Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΡΑΦΑΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11260/12, 6/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11260/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΡΑΦΑΕΛΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΑΝΩΛΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06.08.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενη 1: κα Ρ. Ξιναρή Για Κατηγορούμενη 2: κος Γ. Κυριακίδης Κατηγορούμενες 1 & 2: παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 16.06.15 αμφότερες κατηγορούμενες αθωώθηκαν σε κατηγορία κακόβουλης ζημιάς (τρίτη κατηγορία) καθώς επίσης η κατηγορούμενη 2 αθωώθηκε σε κατηγορία κλοπής (δεύτερη κατηγορία). Αντίθετα δυνάμει της ίδιας ενδιάμεσης δικαστικής απόφασης, οι κατηγορούμενες κλήθηκαν σε απολογία σε κατηγορία επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία) ενώ η κατηγορούμενη 1 κλήθηκε επιπλέον σε απολογία σε κατηγορία κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων στις 24.12.09 στην Πάφο αμφότερες κατηγορούμενες κατηγορούνται ότι επιτέθηκαν εναντίον της Βασιλείας Νίκου από την Τάλα προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη ενώ περαιτέρω η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι έκλεψε ένα παντελόνι κολάν αξίας €30, μία μαύρη μπλούζα αξίας €50, ένα πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro και το χρηματικό ποσό των €25, περιουσία του πιο πάνω προσώπου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στην πρώτη κατηγορία και επιπλέον εναντίον της κατηγορουμένης 1 στη δεύτερη κατηγορία και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, η κατηγορούμενη 1 άσκησε το δικαίωμα σιωπής ενώ η κατηγορούμενη 2 επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση. Παράλληλα καμία από τις κατηγορούμενες προχώρησε στην κλήση οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπροσθέτως, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 3 τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν η Βασιλεία Νίκου, παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή. Στην κυρίως εξέταση της παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία ημερομηνίας 24.12.09, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι την προηγούμενη ημέρα (23.12.09) και περί ώρα 16:40 μετέβηκε μαζί με την κατηγορούμενη 2 στην οικία της κατηγορουμένης 1 με σκοπό να μείνουν εκεί μέχρι το βράδυ όπου όλοι μαζί θα πήγαιναν για διασκέδαση. Περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας οι κατηγορούμενες μαζί με την παραπονούμενη επιβιβάστηκαν στο όχημα που οδηγούσε το αγόρι της κατηγορουμένης 1 γνωστός με το υποκοριστικό 'Κάττος' και πήγαν για διασκέδαση. Περί τα μεσάνυχτα κατέληξαν στο κέντρο αναψυχής 'Bonana' όπου εκεί η παραπονούμενη ήπιε ένα ποτήρι Malibu με coca-cola. Περί ώρα 01:00 της 24.12.09 η παρέα έφυγε και πήγε στο νυκτερινό κέντρο Μύκονος όπου εκεί η παραπονούμενη κατανάλωσε ένα ποτήρι ουίσκι. Παρέμειναν εκεί μέχρι που η ώρα 02:00 επέστρεψαν στο μπαρ Bonana όπου στο εν λόγω μέρος η παραπονούμενη κατανάλωσε 4-5 ποτά Vodka με Redbull που της κερνούσαν. Εξερχόμενη του κέντρου ήταν μεθυσμένη υπό την έννοια ζαλισμένη, διατηρούσε όμως τις αισθήσεις της, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο έδαφος. Τότε οι κατηγορούμενες την προσέγγισαν και με τα πόδια τους την κλωτσούσαν σε διάφορα μέρη του σώματος της. Στη συνέχεια ήλθε ένα φίλος του αγοριού της κατηγορουμένης 1 και αφού την έπιασε από χάμω που ήταν την μετέφερε στο όχημα του 'Κάττου'. Αντίς όμως να μεταφερθεί στην οικία της, μεταφέρθηκε σε μια παραλία που δεν μπορούσε να την αναγνωρίσει επειδή ήταν μεθυσμένη. Οι κατηγορούμενες τράβηξαν την παραπονούμενη έξω από το όχημα και ενώ αυτή βρισκόταν στο έδαφος την κτυπούσαν και οι δύο σε διάφορα μέρη του σώματος της καθώς και στο πρόσωπο αλλά και στη μύτη της. Ακολούθως η κατηγορούμενη 1 της έβγαλε το φόρεμα χρώματος μωβ που φορούσε. Επίσης στο Τεκμήριο 1 σημειώνεται ότι ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέλιξης η παραπονούμενη φορούσε μόνο τα εσώρουχα της, ήταν φοβισμένη, έκλαιγε και παρακαλούσε τις κατηγορούμενες να την μεταφέρουν στο σπίτι της. Οι κατηγορούμενες τότε την έβαλαν στο όχημα και ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση η κατηγορούμενη 1 που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού άρπαξε την τσάντα της παραπονούμενης από την οποία έκλεψε ένα παντελόνι αξίας €30, μία μαύρη μπλούζα αξίας €50, ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro αξίας €2 και το χρηματικό ποσό των €25, όλα περιουσία της παραπονούμενης, η οποία επειδή ήταν ζαλισμένη δεν αντέδρασε. Η παραπονούμενη μεταφέρθηκε τελικά στην οικία της φορώντας μόνο τα εσώρουχα της. Στην κυρίως εξέτασης της ένορκης μαρτυρίας της η ΜΚ1, μεταξύ άλλων, πιστεύει πως οι κατηγορούμενες συμπεριφέρθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο επειδή είδαν από το κινητό της μηνύματα μέσω των οποίων συνομιλούσε με το αγόρι της κατηγορουμένης 1 για το χαρακτήρα της κατηγορουμένης
- Επίσης η παραπονούμενη είπε ότι μετά που έφθασε στην οικία της μετέβηκε στο νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από ιατρό. Περαιτέρω η παραπονούμενη ανάφερε ότι όταν το απόγευμα της 23.12.09 πήγε στην οικία της κατηγορουμένης 1 φορούσε ένα μαύρο κολάν και μια μαύρη μπλούζα ενώ προτού μεταβούν στα προαναφερόμενα κέντρα αναψυχής άλλαξε στο σπίτι της κατηγορουμένης 1 και φόρεσε ένα κοντό μωβ φόρεμα. Ακόμη διευκρίνισε πως οι κατηγορούμενες την κλωτσούσαν στο σώμα και στο πρόσωπο της με τα τακούνια που φορούσαν. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εκείνο το βράδυ είχε χρήματα που της είχε δώσει ο πατέρας της, τα οποία όταν αναχώρησε από το κέντρο αναψυχής Μύκονος ανέρχονταν στα €
- Εξηγώντας το περιστατικό που έπεσε η παραπονούμενη είπε πως έξω από το μπαρ Bonana ζαλίστηκε και έπεσε από το σκαλί στο έδαφος με το σώμα της κρατώντας την τσάντα της, χωρίς όμως να κτυπήσει και έχοντας πλήρη επαφή με το περιβάλλον και συνάμα αντίληψη για το τι γινόταν γύρω της. Το ύψος από το οποίο έπεσε ήταν πολύ χαμηλό για να κτυπήσει η ίδια. Οι δε κατηγορούμενες την κτυπούσαν με τα τακούνια τους σε διάφορα μέρη του σώματος της ενώ όταν βρέθηκε στην παραλία την κτύπησαν και στο μάτι. Ακόμη στην παραλία είχε μόνο τα εσώρουχα της ενώ παράλληλα αιμορραγούσε στη μύτη και λόγω του ότι την έσυραν έξω από το όχημα υπέστηκε εκδορές. Η παραπονούμενη επίσης δήλωσε ότι όταν η κατηγορούμενη 1 της αφαίρεσε το επίδικο φόρεμα το κράτησε. Επ' αυτού αρνήθηκε ότι το επίδικο φόρεμα ανήκε στην κατηγορούμενη
- Όπως η ίδια σημείωσε, παρόλο ότι ζαλίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας είχε πλήρη επαφή με το περιβάλλον και αντιλαμβανόταν το τι γινόταν γύρω της. Όπως περαιτέρω εξήγησε, το πρώτο το ήπιε σε διάστημα μιας ώρας, το δεύτερο ποτό επίσης σε διάστημα μιας ώρας ενώ τα υπόλοιπα 4 ποτά τα κατανάλωσε σε χρονικά διάστημα 2-2,5 ώρες. Ακολούθως η παραπονούμενη διευκρίνισε ότι η κατηγορούμενη 2 δεν της έκλεψε οτιδήποτε. Επιπλέον αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση ότι τα τραύματα που φέρει προκλήθηκαν από την προσπάθεια των κατηγορουμένων να τη σηκώσουν από το έδαφος και αυτή αντιστεκόταν. ΜΚ2 ήταν ο Νίκος Νίκου, πατέρας της παραπονούμενης (ΜΚ1). Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας προσκόμισε ως Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 24.12.09, μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 23.12.09 και περί ώρα 16:00 η παραπονούμενη που είναι θυγατέρα του έφυγε από την οικία της και πήγε σε μια φίλη της. Περί ώρα 22:00 της ίδιας ημερομηνίας επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της, η οποία του είπε ότι θα επέστρεφε στο σπίτι της αργότερα επειδή βρισκόταν με την παρέα της. Περί ώρα 05:00 της 24.12.09 ενώ κοιμόταν άκουσε ένα όχημα να σταματά έξω από την οικία του και την εξώπορτα να ανοίγει. Σηκώθηκε και πρόσεξε την παραπονούμενη να είναι με εσώρουχα και να φορεί παπούτσια. Από την μύτη της έτρεχε αίμα και έφερε κτυπήματα στα πόδια και στα χέρια. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έκλαιγε αλλά παρά τις προσπάθειες του αυτή αρνήθηκε να του αποκαλύψει τι έγινε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η παραπονούμενη είχε πλήρως τις αισθήσεις της και αντιλαμβανόταν πλήρως τι του έλεγε ενώ παράλληλα δεν μύριζε αλκοόλ. ΜΚ3 ήταν ο Δρ. Μανώλης Γεωργίου, γενικός παθολόγος που κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου υπηρετούσε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 ενυπόγραφη ιατρική έκθεση ημερομηνίας 24.12.09 που ο ίδιος σύνταξε, στην οποία καταγράφεται ότι ο πιο πάνω ιατρός διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη που παραπονιόταν για ζάλη έφερε εκχύμωση δεξιού οφθαλμού με μώλωπα και οίδημα, εκχύμωση στην αριστερή νεφρική χώρα, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό γόνατο της, εκδορές στο δεξιό μηρό και μώλωπες μπροστά στο αριστερό ισχίο της. Η έκθεση σημειώνει ακόμη ότι στην παραπονούμενη έγινε ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε ότι δεν υπήρχαν οστικές κακώσεις. Στην ένορκη κατάθεση του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη μπορούσαν να προκληθούν από κτυπήματα ή πίεση ως αποτέλεσμα ξυλοδαρμού. Επίσης, όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, τα τραύματα που διαπίστωσε θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί συνεπεία διασυρμού του σώματος της παραπονούμενης στο έδαφος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα τραύματα της παραπονούμενης μπορεί να είχαν προκληθεί και από πτώση της στο έδαφος. Επίσης μετά από σχετική ερώτηση ο εν λόγω ιατρός ανάφερε ότι υπό την προϋπόθεση ότι υπήρξε τριβή του σώματος της παραπονούμενης με το έδαφος στην προσπάθεια να τη σηκώσουν από το δάπεδο, ως είναι η θέση των κατηγορουμένων, θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί οι εκδορές, όχι όμως οι μώλωπες. Αν ακόμη το πρόσωπο αυτό αντιστεκόταν τότε θα μπορούσαν να προκληθούν και μώλωπες, εκτός από εκδορές, όχι όμως εκχυμώσεις. Όλα αυτά όμως, ως ο μάρτυρας ανάφερε, υπό προϋποθέσεις όπως για παράδειγμα ο αριθμός των σκαλιών από όπου το άτομο έπεσε, το ύψος του σκαλιού, το ύψος του παθών καθώς και το πόσο αυτός αντιστάθηκε. Παράλληλα ο μάρτυρας αυτός είπε ότι οι μώλωπες και εκδορές θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από κλωτσιές με τακούνι στο πρόσωπο της παραπονούμενης και σε διάφορα μέρη του σώματος της, πάλι αναλόγως του μηχανισμού κάκωσης. Επιπλέον ο μάρτυρας δήλωσε πως θα μπορούσε σε κάποιο που πέφτει από ένα σκαλί στο έδαφος και χτυπά στο κρανίο να προκληθεί οίδημα στην περιοφθαλμική κόγχη, δηλαδή γύρω από τον οφθαλμό. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚ3 είπε ότι ο ίδιος κατόπιν ιατρικής εξέτασης της παραπονούμενης δεν εντόπισε οποιοδήποτε κτύπημα στο κρανίο της. Στο σημείο αυτό κρίνεται χρήσιμο να αναφερθεί ότι καμία πληροφορία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το ποιος αστυνομικός ανέλαβε την ευθύνη για τη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. Επίσης ουδεμία μαρτυρία υπήρξε στο Δικαστήριο από τον εξεταστή της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τις ενέργειες που αυτός προέβηκε για τη διερεύνηση της. Είναι ακόμη αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση που αφορά εξ' αντικειμένου σοβαρής φύσεως κατηγορίες προωθήθηκε για άσκηση ποινικής δίωξης, καταχωρήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει οποιεσδήποτε ανακριτικές καταθέσεις που τυχόν λήφθηκαν από τις κατηγορούμενες, πράγμα που ενδεχομένως να διευκόλυνε το έργο του Δικαστηρίου για απονομή της δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε πιο πάνω η κατηγορούμενη 1 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Η δε κατηγορούμενη 2 προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση στην οποία δήλωσε αθώα στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μέσα από την ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη 2 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 24.12.09 η παραπονούμενη μετέβηκε στην οικία της κατηγορουμένης 1 για να παραλάβει από την κατηγορούμενη 2 μία φανέλα που ης είχε προηγουμένως δανείσει. Εκεί η παραπονούμενη γνώρισε τόσο την κατηγορούμενη 1 όσο και το αγόρι της, δηλαδή τον 'Κάττο'. Όταν οι κατηγορούμενες την ενημέρωσαν ότι θα πήγαιναν για διασκέδαση σε κέντρο αναψυχής η παραπονούμενη αποφάσισε να διασκεδάσει μαζί τους αλλά επειδή δεν είχε κατάλληλα ρούχα μαζί της δανείστηκε από την κατηγορούμενη 1 ένα μωβ χρώματος φόρεμα, το οποίο και φόρεσε τοποθετώντας τα δικά της ρούχα στην τσάντα της που κρατούσε. Αρχικά όλοι πήγαν στο κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'Level' αλλά επειδή δεν κατάφεραν να εισέλθουν σ' αυτό μετέβησαν στο μπαράκι με την ονομασία 'Μύκονος' όπου εκεί οι κατηγορούμενες δεν κατανάλωσαν αλκοολούχα ποτά ενώ η παραπονούμενη είχε πιεί ένα ουίσκι. Στη συνέχεια μετέβησαν όλοι μαζί με το όχημα του Κάττου στο μπαράκι με την επωνυμία 'Bonano' όπου εκεί οι κατηγορούμενες ήπιαν 1-2 ποτά ενώ η παραπονούμενη κατανάλωσε αρκετά αλκοολούχα ποτά και κυρίως βότκα και ουίσκι με αποτέλεσμα να μεθύσει και να χάσει τον έλεγχο των πράξεων της. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να χορεύει με άγνωστα της αγόρια κάνοντας κύκλους και εισπράττοντας χειροκρότημα καθώς επίσης βάζοντας τα πόδια της πάνω στα αγόρια εκείνα που της τα έγλυφαν. Οι κατηγορούμενες αισθάνθηκαν ντροπή και της ζήτησαν να φύγουν. Παρόλο ότι δεν ήθελε, εντούτοις αναγκάστηκε να τις ακολουθήσει όταν αυτές έσπευσαν να αποχωρήσουν από το εν λόγω κέντρο αναψυχής. Σε κάποια στιγμή έπεσε χάμω από τρία σκαλιά περίπου ύψους ένα μέτρο χτυπώντας το κεφάλι και άλλα μέρη του σώματος της. Οι κατηγορούμενες φοβήθηκαν και την τραβούσαν να σηκωθεί αλλά η παραπονούμενη αντιστεκόταν και τριβόταν στην άσφαλτο. Ακολούθως εισήλθαν όλοι στο όχημα του Κάττου και η παραπονούμενη μεταφέρθηκε κατευθείαν στην οικία της. Καθοδόν προς την οικία της παραπονούμενης η κατηγορούμενη 1 ζήτησε το φόρεμα της με την παραπονούμενη αρχικά να αρνείται αλλά στη συνέχεια το έβγαλε και της το πέταξε στα μούτρα μένοντας με τα εσώρουχα χωρίς να φορέσει τα ρούχα της που βρίσκονταν στην τσάντα της. Σε καμία περίπτωση οι κατηγορούμενες χτύπησαν την παραπονούμενη. Όπως ακόμη η κατηγορούμενη 2 είπε, η ίδια ουδέποτε κλώτσησε την παραπονούμενη. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε και γι' αυτό οι μαρτυρίες τους θα πρέπει να γίνουν πιστευτές. Όπως ο κύριος Συμεού σημείωσε, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία που είναι αξιόπιστη αφού η κατηγορούμενη 1 άσκησε το δικαίωμα της σιωπής ενώ η κατηγορούμενη 2 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση που δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Συμεού ότι η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει είναι τέτοια που οδηγεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αμφότερες τις κατηγορούμενες σε καταδίκη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου της κατηγορουμένης 1, η οποία ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θα πρέπει να απορριφθεί ως ψευδής και αντιφατική. Η μαρτυρία της παραπονούμενης χαρακτηρίστηκε αντιφατική και από τον συνήγορο της κατηγορουμένης 2 στην τελική του αγόρευση. Με αναφορά σε νομολογία και στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελίδα 136, ο κύριος Κυριακίδης σημείωσε ότι οι αντιφάσεις που εντοπίζονται στην μαρτυρία της παραπονούμενης είναι τόσο ουσιώδεις που δημιουργούν ρήγματα στην εκδοχή της. Παράλληλα είναι θέση του εν λόγω συνηγόρου υπεράσπισης ότι η πελάτης του (κατηγορούμενη 2) δεν είχε κανένα κίνητρο να επιτεθεί εναντίον της παραπονούμενης λαμβάνοντας υπόψη τα λεγόμενα της παραπονούμενης που είπε ότι υποψιάζεται πως το κατ' ισχυρισμό περιστατικό δημιουργήθηκε όταν εντοπίστηκαν γραπτά μηνύματα της παραπονούμενης στο κινητό τηλέφωνο του τότε αγοριού της κατηγορουμένης
- Για τους λόγους που επικαλέστηκαν, αμφότεροι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν από το Δικαστήριο να αθωώσει τις κατηγορούμενες στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή της παραπονούμενης και των κατηγορουμένων, δεδομένης της ομολογουμένως ανεξήγητης παράλειψης τόσο από μέρους της κατηγορούσας αρχής όσο και από πλευράς υπεράσπισης να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαρτυρία από το αγόρι της κατηγορουμένης 1 (Κάττο) που η παρουσία του τοποθετείται από όλους στη σκηνή του επεισοδίου κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και από άλλους τυχόν αυτόπτες μάρτυρες. Βέβαια η κατηγορία της κλοπής θα προσεγγιστεί εκτός από την αξιοπιστία των εμπλεκομένων μερών και υπό το φως της ιατρικής μαρτυρίας του Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ3). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επιδίκων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν οι κατηγορούμενες διαδραμάτισαν το ρόλο και παράλληλα επέδειξαν την συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η ΜΚ1 δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από την όλη εικόνα που εξέπεμψε από το εδώλιο του μάρτυρα θεωρώ ότι γενικά είπε την αλήθεια. Θεωρώ ότι αυτά που ανάφερε στο Δικαστήριο με παραστατικότητα αποτελούν τα γεγονότα που αυτή βίωσε προσωπικά και που πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης. Στις διάφορες ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν απαντούσε κατά τρόπο θετικό, άμεσο και ευθύ, δείχνοντας έτσι χαρακτηριστικά αυθορμητισμού, ειλικρίνειας και έλλειψης προσχεδιασμού αλλά και κατασκευής των απαντήσεων της. Οι αναφορές της ήταν σαφείς και συνοδεύονταν από λογικές εξηγήσεις, στοιχείο που τις καθιστούσε πειστικές. Η ένορκη μαρτυρία της συνάδει με τη γραπτή κατάθεση της, πράγμα που αποδεικνύει συνέπεια και σταθερότητα των θέσεων της. Παράλληλα σε σχέση με το κομμάτι της μαρτυρίας της που αφορά ισχυρισμό ότι δέχτηκε επίθεση από τις κατηγορούμενες, συνεπεία της οποίας κατ' ισχυρισμό υπέστηκε τραύματα, η εκδοχή της παραπονούμενης υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία και σχετικά επιστημονικά ευρήματα του ΜΚ3 ενώ παράλληλα ενισχύεται από την μαρτυρία του ΜΚ2 που ήταν το άτομο που την είδε αμέσως μετά που επέστρεψε στην οικία της, καθιστώντας έτσι την εκδοχή της μέρος μιας λογικής συνοχής, συνέχειας και χρονικής αλληλουχίας γεγονότων. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της, η οποία παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο μέχρι το τέλος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι αποδεκτή από τις κατηγορούμενες, ενισχύοντας έτσι την αξιοπιστία της. Συγκεκριμένα το ότι στις 23.12.09 βρέθηκαν μαζί η παραπονούμενη, οι κατηγορούμενες και το αγόρι της κατηγορουμένης 1 γνωστός με το υποκοριστικό 'Κάττος' και μετέβηκαν για ψυχαγωγία σε κέντρα αναψυχής με το όχημα του 'Κάττου' είναι ένα γεγονός που μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης είναι κοινά παραδεκτό που το Δικαστήριο αποδέχεται και το καθιστά ως μέρος των ευρημάτων του. Το ότι αρχικά η παρέα μετέβηκε στο μπαράκι με την ονομασία 'Level' αλλά επειδή δεν τους επιτράπηκε η είσοδος πήγαν στο μπαράκι με την ονομασία 'Μύκονος' και στη συνέχεια κατέληξαν στο μπαράκι με την επωνυμία 'Bonano' είναι γεγονός που επίσης μέσα από την ακρόαση της υπόθεσης είναι κοινά παραδεκτό γεγονός που το Δικαστήριο αποδέχεται και καθιστά ως μέρος των ευρημάτων του. Ακόμη κοινά παραδεκτό γεγονός είναι το ότι η παραπονούμενη κατανάλωσε ένα αλκοολούχο ποτό στο μπαράκι 'Μύκονος' και περισσότερα στο μπαράκι 'Bonano'. Για περισσότερες λεπτομέρειες στο θέμα αυτό δέχομαι τις αναφορές της παραπονούμενης οι οποίες ήταν θετικές, σαφείς και ακριβείς. Ειδικότερα δέχομαι ότι αμέσως μετά που η παρέα δεν κατάφερε να εισέλθει στο μπαράκι με την ονομασία 'Level', τα μέλη αυτής, περιλαμβανομένης της παραπονούμενης, μετέβηκαν περί τα μεσάνυχτα στο κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'Bonano' όπου εκεί η παραπονούμενη ήπιε ένα ποτήρι Malibu με coca-cola, ενώ περί ώρα 01:00 της 24.12.09 η παρέα έφυγε και πήγε στο νυκτερινό κέντρο Μύκονος όπου εκεί η παραπονούμενη κατανάλωσε ένα ποτήρι ουίσκι όπου εκεί παρέμειναν μέχρι η ώρα 02:00 που επέστρεψαν στο μπαρ με την επωνυμία 'Bonano', στο οποίο μέρος η παραπονούμενη κατανάλωσε 4-5 ποτά Vodka με Redbull που της κερνούσαν φίλοι του 'Κάττου'. Περαιτέρω το ότι η παραπονούμενη μεταφέρθηκε τις πρωϊνές ώρες της 24.12.09 στην οικία της με το όχημα του 'Κάττου' που οδηγούσε ο τελευταίος και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η κατηγορούμενη 1 και συνεπιβάτες η κατηγορούμενη 2 και η παραπονούμενη, είναι γεγονός που μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής επιπλέον είναι κοινά παραδεκτό γεγονός, το οποίο το Δικαστήριο αποδέχεται και καθιστά ως μέρος των ευρημάτων του. Σημαντικό κομμάτι της εκδοχής της παραπονούμενης αποτελούν οι αναφορές της σε κλωτσιές που επικαλείται ότι δέχτηκε στο πρόσωπο, στο κεφάλι, στη μύτη και σε άλλα διάφορα μέρη του σώματος της από τις κατηγορούμενες που φορούσαν παπούτσια με ψηλά τακούνια όταν αυτή έχασε την ισορροπία της και έπεσε από σκαλί στο πάτωμα έξω από το μπαράκι με την επωνυμία 'Bonanο' καθώς και σε παραλία που αμέσως μετά τη μετέφεραν και αφού πρώτα την κατέβασαν από το όχημα του 'Κάττου', προτού τελικά τη μεταφέρουν στην οικία της. Οι τοποθετήσεις αυτές της παραπονούμενης επαληθεύονται από την ιατρική μαρτυρία του Δρ. Μανώλη Γεωργίου (ΜΚ3), ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη την ίδια ημέρα των περιστατικών όπου διαπίστωσε διάφορα τραύματα. Περαιτέρω η αναφορά της παραπονούμενης ότι δέχτηκε κλωτσιές στο πρόσωπο και στο κεφάλι δικαιολογείται από τα ιατρικά ευρήματα του ΜΚ3 που παραπέμπουν σε εκχύμωση δεξιού οφθαλμού με μώλωπα και οίδημα στην περιοφθαλμική κόγχη, δηλαδή γύρω από τον οφθαλμό. Η δε αναφορά της παραπονούμενης για κλωτσιές σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος της δικαιολογείται από τα ιατρικά ευρήματα του ΜΚ3 στα οποία εντοπίστηκαν εκχύμωση αριστερής νεφρικής χώρας, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό γόνατο, εκδορές στο δεξιό μηρό και μώλωπα στο μπροστινό μέρος του αριστερού ισχύος. Η δε αναφορά της παραπονούμενης για αιμορραγία στη μύτη πιστοποιείται από την μαρτυρία του πατέρα της παραπονούμενης (ΜΚ2), ο οποίος ήταν αυτός που είδε την παραπονούμενη μόλις αυτή επέστρεψε στην οικία της και αντιλήφθηκε να τρέχει αίμα από τη μύτη της καθώς και κτυπήματα στα πόδια, παρατηρήσεις που αμέσως καταγράφει στην κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 24.12.09 (Τεκμήριο 2). Το ότι ο ιατρός που ακολούθως εξέτασε την παραπονούμενη δεν πρόσεξε κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα να γίνεται αναφορά στην ιατρική έκθεση του (Τεκμήριο 3) δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα που διαμορφώθηκαν καθότι σημαίνει ότι όταν η παραπονούμενη προσήλθε στη συνέχεια για εξέταση η αιμορραγία της στη μύτη προφανώς είχε στο μεταξύ σταματήσει. Τα πιο πάνω ενισχύονται περισσότερο από τη δήλωση του εν λόγω ιατρού (ΜΚ3) ότι οι κλωτσιές με ψηλά τακούνια μπορούν να επιφέρουν τα τραύματα του βαθμού και της έκτασης που εντόπισε στα διάφορα μέρη του σώματος της παραπονούμενης μέσα από την ιατρική εξέταση που διενήργησε. Επιπλέον δέχομαι τη θέση της παραπονούμενης ότι ενώ βρισκόταν στο όχημα του 'Κάττου' ως συνεπιβάτης η κατηγορούμενη 1 που καθόταν στη θέση του συνοδηγού άρπαξε από την τσάντα της ένα παντελόνι κολάν μαύρο αξίας €30, μία μπλούζα μαύρη αξίας €50, ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro αξίας €2 (δεδομένου ότι το κόστος αγοράς ενός τέτοιου πακέτου τσιγάρων ανέρχεται στα €4) και το χρηματικό ποσό των €25 από το πορτοφόλι της χωρίς η παραπονούμενη να αντιδράσει επειδή ήταν ζαλισμένη από την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Σε σχέση με την αξία των πιο πάνω αντικειμένων, η αναφορά της παραπονούμενης ως προς το ύψος τους δεν αμφισβητήθηκε από οποιανδήποτε κατηγορούμενη και ως εκ τούτου το Δικαστηρίου την αποδέχεται. Όσον αφορά το μωβ φόρεμα που η παραπονούμενη φορούσε δέχομαι ότι η κατηγορούμενη 1 της το έβγαλε χωρίς την συγκατάθεση της στην παραλία αλλά δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον μου που να με οδηγεί σε εύρημα ως προς το που τελικά κατέληξε το εν λόγω φόρεμα. Παρόλα αυτά υπάρχει μαρτυρία από μέρους της παραπονούμενης, η οποία επιβεβαιώνεται από τον ΜΚ2, σύμφωνα με την οποία όταν επέστρεψε στην οικία της χαράματα της 24.12.09 η παραπονούμενη δεν το φορούσε αλλά φορούσε μόνο εσώρουχα και παπούτσια, την οποία και αποδέχομαι. Για την πιο πάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων η παραπονούμενη έδωσε εξήγηση, η οποία δεν αντικρούστηκε από οποιαδήποτε κατηγορούμενη. Ειδικότερα η παραπονούμενη υποψιάζεται ως αιτία του περιστατικού την ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων στο κινητό της με το αγόρι της κατηγορουμένης 1, την ύπαρξη των οποίων ανακάλυψε η τελευταία το επίδικο βράδυ και προφανώς δεν κολακεύτηκε και/ή εκτίμησε τυγχάνοντας γι' αυτό συμπαράσταση από τη φίλη της, κατηγορούμενη 2. Πρόκειται για ένα λογικό ενδεχόμενο που δεν αποκλείστηκε. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ1) ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΚ2 έκανε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, σαφής και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και κατάθεσε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης χωρίς προσχεδιασμό και δίχως τάση υπερβολής, τα οποία ενισχύονται από την μαρτυρία της παραπονούμενης και παράλληλα υποστηρίζονται από την μαρτυρία του ΜΚ3. Από την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και συνάμα θετικός και σταθερός μάρτυρας. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας του είναι το ότι σε καμία περίπτωση κατά την ένορκη μαρτυρία του προσπάθησε είτε να διογκώσει γεγονότα είτε να κατασκευάσει μαρτυρία για να βοηθήσει την εκδοχή της θυγατέρας του που είναι παραπονούμενη στην υπόθεση αυτή. Η μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, στοιχείο που σε συνδυασμό με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά την καθιστά πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος της. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ2 δέχομαι ότι στις 23.12.09 και περί ώρα 16:00 η παραπονούμενη έφυγε από την οικία της και πήγε σε μια φίλη της. Περί ώρα 22:00 της ίδιας ημερομηνίας επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της, η οποία του είπε ότι θα επέστρεφε στο σπίτι της αργότερα επειδή θα διασκέδαζε με την παρέα της. Περί ώρα 05:00 της 24.12.09 ενώ κοιμόταν άκουσε ένα όχημα να σταματά έξω από την οικία του και την εξώπορτα να ανοίγει. Σηκώθηκε και πρόσεξε την παραπονούμενη να είναι με τα εσώρουχα και να φορεί παπούτσια. Από την μύτη της έτρεχε αίμα και έφερε κτυπήματα στα πόδια. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έκλαιγε αλλά παρά τις προσπάθειες του αυτή αρνήθηκε να του αποκαλύψει τι έγινε. Από τη μεταξύ τους συζήτηση ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη είχε πλήρως τις αισθήσεις της και συναίσθηση πλήρως τι του έλεγε. Ο ΜΚ3 ήταν ο ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασε την παραπονούμενη. Ο εν λόγω ιατρός έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η δε μαρτυρία του ήταν διαφωτιστική για το Δικαστήριο σε σχέση με κρίσιμα ζητήματα αλλά και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Ο ιατρός αυτός έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης καθώς και στον ακτινολογικό έλεγχο που η ΜΚ1 υπεβλήθηκε. Η επαγγελματική του κατάρτιση, οι γνώσεις καθώς και η εμπειρία του στην ειδικότητα του δεν αμφισβητήθηκαν από τις κατηγορούμενες. Ολόκληρη η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Με γνώμονα τα προαναφερόμενα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτή αποδέχομαι και το Τεκμήριο 3 που είναι η ενυπόγραφη από τον ιατρό αυτό ιατρική έκθεση ημερομηνίας 24.12.09, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του που βασικά δεν έχει αμφισβητηθεί από τις κατηγορούμενες. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ΜΚ3 δέχομαι ότι στις 24.12.09 προσήλθε για εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου η παραπονούμενη. Ο ΜΚ3 που την εξέτασε διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη που παραπονιόταν για ζάλη έφερε εκχύμωση δεξιού οφθαλμού με μώλωπα και οίδημα στην περιοφθαλμική κόγχη (δηλαδή γύρω από τον οφθαλμό), εκχύμωση στην αριστερή νεφρική χώρα, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό γόνατο της, εκδορές στο δεξιό μηρό και μώλωπες μπροστά στο αριστερό ισχίο της. Επίσης στην παραπονούμενη έγινε ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε ότι δεν υπήρχαν οστικές κακώσεις. Στρεφόμενος στην κατηγορούμενη 1 η άσκηση του δικαιώματος σιωπής από μέρους της σε συνάρτηση με την μη προσκόμιση ανακριτικής κατάθεσης που τυχόν λήφθηκε από αυτήν στην αστυνομία, την καθιστά άτομο χωρίς μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η δε κατηγορούμενη 2, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση της κατηγορουμένης 2, κρίνω ότι αυτή όχι μόνο σε ορισμένα σημεία της είναι γενική, αόριστη και ασαφή, όχι μόνο κομμάτι της περιέχει καίρια κενά και ερωτηματικά αλλά μέρος της δεν περιέχει αληθή στοιχεία, για να μπορέσει έτσι να έχει οποιαδήποτε πειστική αξία. Μέσα από αυτή η εν λόγω κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη γνώρισε την κατηγορούμενη 1 και το αγόρι της το επίδικο βράδυ. Αυτό όμως δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επειδή η παραπονούμενη στην μαρτυρία της αναφέρει ότι με την κατηγορούμενη 1 ήταν ήδη γνωστές και ότι κάποιες φορές στο παρελθόν είχαν διασκεδάσει μαζί. Μάλιστα από την μαρτυρία της παραπονούμενης προκύπτει ότι γνωρίζει από προηγουμένως και το αγόρι της κατηγορουμένης 1 με το υποκοριστικό του. Είναι ακόμη η θέση ης κατηγορουμένης 2 ότι η παραπονούμενη έπεσε έξω από το κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'Bonano' και κτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος της. Παρόλο ότι ήταν παρούσα τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή εντούτοις η εν λόγω κατηγορούμενη απέφυγε να προσδιορίσει που ακριβώς στο κεφάλι και σε ποια ακριβώς μέρη του σώματος η παραπονούμενη κτύπησε όταν έπεσε. Το ερώτημα που δημιουργείται αλλά παρέμεινε αναπάντητο είναι για ποιο λόγο δεν ειδοποίησαν ασθενοφόρο εφόσον, όπως η κατηγορούμενη 2 ισχυρίστηκε, φοβήθηκε για την κατάσταση της παραπονούμενης μετά το πέσιμο της. Επίσης η κατηγορούμενη 2 δεν διευκρινίζει πως τελικά η παραπονούμενη βρέθηκε στο όχημα του αγοριού της κατηγορουμένης 1 αφού βρισκόταν στο έδαφος και κατ' ισχυρισμό αρνιόταν βοήθεια των κατηγορουμένων για να σηκωθεί. Πως ανησύχησαν για την παραπονούμενη όταν στη συνέχεια, όπως η εν λόγω κατηγορούμενη είπε, απαιτήθηκε από αυτή να γδυθεί προκειμένου να επιστρέψει στην κατηγορούμενη 1 το μωβ φόρεμα που φορούσε και κατ' ισχυρισμό δανείστηκε, ενώ το όχημα βρισκόταν σε κίνηση και μπροστά στα μάτια του οδηγού αλλά και των κατηγορουμένων. Επίσης δεν είναι λογική και κατ' επέκταση πειστική η θέση της κατηγορουμένης 2 ότι η παραπονούμενη τελικά δέχτηκε και γδύθηκε στο αυτοκίνητο επιστρέφοντας το πιο πάνω φόρεμα στην κατηγορούμενη 1. Εφόσον η παραπονούμενη γδύθηκε δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην επιθυμεί να φορέσει τα δικά της ρούχα που βρίσκονταν στην τσάντα της. Η θέση ότι η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη και δεν έλεγχε τις πράξεις της δεν φαίνεται να ευσταθεί δεδομένης της άρνησης της να γδυθεί. Ακόμη ένα ερώτημα που η κατηγορούμενη 2 δεν διευκρίνισε. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω και υπό το πρίσμα της υπόλοιπης προσαχθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή αποδίδω στην ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης 2 μηδενική βαρύτητα. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 23.12.09 και μεταξύ των ωρών 16:00- 16:40 η παραπονούμενη (ΜΚ1) μετέβηκε μαζί με την κατηγορούμενη 2 στην οικία της κατηγορουμένης 1 με σκοπό να μείνουν εκεί μέχρι το βράδυ όπου όλοι μαζί θα πήγαιναν για διασκέδαση. Εκεί βρισκόταν και το αγόρι της κατηγορουμένης 1 γνωστός με το υποκοριστικό 'Κάττος'. Όταν πήγε στην οικία της κατηγορουμένης 1, η παραπονούμενη φορούσε μία μαύρη μπλούζα αξίας €50 και ένα μαύρο κολάν αξίας €30 όπου στα πλαίσια της βραδινής εξόδου της άλλαξε φορώντας ένα κοντό μωβ φόρεμα. Περί ώρα 22:00 της ίδιας ημερομηνίας επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της, η οποία του είπε ότι θα επέστρεφε στο σπίτι της αργότερα επειδή θα διασκέδαζε με την παρέα της. Ακολούθως περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας οι κατηγορούμενες μαζί με την παραπονούμενη επιβιβάστηκαν στο όχημα που οδηγούσε το αγόρι της κατηγορουμένης 1 και πήγαν για διασκέδαση. Πρώτα μετέβηκαν στο μπαράκι με την ονομασία 'Level' όπου δεν τους επιτράπηκε η είσοδος. Περί τα μεσάνυχτα κατέληξαν όλοι στο κέντρο αναψυχής με την επωνυμία 'Bonana' όπου εκεί η παραπονούμενη ήπιε ένα ποτήρι Malibu με coca-cola. Περί ώρα 01:00 της 24.12.09 η παρέα έφυγε και πήγε στο νυκτερινό κέντρο με την ονομασία 'Μύκονος' όπου εκεί η παραπονούμενη κατανάλωσε ένα ποτήρι ουίσκι. Παρέμειναν εκεί μέχρι που η ώρα 02:00 επέστρεψαν στο μπαρ Bonana όπου στο εν λόγω μέρος η παραπονούμενη σε διάστημα 2-2,5 ώρες κατανάλωσε 4-5 ποτά Vodka με Redbull που της κερνούσαν άγνωστοι φίλοι του 'Κάττου'. Σε κάποια στιγμή εκείνο το βράδυ η κατηγορούμενη 1 ανακάλυψε στο κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης γραπτά μηνύματα που είχε προηγουμένως ανταλλάξει με το αγόρι της. Εξερχόμενη του κέντρου περί ώρα 04:00-04:30 η παραπονούμενη ήταν μεθυσμένη υπό την έννοια ζαλισμένη, διατηρούσε όμως τις αισθήσεις της και επαφή με το περιβάλλον, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο έδαφος από σκαλί χαμηλού ύψους. Τότε οι κατηγορούμενες την προσέγγισαν και με ψηλά τακούνια στα πόδια τους την κλωτσούσαν σε διάφορα μέρη του σώματος της. Στη συνέχεια ήλθε ένα φίλος του αγοριού της κατηγορουμένης 1 και αφού την έπιασε από χάμω που ήταν την μετέφερε στο όχημα του 'Κάττου'. Αντίς όμως να μεταφερθεί στην οικία της, μεταφέρθηκε σε μια παραλία που δεν μπορούσε να την αναγνωρίσει. Οι κατηγορούμενες τράβηξαν την παραπονούμενη έξω από το όχημα και ενώ αυτή βρισκόταν στο έδαφος την κτυπούσαν και οι δύο σε διάφορα μέρη του σώματος της καθώς και στο πρόσωπο αλλά και στη μύτη της από την οποία έτρεχε αίμα. Ακολούθως η κατηγορούμενη 1 της έβγαλε το φόρεμα χρώματος μωβ που φορούσε με αποτέλεσμα να μείνει με τα εσώρουχα της. Η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, έκλαιγε και παρακαλούσε τις κατηγορούμενες να την μεταφέρουν στο σπίτι της. Οι κατηγορούμενες τότε την έβαλαν στο όχημα και ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση η κατηγορούμενη 1 που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού άρπαξε την τσάντα της παραπονούμενης από την οποία άρπαξε το μαύρο κολάν και την μαύρη μπλούζα που αρχικά φορούσε, ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro αξίας €2 καθώς και από το πορτοφόλι της το χρηματικό ποσό των €25, όλα περιουσία της παραπονούμενης, η οποία επειδή ήταν ζαλισμένη δεν αντέδρασε. Περί ώρα 05:00 της 24.12.09 η παραπονούμενη μεταφέρθηκε τελικά στην οικία της φορώντας μόνο εσώρουχα και παπούτσια. Ο πατέρας της (ΜΚ2) που ξύπνησε πρόσεξε την παραπονούμενη που είχε επιστρέψει να είναι με εσώρουχα και να φορεί παπούτσια. Επίσης ο ΜΚ2 παρατήρησε ότι από την μύτη της παραπονούμενης έτρεχε αίμα και ότι αυτή βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έκλαιγε. Ωστόσο είχε πλήρως τις αισθήσεις της και συναίσθηση πλήρως τι του έλεγε. Παρά τις προσπάθειες του αυτή αρνήθηκε να του αποκαλύψει τι έγινε. Την ίδια ημέρα η παραπονούμενη προσήλθε για εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου παραπονούμενη για ζάλη όπου ο ΜΚ3 που την εξέτασε διαπίστωσε ότι αυτή έφερε εκχύμωση δεξιού οφθαλμού με μώλωπα και οίδημα στην περιοφθαλμική κόγχη (δηλαδή γύρω από τον οφθαλμό), εκχύμωση στην αριστερή νεφρική χώρα, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό γόνατο της, εκδορές στο δεξιό μηρό και μώλωπες μπροστά στο αριστερό ισχίο της. Επίσης στην παραπονούμενη έγινε ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε ότι δεν υπήρχαν οστικές κακώσεις. Τα πιο πάνω ιατρικά ευρήματα του ΜΚ3 καταγράφηκαν σε ενυπόγραφη ιατρική έκθεση του ημερομηνίας 24.12.09 (Τεκμήριο 3). Επίσης την ίδια ημέρα ο ΜΚ2 ανάφερε την πιο πάνω εμπειρία του στην αστυνομία καταγράφοντας την σε σχετική κατάθεση (Τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα στην αστυνομία έδωσε γραπτή κατάθεση και η παραπονούμενη (Τεκμήριο 1). Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, οι κατηγορούμενες κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην παραπονούμενη. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.154, το οποίο ρητά προνοεί κατά λέξη τα εξής: " Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Οι κατηγορούμενες να επιτεθούν στην παραπονούμενη και (β) να της προκαλέσουν πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενες αρχικά έξω από το κέντρο αναψυχής με την επωνυμία 'Bonano' και ακολούθως σε παραλία της Πάφου κλωτσούσαν την παραπονούμενη με τα ψηλά τακούνια των παπουτσιών που φορούσαν σε διάφορα μέρη του σώματος της καθώς και στο πρόσωπο αλλά και στη μύτη της ενώ αυτή και τις δύο φορές βρισκόταν στο έδαφος. Τα πιο πάνω σαφώς αποτελούν πράξεις επίθεσης εναντίον της παραπονούμενης και ξυλοδαρμού αυτής από τις κατηγορούμενες. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μέσα από το περιστατικό ξυλοδαρμού της παραπονούμενης στην παραλία η μύτη της αιμορραγούσε, κάτι που πρόσεξε και ο πατέρας της αμέσως στη συνέχεια όταν αυτή επέστρεψε στην οικία της. Πέραν αυτού όμως, η αυθημερόν μετάβαση της παραπονούμενης στο νοσοκομείο πραγματοποιήθηκε λόγω της κατάστασης της υγείας της. Τα προαναφερόμενα ιατρικά ευρήματα του ΜΚ3 σε συνδυασμό με την αποδεκτή μαρτυρία αποδεικνύουν χωρίς δεύτερη σκέψη ότι τα τραύματα που διαγνώστηκαν στην παραπονούμενη προέκυψαν τη δεδομένη χρονική στιγμή των περιστατικών έξω από το κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'Bonano' καθώς και στην παραλία. Παράλληλα τα τραύματα που εντοπίστηκαν στο σώμα, στην περιοχή του ματιού και στη μύτη της παραπονούμενης και που περιγράφονται αναλυτικά πιο πάνω, σαφώς και εμπίπτουν στη σφαίρα της πραγματικής σωματικής βλάβης εντός της έννοιας και του σκοπού του άρθρου 243 του Κεφ.
- Στη βάση του συνόλου της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας περιλαμβανομένης της ιατρικής μαρτυρίας που επαληθεύει την μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία παράλληλα ενισχύεται από την μαρτυρία του πατέρα της, όπως εξηγήθηκε αναλυτικά πιο πάνω, σε συνδυασμό με την απόρριψη της εκδοχής των κατηγορουμένων και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής μαρτυρίας που θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα καθώς και γενικότερα υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι υπάρχει άμεση σύνδεση των τραυμάτων που εντοπίστηκαν στην παραπονούμενη με τις επιθέσεις που αυτή δέχτηκε από τις κατηγορούμενες μέσα από το επίμαχα επεισόδια έξω από το κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'Bonano' καθώς και στην παραλία. Επομένως οδηγούμαι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο επίσης ασφαλές συμπέρασμα ότι ως αποτέλεσμα των επιθέσεων τους οι κατηγορούμενες προκάλεσαν στην παραπονούμενη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες που διαπιστώθηκαν ιατρικά. Η πιθανότητα τα τραύματα αυτά να προκλήθηκαν από άλλη αιτία αποκλείεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απουσία συγκεκριμένης άλλης αποδεκτής μαρτυρίας προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση αποκλείει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το ενδεχόμενο τα τραύματα να προκλήθηκαν από άλλη αιτία, περιλαμβανομένης αυτής του αυτοτραυματισμού και ως εκ τούτου οποιαδήποτε τέτοια σκέψη θεωρείται εκτός πραγματικότητας. Επομένως καταλήγω ότι τα τραύματα που εντοπίστηκαν στην παραπονούμενη προκλήθηκαν μέσα από τα επίδικα περιστατικά συνεπεία των επιθέσεων που δέχτηκε από τις κατηγορούμενες, αποκλείοντας έτσι κάθε άλλη αιτία περιλαμβανομένου αυτής του αυτοτραυματισμού. Συνεπώς στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου στα οποία αυτό κατέληξε μέσα από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, έχουν αποδειχτεί σωρευτικά και στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Επιπλέον η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.
- Αυτό που αποδίδεται στην εν λόγω κατηγορούμενη είναι ότι έκλεψε ένα παντελόνι κολάν, μία μαύρη μπλούζα, ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro και το χρηματικό ποσό των €25, όλα περιουσία της παραπονούμενης. Όπως προκύπτει από πιο πάνω, το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στο άρθρο 255 του Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) η κατηγορούμενη 1 απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία της παραπονούμενης και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι η κατηγορούμενη 1 ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν η κατηγορούμενη 1 κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής η κατηγορούμενη 1 είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από την παραπονούμενη. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στον παραπονούμενο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο όχημα του αγοριού της κατηγορουμένης 1 μαζί με τις κατηγορούμενες και αυτό κινείτο η κατηγορούμενη 1 που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού άρπαξε την τσάντα της παραπονούμενης από την οποία πήρε ένα μαύρο παντελόνι κολάν και μία μαύρη μπλούζα που αρχικά φορούσε καθώς επίσης άρπαξε από το πορτοφόλι της το χρηματικό ποσό των €25. Ακόμη αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω αντικείμενα αποτελούν περιουσία της παραπονούμενης. Τα πιο πάνω αντικείμενα είναι περιουσία τέτοια που σαφώς μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Η πιο πάνω ενέργεια της κατηγορουμένης 1 δείχνει ότι η ένοχη πράξη (actus reus) έχει συντελεστεί. Η δε συμπεριφορά της κατηγορουμένης 1 να δράσει αστραπιαία και επιθετικά και να αρπάξει απροειδοποίητα τα προαναφερόμενα αντικείμενα της παραπονούμενης από την τσάντα της καθώς και το χρηματικό ποσό των €25 από το πορτοφόλι της τελευταίας χωρίς να έχει ρωτήσει την παραπονούμενη για κάτι τέτοιο, δίχως να έχει ποτέ εξασφαλίσει την έγκριση και χωρίς ποτέ η κατηγορούμενη 1 να τα έχει επιστρέψει στην παραπονούμενη, αποδεικνύουν ένοχη γνώση και πρόθεση από την κατηγορούμενη 1 (mens rea), η οποία ενέργησε με δόλιο τρόπο. Παράλληλα είναι στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η απόκτηση και κατοχή των εν λόγω αντικειμένων έγινε χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια τους και έγινε με μοναδικό σκοπό την παράνομη οικειοποίηση τους από την κατηγορούμενη 1 και ταυτόχρονα την μόνιμη αποστέρηση τους από την παραπονούμενη. Στη βάση των πιο πάνω και στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης εκδοχής από μέρους της υπεράσπισης μέσα από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας που θα μπορούσε να σπείρει την αμφιβολία στοιχειοθετούνται σωρευτικά και στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι η κατηγορούμενη 1 της έκλεψε ένα μισογεμάτο πακέτο τσιγάρα μάρκας Marlboro αυτός οδηγείται σε αποτυχία και κατ' επέκταση σε απόρριψη επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο των επιδίκων περιστατικών η παραπονούμενη ήταν μόλις 16 ετών και ως ανήλικη που ήταν δεν ήταν και δεν μπορούσε να ήταν νόμιμη κάτοχος και κατ' επέκταση νόμιμη ιδιοκτήτρια πακέτου τσιγάρου αφού απαγορεύεται η προμήθεια και κατά λογική προέκταση η απόκτηση και κατοχή προϊόντων καπνού από ανήλικο άτομο (άρθρο 3 του Περί Προστασίας της Υγείας (Έλεγχος του Καπνίσματος) Νόμος του 2002 μετά των συναφών τροποποιήσεων-Ν.75(Ι)/2002, άρθρο 16
(1)-
(7)του Περί της Σύμβασης Πλαίσιο για τον Έλεγχο του Καπνού (Κυρωτικός) Νόμος του 2005-Ν.12(ΙΙΙ)/2005). Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενες 1 και 2 κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη-Κλοπή/ Άρθρα 243, 255 και 262 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο