ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΥΚΛΙΩΝ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1828/13, 29/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1828/13 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΥΚΛΙΩΝ, από τα Κούκλια v. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από τα Κούκλια Κατηγορουμένου ____________________________ Ημερομηνία: 29.07.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Μ. Λουκά με κα Κ. Ανδρέου Για τον Κατηγορούμενο : κα Λ. Λεμονάρη Κατηγορούμενος: παρών ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος μετά την απόσυρση των κατηγοριών 1 και 2 αντιμετωπίζει πλέον μόνο τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4, ήτοι τα αδικήματα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5(στο εξής ο «Νόμος) και της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή με απάτη από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Νόμου και των άρθρων 297 και 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 24.11.08 ενώ ήταν πτωχεύσας δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.3.08 στην αίτηση πτώχευσης υπ' αρ. 35/05 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των €12.000 από την παραπονούμενη χωρίς να την πληροφορήσει ή να αποκαλύψει ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας είναι πανομοιότυπες με εκείνες της τρίτης με την προσθήκη όμως ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε την πιο πάνω αναφερόμενη πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και με απάτη χωρίς να πληροφορήσει ή να αποκαλύψει στην παραπονούμενη ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Μετά το πέρας της υπόθεσης της παραπονούμενης, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της παραπονούμενης κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ήτοι η Χ. Μιχαήλ (ΜΚ1), η Α. Λαζάρου (ΜΚ2) και η Π. Κόλιαρου (ΜΚ3). Περαιτέρω, δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: · Το πρωτότυπο της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 2) είναι κατατεθειμένο στο φάκελο της αγωγής με αρ. 2734/11 Ε.Δ. Πάφου. · Στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 2734/11 Ε.Δ. Πάφου εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου απόφαση στις 20.9.12 (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας είναι παραδεκτό. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. H ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση της υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η παραπονούμενη μαζί με άλλα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα της Επαρχίας Πάφου συγχωνεύθηκαν με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου το οποίο στις 26.10.13 μετά από απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων του και με έγκριση του Εφόρου Υπηρεσίας των Συνεργατικών Εταιρειών μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ αποδέχθηκε την μεταφορά όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της παραπονούμενης και τη διαδέχθηκε εξολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης εκτελούσε καθήκοντα Γραμματέα/Διευθύντριας της παραπονούμενης. Στα καθήκοντα της, μεταξύ άλλων, περιλαμβανόταν και η επικοινωνία με πελάτες που ενδιαφέρονταν να συνάψουν δάνεια και η συλλογή στοιχείων σε σχέση με την πιστοληπτική ικανότητα τους. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του, καθώς ζήτησαν να τους παραχωρηθεί δάνειο για το ποσό των €12.
- Ζήτησε από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του να την πληροφορήσουν για τα εισοδήματα τους, τις υποχρεώσεις τους, καθώς και κατά πόσο είτε οι ίδιοι, είτε οι προτιθέμενοι εγγυητές τους τελούσαν σε πτώχευση ή εκδόθηκε εναντίον της περιουσίας τους διάταγμα παραλαβής ή αν ήταν πρόσωπα καταχωρημένα στο Κ.Α.Π. Η απάντηση τους ήταν κατηγορηματική πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα. Η Επιτροπή της παραπονούμενης ενέκρινε το αίτημα για παραχώρηση δανείου και στις 24.11.08 υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του η σχετική σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 2) στη βάση της οποίας παραχωρήθηκε δάνειο για το ποσό των €12.000 πλέον τόκους προς 8%. Ο κατηγορούμενος πριν το εν λόγω δάνειο και αφού εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, είχε λάβει και άλλα δάνεια από την παραπονούμενη τα οποία αποπλήρωνε κανονικά όπως έπραττε αρχικά και με το επίδικο δάνειο. Από το Μάρτιο του 2010 ωστόσο ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του σταμάτησαν να αποπληρώνουν τις δόσεις όλων των δανείων που είχαν στην παραπονούμενη, με αποτέλεσμα για το επίδικο δάνειο να καταχωρηθεί η αγωγή 2734/11 Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της οποίας στις 20.9.12 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 5). Η παραπονούμενη έλαβε γνώση του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο παραχώρησης του επίδικου δανείου τελούσε σε πτώχευση σε μεταγενέστερο χρόνο από τους εγγυητές του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο δεν συμμετείχε στην Επιτροπή η οποία έλαβε και την τελική απόφαση για την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Ο κατηγορούμενος την επισκέφθηκε αρκετές φορές και ήταν ιδιαίτερα πιεστικός, καθώς ήθελε επειγόντως να εξασφαλίσει το δάνειο για να προχωρήσει σε αγορά ακινήτου. Το βασικό κριτήριο για την χορήγηση του δανείου ήταν η δυνατότητα του κατηγορούμενου και της συζύγου του για την αποπληρωμή του. Κατά τον επίδικο χρόνο τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και η σύζυγος του εργάζονταν και ο κατηγορούμενος με τραπεζική εντολή έδωσε οδηγίες όπως η δόση του δανείου αποκόπτεται από το μισθό του. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο κατηγορούμενος πριν τη χορήγηση του δανείου συμπλήρωσε σχετική αίτηση στην οποία περιλαμβάνονταν ερωτήσεις σε σχέση με την ικανότητα αποπληρωμής του δανείου, η ΜΚ1 απάντησε καταφατικά λέγοντας επιπρόσθετα ότι η εικόνα του κατηγορούμενου ήταν γνωστή στην Επιτροπή από προηγούμενες συναλλαγές που είχε με την παραπονούμενη. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο η ίδια παρέλαβε την αίτηση, ούτε αν στην εν λόγω αίτηση περιλαμβανόταν ερώτηση για το αν ο κατηγορούμενος τελούσε σε πτώχευση. Διευκρίνισε ωστόσο ότι ήταν συνήθης πρακτική όπως η συγκεκριμένη ερώτηση υποβάλλεται προφορικά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εν λόγω ερώτηση υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί κατά πόσο ήταν η ίδια που υπέβαλε την ερώτηση ή άλλη συνάδελφος της. Στις επίμονες ερωτήσεις της κας. Λεμονάρη, η ΜΚ1 είπε ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την χορήγηση του δανείου δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δηλώσει γραπτώς κατά πόσο τελούσε σε πτώχευση αλλά ρωτήθηκε για το εν λόγω ζήτημα προφορικά. Επίσης ανέφερε ότι πριν το επίδικο δάνειο προηγήθηκαν άλλα δύο δάνεια το 2007 και το 2008 στα πλαίσια των οποίων σίγουρα ρωτήθηκε αν υπήρχε διάταγμα πτώχευσης εναντίον του και ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε. Επίσης ήταν σίγουρη ότι μετά την παραχώρηση του επίδικου δανείου υπέβαλε η ίδια την εν λόγω ερώτηση στον κατηγορούμενο διότι είχε δημιουργηθεί ζήτημα από τους εγγυητές του. Ο κατηγορούμενος τότε αρνήθηκε ότι ήταν πτωχεύσας και της είπε ότι δεν γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος δεν ρωτήθηκε κατά τον χρόνο παραχώρησης του επίδικου δανείου αν τελούσε σε πτώχευση, η ΜΚ1 διαφώνησε λέγοντας όμως ότι δεν είναι σίγουρη ως προς το κατά πόσο η ίδια υπέβαλε τη συγκεκριμένη ερώτηση. Ωστόσο επέμεινε ότι αν δεν ρωτήθηκε από την ίδια, σίγουρα ρωτήθηκε από άλλη συνάδελφο της. Τέλος, στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα πτώχευσης, η ΜΚ1 είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει εκ μέρους του κατηγορούμενου. Ως ΜΚ2 κατέθεσε η Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του τμήματος Πολιτικών Υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της το φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 35/05 Ε.Δ. Πάφου και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 πιστό αντίγραφο του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου το οποίο εκδόθηκε στις 6.7.05 και ως Τεκμήριο 9 την ένορκη δήλωση επίδοσης του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος στον κατηγορούμενο στις 30.8.
- Η ένορκη δήλωση επίδοσης (Τεκμήριο 9) υπογράφεται από τον ιδιώτη επιδότη Παναγιώτη Θεοχάρους. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης κατά πόσο από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη για να δηλώσει τα περιουσιακά του στοιχεία, η ΜΚ2 απάντησε ότι στον φάκελο της υπόθεσης υπάρχει πιστό αντίγραφο των πρακτικών της Πρώτης Συνεδρίασης των Πιστωτών ημερ. 27.11.07 (Τεκμήριο 10). Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα τη μονομερή αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης του κατηγορούμενου και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 7.3.08 με το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι από το Τεκμήριο 9 προκύπτει πως το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου επιδόθηκε στον ίδιο προσωπικά. Η ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση της υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 13). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε καθήκοντα Τμηματάρχη δανείων στην παραπονούμενη. Μεταξύ των καθηκόντων της ήταν και η επικοινωνία με πελάτες που επιθυμούσαν να συνάψουν δάνεια, καθώς και η συλλογή στοιχείων για την πιστοληπτική ικανότητα τους και η ενημέρωση του Γραμματέα και της Επιτροπής για την εξέταση και λήψη απόφασης για την παραχώρηση του δανείου. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του παραπέμφθηκαν στην ίδια από τη Γραμματέα της παραπονούμενης (ΜΚ1). Η ΜΚ3 συμπλήρωσε την αίτηση δανείου (Τεκμήριο 14) με βάση όσα της δήλωσαν ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του. Περαιτέρω, ρώτησε τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τη σύζυγο του κατά πόσο εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας τους, ή διάταγμα πτώχευσης, ή κατά πόσο ήταν πρόσωπα καταχωρημένα στο Κ.Α.Π και έλαβε αρνητική απάντηση. Στην αίτηση δανείου (Τεκμήριο 14) δεν περιλαμβανόταν ερώτημα για το αν ο πελάτης ήταν σε πτώχευση ή είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και η εν λόγω ερώτηση υποβαλλόταν προφορικά όπως και έγινε με τον κατηγορούμενο. Την αίτηση δανείου (Τεκμήριο 14) την προώθησε στη ΜΚ1 και αφού την ενημέρωσε για όσα της δήλωσε προφορικά ο κατηγορούμενος, εισηγήθηκε την έγκριση του επίδικου δανείου. Ακολούθως η Επιτροπή με απόφαση της ημερ. 20.11.08 (Τεκμήριο 15) ενέκρινε το επίδικο δάνειο και στις 24.11.08 ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 2) και τους παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη άλλα δύο δάνεια στην παραπονούμενη τα οποία αποπληρώνονταν κανονικά. Στη βάση αυτού του δεδομένου αλλά και του ύψους του μισθού του κατηγορούμενου θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να αποπληρώσει και το επίδικο δάνειο. Όσον αφορά την αίτηση (Τεκμήριο 14) ανέφερε ότι την συμπλήρωσε η ίδια με βάση τα στοιχεία που της ανέφεραν ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του. Το ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση (Τεκμήριο 14) και υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο από την ίδια προφορικά πριν την υπογραφή της αίτησης. Αυτό ήταν και το μοναδικό ερώτημα που τέθηκε προφορικά, καθώς όλα τα υπόλοιπα στοιχεία περιλαμβάνονταν στην αίτηση. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου κατά πόσο ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αναφέρει γραπτώς ότι δεν ήταν σε πτώχευση, η ΜΚ3 απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, ερωτηθείσα κατά πόσο πριν την έγκριση του δανείου γίνεται οποιοσδήποτε έλεγχος των στοιχείων που υποβάλλονται η ΜΚ3 απάντησε ότι δεν γίνεται οποιοσδήποτε άλλος έλεγχος για την ορθότητα των στοιχείων. Η ΜΚ3 αρνήθηκε την υποβολή της κας. Λεμονάρη ότι ο κατηγορούμενος δεν ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν πτωχεύσας και συγκεκριμένα επανέλαβε ότι η εν λόγω ερώτηση υποβλήθηκε από την ίδια στον κατηγορούμενο. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι η παραπονούμενη γνώριζε την κατάσταση του κατηγορούμενου, ενώ ο ίδιος την αγνοούσε. Τέλος, στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, η ΜΚ3 είπε ότι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το απαντήσει. Η ίδια υπέβαλε τη σχετική ερώτηση και η απάντηση του κατηγορούμενου ήταν πως δεν τελούσε σε πτώχευση. Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1962 1 All E.R. 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Το άρθρο 117(α) του Νόμου, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, είχε ως ακολούθως: «
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ..................................... Είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 117(α) είναι τα εξής: · Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10.00 ή πέραν του εν λόγου ποσού, · από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, · το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και · να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Το άρθρο 118(α) του Νόμου, ως ήταν διατυπωμένο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, είχε ως εξής: «
- Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη ............................................... είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η κήρυξη σε πτώχευση ή η έκδοση διατάγματος παραλαβής.
- Η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης.
- Η πίστωση να εξασφαλίστηκε βάσει ψευδών παραστάσεων ή άλλης απάτης.
- Γνώση του κατηγορούμενου προσώπου για την κήρυξη του σε πτώχευση ή την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Το δε άρθρο 301 του Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Αν και στην έκθεση αδικήματος δεν διευκρινίζεται σε ποια υποπαράγραφο του άρθρου 301 Κεφ. 154 στηρίζεται η παραπονούμενη, εντούτοις τόσο από τις λεπτομέρειες αδικήματος όσο και από την προσαχθείσα μαρτυρία είναι φανερό ότι η επίδικη υπόθεση εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 301(α). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, κατά την άποψη μου, τα εξής:
- Η εξασφάλιση πίστωσης
- Κατά την σύναψη χρέους ή ανάληψη υποχρέωσης
- Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή άλλο δόλιο μέσο Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154 ως εξής: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ξεκινώντας από την τρίτη κατηγορία είναι φανερό πως για να διαπραχθεί το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από πτωχεύσαντα που δεν αποκαταστάθηκε θα πρέπει η παραπονούμενη να προσκομίσει, μεταξύ άλλων, μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας (Χριστοφόρου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ 145). Στην προκείμενη περίπτωση και αντικρίζοντας αντικειμενικά τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί το εν λόγω συστατικό στοιχείο. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για παραχώρηση δανείου (Τεκμήριο 14), ή κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης δανείου (Τεκμήριο 2) γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και παρά ταύτα δεν πληροφόρησε σχετικά την παραπονούμενη. Ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης στην αγόρευση του, αφού δήλωσε ότι το στοιχείο της γνώσης του κατηγορούμενου ότι τελούσε σε πτώχευση συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, παρέπεμψε το Δικαστήριο στα Τεκμήρια 9 και 10 υποστηρίζοντας ότι από τα εν λόγω Τεκμήρια προκύπτει η σχετική γνώση του κατηγορούμενου. Ξεκινώντας από το Τεκμήριο 9 σημειώνω ότι αφορά την επίδοση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του κατηγορούμενου. Το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας όμως διακρίνεται από το διάταγμα κήρυξης ενός προσώπου σε πτώχευση (βλ. άρθρα 4 και 19 του Νόμου ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο). Η εν λόγω διάκριση με βάση τις τροποποιήσεις που επέφερε στο Κεφ. 5 ο Νόμος 61
(1)/15 φαίνεται πλέον να έχει καταργηθεί. Κατά τον ουσιώδη όμως για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρόνο η εν λόγω διάκριση υφίστατο και κατά συνέπεια το διάταγμα παραλαβής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το διάταγμα πτώχευσης. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 117 του Νόμου, απαιτείται ο κατηγορούμενος να γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση, καθώς μόνο τότε τίθεται και ζήτημα για αποκατάσταση του (βλ. άρθρο 27 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο). Επομένως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση του διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του (βλ. Τεκμήριο 9) σε καμία περίπτωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι γνώριζε και για το ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Σημειώνω εδώ ότι το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εκδόθηκε στις 6.7.05 και του επιδόθηκε στις 30.8.05, ενώ το διάταγμα κήρυξης του σε πτώχευση εκδόθηκε στις 7.3.08, τρία σχεδόν έτη μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Για το χρονικό διάστημα των τριών σχεδόν ετών που μεσολάβησε δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, πλην του ότι στις 27.11.07 έλαβε χώρα η πρώτη συνεδρίαση των πιστωτών. Στα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης (Τεκμήριο 10) στηρίχθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κ. Λουκά για να υποστηρίξει ότι υπάρχει μαρτυρία για το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10: « ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΠΙΣΤΩΤΩΝ Πρακτικά της συνεδρίασης και των αποφάσεων που λήφθηκαν στην Πρώτη Συνεδρίαση των Πιστωτών που έγινε στο Γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη, Γωνία Γερασίμου Μαρκορά και Μιχαλακοπούλου αρ. 19, 4ος όροφος, γραφείο 401, Λευκωσία, στις 27 Νοεμβρίου 2007 και ώρα 12:00μ. Πρόεδρος: Τούλλα Παναγιώτου, Ανώτερος Εξεταστής, (διορισμένη από τον Επίσημο Παραλήπτη σύμφωνα με την Παράγραφο 7 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ. 5). Χρεώστης: Παρών. Πιστωτές παρόντες: Κανένας. Κατά τη συνεδρίαση δεν υπήρχε απαρτία. Βάσει του Θεσμού 143 (ε) των Περί Πτωχεύσεως Θεσμών δεν απαιτείται η ύπαρξη απαρτίας σε περιπτώσεις Συνοπτικών Υποθέσεων, ούτε είναι απαραίτητο να αναβληθεί η Συνεδρίαση. Η συνεδρίαση θεωρήθηκε ότι περατώθηκε και θα γίνει αίτηση στο Δικαστήριο για να κηρυχθεί ο χρεώστης σε πτώχευση και επειδή η υπόθεση είναι συνοπτική θα παραμείνει ο Επίσημος Παραλήπτης Διαχειριστής. Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2007» Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε στις 24.11.08 ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Καταρχάς με το Τεκμήριο 10 ο κατηγορούμενος δεν κηρύχθηκε σε πτώχευση. Αυτό το οποίο ρητά αναφέρεται είναι ότι θα γίνει αίτηση στο Δικαστήριο για να κηρυχθεί σε πτώχευση, χωρίς να αναφέρεται πότε θα γίνει η εν λόγω αίτηση. Όπως δε προκύπτει από τα Τεκμήρια 11 και 12 η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς στις 5.3.08 και το διάταγμα κήρυξης σε πτώχευση εκδόθηκε στην απουσία του κατηγορούμενου στις 7.3.08. Επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε ή με κάποιο τρόπο γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο πριν ή κατά τις 24.11.08. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να υποστηριχθεί ότι από το Τεκμήριο 10 προκύπτει γνώση του κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση. Το περισσότερο που θα μπορούσε να υποστηριχθεί είναι ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι θα μπορούσε να κηρυχθεί σε πτώχευση ή ότι θα καταχωρείτο αίτηση στο Δικαστήριο για κήρυξη του σε πτώχευση. Αυτό όμως, κατά την κρίση μου, ουδόλως συνεπάγεται γνώση του κατηγορούμενου για την κήρυξη του σε πτώχευση. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και είναι γνωστή η αρχή ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά. Δεν χωρεί επομένως οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία στα όσα ρητά ορίζει το άρθρο 117 του Νόμου, το οποίο απαιτεί γνώση του κατηγορούμενου ότι είναι πτωχεύσας. Περαιτέρω, όπως έχει τονιστεί στη νομολογία μας η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου τον κατήγορο, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ερχόμενος τώρα στο αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, το οποίο εδράζεται στα άρθρα 118(α) του Νόμου και στα άρθρα 297 και 301(α) του Κεφ.154, βασικό συστατικό στοιχείο του είναι η απόδειξη ψευδών παραστάσεων ή άλλου δόλιου μέσου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η ψευδής παράσταση και η απάτη συνίστανται στο ότι ο κατηγορούμενος δεν πληροφόρησε ή δεν αποκάλυψε στην παραπονούμενη ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Επομένως, και για το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας προκύπτει το ίδιο ζήτημα όπως στο αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, δηλαδή κατά πόσο ο κατηγορούμενος τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ήδη δόθηκε πιο πάνω, με αποτέλεσμα και η τέταρτη κατηγορία να έχει την ίδια κατάληξη με την τρίτη, εφόσον δεν στοιχειοθετείται η ψευδής παράσταση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Δεν μπορεί δηλαδή να αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν πτωχεύσας, αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει μαρτυρία ότι γνώριζε το εν λόγω γεγονός. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης επιχείρησε να διαφοροποιήσει την τέταρτη κατηγορία από την τρίτη ως προς το στοιχείο της γνώσης για την κήρυξη σε πτώχευση, λέγοντας ότι σύμφωνα με το άρθρο 118(α) του Νόμου το αδίκημα στοιχειοθετείται και με την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Ως προς το σημείο αυτό έχει δίκαιο ο κ. Λουκά ότι το άρθρο 118(α) του Νόμου δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση κήρυξης σε πτώχευση αλλά καλύπτει και την περίπτωση έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Το ερώτημα όμως είναι τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ανατρέχοντας επομένως στις λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας και όχι η μη αποκάλυψη της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Η ψευδής παράσταση δηλαδή που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι δεν αποκάλυψε ότι εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης του. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που περιγράφονται στο κατηγορητήριο από εκείνες που απορρέουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου τότε ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται (βλ. Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Goldsmith
(1873)L.R.2 C.C.R. σελ. 74). Τα πιο πάνω αναφερόμενα επιβεβαιώνονται και από το Σύγγραμμα Archbold Pleading, Evidence & Practice In Criminal Cases, 35th edition, σελ.764 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « The prosecutor must prove the making of the pretence, as stated in the indictment; and any variance in substance between the pretence laid and that proved will be fatal. See R. v. Barker, 5 Cr. App. R. 283;» Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιχειρήθηκε τροποποίηση του κατηγορητηρίου και επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για στοιχειοθέτηση του αδικήματος επειδή υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Αυτό το οποίο απαιτείται είναι, επαναλαμβάνω, η ύπαρξη μαρτυρίας για την γνώση του κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση και τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.» Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, καθώς από την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη των αδικημάτων που καταλογίζονται σε αυτόν λόγω της απουσίας συστατικού στοιχείου των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Πιστό Αντίγραφο Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο