Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. KYLE OELOFSE, Αρ. Υπόθεσης: 5287/15, 10/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5287/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. KYLE OELOFSE Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10.07.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (κα Ε. Μανώλη για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337 και 339 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 01.05.09-14.05.09 στην Πάφο κατάρτισε με σκοπό την καταδολίευση πλαστό απαλλαχτικό έγγραφο στρατιωτικών υποχρεώσεων του Υπουργείου Άμυνας ημερομηνίας 14.12.08, το οποίο πλαστό έγγραφο στις 14.05.09 εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία στα γραφεία της εταιρείας Hermes Airports Πάφου στο αεροδρόμιο Πάφου παρουσιάζοντας το ως γνήσιο στον Ιάκωβο Κούππα, λειτουργό Ανθρώπινου Δυναμικού της εν λόγω εταιρείας, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πλαστογραφημένο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 23.03.09 η εταιρεία HERMES AIRPORTS Πάφου προσέλαβε στη θέση του συντονιστή αεροπλάνων τον κατηγορούμενο. Στις 14.05.09 στα γραφεία της εταιρείας HERMES AIRPORTS στο Αεροδρόμιο Πάφου και αφού του ζητήθηκε, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον Ιάκωβο Κούππα (Μ1) ένα πρωτότυπο απαλλαχτικό έγγραφο στρατιωτικών υποχρεώσεων του Υπουργείου Άμυνας, ημερομηνίας 14.12.
- Ο Μ1 αφού φωτοτύπησε το εν λόγω έγγραφο έδωσε πίσω στον κατηγορούμενο το πρωτότυπο έγγραφο και το φωτοαντίγραφο το απέστειλε στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στην οποία εργαζόταν στη Λάρνακα. Εκεί αφού η Νατάσα Ιακωβίδου (Μ2) το έλεγξε, διαπίστωσε ότι η σύνταξη και η ορθογραφία του εγγράφου αυτού ήταν λανθασμένη. Την ίδια ημέρα 14.05.09 η Νατάσα Ιακωβίδου (Μ2) προώθησε το αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου στο Υπουργείο Άμυνας όπου στις 18.05.09 αρμόδιος λειτουργός την πληροφόρησε προφορικά ότι ουδέποτε εκδόθηκε τέτοιο έγγραφο από την υπηρεσία του και ότι τα έγγραφο αυτό δεν είναι αυθεντικό. Φωτοαντίγραφο του εγγράφου αυτού ημερομηνίας 14.12.08 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 19.05.09 ο Μ1 κάλεσε στο γραφείο του τον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε σχετικά για το τι διαπιστώθηκε. Παράλληλα ζήτησε από τον κατηγορούμενο και του παρέδωσε τη διαπίστευση για άδεια εισόδου και πρόσβαση στο χώρο εργασίας (πάσο εργασίας) και στη συνέχεια του παραχώρησε άδεια απουσίας μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση αυτή. Στις 21.05.09 η Μ2 προώθησε επίσημα το αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου στο Υπουργείο Άμυνας συνοδευόμενη με σχετική επιστολή. Από εξετάσεις που έγιναν από το Υπουργείο Άμυνας και συγκεκριμένα από τον Μάριο Κανάρη (Μ3) διαπιστώθηκε ότι ουδέποτε εκδόθηκε τέτοιο έγγραφο και ότι αυτό δεν είναι αυθεντικό. Στις 26.05.09 το Υπουργείο Άμυνας ενημέρωσε σχετικά γραπτώς την παραπονούμενη εταιρεία με επιστολή. Στις 27.05.09 η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε επιστολή στο Αρχηγείο Αστυνομίας με την οποία ζητούσε την διερεύνηση της υπόθεσης. Έκτοτε ο Μ1προσπάθησε αρκετές φορές να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο και να τον πληροφορήσει ότι θα απολυόταν λόγω της πλαστογραφίας του υπό αναφορά εγγράφου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 30.05.09 ο Μ1 απέστειλε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής που είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα στην οδό Καρόλου Κουν 3Μ, διαμέρισμα Β2, στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε για την απόλυση του καθώς και τους λόγους της απόλυσης του. Ακολούθως στις 03.06.09 ο κατηγορούμενος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Μ1 με το οποίο τον πληροφορούσε ότι το εν λόγω έγγραφο το είχε παραλάβει μέσω ταχυδρομείου από το Υπουργείο Άμυνας. Στις 21.07.09 λήφθηκε η σχετική αλληλογραφία στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας από το Αρχηγείο Αστυνομίας με οδηγίες όπως διερευνηθεί η υπόθεση ενώ στις 21.08.09 η εν λόγω αλληλογραφία μαζί με κατάθεση της Μ2 αποστάληκαν από την ΑΔΕ Λάρνακας στο Τ.Α.Ε. Πάφου για διερεύνηση λόγω αρμοδιότητας. Στις 24.09.09 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου δικαστικό ένταλμα σύλληψης καθώς και ένταλμα έρευνας της οικίας του στην πιο πάνω οδό. Τα δε στοιχεία του κατηγορουμένου τοποθετήθηκαν στον κατάλογο προσώπων από όπου απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια ημέρα ο αρχιαστυφύλακας 3070 Ανδρέας Τσεκούρας (Μ7) μετέβηκε μαζί με τον αστυφύλακα 711 Θ. Παπαδόπουλο στην οικία του κατηγορουμένου στην προαναφερόμενη οδό όπου αναζήτησαν τον κατηγορούμενο χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σύμφωνα με την ένοικο του διαμερίσματος Β1, Μελίνα Αξιώτη από την Ελλάδα, ο κατηγορούμενος είχε κατοικήσει στο διαμέρισμα Β2 μαζί με μια κοπέλα αγνώστων σε αυτήν στοιχείων περί τον Μάρτιο του 2009 και παρέμειναν εκεί για δύο περίπου μήνες όπου και αναχώρησαν για την Νότια Αφρική. Ακολούθως στις 28.09.09 ο Μ7 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος Β2, Morrin Woods στην Αγγλία, η οποία επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της Μελίνας Αξιώτη. Στις 15.10.09 τα στοιχεία και η φωτογραφία του κατηγορουμένου δημοσιεύθηκαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης προς εντοπισμό του, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Στις 16.10.09 προσήλθε στο Τ.Α.Ε. Πάφου ο Λένος Θεοδώρου από την Νότιο Αφρική και τώρα στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, ο οποίος σε γραπτή του κατάθεση του ανάφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο καθώς και ότι ο κατηγορούμενος είχε αναχωρήσει από την Κύπρο πριν από δύο μήνες περίπου. Επίσης το άτομο αυτό ανάφερε στην αστυνομία ότι σε συνομιλία που είχε μαζί με τον κατηγορούμενο μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας 'Facebook' αυτός του είπε ότι δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε μεμπτή πράξη. Περαιτέρω την ίδια ημέρα (16.10.09) τηλεφώνησε στο Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μιχάλης Γεωργιάδης από την Πάφο, θείος του κατηγορούμενου, o οποίος ανέφερε στον Μ7 ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη Νότιο Αφρική. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε από τη μητέρα του κατηγορούμενου, Αντριάνα Σάββα Αγαθαγγέλου που επίσης βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, σε τηλεφωνική επικοινωνία που ο Μ7 είχε μαζί της. Στις 25.06.15 λήφθηκε πληροφορία στο Τ.Α.Ε. Πάφου ότι ο κατηγορούμενος θα έφθανε στην Κύπρο την επόμενη ημέρα, δηλαδή 26.06.15, μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας. Για το θέμα αυτό ενημερώθηκε σχετικά η ΥΑΜ Αερολιμένα Λάρνακας. Πράγματι στις 26.06.15 ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κύπρο αεροπορικώς με την πτήση ΕΚ107 μέσω Ντουμπάι. Η ώρα 11:30 της ίδιας ημέρας ο αστυφύλακας 2834 Φ. Μανώλη (Μ4) συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο στον χώρο διαβατηριακού ελέγχου του αεροδρομίου Λάρνακας. Ο εν λόγω αστυφύλακας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «κάμε την δουλειά σου». Στη συνέχεια ο Μ4 πληροφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του. Ακολούθως της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου όπου την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 14:20-14:55 ο λοχίας 3990 Ζωνάκης Γεωργίου (Μ5) κατέγραψε θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου, κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου, μέσα από την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 15:25-15:35 στο Τ.Α.Ε. Πάφου, ο αστυφύλακας 3894 Άντης Γερμανός (Μ6) κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «παραδέχομαι τις κατηγορίες». Το έτος 2004 ο κατηγορούμενος πολιτογραφήθηκε κύπριος πολίτης ένεκα της μητέρας του που είναι κυπριακής καταγωγής. Το Στρατολογικό Γραφείο της Εθνικής Φρουράς υποδεικνύει ότι εφόσον ο κατηγορούμενος κατέστη πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας η υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας του έχει διάρκεια 6 μηνών. Αναφερόμενη στο χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής το απέδωσε στην αδυναμία εντοπισμού του κατηγορουμένου επειδή ο τελευταίος εγκατέλειψε την Κύπρο και βρισκόταν στη Νότιο Αφρική. Όπως η κυρία Παπαλαζάρου είπε, η παρούσα υπόθεση προωθήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης μόλις ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο και με την πρώτη ευκαιρία του επιδόθηκε το κατηγορητήριο. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε πως ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι λευκού ποινικού μητρώου, συνεργάστηκε με την αστυνομία. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, αρραβωνιασμένος, διαμένει στη Νότιο Αφρική και εργάζεται ως υπάλληλος στην μηχανολογική εταιρεία που ασχολείται με το περιβάλλον που ο πατέρας του διατηρεί στη Νότιο Αφρική. Ο κατηγορούμενος αγόρασε πρόσφατα κατοικία τριών υπνοδωματίων πολύ καλής οικιστικής κατάστασης στη Νότιο Αφρική ενώ είναι ιδιοκτήτης ενός οχήματος σαλούν. Από την εργασία του ο κατηγορούμενος λαμβάνει μηνιαίως εισόδημα ύψους €5.
- Την ίδια στιγμή έχει χρέος από την αγορά της πιο πάνω οικίας το οποίο ανέρχεται στα €110.000 με τη μηνιαία δόση γι' αυτό να ανέρχεται στα €1.
- Στις 20.07.15 πρόκειται να τελέσει τον γάμο του. Από το 2010-2014 ο κατηγορούμενος σπούδασε περιβαλλοντικές επιστήμες και στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στην εταιρεία του πατέρα του στην οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργάζεται σταθερά. Παράλληλα ο κατηγορούμενος ασχολείται με το ράγκμπι. Είναι μέλος ομάδας στη Νότιο Αφρική ενώ συμμετέχει και στην εθνική ομάδα ράγκμπι της Κύπρου. Για το σκοπό αυτό ήλθε στην Κύπρο το έτος
- Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων και αισθανόμενος άσχημα για την παρουσία του στο Δικαστήριο εκφράζει την μεταμέλεια του. Φωτοαντίγραφο γραπτής βεβαίωσης ημερομηνίας 03.07.15 από την Κυπριακή Ομοσπονδία Ράγκμπι για συμμετοχή του κατηγορουμένου στην εθνική ομάδα ράγκμπι της Κύπρου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Φωτοαντίγραφο πτυχίου κατηγορουμένου στις περιβαλλοντικές επιστήμες κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 ενώ φωτοαντίγραφο προσκλητηρίου γάμου του κατηγορουμένου στις 20.07.15 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων αφού τότε ήταν 23 ετών, πράγμα που τον ώθησε στο να συμπεριφερθεί απερίσκεπτα και ανόητα.
(2)Τον ερασιτεχνικό τρόπο δράσης του που μέσα από τη σύνταξη του εγγράφου (Τεκμηρίου 1) είναι πασιφανής.
(3)Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα και συγκεκριμένα ότι ενώ βρισκόταν στην Κύπρο ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος και η κυπριακή ομάδα στην οποία ανήκε του εξασφάλισε ευκαιρία εργασίας στην παραπονούμενη εταιρεία, η οποία όμως είχε πολιτική να προσλαμβάνει είτε άτομα που εκπλήρωσαν τη στρατιωτική τους θητεία είτε δεν χρειάζονταν να υπηρετήσουν την Εθνική Φρουρά.
(4)Η αμελητέα και σχεδόν ανύπαρκτη ζημιά στην παραπονούμενη εταιρεία.
(5)Το χρονικό διάστημα των 6 ετών που διέρρευσε για το οποίο ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται καθότι ο ίδιος δεν κρυβόταν ενώ τα στοιχεία του μπορούσαν πολύ εύκολα να εντοπιστούν με τις κατάλληλες ενέργειες της αστυνομίας.
(6)Η μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου στο μεσοδιάστημα αφού πλέον είναι άνδρας ηλικίας 30 ετών περίπου που πρόκειται να νυμφευτεί. Ολοκληρώνοντας την αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του αυτή να ανασταλεί επειδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης στον πελάτη του θα προκαλούσε πρόβλημα στη σχέση του και γενικότερα θα κατάστρεφε την οικογένεια του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων φαίνεται, κατ' αρχήν, από τις προβλεπόμενες στη σχετική νομοθεσία ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρούνται έκαστο δυνάμει της συνδυασμένης μελέτης των άρθρων 335 και 339 του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ στην περίπτωση πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου η ποινή φυλάκισης, με βάση τα άρθρα 337 και 339 του Κεφ.154, αυξάνεται σε 10 έτη. Τα πιο πάνω δείχνουν ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα. Ταυτόχρονα δείχνει την πρόθεση του νομοθέτη να τα κατατάξει στην ομάδα των σοβαρών αδικημάτων. Τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών, οργανισμών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου που χρησιμοποιείται και τίθεται σε κυκλοφορία σκοπεύει να δημιουργήσει μια εσκεμμένη πλασματική εικόνα και παράλληλα να παραπλανήσει το νομικό πρόσωπο ή το άτομο προς το οποίο προορίζεται. Πρόκειται για αδικήματα που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στους πολίτες ενός δημοκρατικού κράτους, όπως είναι η Κύπρος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών ενισχύεται ακόμη από το γεγονός ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών που τα διέπουν καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας. Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 που αφορούσε τη διάπραξη των αδικημάτων κλοπής επιταγής Λ.Κ.£52,80 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και πλαστοπροσωπίας, κατόπιν ομολογίας στην αστυνομία, παραδοχής και αποζημίωσης του δικαιούχου επιβλήθηκαν σε άτομο ηλικίας 52 ετών, πατέρα 4 παιδιών που αποζημίωσε τον παραπονούμενο, αφού λήφθηκε υπόψη μία προηγούμενη καταδίκη σε παρόμοιες υποθέσεις, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3, 6, 6, 3 και 4 μηνών αντίστοιχα σε κάθε κατηγορία, παρόλο ότι παρήλθαν πέραν των 3 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής και εν των μεταξύ ο εφεσείοντας συνήψε γάμο και εξασφάλισε μόνιμη εργασία. Περαιτέρω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206 συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκαν στο γραμματέα της Σ.Π.Ε. Επιφανείου και παράλληλα εκλελεγμένο κοινοτάρχη του χωριού, ηλικίας 60 ετών, πατέρα 3 ενήλικων παιδιών, ο οποίος απολύθηκε από την εργασία του εξ' αιτίας της καταδίκης του και δεν επανεκλέγηκε στη θέση του κοινοτάρχη στις κοινοτικές εκλογές που ακολούθησαν, με λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς να έχει αποκομίσει οικονομικό όφελος, κατόπιν παραδοχής και μεταμέλειας, με εξάλειψη των συνεπειών των αδικημάτων από το 2004 όταν πώλησε δική του ακίνητη περιουσία αποπληρώνοντας το ποσό του ελλείμματος που δημιουργήθηκε και ανερχόταν στις Λ.Κ.£70.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας), ύπαρξη ψυχολογικών προβλημάτων και άλλων σοβαρών προβλημάτων υγείας, ο οποίος διέπραξε 3 κατηγορίες πλαστογραφίες, μειώθηκαν σε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. Επίσης στην υπόθεση Κουμίδου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 209 σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το οποίο συνεργάστηκε με την αστυνομία, αποζημίωσε τον παραπονούμενο, παραδέχτηκε αμέσως τα αδικήματα, με σοβαρές συνέπειες στη ζωή της και στην καριέρα της αφού είχε απολυθεί από την εργασία της και με πολλούς προσωπικούς παράγοντες να επενεργούν υπέρ της, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 9 μηνών, οι οποίες όμως αναστάληκαν κατ' έφεση. Επιπλέον στην υπόθεση Καλαθά v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 ποινή άμεσης φυλάκισης 14 μηνών σε κατηγορία πλαστογραφίας συμβολαίου ενοικιαγοράς και κυκλοφορίας ιδίου εγγράφου καθώς και 9 μηνών σε κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ποσού £8.000 με το οποίο χρηματοδοτήθηκε η ενοικιαγορά σε άτομο που ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών ηλικίας 10-18 ετών, μειώθηκε κατ' έφεση σε 9 μήνες στις δύο πρώτες κατηγορίες και σε 6 μήνες στην τρίτη κατηγορία. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει εξηγηθεί πιο πάνω, των οποίων η σοβαρότητα ενισχύεται στη βάση των προαναφερόμενων στοιχείων που χαρακτηρίζουν τα εν λόγω αδικήματα. Ένας άλλος παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι το θράσος που αυτός επέδειξε. Εντελώς απροκάλυπτα και χωρίς ίχνος δισταγμού και ντροπής αλλά με θρασύτητα προχώρησε στην πλαστογράφηση και παρουσίαση του επιδίκου εγγράφου εξαπατώντας τον εν δυνάμει εργοδότη του στον οποίο αποτάθηκε για εργασία και επιθυμώντας από αυτόν να του εμπιστευθεί συγκεκριμένα καθήκοντα, τη στιγμή που ο ίδιος επέλεξε να πλήξει από την αρχή αυτή την αμφίδρομη σχέση εμπιστοσύνης. Το θράσος του δε συνεχίστηκε όταν βρισκόμενος στη Νότιο Αφρική μετά που εγκατέλειψε την Κύπρο επέμενε ότι ουδεμία μεμπτή ενέργεια υπήρξε από μέρους του, θεωρώντας την προαναφερόμενη συμπεριφορά του ως μια φυσιολογική και νόμιμη ενέργεια. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου την ταλαιπωρία και αναστάτωση που με την αξιόποινη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην παραπονούμενη εταιρεία, η οποία υποχρεώθηκε να αποταθεί τόσο στο Υπουργείο Άμυνας όσο και στην Αστυνομία για εξέταση του θέματος καθώς επίσης και να προβεί σε νέα διαδικασία αναζήτησης και πρόσληψης υπαλλήλου για τη θέση που αρχικά προοριζόταν ο κατηγορούμενος. Επίσης ο κατηγορούμενος δίχως κανένα ενδοιασμό πλαστογράφησε έγγραφο και το παρουσίασε ως επίσημο εμπλέκοντας το Υπουργείο Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας προκειμένου να υλοποιήσει το στόχο του. Αυτό φανερώνει συμπεριφορά υποτίμησης και ασέβειας από μέρους του κατηγορουμένου προς τις αρμόδιες και υπεύθυνες κυβερνητικές υπηρεσίες καθώς και της σημασίας του έργου τους. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Μελετώντας το πλαστογραφημένο έγγραφο παρατηρώ ότι αυτό φέρει φωτοαντίγραφα σφραγίδας και υπογραφών. Σίγουρα η ετοιμασία και παρουσίαση ενός τέτοιου εγγράφου στο οποίο να περιλαμβάνεται σφραγίδα Υπουργείου Άμυνας και υπογραφές, μάλιστα με τη μία από αυτές να δίδει την εντύπωση ότι ανήκει στον ίδιο τον Υπουργό Άμυνας, προϋποθέτει κάποιου βαθμού εκπόνησης σχεδίου, το οποίο ο κατηγορούμενος υλοποίησε. Αυτό είναι ένα άλλο στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Παρά τη δόση σχεδίου που υπήρχε, τον ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίο έδρασε, στοιχείο που είναι έκδηλο από το περιεχόμενο, το ύφος και τον τρόπο σύνταξης του πλαστογραφημένου εγγράφου με αποτέλεσμα η αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του να ήταν εύκολο ζήτημα. (δ) Το νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν 23 ετών. (ε) Η συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές μετά που εντοπίστηκε και συνελήφθηκε προς τις οποίες ομολόγησε την αξιόποινη συμπεριφορά του οδηγώντας έτσι στην εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. (στ) Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε μια τέτοια ενέργεια ενώ ήταν άνεργος και αφού αντιλήφθηκε ότι πολιτική της παραπονούμενης εταιρείας προς την οποία αποτάθηκε για εργασία ήταν να προσλαμβάνει είτε άτομα που εκπλήρωσαν τη στρατιωτική τους θητεία είτε δεν χρειάζονταν να υπηρετήσουν την Εθνική Φρουρά. (ζ) Η μη πρόκληση ουσιαστικής ζημιάς στην παραπονούμενη εταιρεία ή σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό ή υπηρεσία. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το ότι: · Είναι αρραβωνιασμένος και πρόκειται να τελέσει το γάμο του στις 20.07.15 και να ζήσει με τη νέα του οικογένεια στην κατοικία του που πρόσφατα αγόρασε. · Διαμένει στη Νότιο Αφρική και εργάζεται ως υπάλληλος στην μηχανολογική εταιρεία που ασχολείται με το περιβάλλον που ο πατέρας του διατηρεί στη Νότιο Αφρική με μηνιαίο μισθό €5.200. · Είναι πτυχιούχος στις περιβαλλοντικές επιστήμες. · Είναι μέλος ομάδας ράγκμπι στη Νότιο Αφρική ενώ συμμετέχει και στην εθνική ομάδα ράγκμπι της Κύπρου. · Αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων και αισθανόμενος άσχημα για την παρουσία του στο Δικαστήριο εκφράζει την μεταμέλεια του Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση μόλις ζητήθηκε επίσημα η βοήθεια της για διερεύνηση της υπόθεσης (ήτοι 27.05.09), η αστυνομία προέβηκε σε διαβήματα για εντοπισμό του κατηγορουμένου αλλά ο τελευταίος φρόντισε και πρόλαβε να εγκαταλείψει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και να καταφύγει στη Νότιο Αφρική. Ο εντοπισμός και σύλληψη του κατηγορουμένου έγινε κατορθωτός μόνο μέσα από συντονισμένες ενέργειες της αστυνομίας και αμέσως όταν αυτός βρέθηκε στην Κύπρο. Συνεπώς η διαρροή του χρονικού διαστήματος των 6 των και 3,5 μηνών περίπου από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή οφείλεται αποκλειστικά στην συμπεριφορά του κατηγορουμένου και έτσι ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να επικαλείται το χρόνο ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 6 ετών και 3,5 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία που διαπιστώθηκε η διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, τον οποίο και λαμβάνει υπόψη σε συνδυασμό με την μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του και ειδικότερα ότι πλέον έγινε ένας ώριμος και υπεύθυνος άνδρας, με σταθερή εργασία σε οικογενειακή επιχείρηση στη Νότιο Αφρική, αρραβωνιασμένος και που σε λίγες ημέρες (ήτοι 20.07.15) πρόκειται να τελέσει το γάμο του στη Νότιο Αφρική και να ζήσει πλέον ως οικογενειάρχης σε κατοικία που μόλις πρόσφατα αγόρασε στη Νότιο Αφρική. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα με το κίνητρο όμως διάπραξης τους να είναι η διαφυγή από το καθεστώς ανεργίας. Ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα σε ηλικία 23 ετών, μια ηλικία η οποία χαρακτηρίζεται από τη λήψη ανώριμων και απερίσκεπτων πράξεων και ταυτόχρονα μια ηλικία στην οποία επιτρέπεται η συγχώρεση λαθών. Παράλληλα ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, γεγονός που τον καθιστά άτομο με καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Παρόλο ότι έχουν περάσει 6 χρόνια και 3,5 μήνες περίπου από τότε που έγινε αντιληπτή η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Αυτό σε συνδυασμό με την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες ευθύς ομολόγησε την αξιόποινη συμπεριφορά του καθώς και η άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο αλλά και το ότι σήμερα αισθάνεται άσχημα από την παρουσία του στο Δικαστήριο είναι στοιχεία που δείχνουν μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή, η οποία συνοδεύεται από έμπρακτη μεταμέλεια και αναγνώριση του σφάλματος σ' ένα περιστατικό που εκλαμβάνεται μεμονωμένο. Ένα περιστατικό που μέσα από το οποίο όχι μόνο δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αλλά και ουδεμία ουσιαστική ζημιά προκλήθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία ή σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό ή υπηρεσία. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων συνθηκών και δεδομένων και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο αισθάνεται ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο να προχωρήσει με τη ζωή του ως οικογενειάρχης πλέον που εργάζεται για το μέλλον της νέας του οικογένειας. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστογραφία-Κυκλιοφορία πλαστού εγγράφου/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο