← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9057/14, 9/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9057/14, 9/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9057/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. CONSTANTIN DUMITRU GARGEA
  2. LENUTA GHERGIC
  3. VASILE TANASE
  4. LAZAR-MARIO MARIN
  5. RAUL-MARIAN MOLDOVAN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 09.07.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο 1: κα Ε. Ταλιώτου Για Κατηγορουμένους 2 & 5: κα Καρακλίδου Για Κατηγορούμενο 3: κος Α. Αλεξάνδρου Για Κατηγορούμενο 4: κα Λ. Λεμονάρη Κατηγορούμενοι 1-5: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5 αντιμετωπίζουν κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης κατηγορία κλοπής από υπάλληλο κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι, ενώ ήταν υπάλληλοι της εταιρείας D&A Charalambous (Frozen Foods) Limited (στο εξής η 'παραπονούμενη εταιρεία'), στις 09.09.14 στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους για να κλέψουν χρήματα από την εταιρεία αυτή και ότι στις 16.09.14 έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €79.000, περιουσία της πιο πάνω εταιρείας. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 του Κεφ.154 και συνέργειας μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 3 και 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 16-17.09.14 στην επαρχία Πάφου αποδέχτηκε και κατακρατούσε το χρηματικό ποσό των €4.000 που ήταν περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας ενώ γνώριζε ότι τα χρήματα αυτά είχαν κλαπεί ή αποκτηθεί με τρόπο που συνιστούσαν ποινικό αδίκημα. Επίσης η εν λόγω κατηγορούμενη κατηγορείται ότι με την πιο πάνω πράξη της και εν γνώσει της ότι ο κατηγορούμενος 1 ενεχόταν στο ποινικό αδίκημα της κλοπής παρείχε βοήθεια σ' αυτόν με σκοπό να του παράσχει τη δυνατότητα διαφυγής της τιμωρίας. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 14 μάρτυρες (ΜΚ1-ΜΚ14). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, όλοι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε χωρίς όρκο κατάθεση. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 1 δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης, ενώ η κατηγορούμενη 2 κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος 3 τέσσερις μάρτυρες υπεράσπισης και οι κατηγορούμενοι 4 και 5 από δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 52 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο των μαρτύρων κατηγορίας όσο και των κατηγορουμένων αλλά και των μαρτύρων υπεράσπισης βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω το σύνολο της μαρτυρίας των μαρτύρων και των τεκμηρίων γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα πέραν του ότι θα ήταν χρονοβόρο θα ήταν και αντιπαραγωγικό και έτσι θα περιοριστώ στα σημεία εκείνα της μαρτυρίας που κατά την κρίση μου αφορούν τα επίδικα θέματα και έχουν ιδιαίτερη σημασία στο κατά πόσο στοιχειοθετείται ή όχι κάθε κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αναφορά σε λεπτομέρειες μαρτυρίας θα γίνεται εκεί όπου και στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς αξιολόγησης της. Ο ΜΚ1, αστυφύλακας 2140 Βάσος Αιμιλίου, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 22.09.
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 17.07.14 και ώρα 18:30 δέχτηκε καταγγελία από τον ιδιοκτήτη της παραπονούμενης εταιρείας, Ιούλιο Χαραλάμπους, ότι την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 09:00-18:00 είχε κλαπεί από συγκεκριμένο χώρο στο πίσω μέρος ενός ραφιού του γραφείου του στην εταιρεία του το χρηματικό ποσό των €79.000 σε διάφορα χαρτονομίσματα που βρίσκονταν σε δύο ξεχωριστά διαφανή νάιλον σακουλάκια τυλιγμένα σε άσπρο χαρτί κουζίνας. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε γραπτή κατάθεση από το πιο πάνω άτομο μέσα από την οποία εκφράζει υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου 1 που είναι υπάλληλος του και εκείνη την ημέρα του ζήτησε να σχολάσει ενωρίτερα ένεκα, όπως του είπε, επείγοντος προσωπικού ζητήματος καθώς και επειδή όταν δοκίμασε πολλές φορές να τον καλέσει στο προσωπικό κινητό του τηλέφωνο αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Μετά από αστυνομικές εξετάσεις που διεξήχθηκαν διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη 2, η οποία είναι η συμβία του κατηγορουμένου 1, ζήτησε από τον εργοδότη της και αυτή να σχολάσει ενωρίτερα την ημέρα εκείνη με την πρόφαση ότι απεβίωσε συγγενικό της πρόσωπο. Ακόμη μέσα από τις αστυνομικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι την ίδια ημέρα (δηλαδή 17.09.14) και ώρα 21:00 υπήρχε προγραμματισμένη πτήση για το Βουκουρέστι Ρουμανίας από το αεροδρόμιο Λάρνακας. Τότε ο ΜΚ1 επικοινώνησε με τον αρχιαστυφύλακα 1204 Κ. Κωνσταντίνου του αερολιμένα Λάρνακας και τον ενημέρωσε για την υπόθεση που καταγγέλθηκε ζητώντας του αν εντοπιστούν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να ανακοπούν. Όταν αργότερα ο ΜΚ1 πληροφορήθηκε από τον συνάδελφο του ότι εντοπίστηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μετέβηκε στις 18.09.14 και ώρα 01:20 στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Αερολιμένα Λάρνακας. Εκεί ο μάρτυρας παρέλαβε από τον αρχιαστυφύλακα 1204 Κ. Κωνσταντίνου τα χρηματικά ποσά των €3.970, €1.700 και €4.000, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα. Ακολούθως μετέφεραν τους κατηγορουμένους 1 και 2 στο Τ.Α.Ε. Πάφου και εκεί ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέα στη ρουμανική γλώσσα αφού πρώτα τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνούνταν εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Πιστή μετάφραση της εν λόγω ανακριτικής κατάθεσης ημερομηνίας 18.09.14 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 παρέδωσε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά στον υπαστυνόμο Σάββα, ο οποίος για την ασφαλή φύλαξη τους τα κατάθεσε στο λογιστήριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Περαιτέρω στις 22.09.14 ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 2 με τη βοήθεια διερμηνέα στη ρουμανική γλώσσα για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή της στο νόμο και αυτή απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Το εν λόγω αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας της κατηγορουμένης 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Επίσης στα πλαίσια της ένορκης κατάθεσης του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 κατάθεσε ως επιπρόσθετα τεκμήρια τα πιο κάτω: Τεκμήριο 7 - πορτοφόλι μαύρου χρώματος Τεκμήριο 8 - τσαντάκι χρώματος άσπρου μάρκας Boss Τεκμήριο 9 - χρηματικό ποσό €7.650 Τεκμήριο 10 - κίτρινη πλαστική σακούλα εντός της οποίας υπάρχει το χρηματικό ποσό των €3.920 Τεκμήριο 11 - χρηματικό ποσό €3.900 Τεκμήριο 12 - χρηματικό ποσό €4.600 Τεκμήριο 13 - τιγρέ τσαντάκι Τεκμήριο 14 - γυναικείο πορτοφόλι χρώματος κόκκινου εντός του οποίου υπάρχει άσπρο χαρτάκι που με μπλε μελάνι γράφει αριθμητικώς το ποσό των €5.000 Τεκμήριο 15 - δύο ροζ πλαστικές σακούλες Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως μέσα από αστυνομικές έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 έλαβε ανεργιακό επίδομα ύψους €1.500 αλλά αμφιβάλλει κατά πόσο το ποσό αυτό αποτελεί μέρος των χρημάτων που η αστυνομία εντόπισε στην οικία του εν λόγω κατηγορουμένου επειδή στην ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 εμπλέκει τον κατηγορούμενο 3 στο διαμοιρασμό των χρημάτων που είχαν κλαπεί από την παραπονούμενη εταιρεία. Ομοίως ο εν λόγω μάρτυρας δεν δέχεται ότι στα χρήματα που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορουμένου 3 περιλαμβάνονται εισοδήματα από την εργασία του. Όπως ακόμη ο μάρτυρας αυτός εξήγησε, τα χρήματα δεν αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις αλλά έχει φωτογραφηθεί το μέρος από όπου κλάπηκε το ποσό. ΜΚ2 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 2026 Συμεών Χατζηγιαννάκης, ο οποίος έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε ως Τεκμήριο 16 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 24.09.
  4. Μέσα από το περιεχόμενο της γίνεται αναφορά ότι στις 18.09.14 συνέλαβε στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο
  5. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του και τον κατηγορούμενο 4 στην οικία του τελευταίου που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Παπανδρέου, Sun View 7 στην Έμπα και μετά από δική του συγκατάθεση με σκοπό την διενέργεια έρευνας σε αυτή. Εισερχόμενοι στην οικία ο κατηγορούμενος 4 ανάφερε ότι υπήρχαν χρήματα κάτω από το κρεβάτι υπνοδωματίου. Έγινε έρευνα χωρίς να εντοπιστούν τα χρήματα και όταν ο κατηγορούμενος 4 ρώτησε τη σύζυγο του που βρίσκονταν αυτή έφυγε χωρίς να απαντήσει. Μετά πάροδο μιας ώρας περίπου εισήλθε στην οικία ο ανήλικος υιός του κατηγορουμένου, ο οποίος είπε στον μάρτυρα ότι ο παππούς και η γιαγιά του κρατούσαν μια πλαστική τσάντα. Ζητήθηκε από το παιδί και έφερε την τσάντα και όταν ανοίχτηκε στην παρουσία του κατηγορουμένου 4 εντοπίστηκαν δύο πλαστικά σακούλια χρώματος ροζ (Τεκμήριο 15) στα οποία υπήρχαν τρία πλαστικά σακούλια εντός των οποίων εντοπίστηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των €12.420 και συγκεκριμένα: (α) ένα κίτρινο πλαστικό σακούλι εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €3.920 σε 38 χαρτονομίσματα των €50, 80 χαρτονομίσματα των €20 και 20 χαρτονομίσματα των €5 (Τεκμήριο 10), (β) ένα άσπρο πλαστικό σακούλι εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €3.920 σε 44 χαρτονομίσματα των €50, 80 χαρτονομίσματα των €20 και ένα χαρτονόμισμα των €100 (Τεκμήριο 11), (γ) ένα άσπρο πλαστικό σακούλι εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €4.600 σε 66 χαρτονομίσματα των €50, 5 χαρτονομίσματα των €20 και 12 χαρτονομίσματα των €100 (Τεκμήριο 12). Όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου 4 σε σχέση με τον εντοπισμό των χρημάτων αυτός απάντησε "είναι αυτά που μου έδωσε ο Kostel", εννοώντας τον κατηγορούμενο
  6. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 αφού αναγνώρισε τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 15 ως αυτά που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου 4, πρόσθεσε ότι Αστυνομία Κύπρου έλαβε πληροφορία από την Interpol που βεβαίωνε ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου 1 βρισκόταν εν ζωή, σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε στη γραπτή ανακριτική κατάθεση του ο εν λόγω κατηγορούμενος. Προς ενίσχυση αυτή της θέσης του ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 17 γραπτά μηνύματα που αποστάληκαν στην κυπριακή αστυνομίας από την Interpol ημερομηνίας 06.10.14 και 15.10.14 όπου αναφέρεται ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου βρίσκεται στη ζωή χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας αλλά να είναι αλκοολικός. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος 5 αντιλαμβανόταν και ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, εξ' ου και απαντούσε στις ερωτήσεις του μάρτυρα στην ελληνική γλώσσα αλλά και είχε τηλεφωνική συνομιλία με τη σύζυγο του στην ελληνική γλώσσα. Επίσης όταν ο μάρτυρας συνομίλησε με το υιό του κατηγορουμένου 4 το έπραξε στην ελληνική γλώσσα. Ο μάρτυρας ακόμη είπε πως δεν αντιλήφθηκε αν ο κατηγορούμενος 4 είχε 80% απώλεια ακοής στο δεξί του αυτί και 20% στο αριστερό του και ούτε του ανάφερε κάτι τέτοιο ο κατηγορούμενος
  7. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθηκε την ίδια ώρα με τον κατηγορούμενο 4 ενώ ο κατηγορούμενος 5 συνελήφθηκε λίγο αργότερα και συγκεκριμένα την επόμενη της καταγγελίας. Όπως είπε ο ΜΚ2, είναι σίγουρος ότι αντιλήφθηκε το τι του είχαν πει στην ελληνική γλώσσα τη στιγμή της σύλληψης του οι συνάδελφοι του αστυνομικοί. Το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου 3 που εκδόθηκε στις 18.09.014 και ώρα 14:50 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. ΜΚ3 ήταν ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας που εδρεύει στην επαρχία Πάφου και ασχολείται με το εμπόριο κατεψυγμένων τροφίμων που εισάγει από το εξωτερικό και τα διαθέτει προς πώληση στο λιανικό εμπόριο σε εστιατόρια και σε ξενοδοχεία με το κατάστημα της εν λόγω εταιρείας να βρίσκεται στην οδό Νικολαΐδη αρ.68 στην Πάφο. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήρια 19 και 20 δύο γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία ημερομηνίας 20.09.14 και 24.09.14 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τους, στην εταιρεία εργάζονται 5 αλλοδαποί ως υπάλληλοι, εκ των οποίων οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5, οι οποίοι εργάζονταν υπό δοκιμασία τις τελευταίες 15 ημέρες και στην εργασία έδειχναν να συνδέονται μεταξύ τους. Περί ώρα 17:00 λίγες ημέρες πριν από το κατ' ισχυρισμό περιστατικό ο ΜΚ3 είδε τον κατηγορούμενο 4 να κρατεί στα χέρια του δύο κιλά κρέας και μια δέσμη χρημάτων τυλιγμένη σε άσπρο χαρτί για τα οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει από πού τα βρήκε. Ο εν λόγω μάρτυρας αμέσως του τα πήρε επειδή τα χρήματα αυτά ήταν μέρος των εισπράξεων της ημέρας που τα είχε τοποθετήσει το πρωί εκείνης της ημέρας κάτω από ξύλινο παλέτο που ήταν τοποθετημένο κάτω από 50-60 κιβώτια από διάφορα κρέατα στο δωμάτιο υπ' αριθμό 1 του καταστήματος. Από τότε τα χρήματα τοποθετούνταν πάνω στη μηχανή ραδιατέρ των δωματίων υπ' αριθμό 1 και 2 που παράγουν κρύο αέρα και βρίσκονται σε απόσταση 10 εκατοστών από την οροφή και περίπου 4 μέτρα από το έδαφος επειδή το σημείο αυτό βρίσκεται σε θέση την οποία κάποιος είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει. Στις 15.09.14 τοποθετήθηκαν στο ραδιατέρ του δωματίου υπ' αριθμό 2 χρήματα που μαζί με άλλα που υπήρχαν εκεί από προηγουμένως ανέρχονταν συνολικά €79.000 που ήταν οι εισπράξεις των τελευταίων ημερών σε δέσμες δύο σακουλιών με το ένα να έχει €50.000 και το άλλο €29.000 με σκοπό να κατατεθούν στην τράπεζα ή να αποτελέσουν έμβασμα για αγορά εμπορευμάτων από το εξωτερικό. Το απόγευμα της 16.09.14 και όταν τελείωσε την εργασία του ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον ΜΚ3 να σχολάσει την επόμενη ημέρα η ώρα 12:00 για να μπορέσει να αναχωρήσει για τη Ρουμανία επειδή όπως είπε είχε αποβιώσει ο πατέρας του. Πράγματι στις 17.09.14 ο κατηγορούμενος 1 έφυγε από την εργασία του περί ώρα 12:00 εισπράττοντας το ποσό των €450 που αναλογούσαν στα δεδουλευμένα του. Όταν αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ3 μετέβηκε στο σημείο όπου φυλαγόταν το ποσό των €79.000 με σκοπό να συμπληρώσει τη δέσμη των €29.000 με τις εισπράξεις της ημέρας διαπίστωσε ότι τα χρήματα απουσίαζαν. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στην είσοδο των δωματίων υπ' αριθμό 1 και 2 υπάρχει μια μεγάλη συρόμενη θύρα βαρετού τύπου, η οποία οδηγεί σε δύο μεγάλες θύρες που από αυτές μπορεί κάποιος να εισέλθει στα δωμάτια υπ' αριθμό 1 και 2, τα οποία έχουν θερμοκρασία μείον 20 βαθμοί Κελσίου, στην οροφή των οποίων υπάρχουν δύο μεγάλα ραδιατέρ. Όπως ο μάρτυρας είπε, οι μόνοι που μπορούσαν να εισέλθουν στα δωμάτια αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι της εταιρείας. Όπως ακόμη ο μάρτυρας είπε, το επίδικο ποσό βρισκόταν σε δέσμες των €10.000 και €5.000 από όλα τα είδη χαρτονομισμάτων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στον αδελφό του είχε πει ότι είχαν κλαπεί χρήματα της παραπονούμενης εταιρείας από τον οποίο ζήτησε να προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Αναφερόμενος στα άτομα που είχαν δυνατότητα πρόσβασης στα πιο πάνω δωμάτια, ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε πως αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5, ένας ακόμη υπάλληλος, ο ίδιος και ο αδελφός του ενώ στο χώρο του γραφείου του, εκτός από τον ίδιο και τον αδελφό του πρόσβαση έχει και η κοπέλα του λογιστηρίου. Ερχόμενος στο περιστατικό με τον κατηγορούμενο 4 λίγες ημέρες πριν από το επίδικο συμβάν, ο μάρτυρας αυτός είπε πως ο εν λόγω κατηγορούμενος του ανάφερε πως επρόκειτο να τα μετέφερνε στην οικία αλλά όταν κλήθηκε την επόμενη ημέρα μπροστά από τον ΜΚ3 και τον αδελφό του απολογήθηκε για την πράξη του. Επειδή υπήρχε αρκετή δουλειά στην παραπονούμενη εταιρεία και η αντικατάσταση του θα ήταν δύσκολη αποφασίστηκε να μην απολυθεί αλλά να τεθεί υπό παρακολούθηση. Στη συνέχεια στήριξε τη θέση του ότι οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5 συνδέονταν μεταξύ τους φιλικά στο γεγονός ότι πάντοτε ήταν μαζί την ώρα του διαλείμματος στην εργασία τους. Σχολιάζοντας την συμπεριφορά του κατηγορουμένου 5 στις 17.09.14 ο ΜΚ3 δήλωσε πως όταν ο εν λόγω κατηγορούμενος προσήλθε στην εργασία του ήταν κόκκινος με έντονες κινήσεις και γενικότερα συμπεριφερόταν διαφορετικά από άλλες φορές. Περαιτέρω ο ΜΚ3 ανάφερε ότι ήταν αυτός που είχε καταμετρήσει τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό κλάπηκαν και ήταν εισπράξεις της παραπονούμενης εταιρείας τον Σεπτέμβριο 2014 και ειδικότερα τις τελευταίες 10-15 ημέρες. Περί ώρα 16:30 της 17.09.14 που ο μάρτυρας αυτός πήγε να ελέγξει αντιλήφθηκε ότι τα χρήματα είχαν κλαπεί. Στις 16.09.14 που τα είχε μετρήσει και αφού περί ώρα 19:30 της ίδιας ημέρας υπολογίζει ότι πρόσθεσε το ποσό των €15.000 διαπίστωσε ότι τα χρήματα ανέρχονταν συνολικά σε €79.
  9. Τα χρήματα αυτά ήταν σε δεσμίδες που κάθε μία περιείχε περίπου €10.000-€15.000 τυλιγμένη σε χοντρό χαρτί κουζίνας με λάστιχο. Οι δεσμίδες τοποθετήθηκαν σε δύο διαφανή σακούλια με το ένα να περιέχει δεσμίδες συνολικού ποσού €50.000 και να είναι δεμένο με τέλλα ενώ το άλλο σακούλι να περιέχει δεσμίδες συνολικού ποσού €29.000 και να μην είναι τυλιγμένο. ΜΚ4 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1827 Μιχάλης Καλλή του Τ.Α.Ε. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 21 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 20.09.14 μέσα από την οποία σημειώνεται ότι στις 18.09.10 έλαβε από τον κατηγορούμενο 1, μετά από δική του επιθυμία και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ανακριτική κατάθεση. Η κατάθεση αυτή τόσο στη μητρική γλώσσα όσο και πιστά μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα παρουσιάστηκε ως Τεκμήρια 22Α και 22Β. Περαιτέρω στο Τεκμήριο 21 σημειώνεται ότι στις 18.09.14 ο εν λόγω μάρτυρας πραγματοποίησε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 3, κατόπιν δικής του γραπτής συγκατάθεσης η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24, κατά την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος από ερμάρι του υπνοδωματίου του παρέδωσε ένα πορτοφόλι κόκκινου χρώματος που περιείχε το χρηματικό ποσό των €7.650 σε διάφορα χαρτονομίσματα (Τεκμήριο 9) καθώς επίσης μια κόλλα που αναγραφόταν χειρόγραφα το ποσό των €5.000 (Τεκμήριο 14). Επίσης κατά την έρευνα εντοπίστηκε μια απόδειξη ανάληψης ημερομηνίας 11.07.14 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  10. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν διερεύνησε την προέλευση των χρημάτων που υπήρχαν στην οικία του κατηγορουμένου 3 και ούτε τους ισχυρισμούς που ο εν λόγω κατηγορούμενος προέβαλε για το ζήτημα αυτό επειδή ήταν υποχρέωση του εξεταστή της υπόθεσης, στον οποίο παρέπεμψε να ερωτηθεί. ΜΚ5 ήταν ο αστυφύλακας 4857 Μάριος Μπαρρής του Τ.Α.Ε. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 25 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 19.09.14 στην οποία αναφέρει ότι την ίδια ημέρα με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 αφού πρώτα του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  11. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως αυτά που καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 26 είναι αυτά που ο κατηγορούμενος 4 είπε με τη βοήθεια της διερμηνέας απορρίπτοντας τη θέση της συνηγόρου του ότι του ανάφερε μέσω της διερμηνέας ότι δεν άκουγε τι τον ερωτούσαν. ΜΚ6 ήταν ο αστυφύλακας 4889 Μάριος Αναστάση του Τ.Α.Ε. Πάφου. Στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 20.09.14, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  12. Με βάση το περιεχόμενο της ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε στο αεροδρόμιο Πάφου μαζί με τους συναδέλφους του αστυφύλακες 2827, 1784 και 2140 και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους 1 και 2, τους οποίους μετέφεραν μαζί με τη θυγατέρα της κατηγορουμένης 2 ηλικίας 11 ετών στην Πάφο. Περαιτέρω ο ΜΚ6 στις 18.09.14 διενήργησε μαζί με τον αστυφύλακα 2140 έρευνα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής HTN 291, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου 1, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Επίσης την ίδια ημέρα ο μάρτυρας αυτός με τη βοήθεια της διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  13. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος δεν διερεύνησε την προέλευση του ποσού των €4.000 που εντοπίστηκε στην κατηγορούμενη 2 και ούτε εξέτασε την αλήθεια των ισχυρισμών της εν λόγω κατηγορουμένης προς την εργασία της αλλά και στο σχολείο της θυγατέρας της για το ταξίδι της στη Ρουμανία λέγοντας πως αρμόδιος για κάτι τέτοιο ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης στον οποίο και παρέπεμψε. ΜΚ7 ήταν ο αστυφύλακας 711 Θεόφιλος Παπαδόπουλος του Τ.Α.Ε. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 29 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 19.09.14 στην οποία αναφέρει ότι στις 18.09.14 συνέλαβε τους κατηγορουμένους 3 και 4 δυνάμει ενταλμάτων σύλληψης αφού πρώτα τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο. Επίσης στην εν λόγω κατάθεση σημειώνεται ότι στις 18.09.14 μετέβηκε μαζί με τον αρχιαστυφύλακα 2026 και τον κατηγορούμενο 4 στην οικία του τελευταίου που βρίσκεται στην οδό Γεώργιου Παπανδρέου αρ.7, Sun View, στην Έμπα της επαρχίας Πάφου με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας. Κατά την έρευνα της οικίας και παρόλο ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε ότι μέρος των επιδίκων χρημάτων βρίσκονταν κάτω από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του εντούτοις δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης. ΜΚ8 ήταν ο αστυφύλακας 2588 Ανδρέας Παπακλεοβούλου, ο οποίος είναι αποσπασμένος στο Κλιμάκιο Φωτογράφων και Δακτυλοσκοπών του Τ.Α.Ε. Πάφου. Μέσα από τη γραπτή κατάθεση του, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 30 αναφέρει ότι στις 18.09.14 έλαβε αριθμό φωτογραφιών από τις οικίες των κατηγορουμένων 3 και 4, τις οποίες αφού μετέφερε χωρίς αλλοίωση στο δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή του εκτύπωσε μερικές από αυτές. Οι εν λόγω φωτογραφίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 31
(1)-31
(9)και 32
(1)-32
(5)αντίστοιχα. ΜΚ9 ήταν ο αστυφύλακας 3894 Άντης Γερμανός που υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 33 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 20.09.14 στην οποία αναφέρει ότι στις 19.09.14 έλαβε με τη βοήθεια διερμηνέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 5, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 5, πάντοτε με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή το νόμο, υπέδειξε στον εν λόγω αστυφύλακα πράσινο κάλαθο σκυβάλων στο πεζοδρόμιο λέγοντας "Εδώ πέταξα τα λεφτά", χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε. Ενυπόγραφο έντυπο υπόδειξης της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ9 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως με βάση τα γεγονότα που ο εξεταστής του ανάφερε καθώς και τα λεγόμενα του κατηγορουμένου 5 ο ίδιος διερευνούσε την ίδια υπόθεση. ΜΚ10 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1204 Κ. Κωνσταντίνου που υπηρετεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 36 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 18.09.14 στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ΜΚ1 στις 17.09.10 ότι αναζητούνταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για διερευνώμενη υπόθεση κλοπής από υπάλληλο προέβηκε σε έλεγχο μέσω αεροπορικών εταιρειών μέσα από τον οποίο διαπίστωσε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι βρίσκονταν στην έξοδο 41 με σκοπό να αναχωρήσουν με την πτήση OB138 με προορισμό το Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας εντόπισε τους κατηγορουμένους αυτούς και αφού τους πληροφόρησε για διερευνώμενη εναντίον τους υπόθεση: (α) Σε πορτοφόλι που ο κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε (Τεκμήριο 7) βρήκε το χρηματικό ποσό των €3.970 (5 χαρτονομίσματα των €100, 63 χαρτονομίσματα των €50, 15 χαρτονομίσματα των €20 και 2 χαρτονομίσματα των €10-Τεκμήριο 4), (β) σε τσαντάκι που υπήρχε σε χειραποσκευή που ο κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε βρήκε το χρηματικό ποσό των €1.700 (85 χαρτονομίσματα των €20-Τεκμήριο 5), (γ) σε τσαντάκι που η κατηγορούμενη 2 του παρέδωσε (Τεκμήριο 8) βρήκε το χρηματικό ποσό των €4.000 (80 χαρτονομίσματα των €50-Τεκμήριο 6). Αμφότεροι κατηγορούμενοι του είπαν ότι τα πιο πάνω χρήματα είναι μισθοί τους από τις εργασίες τους. Ακολούθως ο ΜΚ10 συνέλαβε και τους δύο κατηγορουμένους δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης αφού πρώτα τους ενημέρωσε για τους λόγους σύλληψης τους και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο. Παράλληλα τους πληροφόρησε γραπτώς για τα δικαιώματα επικοινωνίας τους ως κρατούμενοι, έντυπο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Τα πιο πάνω δε χρηματικά ποσά παραδόθηκαν στον ΜΚ
  4. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ10 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η κατηγορούμενη 2 τον ακολούθησε οικειοθελώς στο γραφείο όπως με τη θέληση της παρέδωσε το χρηματικό χωρίς να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για την προέλευση του. ΜΚ11 ήταν ο υπαστυνόμος Σάββας Σάββα του Τ.Α.Ε. Πάφου, προϊστάμενος των μελών της αστυνομίας που διερευνούσαν την παρούσα υπόθεση, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 38 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 25.09.15 στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παρέλαβε από τον ΜΚ1 τα Τεκμήρια 4, 5 και 6, τα οποία και παρέδωσε σε συνάδελφο του για τη διαφύλαξη τους. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ11 κατάθεσε ως Τεκμήριο 39 οκτώ έγχρωμες φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον αρχιαστυφύλακα 1825 Ανδρέα Χριστοφίδη στο χώρο που ο ΜΚ3 επικαλείται ότι κλάπηκε το ποσό των €79.
  5. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 40 γραπτή κατάθεση του διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας Ιούλιου Χαραλάμπους ημερομηνίας 17.09.
  6. ΜΚ12 ήταν ο αστυφύλακας 1105 Νίκος Ιωάννου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 41 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 22.09.
  7. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της στις 22.09.14 ο εν λόγω μάρτυρας ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος επικαλέστηκε χώρους συνάντησης του ιδίου με άλλα άτομα φωτογραφίζοντας τους κατηγορουμένους 3, 4 και
  8. Στη συνέχεια και μετά από συγκατάθεση του κατηγορουμένου 1, ο μάρτυρας αυτός αναχώρησε μαζί με συνάδελφο του, τη μεταφράστρια και τον κατηγορούμενο 1 και μετέβηκε στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένα τα οχήματα των κατηγορουμένων 1, 3, 4 και 5 στην εργασία τους, σε ανοικτό χώρο στάθμευσης στην οδό Μυτιλήνης στην Πάφο απέναντι από την Τράπεζα Κύπρου όπου οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης μετέβησαν με τα οχήματα τους καθώς και σε ανοικτό χωράφι δίπλα από το περίπτερο "Kambos 2" στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Πάφο στο οποίο όλοι μετέβηκαν με το όχημα του κατηγορουμένου 4 και εκεί μοιράστηκαν επίδικα χρήματα, χώρους τους οποίους και υπέδειξε στον ΜΚ
  9. Δύο ενυπόγραφα έντυπα υπόδειξης σκηνών κατατέθηκαν από τον εν λόγω μάρτυρα ως Τεκμήριο
  10. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ12, ανάμεσα σ' άλλα, αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είχε αναφέρει ότι δεν γνώριζε να διαβάζει. ΜΚ13 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1825 Ανδρέας Χριστοφίδης, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 43 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 12.02.15, μέσα από την οποία σημειώνεται ότι στις 24.09.14 προέβηκε στη φωτογράφηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HMM 241 καθώς και του υποστατικού με τα κατεψυγμένα τρόφιμα (Τεκμήριο 39), φωτογραφίες που στη συνέχεια αποθήκευσε στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή του καθώς και σε εξωτερικό δίσκο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ13 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η φωτογράφηση του υποστατικού με τα κατεψυγμένα τρόφιμα έγινε με βάση τις υποδείξεις του ΜΚ3 με τις φωτογραφίες που λήφθηκαν να αρχειοθετούνται ηλεκτρονικά και σε μεταγενέστερο στάδιο να εκτυπώνονται. ΜΚ14 ήταν ο Ιούλιος Χαραλάμπους, αδελφός του ΜΚ3 και επίσης διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Ως μέρος της κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία ημερομηνίας 17.09.14, σύμφωνα με το οποίο στις 17.09.14 και περί ώρα 09:00 ο ίδιος μετέφερε στην εργασία του το ποσό των €79.000 σε δύο διαφανή σακουλάκια νάϊλο σε χαρτονομίσματα των €100, €50, €20 και €10, τυλιγμένα σε άσπρο χαρτί κουζίνας που ήταν οι εισπράξεις της επιχείρησης των τελευταίων τριών ημερών, ποσό το οποίο ο μάρτυρας φύλαξε στο βάθος πίσω από το ράφι του γραφείου του με σκοπό να το καταθέσει στην τράπεζα την επόμενη ημέρα. Περί ώρα 18:00 της ίδιας ημέρας όταν ο ΜΚ14 πήγε να πάρει τα χρήματα από το πιο πάνω μέρος που τα φύλαξε δεν τα βρήκε και αντιλήφθηκε ότι είχαν κλαπεί. Στο χώρο του γραφείου, εκτός από τον ίδιο, εργάζονται ο ΜΚ3 και μία υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας. Υποψιασμένος ότι εμπλέκεται ο κατηγορούμενος 1 επειδή έφυγε ενωρίτερα από την εργασία του προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνώντας του, χωρίς όμως αυτός να ανταποκριθεί στις κλήσεις. Στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ14 ανάφερε ότι στις 15.09.14 μετά το τέλος της εργασίας τους ο ΜΚ3 μετέφερε και φύλαξε χρήματα αφού πρώτα καταμέτρησε €79.000 στην παρουσία του μάρτυρα αυτού που ήταν σε δύο δεσμίδες των €50.000 και €29.000 αντίστοιχα, περιτυλιγμένα με ρολό χαρτί κουζίνας και σε πλαστικό σακουλάκι, πάνω από το μηχάνημα κατάψυξης του ψυκτικού θαλάμου υπ' αριθμό
  11. Προς τούτο ο ΜΚ3 ενημέρωσε τον μάρτυρα αυτό τόσο για το ποιο ήταν το σύνολο των χρημάτων όσο και για το μέρος που τα είχε φυλάξει, ο οποίος μάρτυρας εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο γραφείο. Από τη φωτογραφία 8 του Τεκμηρίου 39 υπέδειξε με το σημείο 'χ' ως το χώρο που το επίδικο ποσό είχε φυλαχτεί. Στις 17.09.14 ο ΜΚ3 ειδοποίησε τον μάρτυρα αυτό ότι τα χρήματα εκείνα είχαν κλαπεί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ14, ανάμεσα σ' άλλα, δικαιολόγησε για ποιο λόγο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 40 διαφέρει από την ένορκη κατάθεση του λέγοντας πως όταν περί ώρα 18:00 στις 17.09.14 ο ίδιος ενημερώθηκε από τον αδελφό του για την κλοπή αμφότεροι βρίσκονταν εκτός του χώρου επιχείρησης και ενόψει του ότι είχαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος 1 προς τον οποίο στρέφονταν οι υποψίες τους αναχωρούσε με πτήση για το Βουκουρέστι η ώρα 21:00 η πίεση του λιγοστού χρόνου που είχε στη διάθεση του στην προσπάθεια να ανακοπεί ο κατηγορούμενος 1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης απαιτούσε τη λήψη κατάθεσης στην αστυνομία με αποτέλεσμα, υπό το φως της αδυναμίας επικοινωνίας με τον ΜΚ3 και κάτω από καθεστώς πανικού μπροστά στον κίνδυνο να χαθούν τα χρήματα, να δοθεί το Τεκμήριο
  12. Όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, δεν είπε στην αστυνομία την πραγματική κρυψώνα των χρημάτων επειδή ντρεπόταν. Όπως περαιτέρω ο ΜΚ14 εξήγησε, πήγε ο ίδιος στην αστυνομία επειδή ο ΜΚ3 δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση λόγω του ότι αισθανόταν υπεύθυνος για την απώλεια των χρημάτων. Ακολούθως επανέλαβε τη θέση του που είπε ενόρκως στην κυρίως εξέταση του ότι το επίδικο ποσό ήταν φυλαγμένο πάνω από το ραδιατέρ του μηχανήματος κατάψυξης του ψυκτικού δωματίου υπ' αριθμό 2, στον οποίο, όπως είπε, εκτός από τον ίδιο και τον αδελφό του, έχουν πρόσβαση, οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4, 5 και ένας άλλος υπάλληλος όταν όλοι μαζί φορτώνουν εμπορεύματα στα αυτοκίνητα διανομής. Όλοι οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε χωρίς όρκο κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας για κάθε ένα από αυτούς είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Σε γενικές γραμμές όλοι δηλώνουν ότι ουδεμία ανάμιξη είχαν στην υπόθεση αυτή. Θεωρώ αχρείαστο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους, το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως μέρος της προσαχθείσας μαρτυρίας. Παραπομπή σε λεπτομέρειες αυτών θα γίνεται εκεί όπου και στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς αξιολόγησης τους. Στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήρια 22Α και 22Β) ο κατηγορούμενος 1 παραδέχεται ότι η κατ' ισχυρισμό κλοπή του ποσού των €79.000 από την παραπονούμενη εταιρεία διαπράχτηκε από τον ίδιο και τους κατηγορουμένους 3, 4 και
  13. Μέσα από το περιεχόμενο της φωτογραφίζεται ο κατηγορούμενος 3 ως το άτομο που πρόσεξε την ύπαρξη των χρημάτων στον ψυκτικό θάλαμο και το είπε στους υπόλοιπους. Ακόμη στην εν λόγω κατάθεση σημειώνεται ότι δύο ημέρες πριν από τη λήψη του Τεκμηρίου 22Α οι κατηγορούμενοι 1 και 3 άρπαξαν τα χρήματα από τη θέση που βρίσκονταν και ακολούθως τα μοίρασαν μαζί με τους κατηγορουμένους 4 και
  14. Επίσης στο εν λόγω έγγραφο δηλώνεται ότι τα χρήματα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 1 είναι μέρος του κλοπιμαίου ποσού, με εξαίρεση το ποσό των €450 που είναι δικό του αφού είναι αυτό που έλαβε από την παραπονούμενη εταιρεία. Παράλληλα σημειώνεται ότι η σύζυγος του (κατηγορούμενη 2) ουδεμία γνώση είχε για την ανάμιξη του ιδίου στην υπόθεση αυτή. Στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 28) η κατηγορούμενη 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως καθαρίστρια σε καταφύγιο ζώων από την οποία κερδίζει μηνιαίως με υπερωρίες το ποσό των €1.
  15. Στις 17.09.14 το πρωί της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 με τον οποίο συμβιώνει λέγοντας της πως θα πρέπει να ταξιδέψουν στη Ρουμανία επειδή απεβίωσε ο πατέρας του. Απαντώντας σε ερώτηση γιατί ανάφερε στον εργοδότη της ότι θα ταξίδευε στην Ρουμανία λόγω του ότι απεβίωσε ο πατριός της και θα επέστρεφε σε μια εβδομάδα τη στιγμή που αυτό δεν ίσχυε, η κατηγορούμενη 2 το απέδωσε σε λάθος συνεννόηση. Σημείωσε δε πως η ίδια δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε εισιτήρια για τη Ρουμανία χωρίς επιστροφή. Εξηγώντας την προέλευση των χρημάτων που εντοπίστηκαν στην κατοχή της ανάφερε ότι το ποσό των €4.000 προέρχεται από μισθούς της ενώ το ποσό των €1.700 το είχε τοποθετήσει ο κατηγορούμενος 1 στη βαλίτσα που αυτή κρατούσε. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 23) ο κατηγορούμενος 3 αρνείται οποιαδήποτε ανάμιξη του με την κατ' ισχυρισμό κλοπή του ποσού των €79.000 από την παραπονούμενη εταιρεία. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 26) ο κατηγορούμενος 4 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 του είπε για την ύπαρξη χρημάτων σε ψυγείο της παραπονούμενης εταιρείας αυτός του ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε σχέση. Ωστόσο στις 16.09.14 μετά την εργασία ο κατηγορούμενος 1 τον προσέγγισε ενώ βρισκόταν στο όχημα του δείχνοντας του χρήματα που είχε κρυμμένα στο παντελόνι του. Του είπε να τον ακολουθήσει για να του δώσει χρήματα, πράγμα που ο κατηγορούμενος 4 έπραξε. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του έδωσε μια δέσμη χρημάτων με χαρτονομίσματα των €5, €20, €50 και €
  16. Στο εν λόγω έγγραφο σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν συμμετείχε στην κλοπή του επιδίκου ποσού αλλά έλαβε μέρος αυτών των χρημάτων από τον κατηγορούμενο 1 γνωρίζοντας ότι αποτελούσαν αντικείμενο κλοπής. Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 34) ο κατηγορούμενος 5 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι λίγο αργότερα της ώρας 17:00 την Τρίτη 16.09.14 και αφού είχε σχολάσει από την εργασία του πήγε για ποτό σε περίπτερο απέναντι από τον χώρο επιχείρησης του εργοδότη του μαζί με τους κατηγορουμένους 3 και 4 και εκεί τους συνάντησε και ο κατηγορούμενος 1 όπου από την τσέπη του παντελονιού του τους έδειξε χρήματα. Στη συνέχεια όλοι μετέβησαν σε άλλο περίπτερο πλησίον του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου εκεί ο κατηγορούμενος 1 τους έδωσε χρήματα από το πακέτο που κρατούσε. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 34, στον κατηγορούμενο 1 δόθηκε το ποσό των €2.180, το οποίο και τύλιξε σ' ένα μπλε ρούχο με άσπρη βούλα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν του είπε από πού βρήκε τα χρήματα που του έδωσε αλλά και ο ίδιος δεν τον ρώτησε. Από αυτά τα χρήματα ο κατηγορούμενος 5 ξόδεψε €200 ενώ τα υπόλοιπα τα πέταξε σε πράσινο κάλαθο αχρήστων έξω από την οικία του επειδή φοβήθηκε μετά που η ώρα 18:30 του τηλεφώνησε ο εργοδότης του λέγοντας του ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κλέψει χρηματικό ποσό από την παραπονούμενη εταιρεία. Ουδείς μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε για λογαριασμό του κατηγορουμένου
  17. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης για την κατηγορούμενη 2 ήταν ο Κωνσταντίνος Δημοσθένους, υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στην οδό Αποστόλου Παύλου στην Πάφο όπου εκεί η εν λόγω κατηγορούμενη διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό. Στην κυρίως εξέταση του κατάθεσε ως Τεκμήριο 44 κατάσταση του λογαριασμού υπ' αριθμού 511-10-513877-00 στην Ελληνική Τράπεζα ημερομηνίας 08.04.15 για την περίοδο από 01.01.10 μέχρι 14.08.
  18. Ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το σύνολο των καταθέσεων της κατηγορουμένης 2 στον πιο πάνω λογαριασμό από το έτος 2010 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2014 ήταν περίπου €12.
  19. Παράλληλα από τον λογαριασμό αυτό γίνονταν κατά διαστήματα αναλήψεις. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός, ανάμεσα σ' άλλα, παραδέχτηκε ότι το υπόλοιπο του προαναφερόμενου λογαριασμού είναι πιστωτικό κατά €3,
  20. ΜΥ1 για τον κατηγορούμενο 3 ήταν η σύζυγος του, Βαλεντίνα Τανάσε, η οποία στην κυρίως εξέταση της κατάθεσε ως Τεκμήριο 45 κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2011 μέχρι Ιούλιο
  21. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 45 η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι σε δύο περιπτώσεις προχώρησε στην ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού €7.000, το οποίο φύλαξε σε τσαντάκι, στο οποίο έβαζε και τους μισθούς της αλλά και από εκεί έπαιρνε χρήματα που έστελλε στον υιό της, φροντίζοντας κάθε φορά να σημειώνει σε μια κόλλα το ποσό που είτε προστίθετο είτε αφαιρείτο. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή, ανάμεσα σ' άλλα, παρουσίασε ως Τεκμήριο 46 γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 18.09.14 μέσα από την οποία δηλώνεται πως ένεκα των προβλημάτων στις τράπεζες φύλαγε στο σπίτι της το ποσό των €7.000 σε κόκκινο τσαντάκι που ήταν οι οικονομίες της τα τελευταία 4 χρόνια. Περαιτέρω δήλωσε πως το ποσό που η αστυνομία εντόπισε ήταν οι πιο πάνω οικονομίες της στις οποίες πρόσθεσε χρήματα και ο σύζυγος της. ΜΥ2 για τον κατηγορούμενο 3 ήταν η Νάταλι Αριστείδου που εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση το Τεκμήριο 45 η σύζυγος του κατηγορουμένου 3 προέβηκε σε δύο αναλήψεις χρημάτων σε μετρητά στις 11.04.13 και 23.04.13 αντίστοιχα, πράγμα που ήταν δυνατό να γίνει στο πλαίσιο του ημερήσιου ανωτάτου ορίου ανάληψης των €300 που ίσχυε την περίοδο εκείνη λόγω των περιοριστικών μέτρων που είχαν επιβληθεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΜΥ3 για τον κατηγορούμενο 3 ήταν η Γεωργία Δημοσθένους, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας αφού κατάθεσε έγγραφο της υπηρεσίας της ημερομηνίας 15.05.15 ως Τεκμήριο 47 εξήγησε ότι αυτό αφορά τον ασφαλιστικό λογαριασμό του κατηγορουμένου 3 στον οποίον φαίνονται οι ασφαλιστικές αποδοχές από το έτος 2002 μέχρι το 2014, ξεχωριστά κατά έτος. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας αυτή δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το ποσό που σημειώνεται κάτω από τη στήλη ασφαλιστέες αποδοχές είναι το σύνολο των μισθών που ο κατηγορούμενος 3 έλαβε ετησίως κατά έτος και πάνω στο οποίο έχουν πληρωθεί η εισφορά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ωστόσο η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει αν ο κατηγορούμενος 3 ήταν υπάλληλος ή αυτοεργοδοτούμενος καθώς επίσης ούτε γνώριζε αν ο εν λόγω κατηγορούμενος έλαβε επίδομα άδειας ή άλλου είδους επίδομα ή οποτεδήποτε χρήματα από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. ΜΥ4 για τον κατηγορούμενο 3 ήταν ο Πανίκκος Κόκκινος, διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στην περιοχή Κόλπου των Κοραλλίων. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε το περιεχόμενο του ταμιευτηρίου με αριθμό λογαριασμού 066900002094 στην Τράπεζα Κύπρου, αντίγραφο κατάστασης του οποίου για την περίοδο από 08.06.10 μέχρι 04.08.14 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  22. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως από το Τεκμήριο 48 διαπιστώνει ότι τον Ιούλιο 2014 έγιναν 4 αναλήψεις που αφορούσαν ποσά €1.250, €200, €200 και €1.200 στις 02.07.14, 03.07.14, 07.07.14 και 25.07.14 αντίστοιχα με τις τρεις τελευταίες περιπτώσεις να θεωρεί πως είναι εμβάσματα, δηλαδή μετακίνηση μετρητών χρημάτων από τον εν λόγω λογαριασμό σε άλλο πρόσωπο επειδή συνοδεύονται από μικρές χρεώσεις. Ο εν λόγω μάρτυρας παρατήρησε επίσης να έγινε έμβασμα την 01.03.13 για το ποσό των €
  23. Ο Πανίκκος Κόκκινος ήταν ακόμη ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 4 και στην κυρίως εξέταση του κατάθεσε ως Τεκμήριο 49 βιβλιάριο ταμιευτηρίου με αριθμό λογαριασμού 0475-00-001505 στην Τράπεζα Κύπρου από τις 16.03.07, ημερομηνία που όπως λέχθηκε ανοίχτηκε, μέχρι τις 03.03.
  24. Εξηγώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 49 ο μάρτυρας επισήμανε ότι παρατηρούνται πιστώσεις στο λογαριασμό και ακολούθως αναλήψεις από αυτόν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το υπόλοιπο του προαναφερόμενου λογαριασμού είναι πιστωτικό και ανέρχεται στα €5,
  25. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 49 ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε πως τον Σεπτέμβριο 2014 δεν υπήρξε κίνηση του λογαριασμού αυτού. Όπως ο κύριος Κόκκινος διευκρίνισε, το έτος 2014 υπήρξαν μόνο αναλήψεις σε τρεις περιπτώσεις και συγκεκριμένα στις 08.01.14 για το ποσό των €300, στις 17.01.14 για το ποσό των €250 και στις 31.12.14 για το ποσό των €2,95 με τις δύο πρώτες περιπτώσεις να σχετίζονται με αναλήψεις χρημάτων σε μετρητά. Η Γεωργία Δημοσθένους (πιο πάνω) ήταν η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 4, η οποία στην κυρίως εξέταση της κατάθεσε ως Τεκμήριο 50 τον ασφαλιστικό λογαριασμό του εν λόγω κατηγορουμένου όπου σε έγγραφο της υπηρεσίας της ημερομηνίας 06.05.15 φαίνονται οι ασφαλιστικές αποδοχές από το έτος 2002 μέχρι το 2014, ξεχωριστά κατά έτος. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 5 ήταν η Αριάδνη Νεοφύτου Χριστοφή, η οποία εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα ως λειτουργός πελατείας. Στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε δύο καταστάσεις λογαριασμού υπ' αριθμό 509-10-515858-00 της Ελληνικής Τράπεζας εις το όνομα του κατηγορουμένου 5 για την περίοδο από 01.01.09 μέχρι 30.12.13 ως Τεκμήριο 51Α και για την περίοδο από 01.01.14 μέχρι 08.09.14 ως Τεκμήριο 51Β. Παρατηρώντας τα εν λόγω έγγραφα η μάρτυρας είπε ότι από 01.01.14 μέχρι τον Σεπτέμβρη 2014 έγινε καταθέσεις χρημάτων ύψους €3.962 ενώ επικεντρώνοντας την προσοχή της στον μήνα Σεπτέμβριο 2014 ανάφερε ότι έγιναν δύο καταθέσεις μετρητών και ειδικότερα στις 02.09.14 για το ποσό των €230 και στις 04.09.14 για το ποσό των €
  26. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω μάρτυρας ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης για τον κατηγορούμενο 5 ήταν η Γεωργία Δημοσθένους (πιο πάνω), η οποία στην κυρίως εξέταση της κατάθεσε ως Τεκμήριο 52 τον ασφαλιστικό λογαριασμό του εν λόγω κατηγορουμένου όπου σε έγγραφο της υπηρεσίας της ημερομηνίας 15.05.15 φαίνονται οι ασφαλιστικές αποδοχές από το έτος 2009 μέχρι το 2014, ξεχωριστά κατά έτος. Όπως η μάρτυρας αυτή εξήγησε, το έτος 2014 το σύνολο των μισθών του κατηγορουμένου 5 επί των οποίων έχουν πληρωθεί οι εισφορές των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέρχεται σε €10.
  27. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Όλες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής καθώς επίσης και σε διαπιστώσεις στις οποίες ο ίδιος κατέληξε μέσα από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τόσο οι ενέργειες του αυτές όσο και οι διαπιστώσεις του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα κατηγορούμενο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες και διαπιστώσεις του στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ1, δέχομαι ότι: (α) Στις 17.07.14 και περί ώρα 18:30 ο ΜΚ1 δέχτηκε καταγγελία από τον ΜΚ14 που αφορούσε ισχυρισμό για κλοπή χρηματικού ποσού €79.000 από το χώρο διεξαγωγής εργασιών της παραπονούμενης εταιρείας. (β) Μεταξύ των ωρών της 20:00-20:30 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ΜΚ14 (Τεκμήριο 40) μέσα από την οποία εξέφρασε υποψίες εναντίον του κατηγορουμένου 1 επειδή εκείνη την ημέρα ο εν λόγω κατηγορούμενος που είναι υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας ζήτησε και του δόθηκε άδεια να σχολάσει ενωρίτερα λόγω επείγοντος προσωπικού ζητήματος. (γ) Μέσα από έρευνες που διεξήχθηκαν κάτω από την ευθύνη του ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι στις 17.09.14 η κατηγορούμενη 2, που είναι συμβία του κατηγορουμένου 1, ζήτησε από τον εργοδότη της να σχολάσει ενωρίτερα από την εργασία της με τη δικαιολογία ότι είχε αποβιώσει συγγενικό της πρόσωπο. (δ) Μέσα από περαιτέρω έρευνες που διεξήχθηκαν κάτω από την ευθύνη του ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι στις 17.09.14 και ώρα 21:00 υπήρχε προγραμματισμένη πτήση για το Βουκουρέστι της Ρουμανίας από το αεροδρόμιο Λάρνακας με επιβάτες, ανάμεσα σ' άλλους, τους κατηγορουμένους 1 και
  1. (ε) Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ10 του αερολιμένα Λάρνακας ζητώντας του να εντοπίσει τους κατηγορουμένους 1 και 2 προτού αυτοί αναχωρήσουν για το εξωτερικό καθότι εναντίον τους διερευνάτο υπόθεση κλοπής από υπάλληλο. (στ) Με τον εντοπισμό των κατηγορουμένων 1 και 2 μετέβηκε μαζί με συναδέλφους του στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου παρέλαβε από τον ΜΚ10 τα χρηματικά ποσά των €3.970, €1.700 και €4.000 αντίστοιχα (Τεκμήρια 4, 5 και 6), τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον ΜΚ11, ο οποίος με τη σειρά του τα κατάθεσε για ασφαλή φύλαξη τους στο λογιστήριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. (ζ) Μαζί με συναδέλφους του μετέφερε τους κατηγορουμένους 1 και 2 στο Τ.Α.Ε. Πάφου όπου εκεί στις 18.09.14 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα αφού πρώτα τους επέστησε την προσοχή του στο νόμο (Τεκμήριο 2). (η) Στις 22.09.14 ο ΜΚ1 με τη βοήθεια διερμηνέα αφού πρώτα της επέστησε την προσοχή της στο νόμο κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 2 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αυτή απάντησε "Δεν παραδέχομαι" (Τεκμήριο 3). (θ) Μέσα από εξετάσεις που ο ΜΚ1 πραγματοποίησε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 παρέλαβε το χρηματικό ποσό των €1.500 που αποτελεί ανεργειακό επίδομα. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 3 αντικατοπτρίζει μέρος των ενεργειών του ΜΚ
  2. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ2 ήταν ένας από τους αστυνομικούς που συμμετείχε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Είχε συγκεκριμένο ρόλο και προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Περαιτέρω ανάφερε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην παρουσία του, τα οποία ούτε αυτά έτυχαν αμφισβήτησης από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Στη βάση αυτών αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 16 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι ο ΜΚ2 προέβηκε στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 18.09.14 και ώρα 17:40 συνέλαβε στα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας τον κατηγορούμενο 5 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. (β) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας μετέβηκε μαζί με συνάδελφο του και τον κατηγορούμενο 4 στην οικία του τελευταίου που βρίσκεται στην οδό Γεωργίου Παπανδρέου, Sun View 7 στην Έμπα της επαρχίας Πάφου με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας σ' αυτή κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορουμένου 4 και μετά που αυτός ανάφερε στον ΜΚ2 ότι υπήρχαν χρήματα κάτω από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του. (γ) Πριν από την είσοδο τους στην οικία ο ΜΚ2 επέτρεψε στον κατηγορούμενο 4 να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τη σύζυγο του και στην ελληνική γλώσσα της ζήτησε να πει στους γονείς της να εξέλθουν της κατοικίας μαζί με τον ανήλικο υιό του. (δ) Η έρευνα στην εν λόγω οικία ξεκίνησε περί ώρα 17:55 της 18.09.
  3. Κατά την έρευνα της οικίας του κατηγορουμένου 4 δεν εντοπίστηκαν τα χρήματα τόσο στο μέρος που εν λόγω κατηγορούμενος είχε αναφέρει προηγουμένως στον ΜΚ2 ότι βρίσκονταν όσο και στον υπόλοιπο χώρο της οικίας. (ε) Όταν περί ώρα 18:50 της ίδιας ημέρας εισήλθε στην οικία ο ανήλικος υιός του κατηγορουμένου 4, ο ΜΚ2 τον ρώτησε στην ελληνική γλώσσα αν ο παππούς και η γιαγιά του κρατούσαν οτιδήποτε και αυτός του είπε ότι κρατούσαν μια πλαστική τσάντα. Ο ΜΚ2 του ζήτησε να τη φέρει και αυτός το έπραξε. (στ) Ο ΜΚ2 άνοιξε την πιο πάνω πλαστική τσάντα στην παρουσία του κατηγορουμένου 4 και εντός της οποίας υπήρχαν δύο πλαστικά σακούλια χρώματος ροζ (Τεκμήριο 15) εντός των οποίων εντοπίστηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των €12.420 σε τρία πλαστικά σακούλια, ένα κίτρινο και δύο άσπρα. Στο κίτρινο πλαστικό σακούλι υπήρχε το χρηματικό ποσό των €3.920 σε 38 χαρτονομίσματα των €50, 80 χαρτονομίσματα των €20 και 20 χαρτονομίσματα των €5 (Τεκμήριο 10). Στο πρώτο άσπρο πλαστικό σακούλι υπήρχε το χρηματικό ποσό των €3.920 σε 44 χαρτονομίσματα των €50, 80 χαρτονομίσματα των €20 και ένα χαρτονόμισμα των €100 (Τεκμήριο 11) ενώ στο δεύτερο πλαστικό σακούλι υπήρχε το χρηματικό ποσό των €4.600 σε 66 χαρτονομίσματα των €50, 5 χαρτονομίσματα των €20 και 12 χαρτονομίσματα των €100 (Τεκμήριο 12). (ζ) Ο ΜΚ2 επέστησε την προσοχή του κατηγορουμένου 4 σε σχέση με τον εντοπισμό των χρημάτων και αυτός απάντησε ότι είναι τα χρήματα που πήρε από τον κατηγορούμενο
  4. Περαιτέρω δέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2, όπως προκύπτει μέσα από την κατάθεση των εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 17 και αφορά τον πατέρα του κατηγορουμένου
  5. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε κατηγορούμενο αλλά ούτε και ο ΜΚ2 αντεξετάστηκε επ' αυτού. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 γίνεται αποδεκτό ως αληθές και αξιόπιστο. Πληροφορίες που η διεθνή αστυνομία έλαβε σε συνεργασία με τη ρουμανική αστυνομία δείχνουν τον πατέρα του κατηγορουμένου 1 να βρίσκεται εν ζωή περί τις 15.10.
  6. Συνεπώς, όπως προκύπτει από το αναντίλεκτο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 μετά από μελέτη και αξιολόγηση του, δέχομαι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ο πατέρας του κατηγορουμένου 1 βρισκόταν στη ζωή χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας αλλά να είναι αλκοολικός. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του Τεκμηρίου 18, δέχομαι ότι το έγγραφο αυτό αφορά δικαστικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε στις 18.09.14 και ώρα 14:50 εναντίον του κατηγορουμένου
  7. Τα πιο πάνω σαφώς αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ3 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από τη συμπεριφορά του ως μάρτυρας στο εδώλιο κρίνω ότι ήταν ειλικρινές άτομο. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και κατάθεσε αυτά που προσωπικά βίωσε. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε κατά τρόπο άμεσο, ευθύ, θετικό αλλά ταυτόχρονα αυθόρμητο. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 18.09.14 (Τεκμήρια 22Α και 22Β) και γενικότερα με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο ή κίνητρο να κατασκευάσει υπόθεση και να θυσιάσει 4 πολύτιμους για εκείνη την περίοδο υπαλλήλους της παραπονούμενης εταιρείας προχωρώντας σε καταγγελία εναντίον τους εις βάρος των συμφερόντων της δικής του επιχείρησης. Τα υπονοούμενα και οι αιχμές που άφησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 3 περί κατασκευασμένης εκδοχής από μέρους του ΜΚ3 και ότι κάτι 'μαγείρεψε' εις βάρος του αδελφού του (ΜΚ14) δεν συνοδεύτηκαν από τα απαραίτητα στοιχεία που θα τα τεκμηρίωναν και έτσι παρέμειναν στη σφαίρα της φαντασίας του κατηγορουμένου 3 και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ορισμένες μικροανακρίβειες στην μαρτυρία του ΜΚ3, πλην όμως αυτές αντικριζόμενες υπό το πρίσμα όλης της μαρτυρίας του αφορούσαν επουσιώδη ζητήματα με αποτέλεσμα να μην καταστρέψουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Αντίθετα θα έλεγα ότι αυτές οι επουσιώδεις ανακρίβειες ενδυναμώνουν το επίπεδο αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα δείχνοντας έτσι ότι δεν είχε προσχεδιάσει τις απαντήσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας του. Για παράδειγμα από τη στιγμή που προσδιορίστηκαν οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5 ως υπάλληλοι της παραπονούμενης εταιρείας η μη ακριβής αναφορά στον ορθό συνολικό αριθμό των υπαλλήλων είναι κάτι που δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Ομοίως δεν επηρεάζεται η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού όταν στην αρχή στη γραπτή κατάθεση του ανάφερε ότι στις 15.09.14 υπήρχε το συνολικό ποσό των €79.000 στο χώρο από όπου κλάπηκε ενώ στην ένορκη μαρτυρία του ανάφερε ως τέτοια ημερομηνία την 16.09.
  8. Πρόκειται για μια στιγμιαία σύγχυση του ΜΚ3 λόγω της πίεσης και του άγχους που αισθανόταν ως μάρτυρας που τελούσε υπό εξέταση σε ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο θεωρεί ως ορθή τοποθέτηση του μάρτυρα για το θέμα αυτό την 15.09.
  9. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα το επίπεδο αξιοπιστίας του να παραμείνει υψηλό μέχρι το τέλος. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ3, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 19 και 20 που αποτελούν μέρος αυτής. Από την μαρτυρία του ΜΚ3 δέχομαι ότι ο ίδιος είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας που εδρεύει στην επαρχία Πάφου και ασχολείται με το εμπόριο κατεψυγμένων τροφίμων που εισάγει από το εξωτερικό και τα διαθέτει προς πώληση στο λιανικό εμπόριο σε εστιατόρια και σε ξενοδοχεία με το κατάστημα της εν λόγω εταιρείας να βρίσκεται στην οδό Νικολαΐδη αρ.68 στην Πάφο. Υπάλληλοι της παραπονούμενης εταιρείας είναι ανάμεσα σ' άλλους, οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και
  10. Στις 15.09.14 τοποθετήθηκαν στο ραδιατέρ του δωματίου υπ' αριθμό 2 το ποσό των €15.000 περίπου που μαζί με άλλα που υπήρχαν εκεί από προηγουμένως ανέρχονταν συνολικά €79.000 που ήταν οι εισπράξεις των τελευταίων 10-15 ημερών σε δύο διαφανή σακούλια με το ένα να έχει €50.000 και να είναι τυλιγμένο σε χοντρό χαρτί κουζίνας με λάστιχο και το άλλο €29.000 χωρίς να είναι τυλιγμένο, σε δέσμες των €10.000 και €5.000 από όλα τα είδη χαρτονομισμάτων, με σκοπό να κατατεθούν στην τράπεζα ή να αποτελέσουν έμβασμα για αγορά εμπορευμάτων από το εξωτερικό. Ο ΜΚ3 ήταν αυτός που είχε καταμετρήσει τα χρήματα που κλάπηκαν. Τα χρήματα ήταν φυλαγμένα πάνω στη μηχανή ραδιατέρ των δωματίων υπ' αριθμό 1 και 2 που παράγουν κρύο αέρα και βρίσκονται σε απόσταση 10 εκατοστών από την οροφή και περίπου 4 μέτρα από το έδαφος. Το απόγευμα της 16.09.14 και όταν τελείωσε την εργασία του ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον ΜΚ3 να σχολάσει την επόμενη ημέρα η ώρα 12:00 για να μπορέσει να αναχωρήσει για τη Ρουμανία επειδή όπως είπε είχε αποβιώσει ο πατέρας του. Πράγματι στις 17.09.14 ο κατηγορούμενος 1 έφυγε από την εργασία του περί ώρα 12:00 εισπράττοντας το ποσό των €450 που αναλογούσαν στα δεδουλευμένα του. Όταν αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ3 μετέβηκε στο σημείο όπου φυλαγόταν το ποσό των €79.000 με σκοπό να συμπληρώσει τη δέσμη των €29.000 με τις εισπράξεις της ημέρας διαπίστωσε ότι τα χρήματα απουσίαζαν. Οι μόνοι που μπορούσαν να εισέλθουν στα δωμάτια αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι 1, 3, 4 και 5, ένας ακόμη υπάλληλος, ο ΜΚ3 και ο αδελφός του (ΜΚ14). Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ4 ήταν ένας ακόμη αστυνομικός που έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Ο ρόλος του καθορίζεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Ο ρόλος του αυτός σε καμία περίπτωση αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Εξ' ου και δεν αντεξετάστηκε για τις ενέργειες του. Η αναντίλεκτη μορφή της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο μαζί με το Τεκμήριο 21 που αποτελεί μέρος αυτής. Ειδικότερα από την μαρτυρία του αποδέχομαι τα πιο κάτω, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 18.09.10 έλαβε από τον κατηγορούμενο 1, μετά από δική του επιθυμία και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ανακριτική κατάθεση μέσα από την οποία εμπλέκει τον εαυτό του στην παρούσα υπόθεση (Τεκμήρια 22Α και 22Β). (β) Την ίδια ημέρα ο ΜΚ4 πραγματοποίησε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 3 μετά από γραπτή συγκατάθεση του τελευταίου (Τεκμήριο 24) κατά τη διάρκεια της οποίας ο εν λόγω κατηγορούμενος από ερμάρι του υπνοδωματίου του παρέδωσε ένα πορτοφόλι κόκκινου χρώματος που περιείχε το χρηματικό ποσό των €7.650 σε διάφορα χαρτονομίσματα (Τεκμήριο 9) καθώς επίσης μια κόλλα που αναγραφόταν χειρόγραφα το ποσό των €5.000 (Τεκμήριο 14) αλλά και μια διαφημιστική κάρτα. (γ) Επίσης κατά την έρευνα εντοπίστηκε μια απόδειξη ανάληψης χρημάτων από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου ημερομηνίας 11.07.
  11. (δ) Ακολούθως της ίδιας ημέρας ο ΜΚ4 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 23). Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του Τεκμηρίου 24, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο 3 όπως και η γνησιότητα της δικής του υπογραφής σ' αυτό, προκύπτει ότι η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 3 διεξήχθη στη βάση συγκατάθεσης του, η οποία δόθηκε γραπτώς δια του εγγράφου αυτού. Η μαρτυρία του ΜΚ5 ήταν τυπικής φύσεως. Το μόνο που έπραξε σε σχέση με την υπόθεση αυτή ήταν στις 19.09.14 με τη βοήθεια διερμηνέα να λάβει γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 4 αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο (Τεκμήριο 26), γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από του κατηγορουμένους. Η μαρτυρία του που βασικά είναι η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 19.09.14 (Τεκμήριο 25) γίνεται αποδεκτή καθότι απλά περιέχει το πιο πάνω αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ6 ήταν ένας αστυνομικός με περιορισμένη ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Προέβηκε σε μετρημένες ενέργειες, οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους κατηγορουμένους. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε για τις εν λόγω ενέργειες του. Η μαρτυρία του ΜΚ6 που ουσιαστικά περιλαμβάνει το Τεκμήριο 27 και περιέχει αναντίλεκτες πράξεις του, κρίνεται αληθής και αξιόπιστη. Οι δε πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες του εν λόγω μάρτυρα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 18.09.14 και περί ώρα 01:20 μετέβηκε μαζί με τους συναδέλφους του ΜΚ1, ΜΚ3 και αστυφύλακα 1784 στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους 1 και 2, τους οποίους και μετέφεραν μαζί με την θυγατέρα της κατηγορουμένης 2 ηλικίας 11 ετών στην Πάφο. (β) Αργότερα της ίδιας ημέρας ο εν λόγω μάρτυρας με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 (Τεκμήριο 28). Ο ΜΚ7 ήταν ένας μάρτυρας ο οποίος δεν αντεξετάστηκε από οποιοδήποτε συνήγορο υπεράσπισης με αποτέλεσμα η μαρτυρία του, η οποία εκφράζεται αποκλειστικά από το Τεκμήριο 29, να παραμείνει καθ' ολοκληρία αναντίλεκτη. Παράλληλα η μαρτυρία του ΜΚ7 επιβεβαιώνει την μαρτυρία του ΜΚ
  12. Στη βάση αυτών αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και βασικά το Τεκμήριο 29 στην ολότητα του. Ειδικότερα δέχομαι τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα που ασφαλώς αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Ο εν λόγω μάρτυρας συνέλαβε τους κατηγορουμένους 3 και 4 δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης στις 18.09.14 και ώρες 16:15 και 16:10 αντίστοιχα αφού πρώτα τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο. (β) Επίσης την ίδια ημέρα ο ΜΚ7 μετέβηκε μαζί με τον ΜΚ2 και τον κατηγορούμενο 4 στην οικία του κατηγορουμένου 4 με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας σ' αυτή. (γ) Με την άφιξη τους στο μέρος ο ΜΚ2 ζήτησε και του επιτράπηκε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τη σύζυγο του και στην ελληνική γλώσσα της ζήτησε να πει στους γονείς της να εξέλθουν της κατοικίας μαζί με τον ανήλικο υιό του. (δ) Περί ώρα 17:55 της ίδιας ημέρας εισήλθαν όλοι στην οικία του κατηγορουμένου 4 όπου παρών ήταν η σύζυγος του τελευταίου. (ε) Ενώ ο κατηγορούμενος 4 τους ανάφερε ότι μέρος των χρημάτων που η αστυνομία αναζητούσε βρίσκονταν κάτω από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του κατά την έρευνα τα χρήματα δεν εντοπίστηκαν εκεί καθώς επίσης δεν εντοπίστηκαν ούτε και στον υπόλοιπο χώρο της οικίας. (στ) Ο κατηγορούμενος 4 ρώτησε τότε τη σύζυγο του που ήταν τα χρήματα που η αστυνομία αναζητούσε και αυτή απεχώρησε από το μέρος χωρίς να του απαντήσει. (ζ) Ο εν λόγω μάρτυρας εξήλθε της οικίας και προσπάθησε να εντοπίσει τη σύζυγο του κατηγορουμένου 4 και τη μητέρα της που είχαν φύγει από το μέρος γιατί υποψιαζόταν ότι αυτές κρατούσαν τα χρήματα που η αστυνομία αναζητούσε εντός της προαναφερόμενης οικίας. Ο ΜΚ8 ήταν ο ένας από τους δύο φωτογράφους της αστυνομίας που χρησιμοποιήθηκαν για την εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης. Το ότι ήταν αυτός που στις 18.09.14 έλαβε αριθμό φωτογραφιών από τις οικίες των κατηγορουμένων 3 και 4 είναι ένα γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Το ότι ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε τις πιο πάνω φωτογραφίες χωρίς αλλοίωση και αφού τις αποθήκευσε ηλεκτρονικά στον δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή εκτύπωσε μερικές από αυτές επίσης δεν αμφισβητήθηκε ως γεγονός από τους κατηγορουμένους και συνεπώς το αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο, αποτελώντας και αυτό εύρημα του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 30 που αποτελεί μέρος της και απλά περιέχει τα πιο πάνω αναντίλεκτα γεγονότα γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη. Ακόμη κομμάτι της αποδεκτής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο αποτελούν οι 9 έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 31
(1)μέχρι 31
(9)καθώς και οι 5 έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 32
(1)έως 32
(5), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εικόνων που αντικατοπτρίζουν. Ειδικότερα η φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 31 απεικονίζει τον κατηγορούμενο 3 να υποδεικνύει το ερμάρι του υπνοδωματίου στην οικία που είναι το σημείο όπου σε πορτοφόλι κόκκινου χρώματος βρισκόταν το χρηματικό ποσό των €7.650 που η αστυνομία κατάσχεσε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Τα χρήματα αυτά μαζί με το κόκκινο πορτοφόλι απεικονίζονται στις φωτογραφίες 6, 7, 8 και 9 του Τεκμηρίου
  1. Οι δε φωτογραφίες 2, 3, 4 και 5 του Τεκμηρίου 32 απεικονίζουν τη νάϊλο τσάντα που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου 4 εντός της οποίας υπήρχε το συνολικό χρηματικό ποσό των €12.420 με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Ο ΜΚ9 ήταν ένα άλλος αστυνομικός που είχε περιορισμένη ανάμιξη στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι λιγοστές ενέργειες στις οποίες προέβηκε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 33 που αποτελεί μέρος αυτής. Οι δε ενέργειες του που περιγράφονται αμέσως πιο κάτω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα μέσα από την μαρτυρία του δέχομαι: (α) Στις 19.09.14 ο ΜΚ9 με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 5 (Τεκμήριο 34). (β) Ακολούθως ο κατηγορούμενος 5, πάντοτε με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, υπέδειξε στον ΜΚ9 πράσινο κάλαθο σκυβάλων στο πεζοδρόμιο λέγοντας "Εδώ πέταξα τα λεφτά", χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε. Προς τούτο ο ΜΚ9 έδωσε σχετικό έντυπο υπόδειξης σκηνής, στο οποίο καταγράφηκαν οι δηλώσεις του κατηγορουμένου, ο οποίος στη συνέχεια το υπέγραψε (Τεκμήριο 35). Το Τεκμήριο 35, το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του οποίου, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, γίνεται αποδεκτό ως αληθές και αξιόπιστο, φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου 5, η γνησιότητα της οποίας σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αμφισβητήθηκε. Παράλληλα το αναντίλεκτο περιεχόμενο του επιβεβαιώνει την αλήθεια της πιο πάνω θέσης του ΜΚ9 στο ζήτημα αυτό. Ο ΜΚ10 ήταν ο επί καθήκον αστυνομικός στο αεροδρόμιο Λάρνακας που στις 17.09.10 αναζήτησε και εντόπισε τους κατηγορουμένους 1 και 2 λίγο πριν από την αναχώρηση τους με πτήση για το Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Η μαρτυρία του στρέφεται σε συγκεκριμένες ενέργειες που ο ίδιος έκανε εκείνο το βράδυ και οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η αναντίλεκτη μαρτυρία του γύρω από αυτές τις πράξεις του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη. Στην μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή περιλαμβάνεται και το Τεκμήριο 36, το περιεχόμενο του οποίου είναι μέρος της. Βεβαίως οι χειρόγραφες σημειώσεις σ' αυτό αγνοούνται. Ειδικότερα γίνονται δεκτά τα ακόλουθα, τα οποία αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 17.09.10 ο εν λόγω μάρτυρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΚ1 κατά την οποία πληροφορήθηκε ότι αναζητούνται από την αστυνομία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για διερευνώμενη εναντίον τους υπόθεσης κλοπής από υπάλληλο. (β) Κατόπιν ελέγχου που ο ΜΚ10 πραγματοποίησε μέσω αεροπορικών εταιρειών διαπίστωσε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι βρίσκονταν στην έξοδο 41 με σκοπό να αναχωρήσουν με την πτήση OB138 με προορισμό το Βουκουρέστι της Ρουμανίας. (γ) Αμέσως ο ΜΚ10 αναζήτησε τους κατηγορουμένους 1 και 2 και αφού τους εντόπισε και τους ενημέρωσε για διερευνώμενη εναντίον τους υπόθεση τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν, πράγμα που έπραξαν. (δ) Κατόπιν έρευνας εντοπίστηκε στην κατοχή τους - i. σε πορτοφόλι που ο κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε (Τεκμήριο 7) το χρηματικό ποσό των €3.970 (5 χαρτονομίσματα των €100, 63 χαρτονομίσματα των €50, 15 χαρτονομίσματα των €20 και 2 χαρτονομίσματα των €10-Τεκμήριο 4), ii. σε τσαντάκι μάρκας Boss (Τεκμήριο 8) που υπήρχε σε χειραποσκευή που ο κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των €1.700 (85 χαρτονομίσματα των €20-Τεκμήριο 5), iii. σε τσαντάκι τιγρέ που η κατηγορούμενη 2 του παρέδωσε (Τεκμήριο 13) το χρηματικό ποσό των €4.000 (80 χαρτονομίσματα των €50-Τεκμήριο 6). (ε) Επειδή οι εξηγήσεις που οι εν λόγω κατηγορούμενοι έδωσαν και συγκεκριμένα ότι είναι μισθοί τους από τις εργασίες τους δεν κρίθηκαν από τον ΜΚ10 επαρκείς και δικαιολογημένες, τα χρηματικά ποσά κρατήθηκαν και παραδόθηκαν μαζί με το τσαντάκι στον ΜΚ
  2. (στ) Ακολούθως ο ΜΚ10 συνέλαβε τους κατηγορουμένους 1 και 2 δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης αφού πρώτα τους ενημέρωσε για τους λόγους σύλληψης τους και τους επέστησε την προσοχή στο νόμο. (ζ) Παράλληλα ο ΜΚ10 πληροφόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους 1 και 2 για τα δικαιώματα επικοινωνίας τους ως κρατούμενοι δίδοντας σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 37). Ένα ζήτημα που τέθηκε από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων 1 και 2 είναι ο τρόπος που οι εν λόγω κατηγορούμενοι ανακόπηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Είναι η θέση των συνηγόρων των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι αυτό επιτεύχθηκε με παράνομο τρόπο. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Όπως προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν οδηγήθηκαν δια της βίας στο γραφείο έξω από την έξοδο όπου ανάμεναν για την αναχώρηση τους αλλά οικειοθελώς ακολούθησαν τον ΜΚ
  3. Αυτό φαίνεται από το ότι ουδεμία διαμαρτυρία, άρνηση και/ή αντίδραση υπήρξε από μέρους τους σε σχέση με το αίτημα του ΜΚ10 αλλά προς πίστη τους συνεργάστηκαν με τον μάρτυρα αυτό. Επιδεικνύοντας την ίδια συνεργασία δέχτηκαν να διεξαχθεί έλεγχος στις αποσκευές τους και στη συνέχεια προσπάθησαν να εξηγήσουν την προέλευση των χρηματικών ποσών που εντοπίστηκαν στην κατοχή τους, τα οποία με τη θέληση τους παρέδωσαν στον ΜΚ10 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Η έρευνα βεβαίως μπορούσε εναλλακτικά να είχε διεξαχθεί στη βάση του άρθρου 28
(1)του Ν.73(Ι)/2004 μετά των συναφών τροποποιήσεων ένεκα της εύλογης υποψίας που πηγάζει από την πληροφόρηση που ο ΜΚ10 έτυχε από τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 για αδίκημα κλοπής από υπάλληλο. Επειδή ο ΜΚ10 δεν ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις που δόθηκαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό σύλληψη δυνάμει σχετικών ενταλμάτων. Το δε Τεκμήριο 37, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, απλά ενισχύει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Ο ΜΚ11, αν και φαίνεται να είναι ο αξιωματικός που ήταν επικεφαλής της ομάδας που διερευνούσε, εντούτοις η πραγματική προσωπική εμπλοκή του με την υπόθεση δεν είναι ουσιαστικής φύσεως. Μπορεί ως ο επικεφαλής αξιωματικός να ήταν ενήμερος για την πορεία των ερευνών αλλά η προσωπική του ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση ήταν τυπικού χαρακτήρα. Εξ' ου και η γνώση του σε λεπτομέρειες ήταν ισχνή. Οι μοναδικές ενέργειες στις οποίες προέβηκε και ουδείς τις αμφισβήτησε είναι ότι στις 18.09.14 παρέλαβε από τον εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) τα χρηματικά ποσά των €3.970, €1.700 και €4.000 αντίστοιχα (Τεκμήρια 4, 5 και 6), τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε σε συνάδελφο του, η οποία με τη σειρά της τα κατάθεσε για ασφαλή φύλαξη τους στο λογιστήριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Επίσης ο μάρτυρας ήταν παρών στις 24.09.14 κατά τη φωτογράφηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HMM 241 καθώς και του υποστατικού της παραπονούμενης εταιρείας από τον ΜΚ
  2. Πρόκειται για γεγονότα που παρέμειναν αναντίλεκτα και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και παράλληλα καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όλη η μαρτυρία του ΜΚ11, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 38 που αποτελεί μέρος της, περιστρέφεται γύρω από τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα και χωρίς δεύτερη σκέψη γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ρόλος του ΜΚ12 στην υπόθεση αυτή ήταν καθαρά επικουρικός στην ομάδα που είχε την ευθύνη της διερεύνηση της. Ως αστυνομικός η ανάμιξη του στην εν λόγω υπόθεση ήταν περιορισμένη. Σαν μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, θετικός και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Χωρίς περιττολογία και φλυαρία και παράλληλα δίχως τάση υπερβολής απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με σαφήνεια, παραστατικότητα και ευθύτητα τεκμηριώνοντας τις αναφορές του κατά τρόπο αυθόρμητο. Αυτό φανερώνει άτομο που με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και με ειλικρίνεια κατάθεσε αυτά που προσωπικά βίωσε. Η μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις πράγμα που την καθιστά αξιόπιστη και κατ' επέκταση πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα ενισχύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 42 που είναι δύο έντυπα υπόδειξης σκηνών από τον κατηγορούμενο 1 προς τον ΜΚ12, τα οποία συμπληρώθηκαν και αφού η ορθότητα και αλήθεια τους εγκρίθηκαν από τον κατηγορούμενο 1, ο τελευταίος τα υπέγραψε. Ο ισχυρισμός της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν υπέδειξε τις σκηνές που περιγράφονται στο Τεκμήριο 42 επειδή είναι αναλφάβητος παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο καθότι κανένα στοιχείο προσκομίστηκε που να τον αποδεικνύει ή έστω να τον καθιστά αληθοφανή. Ανεξαρτήτως όμως αυτού το Τεκμήριο 42 συμπληρώθηκε από αυτούσιες αναφορές του κατηγορουμένου
  3. Η διερμηνέας αφού τις διάβασε στην μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου 1, ο τελευταίος υιοθέτησε το περιεχόμενο τους υπογράφοντας χωρίς δισταγμό τα έντυπα. Ο κατηγορούμενος 1 είχε την ευκαιρία να αρνηθεί να υπογράψει τα σχετικά έντυπα. Αντί αυτού τα υπέγραψε δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι εγκρίνει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Να σημειωθεί ότι η γνησιότητα των υπογραφών του κατηγορουμένου 1 στο Τεκμήριο 42 ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Ακόμη ουδέποτε αμφισβητήθηκε το στοιχείο της θεληματικότητας και της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου 1 αναφορικά με τις δηλώσεις του στο Τεκμήριο
  5. Για τους λόγους που εξήγησα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 1 απορρίπτεται ως ατεκμηρίωτος. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ12 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 41 που αποτελεί μέρος της. Περαιτέρω, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του Τεκμηρίου 42, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύτητα στο βαθμό και την έκταση που αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 1, το οποίο και αποδέχεται ως αληθές και αξιόπιστο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ12 δέχομαι τα εξής που αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 22.09.14 ο ΜΚ12 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος κατηγορούμενος ανάμιξε τον εαυτό του στην υπόθεση αυτή τοποθετώντας τον σε συγκεκριμένους χώρους αμέσως μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη κλοπής των χρημάτων της παραπονούμενης εταιρείας. (β) Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 με τη βοήθεια μεταφράστριας προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών προς τον ΜΚ14 υποδεικνύοντας αρχικά το χώρο στάθμευσης του οχήματος του στην εργασία του, στη συνέχεια ανοικτό χώρο στάθμευσης στην οδό Μυτιλήνης στην Πάφο απέναντι από την Τράπεζα Κύπρου και τέλος ανοικτό χωράφι στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Πάφο δίπλα από το περίπτερο "Kambos 2", ως μέρη που ισχυρίζεται ότι βρέθηκε εκεί αμέσως μετά το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό κρατώντας μέρος των επιδίκων χρημάτων. (γ) Σε σχέση με τις σκηνές που υπέδειξε στον ΜΚ12, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε αναφορές μετά που του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, το περιεχόμενο των οποίων δηλώσεων καταγράφηκε αυτούσια σε δύο σχετικά έντυπα που ο εν λόγω κατηγορούμενος ενέκρινε ως ορθά και αληθή τοποθετώντας την υπογραφή του σ' αυτά. Ο ΜΚ13 ήταν ο δεύτερος φωτογράφος της αστυνομίας που χρησιμοποιήθηκε για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του αποτελείται από ενέργειες στις οποίες προέβηκε, οι οποίες ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε κατά τρόπο λεπτομερή και συνάμα πειστικό τον σκοπό και το σκεπτικό της φωτογράφησης που διεξήχθη από τον ίδιο. Σε αντίθεση με τη θέση των κατηγορουμένων 1 και 3, τίποτα το μεμπτό, επιλήψιμο ή όψιμο εντοπίζεται από μέρους του μάρτυρα αυτού μέσα από τη διεκπεραίωση της εργασίας του με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί των εν λόγω κατηγορουμένων στο ζήτημα αυτό να παραμείνουν μετέωροι και συνεπώς εκτεθειμένοι σε απόρριψη. Μπροστά στα πιο πάνω δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ13 ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 43 που αποτελεί μέρος αυτής. Ακόμη κομμάτι της αποδεκτής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο αποτελούν οι 8 έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 39
(1)μέχρι 39
(8), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εικόνων που αντικατοπτρίζουν. Κατά συνέπεια, με βάση την μαρτυρία του ΜΚ13 δέχομαι τα πιο κάτω που ταυτόχρονα αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου: (α) Στις 24.09.14 ο ΜΚ13 προέβηκε στη φωτογράφηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HMM 241 καθ' υπόδειξη του ΜΚ11, ο οποίος ήταν ο αξιωματικός που ήταν επικεφαλής της ομάδας που διερευνούσε την υπόθεση αυτή. (β) Την ίδια ημέρα ο εν λόγω μάρτυρας, καθ' υπόδειξη του ΜΚ3, προέβηκε στη φωτογράφηση του υποστατικού της παραπονούμενης εταιρείας (φωτογραφίες 1, 2, 3 και 4 του Τεκμηρίου 39) και ειδικότερα του χώρου με τα κατεψυγμένα τρόφιμα (φωτογραφίες 5, 6, 7 και 8 του Τεκμηρίου 39). (γ) Στη συνέχεια ο ΜΚ13 αποθήκευσε τις φωτογραφίες στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή του καθώς και σε εξωτερικό δίσκο. (δ) Μετά την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση τους ο ΜΚ13 προχώρησε στην εκτύπωση 8 φωτογραφιών. Ο ΜΚ14 έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Στην ένορκη μαρτυρία του παρουσιάζει μια εκδοχή ουσιωδώς διαφορετική από αυτή που προέβαλε μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 17.09.14 (Τεκμήριο 40). Αμφότερες εκδοχές του εν λόγω μάρτυρα δεν συνάδουν με τη διάσταση των γεγονότων αλλά και τη χρονική αλληλουχία αυτών. Ακόμη και στην ένορκη μαρτυρία υπήρχαν συνεχείς διαφοροποιήσεις και νέοι ισχυρισμοί με αποτέλεσμα ο μάρτυρας αυτός να μην εμπνέει εμπιστοσύνη. Αυτό με τη σειρά του έπληξε ανεπανόρθωτα την εικόνα της αξιοπιστίας του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 40 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΥ1 για την κατηγορούμενη 2, Κωνσταντίνος Δημοσθένους, δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Ως μάρτυρας ήταν απλός, σαφής και ουσιαστικός. Ήταν γνώστης του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει και τούτο φάνηκε μέσα από τις θετικές και αυθόρμητες απαντήσεις του. Η δε ένορκη κατάθεση του πηγάζει μέσα από πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 44). Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44 ως ορθό και αληθές και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που η κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο αναφέρεται παρουσιάζει μέχρι τις 08.04.15 που εκτυπώθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα. Να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44 δεν έτυχε αμφισβήτησης από οποιονδήποτε. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, τόσο ένορκη όσο και πραγματική, προκύπτει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό 511-10-513877-00 της Ελληνικής Τράπεζας ανήκει στην κατηγορούμενη
  1. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού μέχρι τις 08.04.15 που εκτυπώθηκε αποτελείται από πίστωση συνολικού ύψους €12.373,89 και σύνολο χρεώσεων €12.370,
  2. Ο δε συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε στις 08.05.15 πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €3,30 και καλύπτει περίοδο κίνησης από 01.01.10 μέχρι 14.08.
  3. Κατά την 01.01.10 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €8,
  4. Από τις 15.08.14 μέχρι τις 08.04.15 ουδεμία κίνηση παρατηρήθηκε στο λογαριασμό αυτό. Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 44 καθιστά σαφές ότι οι κατά καιρούς διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού πραγματοποιούνταν μέσω κατάθεσης χρημάτων υπό τη μορφή επιταγών ενώ οι κατά διαστήματα διάφορες χρεώσεις γίνονταν δια ανάληψης μικρών ποσών σε μετρητά από αυτόματη ταμειακή μηχανή καθώς και πληρωμές που έγιναν σε εστιατόρια, φρουταρίες, υπεραγορές, φούρνους και καταστήματα. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν βεβαίως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της ΜΥ1 για τον κατηγορούμενο 3, Valentina Tanase, είναι γενική, αόριστη και ασαφής. Από αυτή απουσιάζουν εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία αλλά και οικονομικά δεδομένα που θα διαφώτιζαν το Δικαστήριο αναφορικά με την εκδοχή του συζύγου της (κατηγορουμένου 3). Αντίθετα προκαλείται σύγχυση μέσα από αυτή. Για παράδειγμα ενώ στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 46) αναφέρει για μεταφορά του ποσού €7.000 από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στην οικία της και ότι αυτά ήταν που φύλαξαν σε κόκκινο τσαντάκι χωρίς ο σύζυγος της να είχε φέρει άλλα χρήματα στο σπίτι, στην κυρίως εξέταση της διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως στο ποσό των €7.650 που εντοπίστηκε στην οικία της προστέθηκε το ποσό των €650 από τον κατηγορούμενο
  5. Δεν ήταν όμως σε θέση να ενημερώσει το Δικαστήριο πόσα χρήματα συνολικά ο κατηγορούμενος 3 απέσυρε από τον λογαριασμό του. Στη βάση αυτών αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΥ1 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 46 που αποτελεί μέρος της. Η μαρτυρία της ΜΥ2 για τον κατηγορούμενο 3, Νάταλις Αριστείδου, ήταν τυπικού χαρακτήρα. Η εν λόγω μάρτυρας απλά ήλθε και κατάθεσε ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου 3, στην οποία φαίνεται να ανήκει ο λογαριασμός του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, προέβηκε σε δύο αναλήψεις χρημάτων σε μετρητά στις 11.04.13 για το ποσό των €4.500 και 23.04.13 για το ποσό των €2.
  6. Το στοιχείο αυτό που αποτελούσε την μαρτυρία της επαληθεύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 45 αλλά επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου το αποδέχομαι. Βεβαίως από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα δεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές εκτιμήσεις της. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 45 ως ορθό και αληθές και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που η κατάσταση λογαριασμού στον οποίο αναφέρονται παρουσιάζει μέχρι τις 02.10.
  7. Να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 45 δεν έτυχε αμφισβήτησης από οποιονδήποτε. Στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 45, διαπιστώνεται ότι η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού μέχρι τις 02.10.14 αποτελείται από πιστώσεις συνολικού ύψους €8.782,10 και σύνολο χρεώσεων €8.773,
  8. Ο δε συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσίαζε στις 02.10.14 πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €8,30 και καλύπτει περίοδο κίνησης από 01.01.11 μέχρι 11.07.
  9. Κατά την 01.01.11 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €14,
  10. Από τις 01.01.11 μέχρι τις 28.09.11 ουδεμία κίνηση παρατηρήθηκε στο λογαριασμό αυτό. Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 45 καθιστά σαφές ότι οι κατά καιρούς διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού πραγματοποιούνταν κυρίως μέσω κατάθεσης χρημάτων σε μετρητά ενώ οι κατά διαστήματα διάφορες χρεώσεις γίνονταν κυρίως δια ανάληψης ποσών σε μετρητά. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η ΜΥ3 για τον κατηγορούμενο 3, ακολούθως ΜΥ2 για τον κατηγορούμενο 4 και στη συνέχεια ΜΥ2 για τον κατηγορούμενο 5, Γεωργία Δημοσθένους, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με απλό και συνάμα σαφή τρόπο παρουσίασε την εικόνα των εισφορών των εν λόγω κατηγορουμένων στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Με αυθόρμητο και παραστατικό τρόπο εξήγησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 47, 50 και 52 τα οποία αποτυπώνουν την προαναφερόμενη εικόνα των κατηγορουμένων στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπό το καθεστώς εργαζομένου, δίχως βέβαια να είναι σε θέση τη στιγμή της ένορκης μαρτυρίας της να ξεκαθαρίσει κατά πόσο οι εν λόγω κατηγορούμενοι είχαν δηλωθεί στην υπηρεσία της ως υπάλληλοι ή ως αυτοεργοδοτούμενοι. Με την κατάθεση των ασφαλιστικών λογαριασμών των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 (Τεκμήρια 47, 50 και 52) φαίνονται αναλυτικά οι ασφαλιστικές αποδοχές τους από το έτος 2002 μέχρι το 2014 για τους κατηγορουμένους 3 και 4 καθώς και από το έτος 2008 μέχρι το 2014 για τον κατηγορούμενο 5, ξεχωριστά κατά έτος, που είναι το σύνολο των μισθών που οι εν λόγω κατηγορούμενοι έλαβαν ετησίως κατά έτος και πάνω στα οποία έχουν πληρωθεί οι εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις που τους αναλογούν. Η πιο πάνω μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται αξιόπιστη και κατ' επέκταση πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο την αποδέχεται στην ολότητα της. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 47, 50 και 52 ως ορθό και αληθές και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που οι ασφαλιστικοί λογαριασμοί των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 παρουσιάζουν μέχρι το έτος 2014 που εκτυπώθηκε από την εν λόγω μάρτυρα. Να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 47, 50 και 52 δεν έτυχε αμφισβήτησης από οποιονδήποτε. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΥ4 για τον κατηγορούμενο 3 και ακολούθως ΜΥ1 για τον κατηγορούμενο 4, Πανίκκος Κόκκινος, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως μάρτυρας ήταν απλός, σαφής και ουσιαστικός. Ήταν γνώστης του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει και τούτο φάνηκε μέσα από τις θετικές και αυθόρμητες απαντήσεις του. Η δε ένορκη κατάθεση του πηγάζει μέσα από πραγματική μαρτυρία (Τεκμήρια 48 και 49). Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 48 και 49 ως ορθό και αληθές και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που οι καταστάσεις βιβλιαρίων ταμιευτηρίου στα οποία αναφέρονται παρουσιάζει μέχρι τις 13.08.14 και 21.03.15 αντίστοιχα που σημειώθηκε για τελευταία φορά κίνηση στον καθένα σχετιζόμενο λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου. Να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 48 και 49 δεν έτυχε αμφισβήτησης από οποιονδήποτε. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, τόσο ένορκη όσο και πραγματική, προκύπτει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό 0666900002094 της Τράπεζας Κύπρου ανήκει στον κατηγορούμενο
  11. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι κατά την 13.08.14 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €759,
  12. Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 48 καθιστά σαφές ότι κατά καιρούς γίνονταν διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού χωρίς να προσδιορίζουν τις πηγές ή το είδος της κατάθεσης ενώ κατά διαστήματα φαίνονται να έγιναν διάφορες χρεώσεις και αναλήψεις μεγάλων ποσών, πάλι χωρίς να καθορίζεται η πηγή ή το είδος της χρέωσης ή της ανάληψης χρημάτων. Αυτό που ξεχωρίζει από το Τεκμήριο 48 είναι ότι τον Ιούλιο 2014 έγιναν 4 αναλήψεις που αφορούσαν ποσά €1.250, €200, €200 και €1.200 στις 02.07.14, 03.07.14, 07.07.14 και 25.07.14 αντίστοιχα με τις τρεις τελευταίες περιπτώσεις να θεωρούνται εμβάσματα, δηλαδή μετακίνηση μετρητών χρημάτων από τον εν λόγω λογαριασμό σε άλλο πρόσωπο ενώ έμβασμα έγινε και την 01.03.13 για το ποσό των €
  13. Περαιτέρω παρατηρείται ότι στις 19.08.10 έγινε ανάληψη χρημάτων ύψους €4.000 ενώ στις 26.07.11 έγινε εκ νέου ανάληψη χρημάτων ύψους €3.
  14. Επίσης στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, τόσο ένορκη όσο και πραγματική, προκύπτει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό 0675-00-001505 της Τράπεζας Κύπρου ανήκει στον κατηγορούμενο
  15. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι κατά την 03.03.15 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €5,
  16. Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 49 καθιστά σαφές ότι κατά καιρούς γίνονταν διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού χωρίς να προσδιορίζουν τις πηγές ή το είδος της κατάθεσης ενώ κατά διαστήματα φαίνονται να έγιναν διάφορες χρεώσεις και αναλήψεις μεγάλων ποσών, πάλι χωρίς να καθορίζεται η πηγή ή το είδος της χρέωσης ή της ανάληψης χρημάτων. Αυτό που ξεχωρίζει από το Τεκμήριο 49 είναι ότι τον Σεπτέμβριο 2014 δεν υπήρξε κίνηση του λογαριασμού αυτού ενώ γενικότερα το έτος 2014 υπήρξαν μόνο αναλήψεις σε τρεις περιπτώσεις και συγκεκριμένα στις 08.01.14 για το ποσό των €300, στις 17.01.14 για το ποσό των €250 και στις 31.12.14 για το ποσό των €2,95 με τις δύο πρώτες περιπτώσεις να σχετίζονται με αναλήψεις χρημάτων σε μετρητά. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η ΜΥ1 για τον κατηγορούμενο 5, Αριάδνη Νεοφύτου Χριστοφή, έκανε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως μάρτυρας ήταν θετική, σαφής και ουσιαστική. Φαινόταν να είναι γνώστης του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει και τούτο φάνηκε μέσα από τις ευθείς και αυθόρμητες απαντήσεις της. Η δε ένορκη κατάθεση της πηγάζει μέσα από πραγματική μαρτυρία (Τεκμήρια 51Α και 51Β). Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 51Α και 51Β ως ορθό και αληθές και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που οι δύο καταστάσεις τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο αναφέρονται παρουσιάζει μέχρι τις 15.05.15 και 19.05.15 αντίστοιχα που εκτυπώθηκαν από την εν λόγω μάρτυρα. Να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 51Α και 51Β δεν έτυχε αμφισβήτησης από οποιονδήποτε. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρα, τόσο ένορκη όσο και πραγματική, προκύπτει ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό 509-10-515858-00 της Ελληνικής Τράπεζας ανήκει στον κατηγορούμενο
  17. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία εκτύπωσης της αποτελείται από πίστωση συνολικού ύψους €3.962,93 και σύνολο χρεώσεων €3.958,
  18. Ο δε συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε στις 15.05.15 πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €4,91 και συνολικά καλύπτει περίοδο κίνησης από 01.01.09 μέχρι 08.09.
  19. Κατά την 01.01.09 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €0 (μηδέν) ενώ κατά την 01.01.14 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €1,
  20. Από τις 08.09.14 μέχρι τις 15.05.15 ουδεμία κίνηση παρατηρήθηκε στο λογαριασμό αυτό. Προσεκτική μελέτη των Τεκμηρίων 51Α και 51Β καθιστά σαφές ότι οι κατά καιρούς διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού πραγματοποιούνταν μέσω κατάθεσης χρημάτων υπό τη μορφή επιταγών αλλά και μετρητών καθώς και από απολαβές ετήσιας άδειας ενώ οι κατά διαστήματα διάφορες χρεώσεις γίνονταν δια ανάληψης ποσών σε μετρητά από αυτόματη ταμειακή μηχανή καθώς και πληρωμές που έγιναν σε καταστήματα και υπεραγορές. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν βεβαίως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όλοι οι κατηγορούμενοι, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκαν σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρίσκονταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που τους παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου 1, κρίνω ότι αυτή δεν περιέχει αληθή στοιχεία για να μπορέσει να έχει πειστική αξία. Μέσα από αυτή ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αναχωρούσε για την πατρίδα του τη Ρουμανία ήταν επειδή απεβίωσε ο πατέρας του. Ωστόσο το αναντίλεκτο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 τον διαψεύδει καθότι πληροφορίες που η διεθνή αστυνομία έλαβε σε συνεργασία με τη ρουμανική αστυνομία δείχνουν τον πατέρα του κατηγορουμένου 1 να βρίσκεται εν ζωή κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, πλην του ότι ήταν αλκοολικός. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε στο αφεντικό του ότι σε μια εβδομάδα θα επέστρεφε. Ωστόσο αυτό που μέσα από τη μαρτυρία προέκυψε είναι ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος αναχωρούσε για το Βουκουρέστι μαζί με τη συμβία του και τη θυγατέρα της χωρίς να διαθέτει εισιτήρια επιστροφής. Ακόμη εφόσον πρόθεση του ήταν να επιστρέψει σε μια εβδομάδα ποιος ο λόγος να ζητήσει να του καταβληθούν τα δεδουλευμένα του από το λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας, πράγμα που έγινε και να μην αναμένει να παραλάβει το μηνιαίο μισθό του στο τέλος του μήνα. Κατά συνέπεια αποδίδω στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 1 μηδενική βαρύτητα. Αναφορικά με τις γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 18.09.14 η πρώτη μεταξύ των ωρών 04:00-05:20 και η δεύτερη μεταξύ των ωρών 10:30-12:15 (Τεκμήρια 2, 22Α και 22Β) κρίνω ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στην δεύτερη γραπτή του κατάθεση που είναι θεληματικής φύσεως. Το περιεχόμενο αυτής συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ3 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Μέσα από αυτή τη θεληματική κατάθεση του ο εν λόγω κατηγορούμενος ομολόγησε την συμμετοχή και ανάμιξη του στην παρούσα υπόθεση, η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο μέσα από διαδικασία δίκης εντός δίκης ως θεληματική. Μαζί με αυτό προστίθενται οι σχετικές υποδείξεις σκηνών από τον κατηγορούμενο 1 που ακολούθησαν στις 22.09.14 και ώρες 12:10, 12:20 και 12:29 (Τεκμήριο 42). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ομολογία του εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν (Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Μάλιστα η ομολογία ενοχής έχει αποκαλεστεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο τρόπος αξιολόγησης μιας ομολογίας περιλαμβάνει δύο στάδια: πρώτον την εξέταση της θεληματικότητας αυτών των δηλώσεων και δεύτερον τη βαρύτητα και αποδεικτική σημασία που μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο τους. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα αποτελεί νομική αρχή ότι είναι καθήκον του Δικαστηρίου να επαναξιολογήσει τη θεληματικότητα μιας κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία περιέχει ομολογία υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει δοθεί με την ολοκλήρωση της δίκης. Το ζήτημα έχει τεθεί με σαφήνεια στην παλαιά υπόθεση Demetriades v. R.
(1956)2 C.L.R. 180, όπου χαρακτηριστικά τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: A Court which has admitted a confession as voluntary may, at the conclusion of the trial on considering all the evidence, decide that the confession was improperly obtained, or may disregard it or attach little weight to it in whole or in part for some other reason." Τον πιο πάνω κανόνα πραγματεύονται και οι αγγλικές υποθέσεις R. v. Murray
(1950)2 All ER 925 και R. v. Watson
(1980)2 All ER 293. Ακολουθεί η εξέταση του δεύτερου ζητήματος που είναι αυτό της βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στην κατάθεση-ομολογία του κατηγορούμενου έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας συμπεριλαμβανομένων και τυχόν ισχυρισμούς που έδωσε ο κατηγορούμενος. Όσο θεληματική και αν είναι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου είναι φρόνιμο να αναζητηθεί επιβεβαίωση του περιεχομένου της στο βαθμό βέβαια που αυτό είναι δυνατό. Το έργο του Δικαστηρίου δεν εξαντλείται στη διαπίστωση της δεκτότητας της μαρτυρίας αλλά επεκτείνεται στην αξιολόγηση της στο σύνολο της και στη διακρίβωση της αλήθειας και αποτελεσματικότητας της ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 180/07, ημερ. 29.06.12). Γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις που περιέχουν το στοιχείο ομολογίας και που κρίνονται ως αποδεκτή μαρτυρία δεν εξαιρούνται του κανόνα αυτού. Στην υπόθεση Μάρτιν v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Είναι καθιερωμένη νομολογιακή αρχή πως έστω και αν μια κατάθεση - ομολογία δόθηκε θεληματικά, το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί. Η υιοθέτηση της αρχής αυτής γίνεται για αυταπόδεικτους λόγους προκειμένου η καταδίκη να ακολουθεί πάντοτε τη διαπίστωση από το Δικαστήριο πως η ενοχή αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας." Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 τονίστηκαν τ' ακόλουθα: ". Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης." Σαφή καθοδήγηση για το πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα αυτό έχουμε και από την υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 μέσα από την οποίαν εκτίθεται το πιο κάτω απόσπασμα: ". Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ΄ αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της." Πιο συγκεκριμένη όμως καθοδήγηση παρέχεται μέσα από την υπόθεση R. v. Sfongaras
(1957)2 C.L.R. 113, της οποίας το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνος του: ". the first question you ask when you are examining the confession of a man is, is there anything outside it to show that it was true ? is it corroborated ? are the statements made in it of fact so far as we can test them true ? was the prisoner a man who had the opportunity of committing the (offence) ? is his confession possible ? is it consistent with other facts which have been ascertained and which have been, as in this case, proved before us?" Οι πιο πάνω νομικές αρχές συγκεφαλαιώθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364, της οποίας το σκεπτικό είναι άξιο αναφοράς. Σχετικές είναι ακόμη οι κυπριακές υποθέσεις Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168 και Rodney v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 476 καθώς και η αγγλική υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L.Rev.
  1. Μελετώντας τα έγγραφα που περιέχουν ομολογία του κατηγορουμένου 1 για ανάμιξη του στην υπόθεση αυτή στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος περίγραψε (Τεκμήρια 22Α, 22Β και 42) υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να ανατρέψει ή ακόμη να θέσει σε αμφιβολία το στοιχείο της θεληματικότητας που υπάρχει και κυριαρχεί σ' αυτά. Επιπλέον αξιολογώντας και συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα εκούσια-θεληματικά έγγραφα με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι το περιεχόμενο τους συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί ότι διαδραματίστηκαν καθιστώντας το έτσι ορθό και αληθές. Κατ' αρχήν το περιεχόμενο της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορουμένου 1 ενισχύεται από τις υποδείξεις 3 σκηνών για τους χώρους συγκέντρωσης μετά την κλοπή του επιδίκου ποσού που ο εν λόγω κατηγορούμενος αναφέρει στην θεληματική κατάθεση του ότι εμπλέκεται περιγράφοντας τον τρόπο δράσης του μαζί με άλλα άτομα, τη συμμετοχή του στην επιχείρηση και το αποτέλεσμα αυτής. Επιπροσθέτως η αλήθεια του περιεχομένου των θεληματικών εγγράφων ενισχύεται από το γεγονός ότι στην κατοχή του εν λόγω κατηγορουμένου και της συμβίας του εντοπίστηκαν τα χρηματικά ποσά των €3.970 (5 χαρτονομίσματα των €100, 63 χαρτονομίσματα των €50, 15 χαρτονομίσματα των €20 και 2 χαρτονομίσματα των €10-Τεκμήριο 4), των €1.700 (85 χαρτονομίσματα των €20-Τεκμήριο 5) και των €4.000 (80 χαρτονομίσματα των €50-Τεκμήριο 6), συνολικό ποσό υπέρογκο να μεταφερθεί από κάποιο που σκοπεύει να επιστρέψει σε μια εβδομάδα. Επίσης τα είδη των χαρτονομισμάτων συνάδουν με αυτά που περιλαμβάνονταν στο επίδικο ποσό που κλάπηκε. Περαιτέρω τα θεληματικά έγγραφα ενισχύονται από την καταφυγή του κατηγορουμένου στα ψεύδη περί επιστροφής του σε μια εβδομάδα αλλά και στο ότι απεβίωσε ο πατέρας του. Την ίδια στιγμή δεν έχω αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε την αλήθεια μέσα από το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου δεν αποδέχομαι. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, δεν έχω αμφιβολία ότι τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 που εντοπίστηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 αποτελούν μέρος του επιδίκου ποσού των €79.000 που κλάπηκε. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 7, 8 και 13 , κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, καταλήγω ότι σε αυτά εντοπίστηκαν τα χρηματικά ποσά των Τεκμηρίων 4, 5 και
  2. Επομένως από τα πιο πάνω δέχομαι και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι μία εβδομάδα περίπου πριν από τις 18.09.14 ο εν λόγω κατηγορούμενος συζήτησε μαζί με άλλα άτομα και όλοι μαζί αποφάσισαν να κλέψουν το χρηματικό ποσό των €79.000 που ανήκει στην παραπονούμενη εταιρεία και εντοπίστηκαν σε κιβώτιο σε ένα από τους ψυκτικούς θαλάμους της και να το μοιραστούν. Στις 16.09.14 ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε στην κλοπή του επιδίκου ποσού των €79.000 που ανήκε στην παραπονούμενη εταιρεία και αφού όλοι μαζί περιλαμβανομένου του κατηγορουμένου 1 συγκεντρώθηκαν, αρχικά στο χώρο στάθμευσης στην εργασία του, στη συνέχεια σε ανοικτό χώρο στάθμευσης στην οδό Μυτιλήνης στην Πάφο απέναντι από την Τράπεζα Κύπρου και τέλος σε ανοικτό χωράφι στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου δίπλα από το περίπτερο "Kombos 2", μοίρασαν το κλαπέν χρηματικό ποσό. Με εξαίρεση το ποσό των €450 σε σύνολο €9.670 το υπόλοιπο €9.220 αποτελούσε το μερίδιο του κατηγορουμένου 1 από την κλαπείσα περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Για να συνάδει με την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας τροποποιούνται αναλόγως έτσι ώστε ο χρόνος της συνομωσίας να είναι η 11η Σεπτεμβρίου
  3. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση της κατηγορουμένης 2, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Από το περιεχόμενο της είναι έκδηλη η προσπάθεια της να βοηθήσει την υπόθεση του συμβίου της που είναι ο κατηγορούμενος
  4. Το Τεκμήριο 44 δεν επαληθεύει τους ισχυρισμούς της. Η ίδια προσπάθεια επιδείχτηκε αρχικά με τη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 28), το περιεχόμενο της οποίας εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αλήθεια και αξιοπιστία της. Συγκεκριμένα δεν αρνήθηκε ότι είπε στον εργοδότη της ότι πρέπει να μεταβεί στη Ρουμανία επειδή απεβίωσε ο πατριός της αποδίδοντας όμως την αναφορά της αυτή στη συνέχεια σε λάθος συνεννόηση που έγινε, αποφεύγοντας να επεκταθεί. Επίσης ενώ δέχεται ότι ανάφερε στον εργοδότη της πως θα επιστρέψει σε μια εβδομάδα ακολούθως έδειξε πως γνώριζε ότι δεν είχε εισιτήριο επιστροφής. Επίσης ισχυρίζεται ότι το χρηματικό ποσό των €4.000 που εντοπίστηκε στο τσαντάκι προέρχεται από τους μισθούς της που τους καθόρισε σε €1.000 μηνιαίως, πλην όμως από τη μία η απουσία σημαντικών στοιχείων και οικονομικών δεδομένων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44 και από την άλλη η αποδεκτή μαρτυρία του κατηγορουμένου 1, δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της αυτό, ο οποίος παρέμεινε μετέωρος και συνεπώς έκθετος σε απόρριψη. Με βάση αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 28 ως αληθές και αξιόπιστο. Αξιολογώντας την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου 3, κρίνω ότι το περιεχόμενο της δεν είναι διαφωτιστικό για το Δικαστήριο. Τα δε στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης που κάλεσε για το σκοπό αυτό δεν ξεκαθαρίζουν το θολό τοπίο που δημιουργήθηκε. Κατά συνέπεια καμία βαρύτητα της αποδίδω. Κατ' αναλογία αδυνατώ να καταλήξω σε εύρημα κατά πόσο το χρηματικό των €7.650 που εντοπίστηκε στην οικία του κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 9) συνδέεται ή όχι με την υπόθεση αυτή. Η ύπαρξη του Τεκμηρίου 47 δεν διαφοροποιεί τα σκιώδη δεδομένα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 14 που είναι η κόλλα στην οποία χειρόγραφα αναγραφόταν το ποσό των €5.000, για τον ίδιο λόγο που σημειώθηκε πιο πάνω επίσης καμία βαρύτητα του αποδίδω. Σχετικά με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 23) ούτε αυτό κρίνεται διαφωτιστικό αφού είναι απογυμνωμένο από λεπτομέρειες που θα βοηθούσαν, με αποτέλεσμα να προσδίδω και σ' αυτή μηδενική βαρύτητα. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου 4, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Μέσα από το περιεχόμενο της προβάλλεται μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή που ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε μέσα από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 26) δύο ημέρες μετά την καταγγελία. Η δικαιολογία του κατηγορουμένου 4 ότι αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ακοής και στα δύο του αυτιά με αποτέλεσμα να μην άκουγε τι τον ερωτούσε ο ΜΚ5 μόνο φτηνή μπορεί να χαρακτηριστεί. Αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του προκειμένου να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26 που περιέχει επιβαρυντικές για τον ίδιο παραδοχές σχετικά με την υπόθεση αυτή. Κατ' αρχήν θα πρέπει να ειπωθεί ότι η γραπτή ανακριτική κατάθεση του εν λόγω κατηγορουμένου (Τεκμήριο 26) έχει τη μορφή αφήγησης από τον ίδιο και όχι τη μορφή ερωτήσεων από τον ΜΚ5 και απαντήσεων από τον κατηγορούμενο
  5. Ως εκ τούτου, αυτό που καταγράφηκε στο Τεκμήριο 26 είναι αυτό που ο κατηγορούμενος 4 ανάφερε στην διερμηνέα υπό τη μορφή συνεχούς αφήγησης από τον ίδιο και το οποίο στη συνέχεια υπέγραψε ως ορθό και αληθές. Πέραν όμως αυτού, ο ισχυρισμός του προβλήματος ακοής παρέμεινε μετέωρος και χωρίς υποστηρικτικό υπόβαθρο. Η επίκληση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως 80% απώλεια ακοής στο δεξί αυτί και 20% απώλεια ακοής στο αριστερό αυτί που η συνήγορος του κατηγορουμένου 4 ισχυρίστηκε, απαιτεί την προσκόμιση σχετικού ιατρικού πιστοποιητικού προκειμένου να τον καταστήσει πειστικό, κάτι όμως που δεν έγινε. Περαιτέρω η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ7 ότι ο κατηγορούμενος 4 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη σύζυγο του λίγο πριν την άφιξη στην οικία του για έρευνα καθώς και η μετέπειτα συζήτηση που είχε με τη σύζυγο του φανερώνει ότι δεν υφίστατο τέτοιο ιατρικό πρόβλημα που να δημιουργεί το ζήτημα που η εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε. Για τους λόγους αυτούς ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου 4 απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Ο βαθμός και η έκταση των λεπτομερειών που με παραστατικότητα περιγράφονται στο Τεκμήριο 26 δεν αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο στο να προσδώσει οποιαδήποτε πειστική αξία στην χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου
  6. Παράλληλα ο τρόπος που εντοπίστηκαν τα χρήματα στην οικία του κατηγορουμένου 4, όπως προκύπτει μέσα από αναντίλεκτη μαρτυρία στο ζήτημα αυτό, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του εν λόγω κατηγορουμένου ότι τους τα έδωσε αυτός οικειοθελώς, ως στην χωρίς όρκο κατάθεση του. Προς τούτο παραπέμπω στις αποδεκτές μαρτυρίες των ΜΚ2 και ΜΚ
  7. Ακόμη σ' αυτό συνηγορεί η αντίδραση του κατηγορουμένου 4 όταν με τον εντοπισμό των χρημάτων του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο από τον ΜΚ2 λέγοντας ότι τα πήρε από άλλο άτομο. Περαιτέρω η μη προσκόμιση λεπτομερειών εισοδημάτων του κατηγορουμένου 4 σε συνδυασμό με άλλα συναφή οικονομικά δεδομένα αφήνουν τον ισχυρισμό του εν λόγω κατηγορουμένου αναφορικά με τη μη κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα έκθετο στην αλήθεια, ιδιαίτερα όταν το Τεκμήριο 49 δείχνει κατά διαστήματα πολλές περιπτώσεις καταθέσεις χρημάτων αλλά και πιστώσεων στον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 0675-00-001505 της Τράπεζας Κύπρου που ανήκει στον κατηγορούμενο
  8. Η δε ύπαρξη του Τεκμηρίου 50 δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Μελετώντας το Τεκμήριο 26 που περιέχει επιβαρυντικές παραδοχές του κατηγορουμένου 4, οι οποίες τον εμπλέκουν στην υπόθεση αυτή στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος περίγραψε υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας που κρίθηκε αληθής και αξιόπιστη, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να ανατρέψει ή ακόμη να θέσει σε αμφιβολία το στοιχείο της θεληματικότητας που υπάρχει και κυριαρχεί σ' αυτό. Επιπλέον αξιολογώντας και συνεκτιμώντας το προαναφερόμενο εκούσιο-θεληματικό έγγραφο με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι το περιεχόμενο του συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί ότι διαδραματίστηκαν καθιστώντας το έτσι ορθό και αληθές, καθ' όσον αφορά το βαθμό και την έκταση που απευθύνεται μόνο στον ίδιο και όχι σε άλλο συγκατηγορούμενο του. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ενισχύεται από τον εντοπισμό μεγάλου χρηματικού ποσού στην οικία του κατηγορουμένου 4 κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν με χαρτονομίσματα που συνάδουν με αυτά που ο εν λόγω κατηγορούμενος δήλωσε μέσα από ο Τεκμήριο
  9. Επομένως από τα πιο πάνω δέχομαι και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι στις 16.09.14 μετά την εργασία του περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 4 μια δέσμη χρημάτων με χαρτονομίσματα των €5, €20, €50 και €100, για τα οποία γνώριζε ότι αποτελούσαν αντικείμενο κλοπής. Δεν έχω ακόμη αμφιβολία ότι η δέσμη χρημάτων που περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου 4 είναι τα χρήματα που εντοπίστηκαν αργότερα στην οικία του, δηλαδή τα Τεκμήρια 10, 11 και
  10. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου 5, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Μέσα από το περιεχόμενο της προβάλλεται μια εκδοχή ουσιωδώς διαφορετική από αυτή που ο εν λόγω κατηγορούμενος ανάφερε μέσα από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 35) δύο ημέρες μετά την καταγγελία. Ο κατηγορούμενος 5 προσπέρασε το ζήτημα αυτό χωρίς να το σχολιάσει με αποτέλεσμα ουδεμία εξήγηση να δοθεί. Ο βαθμός της εκ των υστέρων διαφοροποίησης της εκδοχής του κατηγορουμένου 5 φαίνεται μέσα από τη σύγκριση τους. Ειδικότερα ενώ στην ανώμοτη κατάθεση του ο εν λόγω κατηγορούμενος αφήνει ξεκάθαρα να εννοηθεί ότι στις 16.09.14 ουδεμία επαφή είχε με οποιονδήποτε αμέσως μετά που ολοκλήρωσε την εργασία του, στο Τεκμήριο 34 τοποθετεί τον εαυτό του σε χώρο εκτός εργασίας στην παρουσία άλλων ατόμων όπου εισέπραξε το ποσό των €2.180 δίχως να γνωρίζει από πού προήλθαν τα χρήματα αυτά. Παραμένει βέβαια άγνωστο γιατί έλαβε χρήματα που δεν του ανήκαν και για τα οποία δεν γνώριζε την προέλευση τους. Περαιτέρω στην χωρίς όρκο κατάθεση του ο κατηγορούμενος 5 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οικονομικό πρόβλημα και επομένως δεν είχε κίνητρο να κλέψει. Κάποιος λογικά σκεπτόμενος όμως διερωτάται εφόσον ο κατηγορούμενος 5 λέει ότι δεν είχε ανάγκη από χρήματα τότε για ποιο λόγο περιήλθε στην κατοχή του το ποσό των €2.180, όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τεκμήριο 34, από το οποίο μάλιστα, όπως συνέχισε να δηλώνει, ξόδεψε €
  11. Η δε συμπεριφορά του να πετάξει το υπόλοιπο ποσό σε πράσινο κάλαθο όταν φοβήθηκε που το αφεντικό του τηλεφώνησε λέγοντας του ότι είχε κλαπεί προηγουμένως χρηματικό ποσό από την παραπονούμενη εταιρεία, δίχως να το παραδώσει είτε στην αστυνομία είτε στο αφεντικό του είτε να το επιστρέψει από εκεί που το βρήκε εγείρει ερωτηματικά. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως αυτού, τα Τεκμήρια 51Α και 51Β τα οποία παρουσιάζουν συνολικά πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €4,91, τη στιγμή που κατά την 01.01.09 ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο €0 (μηδέν) ενώ κατά την 01.01.14 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €1,93 ενώ από τις 08.09.14 μέχρι τις 15.05.15 ουδεμία κίνηση υπήρξε, έκδηλα δεν ενισχύουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου 5 περί οικονομικής άνεσης, αλλά αντίθετα στην απουσία παρουσίασης άλλων οικονομικών δεδομένων για τον εν λόγω κατηγορούμενο, τον αφήνουν εκτεθειμένο στην αλήθεια. Η ύπαρξη του Τεκμηρίου 52 δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Μελετώντας το Τεκμήριο 34 που περιέχει επιβαρυντικές παραδοχές του κατηγορουμένου 5, οι οποίες τον εμπλέκουν στην υπόθεση αυτή στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος περίγραψε υπό το φως του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας που κρίθηκε αληθής και αξιόπιστη, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να ανατρέψει ή ακόμη να θέσει σε αμφιβολία το στοιχείο της θεληματικότητας που υπάρχει και κυριαρχεί σ' αυτό. Επιπλέον αξιολογώντας και συνεκτιμώντας το προαναφερόμενο εκούσιο-θεληματικό έγγραφο με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία κρίνω ότι το περιεχόμενο του συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων, όπως αυτά έχουν διακριβωθεί ότι διαδραματίστηκαν καθιστώντας το έτσι ορθό και αληθές, καθ' όσον αφορά το βαθμό και την έκταση που απευθύνεται μόνο στον ίδιο και όχι σε άλλο συγκατηγορούμενο του. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ενισχύεται από την αμέσως υπόδειξη σκηνής από τον κατηγορούμενο 5 σε σχέση με το ακριβές σημείο που πέταξε τα χρήματα σε πράσινο κάλαθο αχρήστων (Τεκμήριο 35). Το ότι τα χρήματα δεν εντοπίστηκαν δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος 5 ψεύδεται. Ο κίνδυνος τα χρήματα να εξαφανιστούν από πράσινο κάλαθο πεζοδρομίου τρεις ημέρες μετά που τα πέταξε σ' αυτό πάντοτε αιωρείται και δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς από τα πιο πάνω δέχομαι και αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι λίγο αργότερα της ώρας 17:00 την Τρίτη 16.09.14 και αφού είχε σχολάσει από την εργασία του ο κατηγορούμενος 5 έλαβε το ποσό των €2.180, το οποίο και τύλιξε σ' ένα μπλε ρούχο με άσπρη βούλα. Από αυτά τα χρήματα ο κατηγορούμενος 5 ξόδεψε €200 ενώ τα υπόλοιπα τα πέταξε σε πράσινο κάλαθο αχρήστων έξω από την οικία του επειδή φοβήθηκε μετά που η ώρα 18:30 του τηλεφώνησε το αφεντικό του λέγοντας του ότι είχε κλαπεί προηγουμένως χρηματικό ποσό από την παραπονούμενη εταιρεία. Στις 19.09.14 υπέδειξε στον ΜΚ9 την σκηνή όπου πέταξε τα χρήματα, πλην όμως αυτά δεν εντοπίστηκαν. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Στους κατηγορουμένους 1, 3, 4 και 5, αποδίδονται ότι αφού συνωμότησαν μεταξύ τους προέβηκαν στην κλοπή του χρηματικού ποσού των €79.000 από τον εργοδότη τους. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που είναι η πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου διέπεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται πιο κάτω: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reu

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.