← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14335/11, 6/8/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14335/11, 6/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14335/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
  2. ΜΑΡΙΝΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 06.08.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1 & 3: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενοι 1 & 3: παρόντες ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 βρέθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες και μία κατηγορία αντίστοιχα επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.07.15, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €330 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Επιπλέον η κυρία Παπαλαζάρου δήλωσε πως ο κατηγορούμενος 1 έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο Θεοδόση Χριστοδούλου, ο οποίος τον έχει συγχωρέσει και κανένα παράπονο ή απαίτηση έχει εναντίον του. Παράλληλα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε στις προσπάθειες που οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κατέβαλαν για να συμφιλιωθούν με τον παραπονούμενο Γεώργιο Παπαγεωργίου, στο βαθμό και την έκταση που η συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία εκθέσεων από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης που καταγράφει τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, κατάγεται από την Πάφο, είναι αρραβωνιασμένος, άνεργος και διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Πάφο για το οποίο καταβάλλει μηνιαίως ενοίκιο ύψους €
  4. Είναι το δεύτερο στη σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας του μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Για περίοδο 6 μηνών ο κατηγορούμενος 1 λάμβανε ανεργειακό επίδομα από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενώ στη συνέχεια συντηρείτο οικονομικά από τους γονείς του και ειδικότερα από την μητέρα του που είναι η μόνη που εργάζεται λαμβάνοντας μηνιαίως το ποσό των €800 εργαζόμενη ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο της Πάφου. Ωστόσο υπέβαλε αίτηση για εργασία και από τον Σεπτέμβριο 2015 πρόκειται να εργοδοτηθεί στα κρατικά ινστιτούτα ως ωρομίσθιος μαθηματικός. Ο κατηγορούμενος 1 δεν διαθέτει αποταμιεύσεις προς όφελος του αλλά ούτε και χρέη. Μοναδικό κινητό περιουσιακό στοιχείο του είναι ένα όχημα μάρκας Honda αξίας €1.
  5. Ο ίδιος δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. Ο κατηγορούμενος 1 είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου Αθηνών του κλάδου μαθηματικών. Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας στην Εθνική Φρουρά και των σπουδών του, ο εν λόγω κατηγορούμενος εργοδοτήθηκε για 6 χρόνια ως ωρομίσθιος μαθηματικός στα κρατικά ινστιτούτα. Τον τελευταίο χρόνο όμως δεν επαναπροσλήφθηκε και έτσι βρέθηκε στο χώρο της ανεργίας. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου 1 με την αρραβωνιαστικιά του περιγράφονται από τον ίδιο ως άριστες και σκοπεύουν να παντρευτούν. Η κοπέλα του κατηγορουμένου 1 είναι επίσης άνεργη. Όπως ακόμη σημειώνεται στην έκθεση, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Παράλληλα ο ίδιος εξέφρασε ανησυχία για την επαγγελματική του πορεία ένεκα της εξέλιξης που είχε η παρούσα ποινική υπόθεση. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης που σημειώνει τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 3, ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, κατάγεται από την Πάφο, είναι άγαμος και διαμένει με τους γονείς του στην πατρική του οικία στην Πάφο. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Είναι το τρίτο στη σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του με τα μέλη της οποίας διατηρεί ικανοποιητικές σχέσεις. Ο κατηγορούμενος 3 διαθέτει προς όφελος του αποταμιεύσεις ύψους €10.000 αλλά δεν έχει χρέη. Μοναδικό κινητό περιουσιακό στοιχείο του είναι ένα αυτοκίνητο αξίας €1.
  6. Ο ίδιος δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. Με την αποφοίτηση του από το λύκειο ο κατηγορούμενος 3 πήρε αναστολή από την Εθνική Φρουρά για να φοιτήσει στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο στον κλάδο του πολιτικού μηχανικού. Λόγω όμως οικονομικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν στην οικογένεια του, αναγκάστηκε μετά από πάροδο ενός έτους να διακόψει τις σπουδές του και να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά. Όταν ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία ο κατηγορούμενος 3 εργοδοτήθηκε ως τεχνικός σε εταιρεία τοποθέτησης ανελκυστήρων, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι τον Μάρτιο
  7. Σήμερα είναι άνεργος και συντηρείται οικονομικά από τους γονείς του καθώς και από τις προαναφερόμενες αποταμιεύσεις που έχει. Όπως περαιτέρω σημειώνεται στην έκθεση, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Επίσης σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 3 βρίσκεται σε άσχημη συναισθηματική κατάσταση ανησυχώντας για την υγεία των γονιών του, οι οποίοι παρουσιάζουν προβλήματα υπέρτασης και σακχάρου, υπό το φως της έκβασης που είχε η παρούσα ποινική υπόθεση. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης με αναφορά στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Πική σελίδες 11-13 και με παραπομπή σε διάφοιρες κυπριακές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το ότι οι κατηγορούμενοι ενέργησαν εν βρασμώ ψυχής και απερίσκεπτα χωρίς να σκεφτούν ότι ενεργούσαν λανθασμένα και δίχως να αντιληφθούν τις συνέπειες των πράξεων τους.
(2)Το επίδικο περιστατικό να θεωρηθεί ως μεμονωμένο.
(3)Το ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός στις πράξεις των κατηγορουμένων αλλά λανθασμένα εξέλαβαν τα λεγόμενα των παραπονούμενων ως προκλητική συμπεριφορά εναντίον τους, πράγμα που τους ώθησε στο να ενεργήσουν με τον τρόπο που έπραξαν στα πλαίσια προστασίας του αδελφού του κατηγορουμένου 1.
(4)Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων.
(5)Το ότι οι κατηγορούμενοι έχουν αντιληφθεί το σφάλμα τους και υπόσχονται να μην επαναλάβουν τέτοια συμπεριφορά.
(6)Τη συμφιλίωση του κατηγορουμένου 1 με τον παραπονούμενο Θεοδόση Χριστοδούλου.
(7)Οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με τον παραπονούμενο Γεώργιο Παπαγεωργίου απολογούμενοι σ' αυτόν και προσφέροντας του συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, πράγμα όμως που δεν έγινε αποδεκτό από τον εν λόγω παραπονούμενο.
(8)Ο κατηγορούμενος 1 ήταν άριστος μαθητής και φοίτησε στη σχολή μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αθηνών με υποτροφία από την Ιερά Μητρόπολη Πάφου.
(9)Ο κατηγορούμενος 3 αρνήθηκε να αποδεχτεί να εργάζεται ως τεχνικός σε μεγάλη εταιρεία στη Νιγηρία έναντι σημαντικών οικονομικών απολαβών ένεκα της παρούσας ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε.
(10)Ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ερχόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων, η συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας. Καταλήγοντας, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στους κατηγορουμένους ποινή στερητικής της ελευθερίας τους συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της. Αναμφίβολα το αδίκημα για το οποίο οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι ότι διέπραξαν είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης επισύρει, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Αυτό φανερώνει τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στο αδίκημα αυτό θεσπίζοντας το προαναφερόμενο ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης ως είδος τιμωρίας σε κάποιο που το διαπράττει. Η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη έγκειται επίσης στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού ενισχύεται ακόμη από το γεγονός ότι η διάπραξη του παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μάλιστα ορισμένες από αυτές υπό την μορφή των εκτάκτων περιπτώσεων αναγκάζοντας το Δικαστήριο να διακόπτει το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα του προκειμένου να τις επιληφθεί. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο που διέπραξε το αδίκημα της κοινής επίθεσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης, στην υπόθεση Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 όπου το ίδιο αδίκημα διαπράχτηκε σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων παρευρισκομένων επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή, με λευκό ποινικό μητρώο και κατόπιν συμφιλίωσης με τον παραπονούμενο, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581 ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Εν πάσει περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα για το οποίο οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, την καθιστούν σοβαρή. Οι κατηγορούμενοι αναίτια και χωρίς πρόκληση επιτέθηκαν εναντίον του παραπονούμενου Γεώργιου Παπαγεωργίου. Ο δε κατηγορούμενος 1 εντελώς αδικαιολόγητα και απρόκλητα επιτέθηκε και στον δεύτερο παραπονούμενο Θεοδόση Χριστοδούλου. Το ότι προηγουμένως ο παραπονούμενος Γεώργιος Παπαγεωργίου είχε ανταποδώσει στον αδελφό του κατηγορουμένου 1 σπρώξιμο που δέχτηκε στον ώμο με το δικό του ώμο και αμέσως στη συνέχεια είχε τοποθετήσει τα δάκτυλα του στο στήθος του πρώην κατηγορουμένου 2 σπρώχνοντας τον προς τα πίσω για να τον απωθήσει μπροστά στον κίνδυνο που αισθάνθηκε για τη σωματική του ακεραιότητα όταν ο τελευταίος οργισμένος και κάτω από ένταση είχε τοποθετήσει τις γροθιές του πάνω στο στήθος του παραπονούμενου Γεώργιου Παπαγεωργίου, σε καμία περίπτωση δικαιολογεί την βίαιη και επικίνδυνη εκ των υστέρων συμπεριφορά των κατηγορουμένων με θύματα τελικά δύο άτομα. Οι ίδιοι τελικά οι κατηγορούμενοι ήταν που με τις δικές τους επιθετικές ενέργειες προκάλεσαν το επεισόδιο που οδήγησε στον τραυματισμό δύο προσώπων. Η συμπεριφορά που οι κατηγορούμενοι επέδειξαν είναι απαράδεκτη, ασύγγνωστη και καταδικαστέα από κάθε πλευρά. Όλα αυτά είναι στοιχεία που επιβαρύνουν τη θέση των κατηγορουμένων. Περαιτέρω παρατηρώ ότι οι επιθέσεις και γενικότερα το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα στο γυμναστήριο με την επωνυμία "Braiv" που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης στην Πάφο στην παρουσία άλλων θαμώνων, γνωστών των παραπονούμενων αλλά και άλλων άγνωστων ατόμων που εκείνη τη στιγμή γυμνάζονταν. Σίγουρα από την επίθεση αυτή μπροστά στη θέα άλλων προσώπων η προσωπικότητα του παραπονούμενου Γεώργιου Παπαγεωργίου δέχτηκε πλήγμα ενώ η αξιοπρέπεια του καταρρακώθηκε. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι με την επίθεση τους εναντίον του Γεώργιου Παπαγεωργίου παραβίασαν το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του εν λόγω παραπονούμενου. Ομοίως ισχύει για την επίθεση του κατηγορουμένου 1 εναντίον του Θεοδόση Χριστοδούλου. Πρόκειται για επιβαρυντικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Όσον αφορά την επίθεση εναντίον του Γεώργιου Παπαγεωργίου, αυτή, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται βίαιη και σφοδρή αγγίζοντας τα όρια της επικίνδυνης για τη ζωή του εν λόγω παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε τον παραπονούμενο αυτό στο πίσω μέρος της κεφαλής του και σε συνδυασμό με τα νερά που χύθηκαν χάμω προκάλεσαν την πτώση του εν λόγω παραπονούμενου στο έδαφος. Οι κατηγορούμενοι δεν σεβάστηκαν το γεγονός ότι ο εν λόγω παραπονούμενος βρισκόταν στο έδαφος και του επιτέθηκαν με καταιγισμό κτυπημάτων, γροθιών και κλωτσιών σε όλο του το σώμα περιλαμβανομένου στα πόδια, στην πλάτη, στο κεφάλι, στα χέρια και στο γόνατο. Τα κτυπήματα αυτά που επέφεραν στον Γεώργιο Παπαγεωργίου ήταν τόσο σφοδρά και βίαια που ο εν λόγω παραπονούμενος όχι μόνο προσπάθησε 1-2 φορές να σηκωθεί από το έδαφος χωρίς να τα καταφέρει αλλά αναγκάστηκε να καλύψει το μέτωπο του με τις γροθιές του προκειμένου να προστατέψει το πρόσωπο του, τη μύτη, τα δόντια του και άλλα εκεί μέρη από τυχόν κατάγματα και τραύματα. Το μένος των κατηγορουμένων έναντι του Γεώργιου Παπαγεωργίου δεν υποχώρησε όταν αυτός βρισκόταν αβοήθητος και κτυπημένος κάτω στο έδαφος με αποτέλεσμα αυτοί να συνεχίζουν να τον κτυπούν με βία. Έστω και στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσε η επίθεση εναντίον του Γεώργιου Παπαγεωργίου, οι κατηγορούμενοι αδιαφόρησαν για τη σωματική ακεραιότητα του παραπονούμενου αυτού. Όλα αυτά είναι επιβαρυντικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την επίθεση εναντίον του Θεοδόση Χριστοδούλου από τον κατηγορούμενο 1 δεν θα την χαρακτήριζα σφοδρή και βίαιη αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να παραγνωριστεί το θράσος του εν λόγω κατηγορουμένου όταν στηρίχτηκε από το σβέρκο του Θεοδόση Χριστοδούλου προκειμένου να καταφέρει να κτυπήσει τον Γεώργιο Παπαγεωργίου αδιαφορώντας αν με την παράνομη αυτή ενέργεια του θα προκαλούσε τραύμα στον Χριστοδούλου. Σε τελευταία ανάλυση αμφότεροι κατηγορούμενοι με τη χρήση βίας επέδειξαν πλήρη ασέβεια στη σωματική ακεραιότητα των παραπονούμενων Χριστοδούλου και Παπαγεωργίου πλήττοντας το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα τους που κατοχυρώνεται συνταγματικά. Με τον τρόπο που έδρασαν σε καμία περίπτωση έδειξαν να είχαν υπολογίσει ή να είχαν προβληματιστεί από τις παράνομες ενέργειες τους που εγκυμονούσαν κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα των παραπονούμενων και κυρίως για τον παραπονούμενο Γεώργιο Παπαγεωργίου. Ούτε και μέσα από τον τρόπο που επιτέθηκαν εναντίον των παραπονούμενων έδειξαν ότι τους είχαν απασχολήσει οι συνέπειες που θα είχαν από τις παράνομες πράξεις τους. Είναι πράγματι θλιβερό και συνάμα απογοητευτικό για την κυπριακή κοινωνία δύο άτομα μορφωμένα, της προσωπικότητας, του χαρακτήρα και του ήθους, στα οποία η συνήγορος υπεράσπισης έκανε αναφορά ότι αντανακλούν τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, να επιλέξουν να επιλύσουν τις διαφορές τους με άλλο άτομο με επίδειξη της σωματικής τους δύναμης και να εκτονώνονται κτυπώντας επικίνδυνα με όποιο τρόπο μπορούσαν άτομο που αντιλήφθηκαν ότι ήταν αβοήθητο αγνοώντας παντελώς για τα τραύματα που θα μπορούσαν να του προκαλέσουν. Αυτό σίγουρα δεν είναι επίπεδο που αρμόζει σε άτομα τέτοιου εκτοπίσματος που η συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ότι χαρακτηρίζει τους κατηγορουμένους 1 και
  1. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου, το είδος, η σοβαρότητα και η έκταση των σωματικών βλαβών που οι παραπονούμενοι Χριστοδούλου και Παπαγεωργίου υπέστηκαν συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκαν από τους κατηγορουμένους, τα οποία και λαμβάνονται υπόψη. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο παραπονούμενος Χριστοδούλου υπέστηκε θλαστικό τραύμα αυχενικής χώρας (απώλεια δέρματος) με διαστάσεις 4,5 εκ. χ 0,5 εκ. με περίοδο επούλωσης 4-5 ημέρες. Σύμφωνα περαιτέρω με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο παραπονούμενος Παπαγεωργίου εξετάστηκε στις 29.07.11 αρχικά από ιατρό του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου και διαπιστώθηκαν εκχυμώσεις στο δεξί γόνατο του, δηλαδή επιφανειακά αιματώματα που προκλήθηκαν μετά από κάκωση, 3-4 μικροεκδορές στην περιοχή των μετακαρπίων και άλγος στη δεξιά πηχαιοκαρπική. Το δεξί του γόνατο είχε φουσκώσει και δεν μπορούσε να βαδίσει με αυτό φυσιολογικά ενώ αισθανόταν ζάλη. Ακολούθως την ίδια ημέρα που εξετάστηκε από ορθοπεδικό χειρούργο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου διαπιστώθηκε ότι υπέστηκε οστική κάκωση στην πρόσθια έξω επιφάνεια της επιγονατίδας, διάταση του έξω πλαγίου καθώς και σημαντική ενδαρθρική συλλογή του γόνατος (δηλαδή ύπαρξη υγρού στην άρθρωση του γόνατος) με αιμάτωμα στην άνω επιφάνεια της δεξιάς κνήμης (δηλαδή τοπική περιορισμένη αιμορραγία μετά από την οστική κάκωση). Παράλληλα παρατηρήθηκε άλγος στον έξω πλάγιο σύνδεσμο και χωλότητα στη βάδιση. Στον Παπαγεωργίου χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή καθώς επίσης του συνεστήθη ειδικός νάρθηκας και η μη φόρτιση του σκέλους. Στις 03.08.11 ο Παπαγεωργίου επανεξετάστηκε ιατρικά και υπεβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία μέσα από την οποία εντοπίστηκε ότι η οστική κάκωση ήταν οστικό οίδημα στην πρόσθια και έξω επιφάνεια της επιγονατίδας. Το τραύμα στο γόνατο προκλήθηκε από άμεση πλήξη και ραιβότητα του γόνατος υπό τη μορφή της έσω παρεκτόπισης της κνήμης σε σχέση με τον μηριαίο, πράγμα που οδήγησε στην κάκωση του έξω πλαγίου συνδέσμου. Ο δε εντοπισμός 'διάτασης του έξω πλαγίου' παρέπεμπε σε πρώτου βαθμού διάταση και ειδικότερα σε μερική ρήξη των ινών του συνδέσμου. Επίσης ο εν λόγω παραπονούμενος αισθανόταν άλγος, η ένταση του οποίου αυξανόταν όσο το αιμάτωμα μεγάλωνε μέσα στην ενδαρθρική συλλογή. Στον Παπαγεωργίου συνεστήθη η συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής καθώς και φυσιοθεραπεία. Στις 26.08.11 ο Παπαγεωργίου εξετάστηκε εκ νέου όπου και διαπιστώθηκε ότι η ενδαρθρική συλλογή υποχώρησε αλλά παρέμεινε ο περιορισμός των κινήσεων του γόνατος και γι' αυτό του συνεστήθη η συνέχιση της φυσιοθεραπείας. Στις 20.01.12 ο εν λόγω παραπονούμενος εξετάστηκε ιατρικά εκ νέου επειδή παραπονιόταν για δυσκολία στις ακραίες κινήσεις του γόνατος, στις σκάλες και κατόπιν παρατεταμένης ορθοστασίας του κατά την οποία του συνεστήθη ενίσχυση των μυών του γόνατος όπως ασκήσεις κολύμπι. Ασφαλώς και οι πιο πάνω τραυματισμοί επέφεραν πόνο και ταλαιπωρία στους παραπονούμενους υποχρεώνοντας τους να μεταβούν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και να τύχουν ιατρικής εξέτασης. Μάλιστα ο παραπονούμενος Παπαγεωργίου για μία εβδομάδα δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ ενώ όπως ήδη λέχθηκε πιο πάνω έτυχε ιατρικής παρακολούθησης και θεραπευτικής αγωγής από ορθοπεδικό χειρούργο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μέχρι τις 20.01.12, πράγμα που δείχνει το μέγεθος της ταλαιπωρίας και της αναστάτωσης που υπέστηκε. Όλα αυτά δεν παραγνωρίζονται από το Δικαστήριο. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. (β) Την απολογία τους στο Δικαστήριο όπως αυτή εκφράστηκε δια της συνηγόρου του και παράλληλα της υπόσχεσης τους να μην επαναλάβουν παρόμοιας φύσεως αξιόποινη συμπεριφορά. (γ) Το ότι ο κατηγορούμενος 1 απολογήθηκε προς τον παραπονούμενο Θεοδόση Χριστοδούλου με τον οποίο έχουν συμφιλιωθεί με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην έχει πλέον οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου
  2. (δ) Τις προσπάθειες που οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν για να συμφιλιωθούν με τον παραπονούμενο Γεώργιο Παπαγεωργίου προς τον οποίο απολογήθηκαν και πρόσφεραν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, ανεξαρτήτως αν αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τον εν λόγω παραπονούμενο. (ε) Το ότι η αξιόποινη συμπεριφορά τους κρίνεται στιγμιαία και αυθόρμητη λόγω στιγμιαίας έκρηξης θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου τους με τους κατηγορουμένους να μην είναι σε θέση να εκτιμήσουν και να διαχειριστούν ορθά, λογικά, με σύνεση και με νηφαλιότητα την κατάσταση που προέκυψε, παρασυρόμενος ο μεν κατηγορούμενος 1 λανθασμένα από την εκτίμηση ότι ο αδελφός του, ο άνθρωπος που δημιούργησε την αρχή του επεισοδίου, δυνατό να δεχόταν επίθεση, ενώ ο δε κατηγορούμενος 3 εξίσου λανθασμένα ότι αυτό θα συνέβαινε στον φίλο του, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 3, όπως αυτές εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα: (i) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ότι: · Είναι ηλικίας 31 ετών. · Προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. · Διαμένει με την αρραβωνιαστικιά του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. · Είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου Αθηνών του κλάδου μαθηματικών. · Δεν διαθέτει αποταμιεύσεις προς όφελος του και ούτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. · Μοναδικό κινητό περιουσιακό στοιχείο του είναι ένα όχημα μάρκας Honda αξίας €1.500 · Όπως και η αρραβωνιαστικιά του ο ίδιος είναι άνεργος και συντηρείται οικονομικά από την μητέρα του. · Οι σχέσεις του με την αρραβωνιαστικιά του, την οποία σκοπεύει να νυμφευθεί, είναι άριστες. · Ανησυχεί για την επαγγελματική του πορεία ένεκα της εξέλιξης που είχε η παρούσα ποινική υπόθεση. (ii) Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 ότι: · Είναι ηλικίας 31 ετών και άγαμος. · Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. · Διαμένει με τους γονείς του στην πατρική του οικία στην Πάφο. · Ο κατηγορούμενος 3 διαθέτει προς όφελος του αποταμιεύσεις ύψους €10.000 και μοναδικό κινητό περιουσιακό στοιχείο του είναι ένα αυτοκίνητο αξίας €1.
  3. · Δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. · Επιχείρησε να φοιτήσει στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο στον κλάδο του πολιτικού μηχανικού αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν στην οικογένεια του, αναγκάστηκε μετά από πάροδο ενός έτους να διακόψει τις σπουδές του. · Στο παρελθόν ο κατηγορούμενος 3 εργοδοτήθηκε ως τεχνικός σε εταιρεία τοποθέτησης ανελκυστήρων, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι τον Μάρτιο
  4. · Σήμερα είναι άνεργος και συντηρείται οικονομικά από τους γονείς του καθώς και από τις προαναφερόμενες αποταμιεύσεις που έχει. · Βρίσκεται σε άσχημη συναισθηματική κατάσταση ανησυχώντας για την υγεία των γονιών του, οι οποίοι παρουσιάζουν προβλήματα υπέρτασης και σακχάρου, υπό το φως της έκβασης που είχε η παρούσα ποινική υπόθεση. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 28.07.11 και με γνώμονα ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 04.11.11 ουδεμία ολιγωρία ή καθυστέρηση υπάρχει από μέρους της κατηγορούσας αρχής στην προώθηση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Το κατηγορητήριο επιδόθηκε σε όλους τους κατηγορουμένους στις 07.12.
  1. Η παρούσα υπόθεση τέθηκε αρχικά ενώπιον αδελφού Δικαστή. Όλοι οι κατηγορούμενοι του κατηγορητηρίου εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο. Στις 24.01.12 ο πρώην κατηγορούμενος 2 απουσίαζε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Το ίδιο συνέβηκε στις 23.10.12 αφού προηγουμένως στις 09.02.12 όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή και στις 02.05.12 η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Επειδή το προαναφερόμενο ένταλμα σύλληψης δεν μπορούσε να εκτελεστεί στις 24.09.13 η ποινική δίωξη εναντίον του πρώην κατηγορουμένου 2 διακόπηκε. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε συνολικά 5 φορές από τις οποίες μία φορά κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο (02.05.12) και 4 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου (27.01.13, 03.04.14, 30.05.14 και 15.09.14). Στις 21.10.14 ο δικαστηριακός φάκελος της υπόθεσης τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά από εξαίρεση του αδελφού Δικαστή και κατόπιν οδηγιών της Διοικητικού Προέδρου. Αμέσως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13.11.14 αλλά εκείνη την ημέρα η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω απουσίας του κατηγορουμένου 3, εναντίον του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Η παρούσα υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15.12.14, η εκδίκαση της οποίας ξεκίνησε εκείνη την ημερομηνία και ολοκληρώθηκε στις 19.06.
  2. Στο χρονικό αυτό διάστημα έδωσαν ένορκη κατάθεση πέντε μάρτυρες κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 καθώς και ένας κοινός μάρτυρας υπεράσπισης ενώ κατατέθηκαν 10 τεκμήρια. Το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ουσιαστικά δεν ευθύνονται για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της. Συνεπώς το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη του για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής το συνολικό χρόνο των 4 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή χωρίς όμως, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, να παρατηρείται να έχει σημειωθεί μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων των κατηγορουμένων 1 και
  3. Η δημιουργία σχέσης και η προοπτική για τέλεση αρραβώνα του κατηγορουμένου 1 με την μνηστή του δεν είναι από μόνο του δεδομένο που διαφοροποιεί την προσωπική κατάσταση του εν λόγω κατηγορουμένου. Το ίδιο ισχύει και για το ότι αμφότεροι κατηγορούμενοι σήμερα είναι άνεργοι. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους 1 και 3 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής ποινών που να αντανακλά σε αυστηρή αντιμετώπιση της υπόθεσης αυτής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στους κατηγορουμένους 1 και 3 ποινή στερητικής της ελευθερίας τους. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους 1 και 3 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε κάθε ένα από τους κατηγορουμένους 1 και 3 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών στον κατηγορούμενο
  4. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους 1 και 3 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  5. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 διέπραξαν σοβαρής φύσεως αδίκημα μέσα από ένα περιστατικό στιγμιαίας έκρηξης θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου τους, χωρίς στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού, αλλά παρασυρόμενοι από λανθασμένες εκτιμήσεις της στιγμής. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει περίπου 4 χρόνια από τότε που διέπραξαν τα αδικήματα που κρίθηκαν ένοχοι στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησαν ξανά την δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζω την απολογία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο, έστω και την υστάτη. Τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου 1 προς τον παραπονούμενο Θεοδόση Χριστοδούλου με τον οποίο έχουν συμφιλιωθεί και ο οποίος πλέον δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση εναντίον του εν λόγω κατηγορουμένου καθώς επίσης τις προσπάθειες που οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν για να συμφιλιωθούν με τον παραπονούμενο Γεώργιο Παπαγεωργίου προς τον οποίο απολογήθηκαν και πρόσφεραν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση, ασχέτως αν αυτές έγιναν σε καθυστερημένο στάδιο και ανεξαρτήτως αν η χειρονομία αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον εν λόγω παραπονούμενο, φανερώνουν μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη με το επίδικο συμβάν να εκλαμβάνεται ως μεμονωμένο περιστατικό μέσα από το οποίο υπήρξε αναγνώριση του σφάλματος τους που συνοδεύτηκε με έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους των κατηγορουμένων έστω και καθυστερημένα. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων περιστατικών και δεδομένων και εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια κρίνω, κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους. Το Δικαστήριο θεωρεί οι κατηγορούμενοι δικαιούνται να έχουν μία δεύτερη ευκαιρία και να προχωρήσουν με τη ζωή του, ελπίζοντας ότι έχουν παραδειγματιστεί από το μεγάλο τους λάθος. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγούνται στους κατηγορουμένους 1 και 3 η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης) Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 να καταβάλουν εξ' ημισείας αλλά αυθημερόν έξοδα ύψους €330. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.