← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτας Κίτσιου, Αρ. Υπόθεσης: 915/13, 7/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτας Κίτσιου, Αρ. Υπόθεσης: 915/13, 7/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 915/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Παναγιώτας Κίτσιου, εκ Πάφου Κατηγορουμένης ____________________________ Ημερομηνία: 07.07.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορούμενη : κ Δ. Σαββίδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Σαββίδου) Κατηγορούμενη : παρούσα ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και της χρήσης τηλεφώνου κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη την 12.2.11 στην οδό Κλεάνθη Χριστοδούλου στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΧΗ 957 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ενώ οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.2641 Χ. Ανδρέου (ΜΚ1) και τον Σ. Κούλουμο (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. O MK1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 12.2.11 και ώρα 16.40 μετέβη στην οδό Κλεάνθη Χριστοδούλου στη Χλώρακα όπου έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα. Όταν μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΧΗ 957 (στο εξής «το όχημα της κατηγορούμενης») το οποίο οδηγούσε η κατηγορούμενη βρισκόταν στην τελική του θέση και η κατηγορούμενη ήταν παρούσα. Επίσης παρόντες ήταν ο επιστάτης της εταιρείας «Νέμεσις Εργοληπτική Λτδ» (στο εξής η «Νέμεσις»), Αλέξανδρος Γκέσσος και ο μηχανοδηγός που εκτελούσε οδικά έργα για την κατασκευή και οικιακή σύνδεση με το αποχετευτικό σύστημα, Σάββας Κούλουμος (ΜΚ2). Στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης είχε διανοιχθεί κάθετα αυλάκι διαστάσεων 3,20μ μήκος και 1μ πλάτος, το βάθος του οποίου ήταν 0,50εκ. Γύρω από το αυλάκι δεν υπήρχε οποιοδήποτε προστατευτικό αντικείμενο ή προειδοποιητικό σήμα. Στην πορεία που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης και σε απόσταση 34μ από το αυλάκι υπήρχε τοποθετημένο σε εμφανή θέση στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως σήμα μονόδρομου. Ο ΜΚ1 στην παρουσία του Αλέξανδρου Γκέσσου και του ΜΚ2 ρώτησε την κατηγορούμενη κατά πόσο υπήρχαν σήματα τροχαίας στο δρόμο πριν επισυμβεί το δυστύχημα και η τελευταία του υπέδειξε το σήμα μονόδρομου το οποίο ήταν τοποθετημένο στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως. Η περιοχή στην οποία επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι κατοικημένη με ανώτατο όριο ταχύτητας 50χαω και ο δρόμος είναι ευθύς και ελαφρώς κατηφορικώς σύμφωνα με την πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης, ενώ η ορατότητα ήταν πέραν των 30μ. Πλην του σήματος μονόδρομου δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη σήμανση. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι η απόσταση από το αυλάκι μέχρι το μπροστινό μέρος του οχήματος της κατηγορούμενης, ως ήταν κατά την τελική του θέση, ήταν περί τα 10μ και αυτό, σύμφωνα με την εμπειρία του, υποδηλοί ότι η κατηγορούμενη δεν κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, αλλά είχε μία αυξημένη ταχύτητα την οποία δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής απάντησε ότι το σήμα μονόδρομου ήταν ευδιάκριτο και δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμπόδιζε την επισήμανση του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την απόσταση των 10μ που χώριζε το όχημα της κατηγορούμενης, ως ήταν κατά την τελική του θέση, από το αυλάκι δεν τη μέτρησε και μπορούσε να ήταν και λιγότερη. Η αρχική του εισήγηση ήταν να μην διωχθεί ποινικά η κατηγορούμενη, καθώς πέραν του σήματος μονόδρομου δεν υπήρχε άλλη σήμανση ούτε και γύρω από το αυλάκι υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε ληφθεί άδεια για την τοποθέτηση του σήματος μονόδρομου και τη μονοδρόμηση της οδού Κ. Χριστοδούλου. Παρά ταύτα αποφασίστηκε από τους ανωτέρους του ότι η κατηγορούμενη θα έπρεπε να διωχθεί, καθώς υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία εναντίον της. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο ΜΚ2 του ανέφερε στη σκηνή του δυστυχήματος ότι η κατηγορούμενη χρησιμοποιούσε το κινητό της τηλέφωνο πριν την σύγκρουση και εκ παραδρομής δεν την κατηγόρησε και για το εν λόγω αδίκημα όταν κατηγορήθηκε γραπτώς (βλ. Τεκμήριο 4). Όσον αφορά την οδήγηση έναντι μονόδρομου κατευθύνσεως η εν λόγω κατηγορία δεν περιλήφθηκε τελικά στο κατηγορητήριο διότι το σήμα δεν είχε τοποθετηθεί νόμιμα από την εταιρεία που εκτελούσε τα οδικά έργα. Αναφορικά με την κατάσταση της κατηγορούμενης μετά το δυστύχημα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη ήταν σε θέση να του απαντήσει στις ερωτήσεις που της υπέβαλε. Συγκεκριμένα όταν τη ρώτησε αν υπήρχε σήμα, η ίδια του το υπέδειξε και για αυτό τον λόγο το συμπεριέλαβε και στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήρια 2 και 3). Στην υποβολή του κ. Σαββίδη ότι το σήμα τοποθετήθηκε μετά το δυστύχημα και πριν ο ίδιος φθάσει στη σκηνή, ο ΜΚ1 απάντησε ότι αυτή τη θέση την απορρίπτει η ίδια η κατηγορούμενη η οποία του είχε δηλώσει ότι το μόνο σήμα που υπήρχε ήταν εκείνο του μονόδρομου. Ερωτηθείς κατά πόσο έλεγξε αν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση στην αντίθετη πορεία από εκείνη που κινείτο το όχημα της κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν θυμόταν και ότι έλεγξε τα βασικά που σχετίζονταν με τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Το αν υπήρχαν σήματα στην αντίθετη πλευρά δεν ήταν τόσο βασικό σε σχέση με την πορεία της κατηγορούμενης. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης κατά πόσο θα σημείωνε στο σχέδιο τυχόν σήματα που υπήρχαν, ο ΜΚ1 απάντησε ότι σχεδιαγράφησε το μέρος εκείνο του δρόμου στο οποίο έγινε το δυστύχημα. Τέλος, στην υποβολή του κ. Σαββίδη ότι το αυλάκι δεν ήταν αντιληπτό, ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι οποιοσδήποτε εισερχόμενος στο δρόμο θα μπορούσε να πέσει στο αυλάκι. Ο ΜΚ1 θεωρώ ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα στο Δικαστήριο σε σχέση με όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων του για τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν δίστασε να δηλώσει ότι η δική του αρχική εισήγηση ήταν όπως η κατηγορούμενη να μην διωχθεί ποινικά. Κατέθεσε ευκρινώς τους λόγους που τον ώθησαν να υποβάλει τη σχετική εισήγηση στους ανωτέρους του αναφέροντας τα «ελαφρυντικά» που, κατά την έκφραση του, είχε η κατηγορούμενη. Σημειώνω επίσης ότι δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του, ούτε και διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο για να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Διευκρινίζω στο σημείο αυτό ότι η αναφορά μου ότι ο ΜΚ1 υπήρξε ειλικρινής σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν τελικά να κατηγορήσει γραπτώς την κατηγορούμενη ουδόλως σημαίνει ότι αποδέχομαι και ως ορθούς τους λόγους που επικαλέστηκε. Η κρίση του κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση η κατηγορούμενη υπήρξε αμελής ανήκει στο Δικαστήριο. Ειδικότερα όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τη δήλωση της κατηγορούμενης ότι το επίμαχο σήμα μονόδρομου ήταν τοποθετημένο πριν επισυμβεί το δυστύχημα, θα ήθελα να σημειώσω ότι παρά το γεγονός ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία εντούτοις θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει βαρύτητα σε αυτήν. Συγκεκριμένα η εξ ακοής μαρτυρία του ΜΚ1 επιβεβαιώνεται από το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι την κατηγορούμενη, πρόκειται δε για εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού η οποία έγινε σχεδόν αμέσως μετά το γεγονός στο οποίο αυτή αναφέρεται (βλ. άρθρο 27
(2)του Κεφ.9). Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω δήλωση της ήταν λανθασμένη. Τον εν λόγω ισχυρισμό θα τον εξετάσω πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της κατηγορούμενης. Από τη μαρτυρία του ΜΚ1, δεν μπορώ ωστόσο να δεχθώ την γνώμη που εξέφρασε ότι το όχημα της κατηγορούμενης κινείτο με αυξημένη ταχύτητα. Καταρχάς, ο μάρτυρας δεν υποστήριξε ότι διαθέτει οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις σε σχέση με τον υπολογισμό της ταχύτητας. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας επί του εν λόγω σημείου για να μπορεί να αξιολογηθεί η γνώμη που εξέφρασε. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ΜΚ1 δεν υποστήριξε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε εξετάσεις ή μετρήσεις βάσει των οποίων κατέληξε στο σχετικό συμπέρασμα, για το οποίο σημειώνω ότι είναι αόριστο καθώς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταχύτητα. Αποτελούσε απλώς μία γενική άποψη, η οποία βασίστηκε στην απόσταση που διάνυσε το όχημα της κατηγορούμενης από το αυλάκι μέχρι την τελική του θέση. Σημειώνω ωστόσο ότι για την εν λόγω απόσταση, όπως διεφάνη κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν βέβαιος καθώς δεν τη μέτρησε. Με εξαίρεση επομένως το πιο πάνω αναφερόμενο σημείο η μαρτυρία του ΜΚ1 γίνεται αποδεκτή. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ως αξιόπιστο ένα μάρτυρα μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 243/12 ημερ. 2.5.14). Ο ΜΚ2 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι μηχανοδηγός και ιδιοκτήτης του εκσκαφέα με αρ. εγγραφής ΚΡΥ
  1. Στις 12.2.11 ξεκίνησε να εργάζεται στην οδό Κ. Χριστοδούλου για τη διάνοιξη αυλακιού σύμφωνα με τις οδηγίες του επιστάτη της Νέμεσις. Όταν ξεκίνησε την εργασία του είχε τοποθετήσει σήματα τροχαίας που προειδοποιούσαν για τις εργασίες που διεξάγονταν. Συγκεκριμένα είχε τοποθετήσει σήμα μονόδρομου στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως, ενώ στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ζ. Κάνθερ τοποθέτησε σήμα που απαγόρευε την είσοδο στην οδό Κ. Χριστοδούλου. Περί ώρα 16.40 και ενώ κατευθυνόταν με τον εκσκαφέα προς το αυλάκι για να τοποθετήσει υλικό επιχωμάτωσης, είδε από την αντίθετη κατεύθυνση το όχημα της κατηγορούμενης να εισέρχεται στην οδό Κ. Χριστοδούλου παραβιάζοντας το σήμα του μονόδρομου. Το όχημα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και η κατηγορούμενη κρατούσε κινητό τηλέφωνο στο δεξί της χέρι. Προσπάθησε να προειδοποιήσει την κατηγορούμενη αναβοσβήνοντας τα φώτα του εκσκαφέα και κορνάροντας, αλλά η κατηγορούμενη δεν τον αντιλήφθηκε και πέρασε πάνω από το αυλάκι. Ακολούθως κατευθύνθηκε προς το όχημα της κατηγορούμενης η οποία του ανέφερε ότι δεν τραυματίστηκε, αλλά ήταν συγχυσμένη. Στην παρουσία του και στην παρουσία του επιστάτη της Νέμεσις, Αλέξανδρου Γκέσσου, η αστυνομία ρώτησε την κατηγορούμενη αν υπήρχαν σήματα στο δρόμο πριν επισυμβεί το δυστύχημα και η κατηγορούμενη υπέδειξε το σήμα μονόδρομου. Περαιτέρω, ο ΜΚ2 δήλωσε στην κατάθεση του ότι η κατηγορούμενη πέρασε ακόμα δύο φορές από τον εν λόγω δρόμο. Την πρώτη φορά της έκανε παρατήρηση ότι ο δρόμος ήταν κλειστός και η κατηγορούμενη του είπε ότι μετέβαινε στο κομμωτήριο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στα οδικά έργα που διεξάγονταν στη σκηνή του δυστυχήματος απασχολείτο μόνο ο ίδιος και ένας ακόμη υπάλληλος του. Ο υπάλληλος μετέφερε από τις αποθήκες της Νέμεσις ταμπέλλες και κώνους για να κλείσουν τους δρόμους. Η μία ταμπέλλα που έφερε το σήμα μονόδρομου τοποθετήθηκε στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως και η άλλη ταμπέλλα με το τόξο υποχρεωτικής κατεύθυνσης τοποθετήθηκε στην αντίθετη πλευρά η οποία δεν εμφαίνεται στο σχέδιο (Τεκμήριο 3). Στην οδό Α. Χαραλάμπους είχαν τοποθετήσει κώνους, ενώ δεξιά και αριστερά από το αυλάκι είχαν τοποθετηθεί κάγκελα. Ερωτηθείς κατά πόσο υπέδειξε στον εξεταστή τα σήματα που τοποθέτησε, ο ΜΚ2 αρχικά απάντησε καταφατικά στη συνέχεια όμως δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν υπέδειξε όλα τα σήματα στον εξεταστή, λέγοντας ότι ήταν σίγουρος μόνο για το σήμα του μονόδρομου. Περαιτέρω, όσον αφορά τα κάγκελα που ήταν τοποθετημένα στο αυλάκι, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν τα υπέδειξε στον εξεταστή. Κατά την ώρα του δυστυχήματος το αυλάκι ήταν ολοκληρωμένο, αφού το μόνο που απέμενε ήταν η τελική επιχωμάτωση. Ως εκ τούτου είχαν αφαιρεθεί τα κάγκελα και ο δρόμος είχε σκουπιστεί και καθαριστεί. Σε σχέση με το κινητό τηλέφωνο, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ανέφερε στη σκηνή του δυστυχήματος στον εξεταστή ότι η κατηγορούμενη κρατούσε το κινητό της τηλέφωνο την ώρα του δυστυχήματος. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος βρισκόταν στον εκσκαφέα και μετέφερε προς το αυλάκι το υλικό της επιχωμάτωσης, μπορούσε όμως να διακρίνει ότι η κατηγορούμενη κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Στις επίμονες ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ο ΜΚ2 είπε ότι είδε την κατηγορούμενη να έχει το χέρι της στο αυτί της και είδε ότι κρατούσε κάτι σαν τηλέφωνο. Μετά το δυστύχημα όταν μίλησε με την κατηγορούμενη, η τελευταία του ανέφερε ότι της έπεσε το τηλέφωνο της εντός του οχήματος. Στην ερώτηση του κ. Σαββίδη γιατί δεν δήλωσε τα πιο πάνω αναφερόμενα στην κατάθεση του (Τεκμήριο 7), ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν τον ρώτησαν για τα πιο πάνω προκειμένου να τα αναφέρει στην κατάθεση του. Αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Σαββίδη ότι η κατηγορούμενη δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο, καθώς και ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να διακρίνει κατά πόσο η κατηγορούμενη κρατούσε κινητό τηλέφωνο. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης κατά πόσο αμέσως μετά το δυστύχημα ήλθε στη σκηνή μία κοπέλα η οποία προσέφερε στην κατηγορούμενη νερό και του ανέφερε ότι θα έχουν μπλεξίματα με την αστυνομία διότι ο δρόμος δεν ήταν σηματοδοτημένος, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμόταν κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια ωστόσο ανέφερε ότι ήλθε στη σκηνή μία κοπέλα της επίβλεψης, όχι όμως την ώρα του δυστυχήματος αλλά μετά από δέκα λεπτά περίπου. Ο ΜΚ2 διαφώνησε με τη θέση του κ. Σαββίδη ότι την ώρα του δυστυχήματος το αυλάκι ήταν ακάλυπτο και χωρίς καμία προειδοποιητική σήμανση, λέγοντας ότι στην πορεία που ακολουθούσε η κατηγορούμενη μπροστά από το αυλάκι στη μέση του δρόμου υπήρχαν δύο κώνοι. Στην επισήμανση του κ. Σαββίδη ότι η κατηγορούμενη θα έπρεπε τότε να χτυπήσει στους κώνους προτού πέσει στο αυλάκι, ο ΜΚ2 είπε ότι ήταν τοποθετημένοι στη μέση του δρόμου. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης τι απέγιναν οι κώνοι μετά το δυστύχημα, ο ΜΚ2 είπε ότι μπορεί να τους μετακίνησαν για να κλείσουν το αυλάκι και στη συνέχεια είπε ότι τελικά ένα κώνος υπήρχε και τον μετακίνησαν δίπλα. Τέλος, ο ΜΚ2 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Σαββίδη ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος δεν υπήρχε σήμα μονόδρομου και ότι το τοποθέτησε ο ίδιος αμέσως μετά το δυστύχημα. Επίσης, αρνήθηκε ότι η κατηγορούμενη μόνο δύο φορές πέρασε από τη σκηνή του δυστυχήματος λέγοντας ότι ήταν τρεις και την τρίτη φορά έγινε το δυστύχημα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το σήμα μονόδρομου που τοποθέτησε στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως είχε μία όψη. Ερωτηθείς τι σήμα αντίκριζε κάποιος ερχόμενος από την οδό Ν. Αχιλλέως ο ΜΚ2 είπε ότι αντίκριζε το σήμα μονόδρομου το οποίο δεν ήταν τοποθετημένο έτσι όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 3, αλλά κάπως λοξά για να το βλέπουν οι οδηγοί που κινούνταν τόσο στην οδό Ν. Αχιλλέως όσο και στην οδό Κ. Χριστοδούλου. Η γενική εικόνα που αποκόμισα από το ΜΚ2 ήταν θετική και θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του. Υπήρξαν φυσικά αναφορές στη μαρτυρία του, τις οποίες στην πορεία της αντεξέτασης του διαφοροποίησε, όπως π.χ. η αναφορά του στους δύο κώνους που ήταν τοποθετημένοι μπροστά από το αυλάκι, για τους οποίους στη συνέχεια είπε ότι ήταν ένας και κατά πάσα πιθανότητα μετακινήθηκε για να κλείσει το αυλάκι. Επίσης διαφοροποιήθηκε στα όσα δήλωσε για την κοπέλα της επίβλεψης για την οποία αρχικά αρνήθηκε την παρουσία της, στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι έφθασε στη σκηνή δέκα περίπου λεπτά μετά το δυστύχημα. Τα πιο πάνω σημεία θεωρώ ότι δεν είναι ουσιώδους σημασίας έτσι ώστε να μπορούν να δημιουργήσουν ρήγμα στη μαρτυρία του και να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα με την κοπέλα της επίβλεψης σημειώνω ότι η υποβολή του κ. Σαββίδη ότι η εν λόγω κοπέλα δήλωσε στο ΜΚ2 ότι θα είχε μπλεξίματα διότι δεν υπήρχε σήμανση παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας. Η εν λόγω κοπέλα δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει, ενώ η θέση του ΜΚ2 ότι η επίβλεψη δεν θα τους άφηνε να προχωρήσουν στην εκτέλεση των οδικών έργων αν δεν υπήρχε σήμανση δεν αντικρούστηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Η βασική θέση του ΜΚ2 ότι το σήμα του μονόδρομου ήταν τοποθετημένο στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως, όχι μόνο δεν κλονίστηκε αλλά επιβεβαιώνεται και από την ίδια την κατηγορούμενη η οποία όταν ερωτήθηκε σχετικά από το ΜΚ1 στην παρουσία του ΜΚ2 δήλωσε ότι το επίμαχο σήμα υπήρχε πριν το δυστύχημα. Όπως ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1, οι ισχυρισμοί που προέβαλε η κατηγορούμενη για να υποστηρίξει ότι η εν λόγω δήλωση της ήταν λανθασμένη θα εξεταστούν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Επίσης, η θέση του ότι η ταμπέλλα με το σήμα του μονόδρομου ήταν ορατή στην πορεία που ακολουθούσε η κατηγορούμενη επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος δήλωσε ότι το εν λόγω σήμα ήταν τοποθετημένο σε εμφανή θέση στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως και ήταν ευδιάκριτο. Όσον αφορά όμως το ζήτημα του κινητού τηλεφώνου, παρατηρώ ότι ο ΜΚ2 δεν παρέμεινε σταθερός στην αντεξέταση του. Ενώ αρχικά ήταν απόλυτος ότι η κατηγορούμενη κατά το χρόνο του δυστυχήματος χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο, στην αντεξέταση του και μετά από σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν είπε ότι είδε την κατηγορούμενη να έχει το χέρι της στο αυτί της και να κρατά κάτι σαν τηλέφωνο. Αναίρεσε δηλαδή την απόλυτη βεβαιότητα με την οποία είχε αρχικά τοποθετηθεί επί του ζητήματος. Επίσης στην προφορική του μαρτυρία δήλωσε ότι η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι με το δυστύχημα έπεσε το κινητό της τηλέφωνο στο όχημα της, ισχυρισμός όμως που δεν προβάλλεται στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τον εν λόγω ισχυρισμό εξαρχής, είπε ότι δεν τον ρώτησαν και ως εκ τούτου δεν το ανέφερε. Θεωρώ ως μη ικανοποιητική την εν λόγω εξήγηση. Αφ' ης στιγμής ο ΜΚ2 στην κατάθεση του έκανε λόγο για χρήση κινητού τηλεφώνου από την κατηγορούμενη, το αναμενόμενο θα ήταν να καταγράψει στην κατάθεση του τον ισχυριζόμενο διάλογο που είχε με την κατηγορούμενη, αφού αυτός σχετίζεται άμεσα με τη χρήση κινητού τηλεφώνου από την τελευταία. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή πλην των σημείων που αναφέρω πιο πάνω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί όταν ένας μάρτυρας κριθεί ως αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 243/12 ημερ. 2.5.14). Η κατηγορούμενη υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την ανακριτική κατάθεση της (Τεκμήριο 5) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 12.2.11 περί ώρα 16.40 οδηγούσε το όχημα της στην οδό Κ. Χριστοδούλου με κατεύθυνση προς την οδό Ζήνας Κάνθερ. Κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και στο δρόμο δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση ότι διεξάγονταν οδικά έργα. Τα οχήματα κινούνταν κανονικά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ στη λωρίδα που κινείτο η ίδια δεν υπήρχε ούτε μπροστά αλλά ούτε και πίσω της άλλο όχημα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα της έπεσε σε ένα αυλάκι, το οποίο δεν είχε δει προηγουμένως, καθώς δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση ή προστατευτικά κάγκελα. Από το δυστύχημα άνοιξαν οι δύο μπροστινοί αερόσακοι και η ίδια τραυματίστηκε στο κεφάλι, τον αυχένα, το αριστερό χέρι και την κοιλιά της. Στο δρόμο δεν υπήρχαν εργάτες και κατέβηκε μόνη της από το όχημα της. Στη συνέχεια την πλησίασε ένας κύριος που της είπε ότι ήταν ο οδηγός του εκσκαφέα που άνοιξε το αυλάκι για λογαριασμό της Νέμεσις (προφανώς εννοεί το ΜΚ2) και οποίος της ζήτησε να μην καλέσουν αστυνομία λέγοντας της ταυτόχρονα ότι θα ερχόταν κάποιος υπεύθυνος από την εταιρεία για να διευθετήσουν τις ζημιές. Στη συνέχεια ήρθαν στο μέρος εργάτες και τοποθέτησαν σήματα στο δρόμο και ένας από τους εργάτες της είπε να μην καλέσει αστυνομία διότι δεν θα την αποζημιώσουν. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) ετοιμάστηκε στην παρουσία της και το υπέγραψε ως ορθό. Όταν ερωτήθηκε αν υπήρχαν σήματα στο δρόμο ανέφερε ότι το σήμα μονόδρομου υπήρχε, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν κτυπημένη στο κεφάλι, ζαλισμένη και δεν ήταν συγκεντρωμένη. Το σήμα του μονόδρομου δεν βρισκόταν στο δρόμο πριν το δυστύχημα. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν κρατούσε τηλέφωνο, ούτε και είχε μαζί της τηλέφωνο τη συγκεκριμένη ημέρα. Μετά το δυστύχημα και όταν ήλθε κοντά της ο ΜΚ2 του ζήτησε τηλέφωνο για να τηλεφωνήσει στο σύζυγο της, πράγμα που έπραξε από το τηλέφωνο του ΜΚ
  2. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από το σημείο του δυστυχήματος πέρασε ακόμα μία φορά όταν κατευθυνόταν στο κομμωτήριο στο οποίο είχε ραντεβού στις 16.00 και αρνήθηκε ότι πέρασε από το εν λόγω σημείο ακόμα δύο φορές την ίδια ημέρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την πρώτη φορά που πέρασε από το σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος ήταν καθαρός, δεν υπήρχαν σήματα και δεν είδε το αυλάκι το οποίο βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από εκείνη στην οποία κινείτο. Η κατηγορούμενη συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) της εξηγήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) και το υπέγραψε ως ορθό. Ανέφερε ωστόσο ότι το σήμα μονόδρομου δεν ήταν τοποθετημένο πριν συμβεί το δυστύχημα. Ο ΜΚ2 μετά το δυστύχημα τοποθέτησε το σήμα μονόδρομου και της έλεγε ορίστε το σήμα, πώς δεν το είδες; Η κατηγορούμενη είπε του ΜΚ2 ότι το σήμα δεν υπήρχε. Στον εξεταστή όμως δήλωσε ότι υπήρχε το σήμα διότι ήταν ζαλισμένη, συγχυσμένη, είχε χτυπήσει και πονούσε το στομάχι της. Η κατηγορούμενη επέμεινε ότι δεν υπήρχε το σήμα του μονόδρομου, αλλά αυτό τοποθετήθηκε εκ των υστέρων. Ερωτηθείσα κατά πόσο είδε το ΜΚ2 να τοποθετεί το σήμα, η κατηγορούμενη απάντησε ότι τον είδε να κρατά και να τοποθετεί ένα σήμα και στη συνέχεια της έδειξε το σήμα λέγοντας της ότι ήταν το σήμα του μονόδρομου που δεν είχε δει. Δεν θυμάται όμως από πού έλαβε το σήμα ο ΜΚ2, ούτε και που το τοποθέτησε διότι ήταν ζαλισμένη και συγχυσμένη. Στην απορία του κ. Νεοκλέους γιατί δεν ανέφερε στο ΜΚ1 ότι ήταν ζαλισμένη έτσι ώστε να μην υπογράψει το Τεκμήριο 2, η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν λέει ψέματα και αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια ανέφερε στον ΜΚ1 ότι υπήρχε σήμα μονόδρομου το οποίο και του το υπέδειξε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά το δυστύχημα παρέμεινε για δύο ώρες στη σκηνή. Ο σύζυγος της είχε έλθει δέκα περίπου λεπτά μετά το δυστύχημα και στην απορία του κ. Νεοκλέους γιατί δεν ζήτησε από το σύζυγο της να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο αμέσως, η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν λέει ψέματα, πονούσε τον αυχένα της και είχε σπασμένο χέρι. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι μετά το δυστύχημα ήλθαν εργάτες και τοποθέτησαν σήματα στο δρόμο, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ένα ήταν το σήμα που τοποθετήθηκε. Τέλος, η κατηγορούμενη αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Νεοκλέους ότι κρατούσε κινητό τηλέφωνο και ότι γνώριζε πως διεξάγονταν οδικά έργα. Η κατηγορούμενη δεν μου προξένησε θετική εικόνα. Στη μαρτυρία της υπάρχουν αρκετά ασαφή σημεία. Ασφαλώς το κύριο μέρος της μαρτυρίας της περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του επίμαχου σήματος μονόδρομου πριν επισυμβεί το δυστύχημα. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι λόγω της σύγχυσης της υπέγραψε ως ορθό το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) στο οποίο περιλαμβάνεται η ταμπέλλα με το σήμα του μονόδρομου και ανέφερε στον εξεταστή (ΜΚ1) ότι το σήμα βρισκόταν στο δρόμο πριν το δυστύχημα. Η κατηγορούμενη επανάλαβε αρκετές φορές στη μαρτυρία της ότι η δήλωση της πως το σήμα υπήρχε πριν το δυστύχημα οφειλόταν στη σύγχυση της. Δεν έδωσε όμως οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γιατί εφόσον ένιωθε με τον τρόπο που περιέγραψε παρέμεινε στη σκηνή του δυστυχήματος και συνομίλησε με τον ΜΚ1 αντί να κατευθυνθεί στο νοσοκομείο ή τουλάχιστον να αναφέρει ότι δεν ήταν σε θέση να μιλήσει για το επίδικο συμβάν. Στην εύλογη απορία του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής γιατί δεν ανέφερε στον εξεταστή ότι τελούσε σε σύγχυση, η κατηγορούμενη επανέλαβε ότι ήταν συγχυσμένη και ότι δεν λέει ψέματα. Επίσης, δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική και ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν ζήτησε από το σύζυγο της, ο οποίος κατέφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος δέκα περίπου λεπτά μετά το δυστύχημα, να τη μεταφέρει στο νοσοκομείο εφόσον ήταν τραυματισμένη και πονούσε. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η ενέργεια της να παραμείνει στη σκηνή για περίοδο δύο ωρών μετά το δυστύχημα δεν συνάδει με την κατάσταση στην οποία περιέγραψε ότι βρισκόταν. Αίσθηση επίσης προκαλεί το γεγονός ότι στο ΜΚ2 όταν της υπέδειξε το σήμα του μονόδρομου του απάντησε ότι αυτό δεν υπήρχε. Δηλαδή ακόμα και την ώρα της σύγχυσης, μετά το δυστύχημα, στον μεν ΜΚ2 ανέφερε ότι το σήμα δεν ήταν τοποθετημένο, στον εξεταστή όμως δεν ήταν σε θέση να το αναφέρει λόγω της σύγχυσης και του πόνου που ένιωθε. Δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Το αναμενόμενο για ένα πρόσωπο που βρισκόταν στην κατάσταση που περιέγραψε η κατηγορούμενη θα ήταν να αποχωρήσει από τη σκηνή ή τουλάχιστον να μην απαντήσει οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Αντιθέτως η κατηγορούμενη παρέμεινε στη σκηνή του δυστυχήματος για περίπου δύο ώρες, απάντησε τη σχετική ερώτηση που της έγινε από το ΜΚ1, ο οποίος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν σε τέτοια θέση που να μην μπορεί να απαντήσει. Επιπρόσθετα η κατηγορούμενη υπέγραψε ως ορθό το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήρια 2 και 3) το οποίο συνιστά την πραγματική μαρτυρία. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας έχει τονιστεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ένα χρήσιμο υλικό για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και της ακρίβειας αντίθετων ισχυρισμών. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γιαννάκης Σοφοκλέους ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 218: «Η πραγματική μαρτυρία σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων συνιστά χρήσιμο υλικό για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και τον έλεγχο της ακρίβειας αντίθετων ισχυρισμών.» Περαιτέρω, θα ήθελα να επισημάνω και το εξής. Δεν προσκομίστηκε από την υπεράσπιση οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι τα τραύματα που προκλήθηκαν στην κατηγορούμενη από το επίδικο δυστύχημα ήταν τέτοια που να επηρεάζουν την ικανότητα της να αντιλαμβάνεται και να απαντά σε ερωτήσεις που της τέθηκαν. Ούτε καν ιατρικό πιστοποιητικό που να περιγράφει τα τραύματα που υπέστη δεν παρουσιάστηκε. Αυτό το οποίο απομένει επομένως είναι η δήλωση της κατηγορούμενης ενώπιον των ΜΚ1 και 2, περί της ύπαρξης του σήματος του μονόδρομου πριν επισυμβεί το δυστύχημα. Η εν λόγω δήλωση έχει βαρύνουσα σημασία καθώς είναι δήλωση ενάντια των συμφερόντων της και πραγματοποιήθηκε όταν τα γεγονότα ήταν νωπά. Τα όσα στη συνέχεια ισχυρίστηκε, θεωρώ ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της κατηγορούμενης η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 12.2.11 και περί ώρα 16.40 η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΧΗ 957 στην οδό Κ. Χριστοδούλου στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου με κατεύθυνση προς την οδό Ζήνας Κάνθερ. Στον εν λόγω δρόμο διεξάγονταν οδικά έργα από την εταιρεία «ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ» για την κατασκευή και οικιακή σύνδεση στο αποχετευτικό σύστημα. Στα πλαίσια εκτέλεσης των εν λόγω οδικών έργων είχε ανοιχθεί κάθετα στην οδό Κ. Χριστοδούλου, στην πορεία που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης, αυλάκι διαστάσεων 3.20μ μήκος και 1μ πλάτος. Το όχημα που οδηγούσε η κατηγορούμενη έπεσε στο αυλάκι με αποτέλεσμα να τραυματιστεί η κατηγορούμενη και το όχημα να υποστεί ζημιές. Γύρω από το αυλάκι δεν υπήρχε οποιοδήποτε προστατευτικό αντικείμενο ή προειδοποιητικό σήμα. Στην πορεία ωστόσο που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης και σε απόσταση 34μ από το αυλάκι ήταν τοποθετημένη σε εμφανή θέση στη συμβολή των οδών Κ. Χριστοδούλου και Ν. Αχιλλέως ταμπέλλα με σήμα μονόδρομου. Ο δρόμος στον οποίο έλαβε χώρα το δυστύχημα είναι ευθύς και κατηφορικώς σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης και η ορατότητα ήταν πέραν των τριάντα μέτρων. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Όσον αφορά το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ο κανονισμός 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, απέτυχε όμως να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Ξεκινώντας από την πρώτη κατηγορία, σημειώνω ότι η κατηγορούμενη δεν οδηγούσε με τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα με αποτέλεσμα να μην παρατηρήσει την ταμπέλλα με το σήμα του μονόδρομου, γεγονός που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αργυρού ν. Αστυνομίας (βλ. πιο πάνω), όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Εν προκειμένω, η ύπαρξη της ταμπέλλας με το σήμα του μονόδρομου καθιστούσε πιθανή την πρόκληση κινδύνου σε άλλα πρόσωπα που μπορεί να βρίσκονταν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συγκεκριμένα στα πρόσωπα που εκτελούσαν τα οδικά έργα. Η κατηγορούμενη όφειλε να εντοπίσει το σήμα του μονόδρομου, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ευκρινές σημείο, και να μην εισέλθει στο μέρος του δρόμου που είχε μονοδρομηθεί. Το γεγονός ότι το σήμα δεν είχε τοποθετηθεί νόμιμα και ότι δεν προκλήθηκε βλάβη σε άλλα πρόσωπα δεν αναιρούν την αμέλεια της κατηγορούμενης. Η ουσία είναι ότι στο δρόμο υπήρχε σήμα μονόδρομου και επομένως η πιθανότητα πρόκλησης κινδύνου ήταν εύλογα αναμενόμενη. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, απαραίτητο συστατικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της είναι η ύπαρξη μαρτυρίας περί της χρήσης κινητού τηλεφώνου. Τέτοια μαρτυρία ωστόσο, αφ' ης στιγμής η μαρτυρία του ΜΚ2 επί του συγκεκριμένου σημείου δεν έχει γίνει αποδεκτή, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.