← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14319/11, 24/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14319/11, 24/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14319/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24.07.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η κα. Ε. Μανώλη για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης δύο κατηγορίες εξασφάλισης εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 03.08.04 και 01.07.08 δια ψευδών παραστάσεων και δηλώσεων εσκεμμένα εξασφάλισε την εγγραφή του ως λήπτης δημοσίου βοηθήματος καθώς επίσης με πρόθεση δόλου απέσπασε από το ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά των €18.163,33 και Λ.Κ.£3.141,
  2. Με βάση την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής οι ψευδείς παραστάσεις και δηλώσεις συνίσταντο στο ότι: (α) Ο κατηγορούμενος δήλωσε σε αίτηση παροχής δημοσίου βοηθήματος ότι ήταν άγαμος και διέμενε με τη μητέρα του ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν νυμφευμένος με την Vasilka Kospontinova με την οποία διέμενε μαζί σε οικία άλλη από αυτή που διέμενε η μητέρα του και (β) ο κατηγορούμενος δήλωσε σε αίτηση παροχής δημοσίου βοηθήματος ότι ήταν ανίκανος για εργασία και άνεργος ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν επιχειρηματίας και διαχειριζόταν το νυκτερινό κέντρο 'Θεσσαλονικιά' στην Κάτω Πάφο καθώς επίσης λειτουργούσε το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 8 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 24 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 16 που είναι η γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 1635 Α. Χατζηβασίλη του Τ.Α.Ε. Πάφου ημερομηνίας 09.09.11, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού από τα μέρη, τα οποία αποδέχονται το περιεχόμενο του ως ορθό και αληθές. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 09.09.1 ο τότε αρχιαστυφύλακας (νυν λοχίας) Παναγιώτης Πελοπίδα (ΜΚ3) παρέδωσε στον αστυφύλακα 1635 Α. Χατζηβασίλη ένα σφραγισμένο φάκελο που περιείχε μία ένορκη δήλωση επίδοσης του κατηγορουμένου με αρ. 14908/09 που αφορούσε τη διερεύνηση υπόθεσης υπό Π.Φ. Τ.Α.Ε. Πάφου 28/09 (Τεκμήριο 13), το οποίο έγγραφο παρέδωσε την ίδια ημέρα στον αστυφύλακα 3284 Σταύρου Νικολάου του Κλάδου Γραφολογίας της ΥΠΕΓΕ (ΜΚ8). Τα παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 3990 Ζωνάκης Γεωργίου που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης μέχρι που μετατέθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού οπότε η διερεύνηση συνεχίστηκε από άλλο συνάδελφο του. Στις δύο γραπτές καταθέσεις του ημερομηνίας 19.06.09 και 07.01.11 που στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2, γίνεται αναφορά ότι ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε στις πιο κάτω ενέργειες: (α) Στις 22.10.08 έλαβε γραπτή κατάθεση από την Μαρία Λουκά, λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας Πάφου στην οποία κατάγγελλε τον κατηγορούμενο για την απόσπαση των προαναφερόμενων ποσών μέσω ψευδών παραστάσεων. (β) Στις 12.01.09 και ώρα 14:45 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης αναφορικά με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Γιατί να μείνω μέσα, έχω θκυό μωρά". (γ) Στις 28.01.09 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο και θα εξηγήσω τα πιο πάνω που με κατηγορείς". Το αστυνομικό έντυπο γραπτής καταγγελίας ημερομηνίας 28.01.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. (δ) Στις 19.06.09 διενέργησε εξετάσεις στο Δήμο Πάφου αναφορικά με το μουσικοχορευτικό κέντρο 'Θεσσαλονικιά' και το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' όπου και πληροφορήθηκε από τον υπεύθυνο του Δήμου Πάφου, Γεώργιου Κουννά, ότι οι άδειες λειτουργίας και φορολογίας του κέντρου μέχρι το έτος 2007 εκδίδονταν στο όνομα του κατηγορουμένου ενώ ουδεμία αίτηση υπεβλήθηκε για τα έτη 2008 και 2009 καθώς επίσης ουδεμία αίτηση υπεβλήθηκε τα τελευταία χρόνια για την έκδοση αδειών σχετικά με το καφενείο 'Αγρινό'. (ε) Στις 07.01.11 παρέδωσε στον συνάδελφο του αστυφύλακα 711 Θ. Παπαδόπουλο δύο ενυπόγραφες αιτήσεις παροχής δημοσίου βοηθήματος ημερομηνίας 30.03.04 και 03.01.07 αντίστοιχα (Τεκμήρια 7 και 8), τα οποία του είχε παραλάβει από την κυρία Λουκά κατά την υποβολή της καταγγελίας της, καθώς και δύο καταθέσεις του κατηγορουμένου εκ των οποίων η μία ανακριτικής φύσεως (Τεκμήρια 15 και 19), συνοδευόμενα με σχετικό έντυπο αίτησης για επιστημονική εξέταση εγγράφων με αρ. Αναφοράς ΥΠ.Ε.Γ.Ε.: 34/2011 (Τεκμήριο 4), με σκοπό την γραφολογική εξέταση των επισυνημμένων εγγράφων. ΜΚ2 ήταν η Μαρία Λουκά, λειτουργός κοινωνικών υπηρεσιών στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Στην κυρίως εξέταση της η εν λόγω μάρτυρας προσκόμισε ως Τεκμήρια 5 και 6 δύο γραπτές καταθέσεις ημερομηνίας 04.12.14 και 29.12.08 με βάση τις οποίες καταγράφεται ότι το έτος 2004 προσήλθε στα γραφεία ο κατηγορούμενος, ο οποίος υπέβαλε αίτηση για λήψη δημοσίου βοηθήματος προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό ότι λέγοντας ότι ήταν ανίκανος για εργασία καθώς επίσης δήλωσε ότι ήταν άγαμος. Κατόπιν εξέτασης της αίτησης του, θεωρήθηκε εξαρτώμενος της μητέρας του και γι' αυτό δημόσιο βοήθημα προστίθετο στο επίδομα που η μητέρα του ήδη λάμβανε από το Γραφείο Ευημερίας. Επίσης στο ίδιο έγγραφο σημειώνεται ότι το έτος 2007 και μετά από νέα μελέτη του φακέλου ο κατηγορούμενος καθοδηγήθηκε από λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας να υποβάλει νέα αίτηση για να λαμβάνει ξεχωριστό από την μητέρα του δημόσιο βοήθημα αυξημένου ποσού αφού κάποιος διαζευγμένος δικαιούται ξεχωριστό δημόσιο βοήθημα έστω αν διαμένει με την μητέρα του. Η νέα αίτηση του κατηγορουμένου εξετάστηκε και εγκρίθηκε. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης, στις 03.04.07 ο κατηγορούμενος έλαβε από το Γραφείο Ευημερίας επιταγή ύψους Λ.Κ.£3.120,20 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) που αφορούσε αναδρομικά δικαιώματα του βοηθήματος ως εξαρτώμενος της μητέρας του. Επιπλέον το ίδιο έτος το Υπουργείο Οικονομικών διέθεσε ποσό ύψους Λ.Κ.£3.141,00 προς εξόφληση χρέους του κατηγορουμένου στο ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σύμφωνα πάντοτε με το Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος συνέχισε να λαμβάνει δημόσιο μηνιαίο βοήθημα μέχρι την 01.07.08 όταν η χορήγηση του τερματίστηκε κατόπιν καταγγελίας της Vasilka Gospontinova, η οποία ανάφερε στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου ότι ήταν η δεύτερη σύζυγος του κατηγορουμένου και ότι μαζί του απέκτησε δύο δίδυμα παιδιά και όλοι μαζί διέμεναν στην οδό Ρεθύμνου στην Πάφο. Επίσης τους ανάφερε ότι διέθεταν οικιακή βοηθός και ότι ο κατηγορούμενος λάμβανε εισοδήματα μέσα από τη λειτουργία τόσο του κέντρου 'Θεσσαλονικιά' που ενοικίαζε προς Λ.Κ.£100 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) το βράδυ όσο και από το καφενείο με διαδικτυακή ενασχόληση (internet cafe) που διατηρούσε στον Μούτταλο καθώς και από επιχείρηση πώλησης σάντουιτς, το υποστατικό της οποίας βρισκόταν πάνω από το κέντρο 'Θεσσαλονικιά'. Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανέρχεται στα €18.163,33, ο οποίος το έλαβε σε ίσες μηνιαίες δόσεις και αφορά την περίοδο από 01.08.04 μέχρι 01.07.
  2. Επίσης η εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 7 και 8 ως τις αιτήσεις για παροχή δημοσίου βοηθήματος που βρίσκονται στο φάκελο του κατηγορουμένου, τις οποίες ο ίδιος υπέγραψε. Ακολούθως προσκόμισε ως Τεκμήριο 9 επιστολή ημερομηνίας 20.03.07 του Υπουργείου Οικονομικών που απευθύνεται στον κατηγορούμενο στην οποία σημειώνεται ότι ένεκα των προβλημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει η οφειλή του προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχει 'κατά χάριν' διευθετηθεί. Αναφερόμενη στην πληρωμή στον κατηγορούμενο αναδρομικών δικαιωμάτων, η ΜΚ2 παρουσίασε ως Τεκμήριο 10 την επιταγή υπ' αριθμό 08-004869 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 10.04.07 για το ποσό των €3.120,20 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε στην παρουσία τους αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο όταν υπάρχει συνεργασία με τον αιτητή και παραλαμβάνεται η αίτηση του. Όπως η μάρτυρας είπε, μπορεί το Τεκμήριο 7 να απορρίφθηκε κατόπιν εξέτασης του αλλά ο κατηγορούμενος το έτος 2007 έλαβε αναδρομικά δικαιώματα που κάλυπταν την περίοδο από 30.03.04 μέχρι 31.12.
  3. Προσδιόρισε την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου να έγινε το έτος 2007 με την υποβολή του Τεκμηρίου 8 χωρίς να δηλώσει μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης του που επήλθε αλλά και ότι είχε επιχειρήσεις σε κάποιο στάδιο του 2005, καλύπτοντας έτσι περίοδο από το 2005 μέχρι το 2008, για την οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε ψευδώς για την οικογενειακή και επαγγελματική-οικονομική του. Όπως συνέχισε η εν λόγω μάρτυρας να λέγει, επειδή ο κατηγορούμενος απέκρυψε γεγονότα, την 01.07.08 τερματίστηκε η παροχή δημοσίου βοηθήματος. Επίσης η μάρτυρας είπε ότι η ίδια έδωσε το Τεκμήριο 8 στην μητέρα του κατηγορουμένου όταν τον Δεκέμβριο 2006 την επισκέφτηκε στην οικία τους και στη συνέχεια στις 19.01.07 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στην υπηρεσία της και συζήτησαν την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του, τον οποίο και καθοδήγησε να το υποβάλει. Περαιτέρω η ΜΚ2 δήλωσε πως η υπηρεσία της παρέλαβε το Τεκμήριο 7 στις 21.05.04 ενώ το Τεκμήριο 8 στις 12.01.07, εξ' ου και υπάρχουν και σχετικές σφραγίδες που το βεβαιώνουν. ΜΚ3 ήταν ο λοχίας 1760 Παναγιώτης Πελοπίδα του Τ.Α.Ε. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 11 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 12.10.11 στην οποία σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι ήταν αυτός που ανέλαβε τη συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης. Ως νέος ανακριτής της υπόθεσης παρέλαβε από τον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης ένορκο δήλωση επίδοσης με αρ. 14908/09 στο όνομα του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 13) και μαζί με τις πιο κάτω έξι επιταγές που παρέλαβε από συνάδελφο του μερίμνησε να αποσταλούν για γραφολογικές εξετάσεις και τυχόν συγκρίσεις του με άλλα έγγραφα: Τεκμήριο 12Α - επιταγή υπ' αριθμό 08-021068 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 24.04.07 για το ποσό των €10,00 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Τεκμήριο 12Β - επιταγή υπ' αριθμό 08-004869 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 10.04.07 για το ποσό των €3.120200 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Τεκμήριο 12Γ - επιταγή υπ' αριθμό 08-962545 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 14.02.07 για το ποσό των €26,35 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Τεκμήριο 12Δ - επιταγή υπ' αριθμό 08-132011 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 30.06.08 για το ποσό των €396,40 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Τεκμήριο 12Ε - επιταγή υπ' αριθμό 08-182101 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 28.09.07 για το ποσό των €223,14 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Τεκμήριο 12ΣΤ - επιταγή υπ' αριθμό 08-248155 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 12.12.07 για το ποσό των €35,44 με δικαιούχο τον κατηγορούμενο Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως επειδή δεν λήφθηκαν δείγματα γραφής-υπογραφής του κατηγορουμένου για να διευκολυνθεί το έργο του εμπειρογνώμονα αναζητήθηκαν και εντοπίστηκαν τέτοια δείγματα από παλαιά έγγραφα. ΜΚ4 ήταν η Αρίστη Μιλτιάδους, πρώην σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως Τεκμήριο 14 γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 15.12.08 στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι στις 06.03.82 νυμφεύτηκε τον κατηγορούμενο με τον οποίο απέκτησαν δύο θυγατέρες ηλικίας 24 και 25 ετών αντίστοιχα. Το έτος 1990-1991 σε χωράφι που κληρονόμησε από την γιαγιά της ανεγέρθηκε μουσικοχορευτικό κέντρο, την λειτουργία του οποίου ανέλαβε μέχρι το 1993 ο κατηγορούμενος και ακολούθως η ίδια το ενοικίασε σε κάποιο Γιώργο Φωτίου από την Πάφο που του έδωσε την επωνυμία 'Θεσσαλονικιά' λόγω του ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο εξωτερικό, λειτουργία την οποία διατήρησε μέχρι το
  4. Επειδή ο Φωτίου χρωστούσε ενοίκια, την λειτουργία του κέντρου ανέλαβε το 2000 εκ νέου ο κατηγορούμενος έναντι μηνιαίου ενοικίου, διαχείριση την οποία συνέχισε να έχει μέχρι το
  5. Στις 08.05.07 η εν λόγω μάρτυρας έλαβε διαζύγιο από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος είχε παραλάβει το κλειδί του κέντρου αλλά δεν γνωρίζει αν αυτό λειτουργούσε ή όχι. ΜΚ5 ήταν ο αρχιαστυφύλακας 1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου που υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Πάφου ως υπεύθυνος στην αποθήκη τεκμηρίων από τον Απρίλιο
  6. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας προσκόμισε ως Τεκμήριο 15 γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 12.01.09 υπό τη μορφή ερωτήσεων-απαντήσεων μέσα από την οποία ο κατηγορούμενος απλά επαναλάμβανε την ίδια απάντηση "Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο" στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. ΜΚ6 ήταν η Μαρία Κυριακίδου, η οποία εργάζεται ως βοηθός γραμματειακός λειτουργός στο λογιστήριο των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας. Στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως Τεκμήριο 17 γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 29.09.11 σύμφωνα με την οποία σημειώνεται η παράδοση των Τεκμηρίων 12Α-12ΣΤ στον αστυφύλακα 2026 Συμεών Χατζηγιαννάκη, τα οποία είναι έξι επιταγές που εκδόθηκαν προς τον κατηγορούμενο για δημόσιο βοήθημα. ΜΚ7 ήταν ο αστυφύλακας 711 Θεόφιλος Παπαδόπουλος του Τ.Α.Ε. Πάφου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 18 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 08.01.11 στην οποία αναφέρει ότι στις 07.01.11 παρέλαβε από τον αστυφύλακα 3990 Ζωνάκη Γεωργίου (ΜΚ1) σε σφραγισμένους φακέλους δύο αιτήσεις παροχής βοηθήματος (Τεκμήρια 7 και 8), μία ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 15) και μια κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 05.02.08 που αφορούσε τη διερεύνηση υπόθεσης υπό Π.Φ. Τ.Α.Ε. Πάφου 28/09, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  7. Όπως ακόμη σημειώνεται τα πιο πάνω έγγραφα παραδόθηκαν την ίδια ημέρα στον αστυφύλακα 3284 Σταύρου Νικολάου του Κλάδου Γραφολογίας της ΥΠΕΓΕ (ΜΚ8). Μέσα δε από το Τεκμήριο 19 ο κατηγορούμενος δηλώνει πως είναι συνιδιοκτήτης μαζί με την πρώην σύζυγο του Αρίστη Μιλτιάδους (ΜΚ4) στο νυκτερινό κέντρο που βρίσκεται στην οδό Ικάρου στην Πάφο. Συνέταιρος και ουσιαστικά διαχειριστής του κέντρου αυτού είναι ο Γεώργιος Φωτίου. Επίσης γίνεται αναφορά σε καφενείο που ο κατηγορούμενος διαχειρίζεται με την επωνυμία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου. ΜΚ8 ήταν ο αστυφύλακας 3284 Σταύρου Νικολάου, ο οποίος υπηρετεί στο Εργαστήριο Γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας. Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε δύο εκθέσεις ημερομηνίας 15.09.11 και 11.10.11 ως Τεκμήρια 20 και
  8. Μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 σημειώνεται ότι τα δείγματα γραφής που υποβλήθηκαν για σύγκριση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα Τεκμήρια 7 και 8 είναι ποσοτικά ανεπαρκή προκειμένου να οδηγήσουν ένα πραγματογνώμονα να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Σημειώνεται ακόμη ότι σ' αυτό συνηγορεί και η χρονολογική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δειγμάτων και τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Παρά την πιο πάνω ανεπάρκεια ο εν λόγω μάρτυρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με βάση τα δεδομένα που είχε στη διάθεση του δημιουργούν 'Υποψία' ότι οι δύο πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές δυνατό να έγιναν από τον κατηγορούμενο. Με βάση όμως το Τεκμήριο 21 που είναι συμπληρωματικό του Τεκμηρίου 20, έγινε σύγκριση των αμφισβητουμένων υπογραφών στα Τεκμήρια 7 και 8 με τις οκτώ υπογραφές στα Τεκμήρια 12Α-12ΣΤ καθώς και με τις τέσσερις υπογραφές στα Τεκμήρια 13, 15 και
  9. Εφόσον τα δείγματα υπογραφής που υπεβλήθηκαν για σύγκριση κρίθηκαν ποιοτικά κατάλληλα και ποσοτικά επαρκή και αφού τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα που περικλείουν οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές εντοπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο και επαναλαμβάνονται και στα δείγματα υπογραφών, ο μάρτυρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του κατηγορουμένου. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης κατάθεσης του ο εν λόγω μάρτυρας, αφού κατάθεσε ως Τεκμήριο 22 συγκριτικό πίνακα αμφισβητουμένων υπογραφών και δειγμάτων υπογραφής του εργαστηρίου γραφολογίας, αναφέρθηκε στην ύπαρξη μεταξύ τους ομοιοτήτων τα οποία υπέδειξε στον προαναφερόμενο κατάλογο με την τοποθέτηση κόκκινων βελών. Αναλύοντας το σκεπτικό του ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο σχηματισμού γραμμάτων, τις μεταξύ τους συνδέσεις και τις φυσικές παραλλαγές αυτών, τις ενώσεις των γραμμάτων καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γραφής και υπογραφής. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ8 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όλες οι υπογραφές που απεικονίζονται στο Τεκμήριο 22 αποτελούν γνήσιες υπογραφές του ιδίου προσώπου. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα που καταγράφεται στο Τεκμήριο 21 έλαβε υπόψη του το συνδυασμό ομοιοτήτων στα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά των αμφισβητουμένων υπογραφών και των δειγμάτων υπογραφής μέσα από εξέταση τους και όχι ατομικά και αποσπασματικά ένα προς ένα. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση λέγοντας πως είναι αθώος, δεν έχει διαπράξει κανένα από τα αδικήματα που κατηγορείται, για τα οποία είχε δικαστεί το έτος 2009 και είχε αθωωθεί αλλά τώρα εκδικάζεται εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης είπε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας καθότι υπέστηκε δύο εμφράγματα και έχει πρόβλημα στους πνεύμονες καθώς επίσης αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. ΜΥ1 ήταν η Γιάννα Παυλίδου, λειτουργός στο Ποινικό Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι έχει υπό τη φύλαξη της το δικαστηριακό φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 14908/09 με εμπλεκόμενα μέρη τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και τον κατηγορούμενο. Αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης εκείνης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24 πρακτικό κατάληξης Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 20.10.10 στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/
  11. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 έχει αρχειοθετηθεί ως εκδικασθείσα. Το δε αποτέλεσμα της ήταν η διακοπή της ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορουμένου χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει το λόγο καθότι το εν λόγω πρακτικό του Δικαστηρίου είναι στενογραφημένο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και κατ' επέκταση να αθωώσει τον κατηγορούμενο για τους εξής λόγους:
(1)Ένεκα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Επ' αυτού είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι Γενικός Εισαγγελέας δεν άσκησε όπως θα έπρεπε τις εξουσίες που του παρέχει το Σύνταγμα αφού δεν ανέστειλε την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 για λόγους δημοσίου συμφέροντος αλλά με σκοπό να εξασφαλίσει επιπλέον μαρτυρία προκειμένου να ενισχύσει το υπάρχον μαρτυρικό υλικό.
(2)Επί της ουσίας της παρούσας ποινικής υπόθεσης η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής περιέχει κενά και αδυναμίες καθότι η μαρτυρία της ΜΚ2 είναι τόσο φτωχής ποιότητας που δεν μπορεί να αποδειχτεί οτιδήποτε ενώ σε σχέση με τον ΜΚ8 δεν έχει τεθεί το υπόβαθρο που θα τον καθιστούσε εμπειρογνώμονα με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να πρέπει να αγνοηθεί. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως ισχυρίστηκε στο θέμα της κατάχρησης ότι ο λόγος που η υπεράσπιση προβάλει ως δικαιολογία για την αναστολή της ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 δεν ευσταθεί αφού δεν αντιπροσωπεύει την επίσημη θέση του Γενικού Εισαγγελέα. Όσον αφορά την ουσία της παρούσας υπόθεσης, η κυρία Παπαλαζάρου ανάφερε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που έχει αποδειχτεί η εκδοχή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση το σκεπτικό αυτό η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Θα ξεκινήσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάχθηκε ενώπιον μου από την ένορκη κατάθεση της ΜΥ1 καθότι ο σκοπός της κλήσης της έγινε προς υποστήριξη της θέσης της υπεράσπισης ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα και το Δικαστήριο θα πρέπει να την ανακόψει αθωώνοντας και απαλλάσσοντας τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η αναγκαιότητα να δοθεί προτεραιότητα στην εξέταση αυτής της τοποθέτησης έγκειται στο ότι αν κριθεί ορθή δεν θα χρειαστεί η εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η πιο πάνω θέση της υπεράσπισης εδράζεται στην ενέργεια του Γενικού Εισαγγελέα να αναστείλει την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με εμπλεκόμενα μέρη τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και τον κατηγορούμενο. Το κατηγορητήριο εκείνης της υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 25.08.09 και ορίστηκε για πρώτη φορά στις 09.10.09, περιείχε κατηγορίες και λεπτομέρειες ίδια με αυτά των δύο πρώτων κατηγοριών της παρούσας ποινικής υπόθεσης, οι οποίες ας σημειωθεί ότι στην πορεία διεκόπησαν προκειμένου να προστεθούν άλλες τέσσερις κατηγορίες ως αποτέλεσμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου δυνάμει σχετικής διαταγής Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.05.
  1. Αυτό προκύπτει μέσα από τη συνδυασμένη μελέτη του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης και του Τεκμηρίου 23 που είναι το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 14908/09, η ύπαρξη του περιεχομένου του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου δέχομαι. Όπως περαιτέρω προκύπτει από μελέτη του Τεκμηρίου 24, το περιεχόμενο του οποίου δικαστικού εγγράφου επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο και ως εκ τούτου αποδέχομαι, στις 20.10.10 η ποινική δίωξη διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε χωρίς να παρέχονται μέσα από το εν λόγω δακτυλογραφημένο κείμενο του εγγράφου άλλες λεπτομέρειες. Η μαρτυρία της ΜΥ1 επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23 και
  2. Επιπλέον η εν λόγω μάρτυρας, εκ της γνώσης που είχε λόγω της θέσεως που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου και εξακολουθεί να έχει και των καθηκόντων που τότε είχε και συνεχίζει να έχει, επεκτάθηκε στην πορεία που είχε η υπόθεση μέχρι την αναστολή της ποινικής δίωξης. Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ1 στην ολότητα της ως ορθή, αληθής και αξιόπιστη. Αντίθετα η μαρτυρία του κατηγορουμένου στο ζήτημα αυτό, η οποία περιορίζεται σε μέρος της ανώμοτης δήλωσης του, δεν επαληθεύεται και ως εκ τούτου δεν την αποδέχομαι. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι υπήρξε εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 14908/09 στην οποία αθωώθηκε στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και είναι οι ίδιες με αυτές που σήμερα αντιμετωπίζει μέσα από την παρούσα ποινική υπόθεση. Τόσο η ένορκη μαρτυρία της ΜΥ1 που έγινε αποδεκτή όσο και το αναντίλεκτο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 24 αποκαλύπτουν ότι η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 δεν εκδικάστηκε υπό τη μορφή ακροαματικής διαδικασίας αλλά διακόπηκε από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Ο δε κατηγορούμενος δεν αθωώθηκε, όπως ο ίδιος λανθασμένα ανάφερε, αλλά απαλλάγηκε των κατηγοριών με το δικαίωμα της καταχώρησης νέας υπόθεσης με τις ίδιες κατηγορίες να παραμένει. Βέβαια το ζήτημα αυτό είναι νομικό και σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος επικρίνεται αφού ο ίδιος φαίνεται με το μυαλό του μη νομικού έτσι να το έχει αντιληφθεί. Απλά η θέση που εξέφρασε νομικά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι με την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/09 και ακολούθως με την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχράστηκε της εξουσίας που το Σύνταγμα του παρέχει καθότι δεν το έπραξε για λόγους δημοσίου συμφέροντος αλλά για να ενισχύσει το τότε διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό. Επικαλέστηκε γι' αυτό μαρτυρία του ΜΚ
  3. Η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει μια ποινική υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε προσώπου παρέχεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 113
(2)του Συντάγματος καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 154 του Κεφ.155. Όπως τονίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου του Συντάγματος, η εξουσία αυτή ασκείται κατά την κρίση του Γενικού Εισαγγελέα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν από την έκδοση απόφασης και μπορεί να γίνει είτε αυτοπροσώπως είτε από υφιστάμενο αξιωματούχο του είτε άτομο που ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες του. Η εξουσία αυτή ασκείται προς το σκοπό του δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένας τρόπος πληροφόρησης του Δικαστηρίου για τη μη συνέχιση της διαδικασίας και αυτό μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει ικανοποιητικό για σκοπούς των πρακτικών του Δικαστηρίου. Μια τέτοια διακοπή της διαδικασίας δεν συνιστά κώλυμα για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου για το ίδιο ποινικό αδίκημα ή λόγω των ίδιων πραγματικών γεγονότων (κυπριακό νομικό σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας του Α.Ν. Λοΐζου, σελίδες 288-291, άρθρο 154 Κεφ.155). Το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει έλεγχο επί της εξουσίας αυτής αλλά ούτε και να εξετάσει τους λόγους που κάθε φορά οδηγούν τον Γενικό Εισαγγελέα σε μια τέτοια απόφαση. Σχετική είναι η Αίτηση της Meryem Kaya για έκδοση εντάλματος certiorari και/ή mandamus
(2009)1Β Α.Α.Δ. 953 στην οποία και παραπέμπω. Εξετάζοντας τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν ευσταθεί. Το Τεκμήριο 24 δεν καταγράφει τον ακριβές λόγο που ο Γενικός Εισαγγελέας προχώρησε στην διακοπή της διαδικασίας, η οποία εν πάση περιπτώσει έγινε προτού αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στη λογική να εξετάσει κάτι τέτοιο. Το τι ο ΜΚ3 είπε στην μαρτυρία του εκφράζει απλά την προσωπική του άποψη και σε καμία περίπτωση αντιπροσωπεύει την επίσημη θέση του Γενικού Εισαγγελέα. Ακόμη όμως για χάριν συζήτησης να δεχτούμε τον ισχυρισμό του συνηγόρου υπεράσπισης ως ορθό, χωρίς αυτό να σημαίνει ή να εκλαμβάνεται ως πρόθεση του Δικαστηρίου είτε να ελέγξει την εξουσία αυτή του Γενικού Εισαγγελέα είτε να εξετάσει τον λόγο που τον οδήγησε στην απόφαση του είτε ακόμη την ορθότητα της κρίσης του, η αναστολή ποινικής δίωξης σε μια ποινική υπόθεση προκειμένου να καταβληθεί περισσότερη προσπάθεια για διερεύνησης της σε βάθος και πλήρως έτσι ώστε να λάμψει η αλήθεια και να απονεμηθεί τελικά δικαιοσύνη εμπίπτει στον σκοπό του δημοσίου συμφέροντος. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω η θέση αυτή της υπεράσπισης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ήταν ο αρχικός αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στις πράξεις του αυτές. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι τα Τεκμήρια 1 και 2 και αποτελούν μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αρχικού αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 22.10.08 έλαβε γραπτή κατάθεση από την ΜΚ2, η οποία κατάγγειλε τον κατηγορούμενο για την απόσπαση των προαναφερόμενων ποσών μέσω ψευδών παραστάσεων. (β) Στις 12.01.09 και ώρα 14:45 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης αναφορικά με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Γιατί να μείνω μέσα, έχω θκυό μωρά". (γ) Στις 28.01.09 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε "Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο και θα εξηγήσω τα πιο πάνω που με κατηγορείς" (Τεκμήριο 3). (δ) Στις 19.06.09 διενέργησε εξετάσεις στο Δήμο Πάφου αναφορικά με το μουσικοχορευτικό κέντρο με την επωνυμία 'Θεσσαλονικιά' και το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' όπου και πληροφορήθηκε από τον υπεύθυνο του Δήμου Πάφου, Γεώργιο Κουννά, ότι οι άδειες λειτουργίας και φορολογίας του κέντρου μέχρι το έτος 2007 εκδίδονταν στο όνομα του κατηγορουμένου ενώ ουδεμία αίτηση υπεβλήθηκε για τα έτη 2008 και 2009 καθώς επίσης ουδεμία αίτηση υπεβλήθηκε τα τελευταία χρόνια για την έκδοση αδειών σχετικά με το καφενείο 'Αγρινό'. (ε) Στις 07.01.11 παρέδωσε στον συνάδελφο του ΜΚ7 δύο ενυπόγραφες αιτήσεις παροχής δημοσίου βοηθήματος ημερομηνίας 30.03.04 και 03.01.07 αντίστοιχα (Τεκμήρια 7 και 8), τα οποία είχε παραλάβει από την ΜΚ2 κατά την υποβολή της καταγγελίας της στις 22.10.08, καθώς και δύο καταθέσεις του κατηγορουμένου εκ των οποίων η μία ανακριτικής φύσεως (Τεκμήρια 15 και 19), συνοδευόμενα με σχετικό έντυπο αίτησης για επιστημονική εξέταση εγγράφων με αρ. Αναφοράς ΥΠ.Ε.Γ.Ε.: 34/2011 (Τεκμήριο 4), με σκοπό την γραφολογική εξέταση των επισυνημμένων εγγράφων. Περαιτέρω, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, δέχομαι ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 αντικατοπτρίζουν μέρος των ενεργειών του ΜΚ
  1. Η μαρτυρία της ΜΚ2 χωρίζεται σε δύο ξεχωριστές και ανεξάρτητες ενότητες. Η πρώτη ενότητα αφορά γεγονότα που πηγάζουν μέσα από προσωπικές διαπιστώσεις και βιώματα. Πρόκειται για γεγονότα που όχι μόνο δεν αντικρούστηκαν αλλά υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία όπως είναι τα Τεκμήρια 7, 8, 9, 10 και 12Β. Η πτυχή αυτή της μαρτυρίας της ήταν θετική, σαφής και επεξηγηματική. Πρόκειται για μαρτυρία που εμπίπτει στη σφαίρα της προσωπικής της γνώσης. Οι αναφορές της μάρτυρα στην ενότητα αυτή ήταν άμεσες, ευθείς και αυθόρμητες εξαφανίζοντας έτσι κάθε υποψία και/ή πιθανότητα το περιεχόμενο τους να μπορούσε να ήταν προσχεδιασμένο. Οι δε τοποθετήσεις της συνοδεύονται από εξηγήσεις που η εν λόγω μάρτυρας έδωσε και σε συνδυασμό με την απουσία ουσιωδών αντιφάσεων τις καθιστούν πειστικές απέναντι στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτών των παραμέτρων αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη το μέρος αυτό της μαρτυρίας της ΜΚ2 περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 5 και 6, πάντοτε στο βαθμό και την έκταση της πτυχής αυτής. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία της ΜΚ2 δέχομαι ότι το έτος 2004 προσήλθε στα γραφεία ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκδήλωσε ενδιαφέρον για υποβολή αίτησης για λήψη δημοσίου βοηθήματος προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό ότι λέγοντας ότι ήταν ανίκανος για εργασία καθώς επίσης δήλωσε ότι ήταν άγαμος. Η αίτηση παραλήφθηκε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 21.05.04 και κατόπιν εξέτασης της θεωρήθηκε εξαρτώμενος της μητέρας του και γι' αυτό δημόσιο βοήθημα προστίθετο στο επίδομα που η μητέρα του ήδη λάμβανε από το Γραφείο Ευημερίας. Μεταξύ Δεκεμβρίου 2006 και Ιανουαρίου 2007 και μετά από νέα μελέτη του φακέλου ο κατηγορούμενος καθοδηγήθηκε από λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας να υποβάλει νέα αίτηση για να λαμβάνει ξεχωριστό από την μητέρα του δημόσιο βοήθημα αυξημένου ποσού αφού κάποιος διαζευγμένος δικαιούται ξεχωριστό δημόσιο βοήθημα έστω αν διαμένει με την μητέρα του. Τον Δεκέμβριο 2006 η ΜΚ2 επισκέφτηκε προσωπικώς την μητέρα του κατηγορουμένου στην οικία της και ακολούθως στις 19.01.07 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στην υπηρεσία της και συζήτησαν την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του, τον οποίο και καθοδήγησε με προοπτική να την υποβάλει. Η νέα αίτηση αυτή αφού παραλήφθηκε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 12.01.07 εξετάστηκε και εγκρίθηκε. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης, ο κατηγορούμενος έλαβε από το Γραφείο Ευημερίας επιταγή ύψους Λ.Κ.£3.120,20 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) που αφορούσε αναδρομικά δικαιώματα του βοηθήματος ως εξαρτώμενος της μητέρας του που κάλυπταν την περίοδο από 30.03.04 μέχρι 31.12.
  2. Επιπλέον το ίδιο έτος το Υπουργείο Οικονομικών διέθεσε ποσό ύψους Λ.Κ.£3.141,00 προς εξόφληση χρέους του κατηγορουμένου στο ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το δημόσιο βοήθημα του κατηγορουμένου τερματίστηκε την 01.07.08 κατόπιν καταγγελίας της Vasilka Gospontinova, η οποία ανάφερε στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου ότι ήταν η δεύτερη σύζυγος του κατηγορουμένου και ότι μαζί του απέκτησαν δύο δίδυμα παιδιά και όλοι μαζί διέμεναν στην οδό Ρεθύμνου στην Πάφο καθώς επίσης ότι ο κατηγορούμενος ασχολείτο με επαγγελματικές δραστηριότητες. Ωστόσο από την μαρτυρία της ΜΚ2 δεν δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος έλαβε το συνολικό ποσό των €18.163,33 σε ίσες μηνιαίες δόσεις και ότι αυτό αφορά την περίοδο από 01.08.04 μέχρι 01.07.08 καθότι η αναφορά της αυτή δεν συνοδεύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ στο Τεκμήριο 5 αφήνεται σαφώς να εννοηθεί ότι το Τεκμήριο 7 εξετάστηκε και εγκρίθηκε, η εν λόγω μάρτυρας κατά την αντεξέταση της δήλωσε πως το Τεκμήριο 7 όταν εξετάστηκε απορρίφθηκε. Πρόκειται για ανακρίβεια που στη σφαίρα ολόκληρης της μαρτυρίας της είναι ήσσονος σημασίας χωρίς να μολύνει την εικόνα της αξιοπιστίας της. Το Δικαστήριο επιλέγει ως ορθή τη θέση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 5 και τούτο επειδή αν το Τεκμήριο 7 τύγχανε απόρριψης στο δημόσιο βοήθημα της μητέρας του δεν θα προστίθετο δικό του βοήθημα καθώς επίσης δεν θα εκδιδόταν η επιταγή των Τεκμηρίων 10 και 12Β προς όφελος του κατηγορουμένου για πληρωμή αναδρομικών δικαιωμάτων του βοηθήματος ως εξαρτώμενος της μητέρας του καλύπτοντας την περίοδο από 30.03.04 μέχρι 31.12.
  3. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 7 και 8, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, διαπιστώνω ότι πρόκειται για τις δύο αιτήσεις για παροχή δημοσίου βοηθήματος που παραλήφθηκαν από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις 21.05.04 και 12.01.07 αντίστοιχα και αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Στο Τεκμήριο 7 καταγράφονται προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου και παράλληλα δηλώνεται ότι αυτός είναι διαζευγμένος και πατέρας δύο ενήλικων νυμφευμένων θυγατέρων και ότι διαμένει με την μητέρα του στην οδό Λύσης-Κυνήρας 17 στον προσφυγικό οικισμό του Μούτταλου της επαρχίας Πάφου. Στο δε Τεκμήριο 8 καταγράφονται απλά προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου. Σε σχέση με το Τεκμήριο 9, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι ότι αποτελεί απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 20.03.07 για 'κατά χάριν' εξόφληση χρέους του κατηγορουμένου προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ένεκα των προβλημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και του προκλήθηκαν εξαιτίας της τουρκικής εισβολής. Επίσης προκύπτει και ως εκ τούτου δέχομαι ότι η 'κατά χάριν' αυτή απευθείας πληρωμή προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από το Υπουργείο Οικονομικών ουδεμία σχέση έχει με τον σκοπό και τη σημασία των Τεκμηρίων 7 και 8 καθώς και των κριτηρίων που διέπουν την εξέταση τους. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 10 και 12Β, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης τους, αποδέχομαι ότι αφορούν την επιταγή υπ' αριθμό 08-004869 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία πληρωμής 10.04.07 για το ποσό των Λ.Κ.£3.120,20 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) με δικαιούχο τον κατηγορούμενο για αναδρομικά δικαιώματα του βοηθήματος ως εξαρτώμενος της μητέρας του που κάλυπταν την περίοδο από 30.03.04 μέχρι 31.12.
  4. Η δεύτερη ενότητα σχετίζεται με αναφορές της εν λόγω μάρτυρα που προέρχονται αποκλειστικά και μόνο μέσα από τα λεχθέντα της καταγγελίας της Vasilka Gospontinova. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Με γνώμονα την χαραγμένη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής γραμμή υπεράσπισης, η οποία αμφισβητεί την αλήθεια και αξιοπιστία των θέσεων του εν λόγω προσώπου και λαμβάνοντας υπόψη τις παραμέτρους αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αναφέρω τα εξής: (α) Η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει την Vasilka Gospontinova στο Δικαστήριο ως μάρτυρα κατηγορίας χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. (β) Αν ήθελε αποδειχτεί ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει την Vasilka Gospontinova ως μάρτυρα κατηγορίας εξίσου ανέφικτο και το ίδιο μη εύλογο θα ήταν για την υπεράσπιση να την κλητεύσει για αντεξέταση δυνάμει του δικαιώματος που παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 26 του Κεφ.9 (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). (γ) Η μη προσαγωγή της Vasilka Gospontinova ως μάρτυρα κατηγορίας και να υποστεί τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε από την υπεράσπιση τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα να αντικρούσει δια του δικαιώματος της αντεξέτασης τις θέσεις που η κατηγορούσα αρχή προώθησε μέσα από το περιεχόμενο της εξ' ακοής μαρτυρίας και στρέφονται ευθέως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η προσκόμιση ενός πιστοποιητικού γάμου μεταξύ της Vasilka Gospontinova και του κατηγορουμένου που να δείχνει την έγγαμη τους σχέση την περίοδο 20.07.05 θα ήταν αρκετό να διαφοροποιήσει τα δεδομένα, πλην όμως ένα τέτοιο στοιχείο η κατηγορούσα αρχή ουδέποτε παρουσίασε. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και παραμέτρων αξιολόγησης, το Δικαστήριο αποδίδει μηδενική βαρύτητα στο βαθμό και την έκταση του μέρους της μαρτυρίας της ΜΚ2 περιλαμβανομένων του κομματιού των Τεκμηρίων 5 και 6 που σχετίζονται με την εξ' ακοής μαρτυρία. Ο ΜΚ3 ήταν ο νέος αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης εις αντικατάσταση του ΜΚ
  1. Η μαρτυρία του στρέφεται στις διάφορες ενέργειες που προέβηκε για τη συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε για τις πράξεις του αυτές. Υπό το φως των δεδομένων αυτών αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία παραπέμπει στις αναντίλεκτες ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 11 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ3 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του νέου αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια συνέχισης της διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 17.01.11 παρέλαβε τον ανακριτικό φάκελο της υπόθεσης υπό Π.Φ. Τ.Α.Ε. Πάφου Σ28/09 με οδηγίες τη συνέχιση των εξετάσεων. (β) Στις 06.09.11 παρέλαβε από τον πιο πάνω ανακριτικό φάκελο το Τεκμήριο
  2. (γ) Στις 29.09.11 παρέλαβε τα Τεκμήρια 12Α-12ΣΤ. (δ) Συσκεύασε κατάλληλα τα Τεκμήρια 3 και 12Α-12ΣΤ και φρόντισε να αποσταλούν στο εργαστήριο γραφολογίας με σκοπό την γραφολογική εξέταση τους καθώς και σύγκριση τους με άλλα τεκμήρια περιλαμβανομένου και των αμφισβητουμένων υπογραφών στα Τεκμήρια 7 και
  3. Αξιολογώντας το Τεκμήριο 13 παρατηρώ ότι είναι ένορκος δήλωση επίδοσης κλήσης κατηγορουμένου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 14908/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Ποινικός Τύπος Αρ.11). Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι κατηγορούμενος σε εκείνη την υπόθεση στην οποία η ποινική διαδικασία διακόπηκε είναι ο κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης, Γιαννάκης Παπασάββας, η οποία καταχωρήθηκε με τα ίδια αδικήματα και λεπτομέρειες της προηγούμενης περίπτωσης. Πίσω από την ένορκο δήλωση παραλαβής υπάρχει ενυπόγραφη απόδειξη παραλαβής από τον Παπασάββα. Το άρθρο 46
(2)του Κεφ.155, όπως ίσχυε κατά το χρόνο επίδοσης της κλήσης κατηγορουμένου (Ποινικός Τύπος Αρ.9), προνοεί ότι η επίδοση τέτοιας κλήσης αποδεικνύεται είτε προφορικά από το πρόσωπο που την επέδωσε είτε με ένορκη δήλωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ένορκος δήλωση του επιδότη που ενόρκως πιστοποιεί ότι στις 14.09.09 η κλήση επιδόθηκε προσωπικά στον κατηγορούμενο της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος αφού την παρέλαβε να τοποθετεί τον γραφικό του χαρακτήρα στην απόδειξη παραλαβής που βρίσκεται στο πίσω μέρος του Ποινικού Τύπου Αρ.
  1. Ενισχυτικό του πιο πάνω ευρήματος του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο τόσο η προσωπική παραλαβή της κλήσης όσο και ο γραφικός του χαρακτήρας στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου
  2. Η ΜΚ4 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλή και ουσιαστική στις αναφορές της. Με ειλικρίνεια και σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και κατάθεσε αυτά που προσωπικά γνώριζε. Η μαρτυρία της σε σχέση με επαγγελματικές δραστηριότητες του πρώην συζύγου της επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 που είναι κατάθεση προερχόμενη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας της που σχετίζεται με τον γάμο και το διαζύγιο της με τον κατηγορούμενο παρέμεινε αναντίλεκτο. Εξ' ου και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε γι' αυτό. Η μαρτυρία της είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά καθίσταται πειστική στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτών αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΚ4 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα δέχομαι ότι στις 06.03.82 νυμφεύτηκε τον κατηγορούμενο με τον οποίο απέκτησαν δύο θυγατέρες που αμφότερες σήμερα είναι ενήλικες ενώ στις 08.05.07 εκδόθηκε μεταξύ τους διαζύγιο. Περαιτέρω δέχομαι ότι το έτος 1990-1991 σε χωράφι που κληρονόμησε από την γιαγιά της ανεγέρθηκε μουσικοχορευτικό κέντρο, την λειτουργία του οποίου ανέλαβε μέχρι το 1993 ο κατηγορούμενος και ακολούθως η ίδια το ενοικίασε σε κάποιο Γιώργο Φωτίου από την Πάφο που του έδωσε την επωνυμία 'Θεσσαλονικιά' λόγω του ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο εξωτερικό, λειτουργία την οποία διατήρησε μέχρι το
  3. Ακόμη δέχομαι ότι επειδή ο Φωτίου χρωστούσε ενοίκια, την λειτουργία του κέντρου ανέλαβε το 2000 εκ νέου ο κατηγορούμενος έναντι μηνιαίου ενοικίου, διαχείριση την οποία συνέχισε να έχει μέχρι το
  4. Η μαρτυρία του ΜΚ5 είναι τυπικής φύσεως και δεν προσφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Ο εν λόγω μάρτυρας χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του υπευθύνου στην αποθήκη τεκμηρίων στο Τ.Α.Ε. Πάφου ήλθε απλά στο Δικαστήριο και κατάθεσε χωρίς ένσταση της υπεράσπισης το Τεκμήριο 15 που είναι η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου καθώς και το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση που αργότερα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 και είναι γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 05.02.08 που σχετίζεται με τον αστυνομικό φάκελο Σ167/08, το περιεχόμενο των οποίων θα αξιολογηθούν στη συνέχεια μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του ΜΚ5 είναι τέτοιας ποιότητας που της αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Η ΜΚ6 ήταν η λειτουργός που παρέδωσε στον αστυφύλακα 2026 Συμεών Χατζηγιαννάκη τις πιο κάτω έξι επιταγές, όλες τις Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και όλες με δικαιούχο τον κατηγορούμενο στα πλαίσια παροχής δημοσίου βοηθήματος σ' αυτόν. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 12Α έως 12ΣΤ που είναι η επιταγή υπ' αριθμό 08-021068 με ημερομηνία πληρωμής 24.04.07 για το ποσό των €10,00, η επιταγή υπ' αριθμό 08-004869 με ημερομηνία πληρωμής 10.04.07 για το ποσό των €3.120200, η επιταγή υπ' αριθμό 08-962545 με ημερομηνία πληρωμής 14.02.07 για το ποσό των €26,35, η επιταγή υπ' αριθμό 08-132011 με ημερομηνία πληρωμής 30.06.08 για το ποσό των €396,40, η επιταγή υπ' αριθμό 08-182101 με ημερομηνία πληρωμής 28.09.07 για το ποσό των €223,14 και η επιταγή υπ' αριθμό 08-248155 με ημερομηνία πληρωμής 12.12.07 για το ποσό των €35,
  5. Αποδέχομαι την πιο πάνω ενέργεια της ΜΚ6 ως αληθή και αξιόπιστη που είναι και η ουσία της μαρτυρίας της περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 17 και δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αξιολογώντας τα Τεκμήρια 12Α μέχρι 12ΣΤ μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δέχομαι ότι τα στοιχεία που απεικονίζουν και ειδικότερα το ποσό, ότι δικαιούχος ήταν ο κατηγορούμενος, η ημερομηνία έκδοσης, ο αριθμός επιταγής, ο αριθμός λογαριασμού από τον οποίο προέρχεται η επιταγή και ότι είναι της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, είναι αληθή και αξιόπιστα και ότι αυτά προορίζονταν για τον κατηγορούμενο στα πλαίσια παροχής δημοσίου βοηθήματος ως αποτέλεσμα έγκρισης σχετικών αιτήσεων (Τεκμήρια 7 και 8). Να σημειωθεί ότι η ορθότητα των πιο πάνω στοιχείων που καταγράφονται στα Τεκμήρια 12Α μέχρι 12ΣΤ δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο της διαδικασίας από την υπεράσπιση. Μαρτυρία, είτε άμεση είτε περιστατική, ως προς το ποιος παρέλαβε τα Τεκμήρια 12Α μέχρι 12ΣΤ, ποιος υπέγραψε στη θέση του δικαιούχου, αν έχουν κατατεθεί σε λογαριασμό και σε ποιον ανήκει ο λογαριασμός αυτός, αν έχουν εξαργυρωθεί και προς όφελος ποιου έχουν εξαργυρωθεί, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ7 ήταν ένας από τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Ο ρόλος του ήταν πολύ περιορισμένος και συγκεκριμένα ήταν απλά η παράδοση των Τεκμηρίων 7, 8, 15 και 19 σε σφραγισμένους φακέλους, τα οποία είχε παραλάβει στις 07.01.11 από τον ΜΚ1, στον ΜΚ8 του εργαστηρίου γραφολογίας με σκοπό την γραφολογική εξέτασης τους και σύγκριση τους με άλλα τεκμήρια, παράδοση που έγινε την ίδια ημέρα. Η ενέργεια του αυτή αποτελεί την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και αναφέρεται τόσο στην ένορκη κατάθεση του στο Δικαστήριο αλλά και καταγράφεται στο Τεκμήριο 18 που είναι η γραπτή κατάθεση του. Την ενέργεια του αυτή αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ8 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα ως δικαστικός γραφολόγος. Πέραν της αναφοράς από τον μάρτυρα ότι υπηρετεί στο εργαστήριο γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας είναι αλήθεια ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν τεθεί τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα του καθώς οι εμπειρίες και η γνώση του πάνω σε θέματα γραφολογικών εξετάσεων εγγράφων, γραφής και υπογραφής από πρόσωπα και σύγκρισης τους με αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές. Ωστόσο τίποτα από τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του. Ούτε αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η κατάθεση του μάρτυρα αυτού υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Δικαιολογημένα και φυσιολογικά ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να διαφημίσει τα προσόντα, τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. Ως εκ τούτου, η από μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης πρόταξη τέτοιας θέσης για πρώτη φορά στην τελική αγόρευση του αποτελεί εκ των υστέρων πρόφαση προκειμένου αδικαιολόγητα να αχρηστευθεί η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, τοποθέτηση η οποία απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται τον εν λόγω μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα στην ειδικότητα του δικαστικού γραφολόγου. Ως μάρτυρας ο ΜΚ8 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η παρουσίαση της μαρτυρίας του έγινε με τρόπο θετικό και πειστικό δίχως να παρέχει περιθώριο αμφισβήτησης οποιονδήποτε πτυχών της. Χωρίς αμφιταλαντεύσεις επί των ζητημάτων με τα οποία ασχολήθηκε έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Με παραστατικότητα εξήγησε λεπτομερώς τη μέθοδο που ακολούθησε, τις πηγές στις οποίες βασίστηκε για τις γραφολογικές εξετάσεις και συγκεκριμένα το δειγματικό υλικό που χρησιμοποίησε καθώς και με ποιο τρόπο εξέτασε τις αμφισβητούμενες γραφές και υπογραφές στα επίμαχα Τεκμήρια 7 και 8 που κλήθηκε να ελέγξει. Σε σχετικά πορίσματα που ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε (Τεκμήρια 20 και 21) καταγράφει και παράλληλα εξηγεί με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε μαζί με τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτά. Ωστόσο για το λόγο που θα εξηγήσω αμέσως στη συνέχεια δεν μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια και να αποδεχτώ τα επιστημονικά ευρήματα και συμπεράσματα του που καταγράφονται μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης του ημερομηνίας 11.10.11 (Τεκμήριο 21). Ο εν λόγω εμπειρογνώμονας καταλήγει στα ευρήματα και συμπεράσματα του εκλαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι υπογραφές και/ή ο γραφικός χαρακτήρας που υπάρχει στα Τεκμήρια 12Α μέχρι 12ΣΤ ανήκουν στον κατηγορούμενο ή εν πάση περιπτώσει ότι ανήκουν στο ίδιο άτομο που προέβηκε στις γραφές/υπογραφές επί των Τεκμηρίων 13, 15 και
  6. Για να είμαστε βέβαια δίκαιοι με τον ΜΚ8 δεν θα μπορούσε να το προσεγγίσει διαφορετικό. Τέτοια ενημέρωση είχε και με βάση αυτό αλλά και θεωρώντας τις γραφές/υπογραφές επί των Τεκμηρίων 12Α μέχρι 12ΣΤ ως μη αμφισβητούμενες στηρίχτηκε για να προβεί στις γραφολογικές εξετάσεις και μαζί με τις γραφές/υπογραφές των Τεκμηρίων 13, 15 και 19 που ορθά θεώρησε επίσης μη αμφισβητούμενες προχώρησε στη σύγκριση τους με τις αμφισβητούμενες υπογραφές/γραφές των Τεκμηρίων 7 και 8 (Τεκμήριο 22) καταλήγοντας σε ευρήματα και συμπεράσματα (Τεκμήριο 21). Δεν έχει όμως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θετική μαρτυρία που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα τα εν λόγω ευρήματα και συμπεράσματα του ΜΚ8 μέσα από το Τεκμήριο 21 να κρίνονται, υπό τις περιστάσεις αυτές, ακροσφαλή για να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο. Η πιο πάνω έλλειψη στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής επαναφέρει στο προσκήνιο το αρχικό πόρισμα του εμπειρογνώμονα ημερομηνίας 15.09.11 όπου τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν και συγκρίθηκαν με τις αμφισβητούμενες γραφές/υπογραφές των Τεκμηρίων 7 και 8 ήταν μόνο οι γραφές/υπογραφές επί των Τεκμηρίων 13, 15 και 19, τα οποία όμως δείγματα αυτά κρίθηκαν από τον εμπειρογνώμονα ποσοτικά ανεπαρκή και σε συνάρτηση με τη χρονολογική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δειγμάτων και τις αμφισβητούμενες υπογραφές δηλώθηκε από μέρους του ΜΚ8 αδυναμία στο να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα με αποτέλεσμα να περιορίζεται σε απλή 'Υποψία' ότι οι δύο πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές δυνατό να έγιναν από τον κατηγορούμενο. Το σκεπτικό αυτό εξακολουθεί να ισχύει στην προκειμένη περίπτωση μετά το κενό της μαρτυρίας σε σχέση με την προέλευση της γραφής/υπογραφής επί των Τεκμηρίων 12Α μέχρι 12ΣΤ. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20 αλλά παράλληλα δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στα Τεκμήρια 21 και
  7. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Η ουσιαστικά δήλωση του κατηγορουμένου ότι είναι αθώος δεν αφήνει περιθώριο για άλλη επιλογή αφού δεν προσθέτει οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 15), το περιεχόμενο της κάθε άλλο διαφωτιστικό είναι καθότι αποτελείται από την επαναλαμβανόμενη θέση πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, πράγμα βέβαια που είναι δικαίωμα του κατηγορουμένου και ως απάντηση απόλυτα σεβαστή. Σε τελευταία όμως ανάλυση το Τεκμήριο 15 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να του αποδώσει οποιαδήποτε πειστική αξία, υπό το πρίσμα της υπόλοιπης προσαχθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Σε σχέση όμως με την υπογραφή/γραφή που υπάρχει σ' αυτό δέχομαι ότι είναι γνήσια υπογραφή/γραφή του κατηγορουμένου, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Από την άλλη οι προγενέστερες γραπτές δηλώσεις του κατηγορουμένου μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου και με τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που καταγράφονται διαφωτίζουν το Δικαστήριο σε καίρια ζητήματα της υπόθεσης και ειδικότερα δίδουν σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα για την οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση του κατηγορουμένου. Παράλληλα οι εν λόγω δηλώσεις επιβεβαιώνονται από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ4, ένορκη και μη, γεγονός που τις καθιστούν πειστικές και τις εντάσσουν στο πλαίσιο της υπόλοιπης αποδεκτής μαρτυρίας. Από την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος περί τις 05.02.08 ήταν συνιδιοκτήτης μαζί με την πρώην σύζυγο του Αρίστη Μιλτιάδους (ΜΚ4) στο νυκτερινό κέντρο που βρίσκεται στην οδό Ικάρου στην Πάφο και συνέταιρος στη λειτουργία του. Επίσης κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος διαχειριζόταν καφενείο με την επωνυμία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου. Όσον αφορά την υπογραφή/γραφή που υπάρχει σ' αυτό δέχομαι ότι είναι γνήσια υπογραφή/γραφή του κατηγορουμένου, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της τρίτης και πέμπτης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  1. Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
  2. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι μεταξύ των ημερομηνιών 03.08.04 και 01.07.08 δια ψευδών παραστάσεων και με πρόθεση δόλου απέσπασε από το ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα χρηματικά ποσά των €18.163,33 και Λ.Κ.£3.141,00 ως λήπτης δημοσίου βοηθήματος δηλώνοντας σε αίτηση παροχής δημοσίου βοηθήματος τόσο ότι ήταν άγαμος και διέμενε με τη μητέρα του ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν νυμφευμένος με την Vasilka Kospontinova με την οποία διέμενε μαζί σε οικία άλλη από αυτή που διέμενε η μητέρα του και ότι ήταν ανίκανος για εργασία και άνεργος ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν επιχειρηματίας και διαχειριζόταν το νυκτερινό κέντρο 'Θεσσαλονικιά' στην Κάτω Πάφο καθώς επίσης λειτουργούσε το καφενείο με την ονομασία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου Από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  4. Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  5. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  6. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  7. Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως για παράδειγμα χρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ο όρος "χρήματα" περιλαμβάνει χαρτονομίσματα, τραπεζογραμμάτια, τραπεζικές συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές, όπως είναι η δική μας περίπτωση, καθώς και κάθε άλλη επιταγή, ένταλμα ή παράκληση πληρωμής χρημάτων. Συνεπώς, η πληρωμή του ποσού των €10.000,00 που ο παραπονούμενος πλήρωσε στον κατηγορούμενο υπό τη μορφή τραπεζικής επιταγής η οποία εξαργυρώθηκε προς όφελος του κατηγορουμένου καλύπτεται από τον όρο 'χρήματα' που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εύρημα ότι περί τις 20.07.05 ήταν νυμφευμένος με την Vasilka Kospontinova και ότι μαζί του απέκτησε δύο δίδυμα παιδιά και όλοι μαζί διέμεναν στην οδό Ρεθύμνου στην Πάφο, ως είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Πέραν όμως αυτού η αποδεκτή μαρτυρία και προς τούτο εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν νυμφευμένος με την ΜΚ4 μέχρι την 08.05.07 όταν εκδόθηκε μεταξύ τους διαζύγιο καταρρίπτει την πιο πάνω θέση της κατηγορούσας αρχής, χωρίς έτσι να υπάρχει ψευδής παράσταση για το συγκεκριμένο θέμα. Παράλληλα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε το κέντρο αναψυχής με την επωνυμία 'Θεσσαλονικιά' από το 2000 μέχρι το 2008 καθώς και η διαχείριση του καφενείου με την επωνυμία 'Αγρινό' στον Μούτταλο της επαρχίας Πάφου περί τις 05.02.08. Είναι ακόμη γεγονός ότι τα Τεκμήρια 7 και 8 δεν δηλώνουν κάτι τέτοιο. Ωστόσο η κατάληξη του δικαστικού γραφολόγου περί ύπαρξης απλής 'Υποψίας' ότι οι δύο αμφισβητούμενες γραφές/υπογραφές επί των Τεκμηρίων 7 και 8 δυνατό να έγιναν από τον κατηγορούμενο ανοίγουν παράθυρο αμφιβολίας. Το βάρος παροχής συγκριτικής μαρτυρίας περί της υπογραφής προσώπου είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Ewing
(1983)Q.B. 1039), σε αντίθεση στην παρούσα υπόθεση όπου αναδύεται το στοιχείο της εύλογης αμφιβολίας. Επομένως δεν υπάρχει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γραφολογική σύνδεση του κατηγορουμένου με τα Τεκμήρια 7 και
  1. Επιπλέον δεν υπάρχει θετική μαρτυρία και κατ' επέκταση εύρημα του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει ότι ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε το ποσό των €18.163,
  2. Παράλληλα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό των Λ.Κ.£3.141,00 από το οποίο κατηγορούμενος επωφελήθηκε ουδεμία σχέση έχει με τον σκοπό και τη σημασία των Τεκμηρίων 7 και 8 καθώς και των κριτηρίων που διέπουν την εξέταση τους αλλά αποτελεί απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 20.03.07 για 'κατά χάριν' εξόφληση χρέους του κατηγορουμένου προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ένεκα των προβλημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και του προκλήθηκαν εξαιτίας της τουρκικής εισβολής. Κατά συνέπεια δεν έχουν στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχτεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην τρίτη και πέμπτη κατηγορία. Με το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων που είναι η τέταρτη και έκτη κατηγορία του κατηγορητηρίου πραγματεύεται το άρθρο 305 του Κεφ.154 το οποίο ρητά προνοεί τα εξής: "
  3. Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος ." Μελέτη των διατάξεων του εν λόγω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος εσκεμμένα, (β) εξασφαλίζει ή (γ) αποπειράται να εξασφαλίσει, (δ) με ψευδείς παραστάσεις, (ε) για τον εαυτό του ή για άλλο πρόσωπο, (στ) εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού. Τα όσα ανάφερα προηγουμένως ισχύουν και εδώ χωρίς να χρειάζεται να σχολιάσω οτιδήποτε περισσότερο. Τα κενά και οι ελλείψεις στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως προς τη γραφολογική σύνδεση του κατηγορουμένου με τα Τεκμήρια 7 και 8 καθώς και ως προς την μη ύπαρξη αποδεκτής μαρτυρίας σε σχέση με την καταγγελία της Vasilka Kospontinova, προδιαγράφουν την κατάληξη αυτών των κατηγοριών. Ενόψει των προαναφερομένων η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες σε βαθμό που να την καθιστά ανεπαρκής και ελλιπής για την απόδειξη των κατηγοριών του κατηγορητηρίου. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €275 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/ Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις-Εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις/Άρθρα 297, 298 και 305 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.