγω Στυλιανού και τι έκαναν οι άλλοι που τον κτυπούσαν υποπίπτοντας σε περαιτέρω αντιφάσεις και ανακρίβειες. Μάλιστα σε κάποιο σημείο είπε και για πρώτη φορά ότι ο παραπονούμενος τον γρονθοκοπούσε. Περαιτέρω, στην κατάθεση του αναφέρει ότι δεν τραυματίστηκε από το επεισόδιο ενώ όπως προκύπτει την επομένη επισκέφθηκε ιατρό. Σύμφωνα με το τεκμήριο 7 παρουσίαζε κάποιες εκδορές στην τραχηλική χώρα και εκχύμωση και μώλωπα στον αριστερό βραχίονα. Δεν επεξηγήθηκαν από πού και πώς μπορεί να προκύψουν τα τραύματα. Αλλά εν όψει της θέσης του κατηγορούμενου σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε και τα κτυπήματα όπως τα περιγράφει, θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να αντιλαμβανόταν από την ίδια στιγμή ότι είχε υποστεί κάποιους τραυματισμούς ή να ένοιωθε έστω και κάποιο πόνο και όχι να το αντιλαμβάνεται αυτό την επομένη. Τέλος, παρατηρείται ότι κατά την μαρτυρία του τοποθετεί και άλλα πρόσωπα στο επεισόδιο που είδαν τί έγινε όπως τον Μ.Υ.1 και κατά την επανεξέταση του αναφέρεται και σε άλλα άτομα που γνώριζε. Κρίνω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε ως μέρος της του εξέτασης τη γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν, τεκμήριο
  6. Σε αυτή ουσιαστικά αναφέρει ότι βρισκόταν στο καφενείο όπου γινόταν το πάρτι όταν άκουσε φασαρία στο δρόμο και βγήκε έξω για να δει τί συμβαίνει. Είδε αρκετά άτομα να βρίσκονται εκεί και συζητούσαν μεγαλοφώνως. Είδε λέει τον παραπονούμενο να κτυπά με τα χέρια του τον κατηγορούμενο στο πάνω μέρος του σώματος του, στο κεφάλι ή στους ώμους χωρίς να θυμάται ακριβώς. Επίσης, τα άλλα άτομα που βρίσκονταν εκεί και ήταν άγνωστα του κτυπούσαν τον κατηγορούμενο με τα χέρια τους. Τέλος, αναφέρει στην κατάθεση του ότι μετά από τα γεγονότα αυτά σηκώθηκε και έφυγε και πήγε στο σπίτι του. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου κυρίως το περιεχόμενο της και τον τρόπο που ο μάρτυρας αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Εκείνο το οποίο έχω διαπιστώσει είναι ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σαφής στην περιγραφή του όλου επεισοδίου όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το αντιλήφθηκε να έλαβε χώρα και φάνηκε σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας του να μην θυμάται συγκεκριμένα γεγονότα όταν ερωτάτο ενώ σε άλλα μέρη της και ειδικότερα σε σχέση με την ισχυριζόμενη επίθεση που δέχτηκε ο κατηγορούμενος να θυμάται. Παρόλα αυτά ακόμη και σε αυτά που έλεγε ότι θυμάται και ότι είδε τον παραπονούμενο να κτυπά τον κατηγορούμενο, δεν μπορούσε να περιγράψει τον τρόπο που αυτό λάμβανε χώρα. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι στην προφορική του μαρτυρία έχει προσθέσει και αναφέρθηκε σε διάφορες λεπτομέρειες του όλου επεισοδίου χωρίς αυτά να τα έχει παραθέσει στην γραπτή του κατάθεση, τότε που ήταν φρέσκα τα γεγονότα στη μνήμη του, όπως ο ίδιος ανάφερε στο Δικαστήριο. Γενικά κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου και οι περαιτέρω αναφορές του σκοπό και στόχο είχαν να συμβαδίζουν με αυτά που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στη μαρτυρία του χωρίς όμως να μπορούσε να τις στηρίξει. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά που βγήκε έξω και είδε αυτά που είδε, όπως τα αναφέρει στην κατάθεση του, έστω και με μεγάλη γενικότητα και αοριστία, και ακολούθως έφυγε για το σπίτι του χωρίς να αναφέρει άλλη εμπλοκή ή ενέργεια του, στην προφορική του μαρτυρία δίνει ενεργό ρόλο στο όλο επεισόδιο. Αναφέρει ότι πήγε κοντά και χώρισε αυτούς που τσακώνονταν, ότι είπε στον κατηγορούμενο να μπει στο αυτοκίνητο του και ότι σήκωσε τις φουκούδες που εμπόδιζαν τη διέλευση του κατηγορούμενου για να περάσει. Πήγε επίσης, κοντά στο επεισόδιο και προσπάθησε να καθορίσει το σημείο που στεκόταν ο κατηγορούμενος λέγοντας όταν ήταν στην πόρτα του οδηγού, όπως ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο και ο κατηγορούμενος. Παρόλα αυτά, φάνηκε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει πού ο κατηγορούμενος στεκόταν σε σχέση με την πόρτα του οδηγού και ούτε αν αυτή ήταν ανοικτή ή όχι. Είπε επίσης, ότι εκεί στο σημείο είχε ένα άτομο επ' ονόματι Ανδρέα Παναγή που προστάτευε τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις και ότι τους έλεγε να σταματήσουν. Πιο κάτω είπε δεν θυμάται πώς τον προστάτευε. Ούτε εξήγησε αν πρόκειται για το ίδιο άτομο που αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος. Όλες τις πιο πάνω λεπτομέρειες και εμπλοκή του στο επεισόδιο δεν τις αναφέρει στην κατάθεση του, έστω και κατά γενικό τρόπο, και τις αναφέρει στο Δικαστήριο μετά από πάροδο τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς όμως να μπορεί να τις στηρίξει και όταν ερωτάται να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες απαντά ότι δεν θυμάται. Όλα αυτά θεωρώ ότι σκοπό είχαν να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορούμενου, ανεπιτυχώς όμως αφού αυτά που είπε διαφοροποιούνται με αυτά που είπε ο κατηγορούμενος. Όσο αφορά το κτύπημα του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο, πάλι δεν ήταν σε θέση να το εξηγήσει και να το περιγράψει. Είναι βέβαιος λέει και θυμάται ότι ο παραπονούμενος κτύπησε τον κατηγορούμενο αλλά πως και πόσο δεν ξέρει. Στην προσπάθεια του να επεξηγήσει τον τρόπο που τον κτύπησε περιέπεσε σε περαιτέρω αντιφάσεις και ανακρίβειες. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν αποτελεί ασφαλή βάση για το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.2 ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μαζί του ως συνοδηγός στο αυτοκίνητο. Στην κατάθεση της τεκμήριο 9, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης, ανέφερε ότι στην προσπάθεια τους να πάνε στο σπίτι τους, ο δρόμος έξω από το καφενείο ήταν κλειστός και σταμάτησαν περιμένοντας να τους κάνουν χώρο για να περάσουν. Απέναντι τους ερχόταν άλλο αυτοκίνητο το οποίο έπαιξε «πουρού» και τότε κάποιος έριξε ένα λεμόνι. Αμέσως, ο σύζυγος της πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία και περίμεναν να έρθει. Ύστερα ήρθε κοντά του ο κουμπάρος τους ο Αντρέας και αφού άνοιξε την πόρτα του οδηγού, μιλούσε με τον άντρα της. Ακολούθως, ο άντρας της έβγαλε τα πόδια του έξω από το αυτοκίνητο και ήρθαν 5 - 6 άτομα από το καφενείο και τον περικύκλωσαν και άρχισαν να τον κτυπούν και να τον κλωτσούν. Ο ένας από αυτούς ήταν ο παραπονούμενος. Στη συνέχεια ήρθαν από το καφενείο ακόμη 2 - 3 άτομα και μαζί με τον κουμπάρο τους, προσπαθούσαν να τους τραβήξουν πίσω για να γλιτώσουν τον άντρα της. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο άντρας της ζαλίστηκε και έγειρε πάνω στην πόρτα του οδηγού όπου τον έπιασε ο Αντρέας και τον έβαλε στο αυτοκίνητο. Τέλος, αναφέρει ότι ο άντρας της ξαναπήρε τηλέφωνο την Αστυνομία και περίμεναν να έρθει. Η μάρτυρας αυτή ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου και είχε κάθε λόγο να βοηθήσει την εκδοχή του. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της μαρτυρίας της και παρατηρώ ότι υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες σε αυτή, τόσο στην όλη περιγραφή του επεισοδίου όσο και στη θέση της ότι ο παραπονούμενος κτυπούσε το σύζυγο της. Επίσης, η εκδοχή της συγκρούεται με αυτή του κατηγορούμενου, ειδικότερα όσο αφορά τις συνέπειες των κτυπημάτων. Η ίδια λέει ουσιαστικά ότι ο σύζυγος της τραυματίστηκε και ζαλίστηκε από τα κτυπήματα και μάλιστα έγειρε πάνω στην πόρτα. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε ότι δεν ένοιωσε τη στιγμή εκείνη αλλά ούτε και μετά όταν προέβαινε σε καταγγελία ότι είχε τραυματιστεί ή ζαλιστεί. Περαιτέρω, δεν καθορίζει πού αυτή ήταν και κατά πόσο έβλεπε το όλο επεισόδιο. Ήταν μέσα στο αυτοκίνητο ή είχε κατεβεί και αυτή κάτω; Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος κτυπούσε τον σύζυγο της και πάνω στο κεφάλι και κάτω. Όταν ερωτάται να εξηγήσει πώς και πού τον κτυπούσε δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση. Εκείνη τη στιγμή είπε προσπάθησε να κατεβεί κάτω από το αυτοκίνητο γιατί είδε τον άντρα της ζαλισμένο. Ούτε ήταν σε θέση να δει τον Αντρέα Στυλιανού πού ήταν και τί έκανε. Ήταν συγχυσμένη είπε όταν είδε τον παραπονούμενο. Πιο κάτω σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της και όταν πιέζεται να απαντήσει και να δώσει μια σαφή περιγραφή του όλου επεισοδίου, προσπαθεί να δώσει απαντήσεις, υποθέτοντας βασικά και όχι επειδή ήταν σε θέση να το πράξει. Στη συνέχεια αναφέρει ότι στο μέρος υπήρχαν και άλλα αρκετά άτομα, χωριανοί και γνωστοί τους, τους οποίους προσπαθεί να αναφέρει και μάλιστα και τον τόπο που στεκόταν έκαστος από αυτούς. Πώς είναι δυνατό όμως να είδε τα άτομα αυτά τη στιγμή που πιο πάνω ήταν συγχυσμένη και κατά τη διάρκεια που, κατά τη θέση της, ο άντρας της δεχόταν κτυπήματα και δεν μπορούσε να περιγράψει το επεισόδιο που εξελισσόταν κοντά της και να λέει ότι ο τάδε και ο τάδε ήταν στο τάδε σημείου του καφενείου και στεκόταν. Περαιτέρω, να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι πέραν από τον κατηγορούμενο δεν γνώριζε άλλα άτομα, ήταν άγνωστα του και δεν ήταν χωριανοί του. Κρίνω ότι ούτε και στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής μπορώ να δώσω βαρύτητα και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Θεωρώ ότι δεν έχουν παρουσιαστεί ολοκληρωμένα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ακόμη και σε αυτά που ανέφερε, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή εικόνα. Απορρίπτεται η μαρτυρία της στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή παρέμεινε αναντίλεκτη, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 03/08/2011 και περί τα μεσάνυκτα, οδηγούσε το όχημα του έχοντας ως συνοδηγό τη σύζυγο του και κατευθυνόταν προς την οικία του στο χωριό Κρήτου Τέρρα, της Επαρχίας Πάφου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, έξω από το καφενείο του πιο πάνω χωριού όπου υπήρχε αρκετός κόσμος λόγω του ότι διοργανωνόταν πάρτι του κυνηγετικού συλλόγου του χωριού, σταμάτησε το όχημα του. Μετά από αυτό δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ ατόμων που βρίσκονταν εκεί και του παραπονούμενου από τη μια και του κατηγορούμενου από την άλλη. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε άλλα γεγονότα και συγκεκριμένα τί ακριβώς έλαβε χώρα, για ποιο λόγο δημιουργήθηκε το όλο επεισόδιο και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επιτέθηκε του παραπονούμενου καθοιονδήποτε τρόπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κοινής επίθεσης που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προβλέπεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι οποιοσδήποτε επιτίθεται παράνομα εναντίον άλλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1,000 ή και τις δύο ποινές. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν κατά πόσο συνιστούν επίθεση εν τη εννοία του Νόμου και της νομολογίας. Ουσιαστικά η απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφήνει την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.