Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9057/14, 16/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9057/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- CONSTANTIN DUMITRU GARGEA
- LENUTA GHERGIC
- VASILE TANASE
- LAZAR-MARIO MARIN
- RAUL-MARIAN MOLDOVAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16.07.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κα Ε. Ταλιώτου Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1 και 2). Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09.07.15, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €360 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 29 ετών, έγγαμος και στο παρόν στάδιο βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού από προηγούμενο γάμο του με το παιδί να διαμένει με τη μητέρα του στη Ρουμανία. Πριν από τη σύλληψη του διέμενε με τη σύζυγο του και το ανήλικο παιδί της συζύγου του που αυτή απέκτησε από προηγούμενο γάμο της. Ο κατηγορούμενος 1 προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης και είναι ο μικρότερος στη σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει προβλήματα υγείας λόγω κατάχρησης αλκοόλ. Τα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου 1 ήταν πολύ δύσκολα καθότι ήταν θεατής σωματικής βίας που η μητέρα του δεχόταν από τον πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν βίαιος και κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Οι σχέσεις του με τα μέλη της οικογένειας περιγράφονται ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος 1 φοίτησε μόνο 2 χρόνια σε δημοτικό σχολείο της χώρας του και ακολούθως ανέλαβε εργασία στις οικοδομές για να στηρίζει οικονομικά την οικογένεια του. Το 2008 λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που η οικογένεια του αντιμετώπιζε ήλθε στην Κύπρο για να εργαστεί. Ο κατηγορούμενος 1 διατηρεί αραιή επικοινωνία με το παιδί του και καταβάλλει μηνιαία διατροφή ύψους €100-€
- Όπως επίσης σημειώνεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος 1 δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Την απολογία του κατηγορουμένου 1 που εκφράζεται μέσω της ιδίας.
(2)Έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος. Σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1, η εν λόγω συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου θεωρείται κακούργημα και η διάπραξη του επισύρει, με βάση το άρθρο 268 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Η δε διάπραξη του αδικήματος συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος υπόκειται δυνάμει του άρθρου 371 του Κεφ.154 σε ποινή φυλάκισης 7 ετών αν βέβαια δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση 7 ετών, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου που ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος ότι διέπραξε συσχετίζεται με τη φύση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης ανθρώπινης εμπιστοσύνης που ο εργοδότης επιδεικνύει προς το πρόσωπο του υπαλλήλου του. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Δυστυχώς η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Αντίθετα, παρατηρείται έξαρση (Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 και Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται επίσης στο γεγονός ότι ενέχει το στοιχείο του οικονομικού εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις στο νησί, το οποίο οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση στην Κύπρο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μάλιστα πολλές από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων, όπως η παρούσα υπόθεση, αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Η διασφάλιση της εμπιστευτικής σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας περιουσίας ατόμων και οργανισμών αλλά και του στοιχείου της σοβαρότητας που ενέχεται σε τέτοια αδικήματα στη βάση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών καλούν αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η ποινή φυλάκισης είναι το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής που αναπόφευκτα επιβάλλεται. Άντλησα ακόμη καθοδήγηση από τις αγγλικές υποθέσεις R. v. Barrick [1985] 7 Cr.App.R.(S) 142 και R. v. Clark [1988] 2 Cr.App.R.(S) 95, μέσα από τις οποίες προβάλλονται διάφοροι παράγοντες που το αγγλικό εφετείο προσδιόρισε και δυνητικά λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής σε παρόμοιας φύσεως με τη δική μας περίπτωση υποθέσεις. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519 το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε άτομο ηλικίας 50 ετών με λευκό ποινικό μητρώο που ασκούσε καθήκοντα γραμματέα Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας και καρπώθηκε ευθέως δεκάδες χιλιάδες λίρες καθώς επίσης φρόντιζε να επωφελούνται και άλλοι, εν πολλοίς συνδεδεμένοι με αυτόν και σε πολλές περιπτώσεις για τις ανάγκες δραστηριοτήτων στις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ήταν αναμεμειγμένος, διαπράττοντας έτσι, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, ποινή η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 19 επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 36 ετών με λευκό ποινικό μητρώο, νυμφευμένο και πατέρα ενός προβληματικού στην υγεία αγοριού ηλικίας 8,5 ετών, με άμεση παραδοχή και δεινή οικονομική κατάσταση που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου όπου κατά καιρούς απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά ποινή φυλάκισης 4 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219 επιβλήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος κλοπής από υπάλληλο ποσού ύψους Λ.Κ.£36.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε άτομο οικογενειάρχη ηλικίας 31 ετών, μετά από παραδοχή, πατέρα 3 μικρών παιδιών που από την απόλυση του υπέστηκε καταστροφικό πλήγμα αλλά και την παράταση της αγωνίας του ιδίου και της οικογένειας του ένεκα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που η υπόθεση του βρισκόταν σε εκκρεμότητα. Επίσης στην πρόσφατη υπόθεση Καλλή v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 238/2013, ημερ. 10.09.14, ο εφεσείοντας που ήταν ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίου Αμβροσίου προέβηκε υπό την ιδιότητα του αυτή σε δύο περιπτώσεις το έτος 2008 σε κλοπή ποσών €24.000,00 και €10.038,28 αντίστοιχα. Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο εφεσείοντας δήλωσε παραδοχή και αφού λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο, οι πιέσεις που ασκήθηκαν σ' αυτόν από άλλο πρόσωπο να προβεί στη διάπραξη των αδικημάτων, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης συνοδευόμενη με μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν στην κλοπή δεν διώχτηκαν, η καλή συμπεριφορά του από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του από τις ενέργειες του καθώς και το ότι ήταν άνεργος και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 16 μηνών. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, η οποία σοβαρότητα προκύπτει από τη φύση των αδικημάτων και ενισχύεται από την αυξητική τάση διάπραξης τους καθώς επίσης από τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη τους. Ο κατηγορούμενος 1 εκμεταλλευόμενος την καθημερινή πρόσβαση του σε διάφορους χώρους της παραπονούμενης εταιρείας στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων που ο εργοδότης του ανάθεσε υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου προχώρησε με θράσος και δίχως ίχνος ντροπής, ενδοιασμό ή αναστολή στην κλοπή του ποσού των €79.000 που δεν του ανήκε αλλά αποτελούσε το σύνολο εισπράξεων της παραπονούμενης εταιρείας των τελευταίων ημερών και κατ' επέκταση περιουσιακό στοιχείο του εργοδότη του. Σίγουρα η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1, για την οποία ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια επιδείχτηκε είναι καταδικαστέα και ασύγγνωστη. Με την εγκληματική του ενέργεια ο κατηγορούμενος 1 καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που ο εργοδότης του εναπόθεσε στο πρόσωπο του. Αντί ως υπάλληλος να φανεί αντάξιος των προσδοκιών που ο εργοδότης έτρεφε προς το πρόσωπο του και να εκτιμήσει το γεγονός ότι προσλήφθηκε σε μια περίοδο όπου η ανεργία βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Κύπρο, μπροστά στο εύκολο πλην όμως παράνομο και φτηνό κέρδος φρόντισε γρήγορα να καταστρέψει την επένδυση του εργοδότη του μέσω των υπηρεσιών του. Αυτά σίγουρα είναι επιβαρυντικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο 1 είναι το γεγονός ότι η εγκληματική δραστηριότητα του αποτελεί προϊόν οργανωμένου σχεδίου που εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε με σκοπό την παράνομη απόκτηση οικονομικού οφέλους εις βάρος των συμφερόντων του εργοδότη του. Με τη δική του συμβολή συζητήθηκε, συμφωνήθηκε και αποφασίστηκε μαζί με άλλα άτομα η κλοπή του ποσού των €79.000 που ανήκει στην παραπονούμενη εταιρεία που ο κατηγορούμενος 1 και τα άλλα άτομα είχαν εντοπίσει σε κιβώτιο σε ένα από τους ψυκτικούς θαλάμους του εργοδότη του και ο διαμοιρασμός του, από το οποίο μερίδιο θα λάμβανε και ο κατηγορούμενος 1. Η λήψη απόφασης για κλοπή του πιο πάνω ποσού καθώς και η εκπόνηση και η οργάνωση του σχεδίου που θα υλοποιούσε τον εν λόγω στόχο από μέρους του κατηγορουμένου 1 και άλλων ατόμων έγιναν στις 11.09.14. Με τη συμμετοχή του κατηγορουμένου 1 το παράνομο σχέδιο εκτελέστηκε με επιτυχία στις 16.09.14. Η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου 1 συνεχίστηκε με την παρουσία του σε συγκεκριμένο χώρο όπου έλαβε μέρος στο διαμοιρασμό του κλαπέντος ποσού. Ο προσχεδιασμός αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχε και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Ένα άλλο στοιχείο που σαφώς λαμβάνεται υπόψη είναι το μεγάλο ύψος του ποσού που κλάπηκε όπου ο κατηγορούμενος 1 είχε ενεργό συμμετοχή, πράγμα που παράλληλα σημαίνει ότι προκλήθηκε αντίστοιχη ζημιά και ταλαιπωρία στην παραπονούμενη εταιρεία. Το μεγάλο ποσό των €9.220 που εντοπίστηκε στις αποσκευές του κατηγορουμένου 1 και κατ' επέκταση στην κατοχή του και αποτελεί μέρος του ποσού των €79.000 που συνολικά κλάπηκε είναι ένα άλλο στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου
- Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι από τα χρήματα που κλάπηκαν ποσό €70.480 δεν επιστράφηκε στην παραπονούμενη εταιρεία με αποτέλεσμα η παραπονούμενη εταιρεία να έχει μόνιμα υποστεί ζημιά αντιστοίχου ύψους. Περαιτέρω δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι έστω και προσωρινά ο κατηγορούμενος 1 παράνομα προσπορίστηκε οικονομικό όφελος εις βάρος του εργοδότη του ύψους €9.220 και συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας ως αποτέλεσμα έγκαιρων, ταχειών, συντονισμένων και αποτελεσματικών ενεργειών της αστυνομίας, τη στιγμή που ήταν έτοιμος να αναχωρήσει από την Κύπρο με προορισμό το Βουκουρέστι της Ρουμανίας και έχοντας στην κατοχή του μέρος του κλαπέντος ποσού. Προς όφελος του κατηγορουμένου 1 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την επιστροφή μέρους της κλαπείσας περιουσίας και συγκεκριμένα ποσού €9.220,
- (γ) Την απολογία του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα: · Το νεαρό της ηλικίας του αφού είναι 29 ετών. · Είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 4 ετών από προηγούμενο γάμο του με το παιδί του να διαμένει μαζί με την μητέρα του στη Ρουμανία. · Διατηρεί αραιή επικοινωνία με το παιδί του και καταβάλλει μηνιαία διατροφή ύψους €100-€
- · Από τις 26.09.14 βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές σχετικά με την υπόθεση αυτή. · Είναι νυμφευμένος και πριν από τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές διέμενε μαζί με τη σύζυγο του και το ανήλικο παιδί της από προηγούμενο γάμο σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο. · Βίωσε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια καθότι ήταν θεατής σωματικής βίας που η μητέρα του δεχόταν από τον πατέρα του. · Ο πατέρας του ήταν βίαιος και κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. · Φοίτησε μόνο δύο χρόνια σε δημοτικό σχολείο της χώρας του και ακολούθως ανέλαβε εργασία στις οικοδομές για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. · Το 2008 λόγω σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του ήλθε στην Κύπρο για να εργαστεί. · Οι σχέσεις του με τη σύζυγο του είναι αραιές και με τα μέλη της οικογένειας του ικανοποιητικές. Όπως προκύπτει πιο πάνω, οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κατανοεί απόλυτα τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορουμένου
- Όμως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει την εμπιστευτική σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου και παράλληλα να αναχαιτίσει όποια κρούσματα επιχειρήσουν να την υπονομεύσουν στέλλοντας τα κατάλληλα μηνύματα στην κοινωνία μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 2 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1 και 2. Οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 1, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας της εμπιστευτικής σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου σε μια δημοκρατική κοινωνία όπου παρατηρείται δηλητηρίαση και υπονόμευση της μέσω της παρατηρούμενης αύξησης τέτοιων κρουσμάτων υπό το φως και των υπολοίπων προαναφερόμενων σοβαρών χαρακτηριστικών που τέτοια αδικήματα παρουσιάζουν, επιτάσσουν την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 1 θα αρχίσει από τις 26.09.14 δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση ως υπόδικος. Έξοδα €360 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα έξοδα της μεταφράστριας που ανέρχονται στο ποσό των €85 να καταβληθούν επίσης από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υπό υπαλλήλου-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο