← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CRISTINA IONESCU, Αρ. Υπόθεσης: 4029/14, 7/8/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CRISTINA IONESCU, Αρ. Υπόθεσης: 4029/14, 7/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4029/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. CRISTINA IONESCU Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 07.08.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα. Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Νεοφύτου (η κα. Α. Γρίλλη για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως 'Α' και 'Β' κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1, 2, 3, 5 και 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, η κατηγορούμενη στις 11.05.08 στην Πάφο: (α) είχε στην κατοχή της κοκαΐνη βάρους 13,4406 γραμμαρίων χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, (β) είχε στην κατοχή της κάνναβη βάρους 7,6123 γραμμαρίων χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, (γ) κατείχε μία ζυγαριά ακριβείας μάρκας 'Tanita' στην οποία ανιχνεύτηκαν ίχνη κάνναβης χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, (δ) έκανε χρήση κάνναβης και (ε) κάπνισε ρητίνη κάνναβη. Σε σχέση με την τέταρτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη απαλλάχτηκε από αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 11/5/08 και μεταξύ των ωρών 15:00-16:20 άνδρες της ΥΚΑΝ Πάφου, κατόπιν πληροφορίας που είχαν, ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας το διαμέρισμα αρ. 104 του συγκροτήματος 'Regina Gardens', Block 7 στην Πάφο, στο οποίο διέμενε η κατηγορούμενη μαζί με άλλο πρόσωπο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας άνδρες της ΥΚΑΝ εντόπισαν ένα τεμάχιο διαφανές νάυλο σακουλάκι χρώματος άσπρου το οποίο περιείχε ποσότητα άσπρης στερεάς ουσίας ομοιάζουσας με κοκαΐνη. Επίσης σε συρτάρι του κρεβατιού του υπνοδωματίου εντόπισαν ένα διαφανές πλαστικό κουτί εντός του οποίου υπήρχε νάυλο διαφανές κόκκινο σακούλι το οποίο περιείχε άσπρη στερεά ουσία ομοιάζουσα με κοκαΐνη καθώς και ένα τεμάχιο νάυλο διαφανές σακουλάκι πράσινου χρώματος το οποίο περιείχε καφέ συμπαγή ουσία ομοιάζουσα με κάνναβη. Αμέσως τα πιο πάνω αντικείμενα παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο τόσο στην κατηγορούμενη όσο και στο άλλο πρόσωπο, οι οποίοι δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια ο αστυφύλακας 4067 Δ. Χριστοφίδης της ΥΚΑΝ Πάφου (Μ1) εντόπισε πάνω σε τραπέζι στο σαλόνι της οικίας μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας 'Tanita' στην οποία υπήρχαν ίχνη ουσίας ομοιάζουσα με κάνναβη. Τότε επιστήθηκε η προσοχή της κατηγορουμένης στο νόμο χωρίς αυτή να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως η κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου και της ζητήθηκε να δώσει δείγμα γενετικού υλικού. Η κατηγορούμενη ανταποκρίθηκε θετικά και συνεργάστηκε με την αστυνομία για τη διερεύνηση και εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. Στα πλαίσια συνεργασίας της με την αστυνομία η κατηγορούμενη προέβηκε κατόπιν δικής της επιθυμίας σε θεληματική κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και τεκμήρια ανήκαν στην ίδια και στο άλλο πρόσωπο με το οποίο βρισκόταν στο σπίτι. Επίσης η ίδια ανάφερε ότι τη ζυγαριά ακριβείας την κατείχε η ίδια μαζί με το άλλο άτομο και ότι τα ίχνη που ανιχνεύτηκαν σ' αυτή ήταν κάνναβη. Περαιτέρω μέσα από τη θεληματική της κατάθεση η κατηγορούμενη ανάφερε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4/5/08 και 11/5/08 έκανε χρήση κοκαΐνης καθώς επίσης κάπνισε κάνναβη. Τα τεκμήρια που περισυλλέχθηκαν αποστάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις στο Κρατικό Χημείο αλλά και στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας απέστειλε τα αποτελέσματα των εξετάσεων του στις 26/6/08 ενώ το Κρατικό Χημείο τα απέστειλε στις 26/11/08. Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων έδειξαν ότι η άσπρη στερεά ουσία ήταν κοκαΐνη βάρους 13,4406 γραμμαρίων ενώ η καφέ συμπαγή ουσία ήταν κάνναβη βάρους 7,6123 γραμμαρίων. Επίσης κατά την εξέταση των τεκμηρίων, πλην της ζυγαριάς ακριβείας, απομονώθηκε γενετικό υλικό τόσο της κατηγορουμένης όσο και του άλλου ατόμου που διέμενε μαζί της. Στις 8/12/12 η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου γιατί η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε στις 08.12.12 τη στιγμή που οι επιστημονικές εξετάσεις απεστάλησαν στην αστυνομία στις 26.06.08 και 26.11.08 αντίστοιχα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι γι' αυτό δεν ευθύνεται η κατηγορούμενη. Επιπλέον σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου γιατί εφόσον η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε στις 08.12.12 η υπόθεση προωθήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης στις 27.05.14, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής είπε ότι δεν υπάρχει εξήγηση για να δοθεί. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ παράλληλα ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τα ανευρεθέντα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατασχεθούν και καταστραφούν. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 37 ετών, άγαμη που διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα υποδημάτων με μηνιαία εισοδήματα ύψους €900 περίπου από τα οποία €380 μηνιαίως πληρώνονται ως ενοίκιο. Προς όφελος της κατηγορουμένης υπάρχουν αποταμιεύσεις σε τραπεζικό οργανισμό που ανέρχονται στα €2.000. Η ίδια δεν διαθέτει τόσο ακίνητη όσο και κινητή περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα της αλλά ούτε και χρέη. Η κατηγορούμενη κατάγεται από τη Ρουμανία και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια βιοπαλαιστών. Οι γονείς της απεβίωσαν πριν από 7 χρόνια περίπου λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν. Είναι απόφοιτη λυκείου και για ένα χρόνο περίπου παρακολουθούσε μαθήματα οδοντοτεχνικής σε ιδιωτικό κολλέγιο της χώρας καταγωγής της. Αρχικά ήλθε στην Κύπρο το έτος 2007 ενώ το 2009 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα για 3 χρόνια περίπου όπου και εργαζόταν σε διάφορες εργασίες. Το έτος 2011 ήλθε εκ νέου στην Κύπρο όπου και διαμένει πλέον μόνιμα εργαζόμενη ως σερβιτόρα και στη συνέχεια ως πωλήτρια, επάγγελμα το οποίο ασκεί μέχρι σήμερα. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης με παραπομπή σε διάφορες κυπριακές αποφάσεις κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης.
(2)Την παραδοχή της στο Δικαστήριο.
(3)Το ότι απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά της και ότι έχει αντιληφθεί το σφάλμα της.
(4)Τη συνεργασία της με την αστυνομία.
(5)Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έγινε αναφορά στο ότι η κατηγορούμενη δέθηκε συναισθηματικά με το άτομο που εντοπίστηκε να διαμένει μαζί της κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου, το οποίο την ενέπλεξε στα ναρκωτικά.
(6)Το ότι από 01.09.14 η κατηγορούμενη παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης στη 'Σκέπη του Κενθέα' και αναμένεται να το ολοκληρώσει σε 18 μήνες περίπου. Επ' αυτού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εκθέσεων του κλινικού εργαστηρίου της Μαίρης Καρή-Παπαδοπούλου που δείχνουν την κατηγορούμενη να έχει υποβληθεί σε αναλύσεις αίματος την 01.09.14, 02.10.14, 03.11.14, 01.12.14, 07.01.15, 04.02.15 και 18.06.15 και να είναι αρνητική σε κάθε μια από αυτές τις ημερομηνίες στις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, ανάμεσα στις οποίες στην κοκαΐνη και στην κάνναβη.
(7)Το ότι παρόλο ότι συνελήφθηκε και άλλο άτομο εντούτοις ενώπιον της δικαιοσύνης οδηγήθηκε μόνο η κατηγορούμενη.
(8)Το χρονικό διάστημα των 7 ετών που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, χωρίς η κατηγορούμενη να ευθύνεται γι' αυτό, εντός του οποίου χρονικού διαστήματος υπήρξε μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορουμένης αφού έχουν αποβιώσει οι γονείς της, έχει τερματίσει το δεσμό της με το άτομο που την παρέσυρε στα ναρκωτικά, είναι πλέον 37 ετών, ενώ με τη σύλληψη της είχε απολυθεί και σήμερα εργάζεται με σταθερή εργασία καθώς επίσης και πλέον βρίσκεται σε πρόγραμμα απεξάρτησης από το οποίο δέχεται ψυχολογική υποστήριξη. Αναμφίβολα τα αδικήματα που η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Ενδεικτική δε της σοβαρότητας τους είναι οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Β', ήτοι κάνναβη, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 6
(2)και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 29/77μετά των συναφών τροποποιήσεων, σε ποινή φυλάκισης 8 ετών ή σε πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές ενώ η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' όπως είναι η κοκαΐνη επισύρει, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ποινή φυλάκισης 12 ετών ή σε πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Το δε αδίκημα χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου είτε είναι τάξεως 'Α' είτε είναι τάξεως 'Β', υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10(α) και τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 του ιδίου με το πιο πάνω αδίκημα νόμου, σε δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές. Τα πιο πάνω φανερώνουν τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στα αδικήματα των ναρκωτικών αυτό θεσπίζοντας ειδική νομοθεσία και καθορίζοντας το υψηλότερο όριο ποινής φυλάκισης που θα μπορούσε, ως είδος τιμωρίας σε κάποιο που το διαπράττει. Αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά έχουν όντως λάβει τρομακτικές διαστάσεις στην Κύπρο. Αποτελούν κοινωνική μάστιγα και θανάσιμη πληγή για τον τόπο μας. Σπέρνουν πόνο, δυστυχία και αργό θάνατο στα θύματα τους αλλά και στις οικογένειες τους. Στα θύματα τους περιλαμβάνονται άτομα από όλες τις ηλικίες. Η κυπριακή κοινωνία έχει περάσει από το στάδιο της ανησυχίας στο στάδιο της αγωνίας τρέμοντας για την δραματική εξάπλωση των εγκλημάτων αυτών και τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρουν. Το φαινόμενο αυτό πήρε ήδη τρομαχτικές διαστάσεις με θύματα όπως έχω πει σχεδόν από όλες τις ηλικίες. Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αποτρόπαιων αδικημάτων έχει ξεφύγει από τα όρια της λογικής επηρεάζοντας άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά, όχι μόνο τη ζωή του χρήστη αλλά της οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος του ενώ ταυτόχρονα φθείρει γενικότερα τον ιστό της κοινωνίας (Τρύφωνος v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 και Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 60). Σήμερα τα ναρκωτικά έχουν διεισδύσει, μεταξύ άλλων, σε οικίες και σχολεία διαλύοντας οικογένειες και φιλίες και συνθλίβοντας στο πέρασμα τους ατομικά όνειρα και προσδοκίες. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν επιτρέπεται εφησυχασμός αλλά αντίθετα καλούνται οι αρμόδιοι φορείς της κοινωνίας να εντατικοποιήσουν την εκστρατεία τους κατά των ναρκωτικών. Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να εφαρμόζει μηχανισμούς προστασίας και ευρύτερης βοήθειας προς τους χρήστες ναρκωτικών. Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει τέτοιας φύσεως αδικήματα με πάσα αυστηρότητα και επιβάλλει ποινές αποτρεπτικές, σε μια προσπάθεια να αναχαιτίσει την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων και παράλληλα να περάσει το μήνυμα της κοινωνίας σε νέους επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν θα γίνονται ανεκτές από την κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους - (βλ. Κάττου και άλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, 515. Βλ. επίσης, El-Beyrouty and Another v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 543). Η χρήση ναρκωτικών έχει, όντως, προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, όπως και πρόσφατα διαπιστώθηκε στην Παυλίδης κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, 15/7/96. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για τη φυσική, όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή." Μέσα από την υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως παρόλο που γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών αναφορικά με το ύψος της επιβολής ποινής, εντούτοις και στην περίπτωση των χρηστών συντρέχουν λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ειδικότερα, παρατίθεται αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα που επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου: "Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δεν θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεση του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. Έτσι και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών." Η πιο πάνω θέση όμως δεν διαγράφει την προαναφερόμενη διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών και ούτε πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην κατανόηση και βοήθεια που οι τελευταίοι πρέπει να εισπράττουν σε μια προσπάθεια απεξάρτησης τους από τα ναρκωτικά και ομαλής επανένταξης τους στο κοινωνικό σύνολο. Στην υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως τα κυπριακά δικαστήρια ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές που τέθηκαν στην σχετική επί του θέματος αγγλική υπόθεση R v. Aramah [1982] 4 Cr. App. R(S) 407 και έτσι επιβάλλονται ελαφρότερες ποινές σε περίπτωση απλής κατοχής για ιδιωτική χρήση. Ωστόσο, μέσα από την ίδια υπόθεση επισημάνθηκε ότι δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι με την τροποποίηση του Ν.29/77 για κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με το Ν.20(Ι)/92, οι ποινές αυξήθηκαν σε 8 χρόνια φυλάκισης, το οποίο δείχνει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης επιθυμεί να αποδώσει σε αδικήματα αυτού του είδους. Χαρακτηριστικό είναι ακόμη το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 στην οποία γίνεται αναφορά η υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174, που υπενθυμίζει την περιορισμένη διάκριση μεταξύ έμπορα και χρήστη ναρκωτικών: "Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης." Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Στην πιο πάνω υπόθεση Παγιαβλάς v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 ποινή 3 και 2 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε κατηγορούμενο για αδικήματα κατοχής ρητίνης κάνναβης 0,094 γραμμάρια και καπνίσματος τσιγάρου που περιείχε ποσότητα ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα, ο οποίος κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή, είχε λευκό ποινικό μητρώο, συνεργάστηκε με την αστυνομία άνευ όρων και εκδήλωσε πρόθεση να παύσει πλήρως τη χρήση κάνναβης στο μέλλον, μειώθηκε κατ' έφεση σε ποινή άμεσης φυλάκισης 45 ημερών σε κάθε μια από τις δύο κατηγορίες. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανάς κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 ποινής φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για μικρή ποσότητα κάνναβης επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω, στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυπριανίδης και άλλος v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για αδικήματα κατοχής ινδικής κάνναβης και κατοχής ξηρών φύλλων ινδικής κάνναβης, προσωπικής χρήσης με λευκό ποινικό μητρώο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το ίδιο έγινε για την επιβολή ποινής φυλάκισης 10 μηνών και 2 μηνών που επιβλήθηκαν σε συγκατηγορούμενο που βρέθηκε ένοχος για τα ίδια αδικήματα. Η διαφορετική ποινή που επιβλήθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο οφείλεται στο ότι είχε μία προηγούμενη καταδίκη για παρόμοιο αδίκημα, γεγονός που στέρησε στον εν λόγω κατηγορούμενο να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου. Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών, ο σκοπός για τον οποίον τα ναρκωτικά κατέχονται και η ηλικία του κατηγορουμένου είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής, χωρίς αυτό σε καμία περίπτωση να εξουδετερώνει το στοιχείο αποτρεπτικότητας που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση που οι υποθέσεις ναρκωτικών τυγχάνουν από τα Δικαστήρια. Βέβαια εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η μικρή ποσότητα ναρκωτικών λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως από μόνο του το γεγονός αυτό δεν έχει αναγκαστικά αποφασιστική σημασία (Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Η προσπάθεια ενός χρήστη να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό του αποτελεί ένα επιπρόσθετο μετριαστικό παράγοντα. Τέτοια προσπάθεια, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να ανταμείβεται ανάλογα, καθ' ότι με την ενδεχόμενη απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης του χρήστη (Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ 148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 82). Σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει σημειωθεί πιο πάνω αλλά και από τη μεγάλη συχνότητα και βαθμό ευκολίας που τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επίσης, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η κατοχή και χρήση ναρκωτικού τάξεως 'Α' από μέρους της κατηγορουμένης όπως είναι η κοκαΐνη. Ένας επιπλέον παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση της κατηγορουμένης είναι οι ποσότητες της κοκαΐνης και ρητίνης κάνναβης που εντοπίστηκαν στην κατοχή της. Ειδικότερα η κοκαΐνη βάρους 13,4406 γραμμαρίων καθώς και η κάνναβη βάρους 7,6123 γραμμαρίων που η κατηγορούμενη κατείχε είναι ποσότητες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ακόμη δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η κατοχή ειδικών οργάνων όπως είναι η ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας προκειμένου η κατηγορούμενη να διευκολυνθεί στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Προς όφελος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο της. (β) Την παραδοχή της στο Δικαστήριο. (γ) Την απολογία της όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου της. (δ) Η ομολογία όλων των αδικημάτων που διέπραξε στην αστυνομία και η απόλυτη συνεργασία της με τις ανακριτικές αρχές στη διερεύνηση και πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής, η οποία αποδεικνύεται έμπρακτα με την ευθέως παραδοχή της στην αστυνομία, την παροχή θεληματικής κατάθεσης στην αστυνομία, με την εθελοντική παροχή δικού της γενετικού υλικού για διευκόλυνση των επιστημονικών εξετάσεων επί των τεκμηρίων της υπόθεσης, με την δική της αποκάλυψη στην αστυνομία ότι τη ζυγαριά ακριβείας την κατείχε η ίδια μαζί με το άλλο άτομο και ότι τα ίχνη που ανιχνεύτηκαν σ' αυτή ήταν κάνναβη καθώς και με τη δική της αναφορά ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4/5/08 και 11/5/08 έκανε χρήση κοκαΐνης καθώς επίσης κάπνισε κάνναβη που είναι οι λεπτομέρειες των κατηγοριών 5 και 6. (ε) Το ότι η κατηγορούμενη δεν έχει οποιαδήποτε ανάμιξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών. (στ) Τις προσπάθειες που η κατηγορούμενη καταβάλλει προκειμένου να απεγκλωβιστεί από τον εθισμό των ναρκωτικών. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου το ότι συμμετέχει σε συγκεκριμένο πρόγραμμα απεξάρτησης στη 'Σκέπη του Κενθέα' που αναμένεται να το ολοκληρώσει σε 18 μήνες περίπου και στα πλαίσια αυτά μέχρι σήμερα σε τακτά χρονιά διαστήματα και συνολικά 7 φορές από την 01.09.14 μέχρι 18.06.15 υπεβλήθηκε σε ανάλυση αίματος όπου σε όλες τις φορές διαπιστώθηκε ότι ήταν αρνητική στις διάφορες ναρκωτικές ουσίες, ανάμεσα στις οποίες στην κοκαΐνη και στην κάνναβη. (στ) Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και συγκεκριμένα ότι άλλο άτομο με το οποίο συνδέθηκε συναισθηματικά την ενέπλεξε στον εγκληματικό χώρο των ναρκωτικών στον οποίο στη συνέχεια εθίστηκε. (ζ) Το ότι το άτομο που χρησιμοποιώντας τη συναισθηματική αδυναμία που η κατηγορούμενη του είχε και την ώθησε στα ναρκωτικά δεν προσήχθη ενώπιον της δικαιοσύνης. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 37 ετών, άγαμη και διαμένει μόνη της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. · Είναι απόφοιτη λυκείου και για ένα χρόνο περίπου παρακολουθούσε μαθήματα οδοντοτεχνικής σε ιδιωτικό κολλέγιο της χώρας καταγωγής της. · Τα μηνιαία εισοδήματα της ανέρχονται σε €900 και προέρχονται από την εργασία ως πωλήτρια σε κατάστημα υποδημάτων, από τα οποία €380 μηνιαίως πληρώνονται ως ενοίκιο. · Δεν διαθέτει τόσο ακίνητη όσο και κινητή περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα της. · Οι γονείς της απεβίωσαν πριν από 7 χρόνια αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας σε διάστημα 6 μηνών ο ένας από τον άλλο. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι ενώ όλα τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 11.05.08 και η διερεύνηση της υπόθεσης ουσιαστικά ολοκληρώθηκε στις 26.11.08 με την αποστολή των επιστημονικών εξετάσεων, η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε από την αστυνομία στις 08.12.12, δηλαδή μετά από 4 χρόνια περίπου χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δικαιολογία για την ολιγωρία αυτή της αστυνομίας. Παρόλο ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το έτος 2009 η κατηγορούμενη εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα για 3 χρόνια, εντούτοις ουδεμία εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί αφέθηκε να εγκαταλείψει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς επίσης γιατί δεν έγιναν διαβήματα να μεταφερθεί από την Ελλάδα και να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης. Επιπλέον ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί ενώ η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε στις 08.12.12 η υπόθεση προωθήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης στις 27.05.14, δηλαδή μετά από καθυστέρηση 18 μηνών. Από εκεί και πέρα θα έλεγα η κατηγορούμενη δεν ευθύνεται και για το χρόνο των 15 μηνών που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι σήμερα. Συνεπώς το Δικαστήριο λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το συνολικό χρόνο των 7 ετών και 3 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή. Βέβαια σε αντίθεση με τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης με βάση την αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης καθώς και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Συγκεκριμένα ο θάνατος των γονιών της κατηγορουμένης επήλθε αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως το ίδιο ισχύει για τον τερματισμό της σχέσης της με το άτομο που την παράσυρε στα ναρκωτικά. Σε σχέση με το καθεστώς εργασίας της αυτό φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί καθότι η κατηγορούμενη το έτος 2009 μετέβηκε στην Ελλάδα όπου για 3 χρόνια εργαζόταν εκεί ενώ το 2011 που επέστρεψε στην Κύπρο εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρα και στη συνέχεια ως πωλήτρια, επάγγελμα το οποίο ασκεί μέχρι σήμερα. Το δε πρόγραμμα απεξάρτησης στη 'Σκέπη του Κενθέα' στο οποίο συμμετέχει και αδιαμφισβήτητα δέχεται ψυχολογική υποστήριξη, δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορουμένης. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη μεγάλη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η μεγάλη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής ποινών που να αντανακλά σε αυστηρή αντιμετώπιση της υπόθεσης αυτής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της μεγάλης σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στην κατηγορούμενη οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 30 ημερών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι η κατηγορούμενη διέπραξε πολύ σοβαρής φύσεως αδικήματα, στον εγκληματικό χώρο των οποίων όμως βρέθηκε εξαιτίας άλλου ατόμου με το οποίο είχε συναισθηματικά δεθεί και δεν μπορούσε έτσι την περίοδο εκείνη να εκτιμήσει καθαρά και ελεύθερα την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία είχε εμπλακεί. Παράλληλα η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 7 χρόνια και 3 μήνες περίπου από τότε που διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχτηκε ότι διέπραξε στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Η ευθέως ομολογία της στην αστυνομία επί όλων των αδικημάτων που διέπραξε και η απόλυτη συνεργασία της με τις ανακριτικές αρχές στη διερεύνηση και πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής στο βαθμό και την έκταση που έχει ήδη περιγραφεί πιο πάνω, σε συνδυασμό με τον τερματισμό της σχέσης της με το άτομο που την παρέσυρε στο χώρο των ναρκωτικών, η απολογία της και η παραδοχή της στο Δικαστήριο σε συνάρτηση με τις προσπάθειες που καταβάλλει για να απεγκλωβιστεί από τη μάστιγα των ναρκωτικών, φανερώνουν μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή που δεν μπορεί να αγνοηθεί όπου υπήρξε αναγνώριση του σφάλματος και συνοδεύτηκε με έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους της κατηγορουμένης. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων περιστατικών και δεδομένων κρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθεί στην κατηγορούμενη μία δεύτερη ευκαιρία για να ολοκληρώσει το πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχει και λαμβάνει ψυχολογική υποστήριξη και να κερδίσει την μάχη για απεξάρτηση της από τα ναρκωτικά, την οποία ευκαιρία η κατηγορούμενη δικαιούται να έχει για να προχωρήσει με τη ζωή της. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης) Επιπλέον, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Ν.29/77, διατάζω όπως τα τεκμήρια δημευθούν και καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως ''Α' και Β/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.