Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. James Michael Venn, Aρ. Υπόθεσης 8117/15, 14/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B115 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 8117/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - James Michael Venn Ημερομηνία: 14.9.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Κατηγορούμενος: παρών Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10.9.15 ο Κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου. Αντιμετωπίζει 13 κατηγορίες κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(4)(α),
(3)και 4(γ) του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Κατά την πιο πάνω ημέρα η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα της δίκης. Έρεισμα για το αίτημα αποτελεί σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο κίνδυνος μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου κατά την ημέρα της δίκης καθώς και ο κίνδυνος επηρεασμού της παραπονούμενης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ενέστη στην κράτηση του πελάτη του. Αντεξετάζοντας την μάρτυρα που η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε προς υποστήριξη του αιτήματός της ο ευπαίδευτος συνήγορος στην ουσία δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, αμφισβήτησε, όμως, ότι στην βάση των όσων η μάρτυρας με την μαρτυρία της υποστήριξε δικαιολογείται η κράτηση του πελάτη του μέχρι την δίκη του. Προς υποστήριξη του αιτήματος της Αστυνομίας κλήθηκε ως μάρτυρας η εξεταστής της υπόθεσης, Γ/Αστ 1939, Άντρη Γεωργίου η οποία υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Κατηγορούμενος κατοικεί στην Κύπρο από το έτος
- Διαμένει με την σύζυγό του στο χωριό Ίνεια της επαρχίας Πάφου όπου έχει ανεγείρει κατοικία. Τα Καλοκαίρια τον επισκέπτεται η θυγατέρα του, η οποία είναι φοιτήτρια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εργάζεται ως καθαριστής πισίνων σε εταιρεία που εδρεύει στην Πέγεια. Δυο είναι οι λόγοι σύμφωνα με την μάρτυρα για τους οποίους ζητείται η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την εμφάνισή του στο Κακουργιοδικείο. Ο πρώτος είναι η πιθανότητα να φυγοδικήσει και να μην παρουσιασθεί στην δίκη και ο δεύτερος είναι η πιθανότητα να επηρεάσει την παραπονούμενη ηλικίας 11 ετών. Προς επίρρωση του αιτήματος η μάρτυρας σε σχέση με το πρώτο ανέφερε ότι το αίτημα στηρίζεται στις δύο καταθέσεις της παραπονούμενης καθώς και αυτής της νονάς της. Αυτές αναδεικνύουν σοβαρό ενδεχόμενο καταδίκης του. Επιπλέον τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι σοβαρά και κάποια από αυτά επισύρουν την ποινή της διά βίου φυλάκισης. Υποστήριξε επιπλέον ότι ο Κατηγορούμενος έχει στενούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο όπου και διαμένουν μόνιμα οι δυο του υιοί. Η μάρτυρας κατέθεσε φάκελο ο οποίος περιέχει όλο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και ο οποίος σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α. Σε σχέση με το δεύτερο και προς επίρρωση του αιτήματος η μάρτυρας υποστήριξε ότι η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος διαμένουν στην Ίνεια. Η Ίνεια είναι ένα πολύ μικρό χωριό και μια κλειστή κοινωνία. Στην Ίνεια η παραπονούμενη μένει τα Καλοκαίρια μαζί με τον παππού της ηλικίας 69 ετών. Στην Ίνεια με τον παππού ζει και η μεγαλύτερη αδελφή. Το υπόλοιπο του έτους η παραπονούμενη ζει στις Κάτω Αρόδες μαζί με την μητέρα της. Τα δύο χωριά είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο. Με το αυτοκίνητο η απόσταση είναι μερικά λεπτά. Η παραπονούμενη είναι παιδί διαζευγμένων γονιών. Οι γονείς της είναι και οι δύο κωφάλαλοι. Ο δε πατέρας εδώ και δέκα χρόνια δεν έχει καμία επαφή με την οικογένεια. Η μάρτυρας ως εκ της οικογενειακής της κατάστασης χαρακτήρισε την παραπονούμενη ευάλωτη, στην βάση δε όλων των πιο πάνω δήλωσε ότι τρέφει τον φόβο ότι ο Κατηγορούμενος σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος θα επηρεάσει την παραπονούμενη. Δήλωσε, επίσης, ότι κατά τον χρόνο της κατάθεσής της η παραπονούμενη εξακολουθούσε να διαμένει στην Ίνεια μαζί με τον παππού της. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο παππούς της παραπονούμενης είναι χήρος. Επίσης, διατηρεί μάντρα στην οποία εργάζεται αρκετές ώρες. Η νονά της παραπονούμενης παρόλο που ζει στην Ίνεια έχει την δική της οικογένεια και τα δικά της παιδιά. Έχει, επίσης, την επίβλεψη των μικρότερων αδελφών της καθότι η μητέρα της απεβίωσε. Έτσι, το μόνο πρόσωπο που θα έχει την επίβλεψη της παραπονούμενης είναι η κατά μερικά μόνο χρόνια μεγαλύτερη της αδελφή. Δεν γνωρίζει πότε η παραπονούμενη θα μετακινηθεί για τις Κάτω Αρόδες. Η μάρτυρας δέχθηκε ότι η υπόθεση έχει γίνει γνωστή στην Ίνεια. Δεν δέχθηκε, όμως, ότι το γεγονός αυτό θα αποτελέσει, ως υπεδείχθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, «ασπίδα προστασίας» για την παραπονούμενη υπό την έννοια ότι θα γίνει εύκολα αντιληπτό από τους κατοίκους της κοινότητας αν ο Κατηγορούμενος ή η σύζυγός του επιχειρήσουν να την πλησιάσουν. Πρόταξε ότι ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του διατηρούν στενές οικογενειακές σχέσεις με την οικογένεια της ανήλικης, στην βάση δε τούτου δήλωσε την πεποίθησή της ότι η πρόσβαση στην παραπονούμενη θα είναι εύκολη. Οι φόβοι της μάρτυρος για επηρεασμό της ανήλικης ενισχύονται και από το ότι η παραπονούμενη είναι μικρή σε ηλικία και δελεάζεται από τα δώρα που κατά καιρούς της έκανε ο Κατηγορούμενος, όπως ρούχα και κινητά τηλέφωνα, σύμφωνα με μαρτυρίες οι οποίες περιέχονται στο Τεκμήριο Α. Δεν γνωρίζει ποιες είναι σήμερα οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας του Κατηγορούμενου και της οικογένειας της παραπονούμενης. Υπέδειξε, όμως, στο Δικαστήριο ότι μετά το τέλος της κατάθεσης της μητέρας της παραπονούμενης στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου η τελευταία ρώτησε την μάρτυρα μέσω του διερμηνέα της νοηματικής γλώσσας αν θα είχε πρόβλημα να εξακολουθεί να διατηρεί σχέσεις με τον Κατηγορούμενο και την θυγατέρα του. Η μάρτυρας της υπέδειξε ότι εν' όψει του ότι η υπόθεση είναι σοβαρή καλό θα ήταν να αποφύγει να έχει οποιεσδήποτε σχέσεις με την οικογένεια του Κατηγορούμενου. Πρόσθεσε, όμως, ότι δεν αντιλήφθηκε να εισακούσθηκε από την μητέρα της παραπονούμενης. Αναφορικά με την μητέρα της παραπονούμενης η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή στο παρελθόν παρακολουθείτο και βρισκόταν υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Επειδή της ήταν δύσκολο να φροντίζει το σπίτι το Γραφείο Ευημερίας της παραχωρούσε φροντίστρια η οποία αναλάμβανε την φροντίδα του σπιτιού και το μαγείρεμα. Σήμερα δεν βρίσκεται υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας καθότι εντοπίσθηκαν καταθέσεις επ' ονόματί της. Η μάρτυρας χαρακτήρισε την μητέρα ως όχι αρκετά έξυπνο άτομο. Ενδεικτικά υπέδειξε ότι προσπαθούσε 5 ώρες να της λάβει κατάθεση και να συνεννοηθεί μαζί της. Έπρεπε να της κάνει τις ερωτήσεις αρκετές φορές για να απαντήσει. Ενώ ερωτείτο για κάτι αυτή απαντούσε κάτι άλλο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε στην μάρτυρα τις ακόλουθες θέσεις:
- δεν υπάρχει πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να φυγοδικήσει καθότι οι πράξεις που αποδίδονται σε αυτόν με το κατηγορητήριο δεν είναι τέτοιες ώστε ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ένοχος να έχει τον φόβο ότι θα αντιμετωπισθεί με πολυετείς ποινές φυλάκισης, πόσο μάλλον, με φυλάκιση διά βίου. Η μάρτυρας διαφώνησε και προς επίρρωση της διαφωνίας της επικαλέσθηκε τις πολύ αυστηρές ποινές που προβλέπονται από τον Νόμο 91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε, για περιπτώσεις όπως αυτή του Κατηγορούμενου
- με την επιβολή κατάλληλων όρων, όπως με το να παραδώσει ο Κατηγορούμενος τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία, να τοποθετηθεί το όνομά του στον κατάλογο των προσώπων που η έξοδος τους απαγορεύεται από την Δημοκρατία και να παρουσιάζεται τρεις φορές την εβδομάδα σε Αστυνομικό Σταθμό η παρουσία του στη δίκη θα εξασφαλισθεί. Η μάρτυρας δεν δέχθηκε ότι με τους πιο πάνω όρους θα εξασφαλισθεί η παρουσία του Κατηγορούμενου στην δίκη καθότι όπως πρόσθεσε υπάρχει ο κίνδυνος διαφυγής μέσω των περιοχών που δεν ελέγχονται από την Δημοκρατία και την χρήση ταξιδιωτικών εγγράφων που ήθελε εκδοθούν από τις εν λόγω περιοχές. Ανέφερε ότι γνωρίζει ότι υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις με αποτέλεσμα κατηγορούμενοι που αντιμετώπιζαν και λιγότερο σοβαρά αδικήματα σήμερα να καταζητούνται από την Αστυνομία
- αν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος δεν υπάρχει πιθανότητα αυτός να επηρεάσει την παραπονούμενη αφ' ης στιγμής αυτή προστατεύεται από το Γραφείο Ευημερίας, την νονά της, την μητέρα της, τον παππού της, αλλά και την ίδια την κοινωνία αφότου η υπόθεση κατέστη γνωστή στο ευρύ κοινό της κοινότητας όπου η παραπονούμενη διαμένει. Η μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή προτάσσοντας την θέση ότι στην βάση των όσων ανέφερε γι' αυτό θα ήταν βέβαιη μόνο αν είχε την παραπονούμενη μαζί της 24 ώρες το εικοσιτετράωρο. Τέλος, ερωτηθείσα η μάρτυρας αν ο Κατηγορούμενος έχει την οικονομική δυνατότητα να μεταβεί οπουδήποτε εκτός Κύπρου η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε. Υπέδειξε, όμως, ότι το ενδεχόμενο να έχει χρήματα δεν μπορούσε να αποκλεισθεί αφού συν τοις άλλοις τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάσθηκε στα πλαίσια αίτησης για νομική αρωγή που ο Κατηγορούμενος υπέβαλε για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης, αναφορικά με τα εισοδήματά του δεν έχουν διασταυρωθεί ή ελεγχθεί όπως καταγράφεται και στην ίδια την έκθεση. Επισήμανε, ακόμα, ότι ο Κατηγορούμενος είχε χρήματα για να ανεγείρει την κατοικία του στην Ίνεια. Οι δύο πλευρές επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου αγορεύοντας υπέρ της θέσης που η καθεμιά εκπροσωπεί. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 όπου έγινε ανασκόπηση της Νομολογίας υποστηρίχθηκε πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων (Βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50). Αναφορικά με τον υπό της Κατηγορούσας Αρχής επικαλούμενο κίνδυνο επηρεασμού της παραπονούμενης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την σελίδα 694 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689: «Το ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων αποτελεί από μόνο του παράγοντα ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, 11, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391, 396 και Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677). Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων ήσαν εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα (Βλ. Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397). Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες (Βλ. Κακούρη, πιο πάνω, σελ. 396, Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 304 και Πέτρου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679. Βλ. και Κωνσταντινίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, 120, 121 στην οποία έγινε αναφορά σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σύμφωνα με την οποία αυτό που εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Βλ., επίσης, Καλλής, πιο πάνω)». Στην υπόθεση Χρίστος Χριστούδια ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 689, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και ενέκρινε το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του εφεσείοντα. Σημαίνοντα παράγοντα για την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτέλεσε το γεγονός ότι «υπήρξε ισχυρισμός υπό μορφή μαρτυρίας ότι απειλήθηκε μάρτυρας της παρούσας υπόθεσης. Μάρτυρας που σύμφωνα με την κατάθεση, Τεκμήριο 1, δεν εμπλέκεται σε άλλη υπόθεση». Σύμφωνα, επίσης, με την πρωτόδικη κρίση σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν αναμένει απόδειξη της προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων. Αναμένει παράθεση μαρτυρίας, η οποία εκτιμάται σε σχέση με τους κινδύνους που με την μαρτυρία αυτή επιχειρούνται να καταδειχθούν. Το Εφετείο επιδοκίμασε το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξε ότι αφ' ης στιγμής υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας είχε απειληθεί από ανώνυμο πρόσωπο και η μαρτυρία ήταν τέτοιας φύσης και υφής που καθιστούσε τους φόβους των διωκτικών αρχών εύλογα δικαιολογημένους, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εντοπίσει κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ' εξοχήν σκοπός της κράτησης, όπως εξηγήθηκε επανειλημμένα, είναι η διευκόλυνση των ανακρίσεων (βλ. Economides and Another v. Police
(1983)2 C.L.R. 301, και Χούρη, ανωτέρω) και δεν νομίζουμε πώς θα ήταν καν δυνατό να προκαθοριστεί τί ακριβώς οι ανάγκες ευλόγως απαιτούν κατά περίπτωση. Η αντίληψη πως απαραίτητα χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι ο ύποπτος επηρέασε ήδη ή προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει τεκμήρια, είναι εσφαλμένη. Οι υποθέσεις που αναφέρθηκαν (εκδόθηκαν πριν την Τάσος Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 435) σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για κράτηση ή απόλυση κατηγορούμενου, παρερμηνεύθηκαν. Ούτε σε εκείνες τις περιπτώσεις τέθηκε τέτοια προϋπόθεση. Στην Μεϊτανής ακυρώθηκε το διάταγμα κράτησης επειδή ως μόνο έρεισμα είχε τον ισχυρισμό πως έγινε προσπάθεια τέτοιου επηρεασμού ο οποίος όμως τελικά δεν επιβεβαιώθηκε. Αποδοκιμάστηκε επίσης η θεώρηση πως προέκυπτε γενικά τέτοιος κίνδυνος επειδή οι παραπονούμενες ήταν αλλοδαπές. Στην Κακουρή ακριβώς εξηγήθηκε πως το κριτήριο είναι "οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες", Στην Κωνσταντινίδη, με αναφορά και στην Σιημητράς και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397 που αφορούσε σε διάταγμα προσωποκράτησης και σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τονίστηκε πως ό,τι εξετάζεται είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Στην Λοΐζου το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε θετική διαπίστωση ότι έγινε πράγματι προσπάθεια επηρεασμού των μαρτύρων και, πέρα από αντιφατικότητα που επισημάνθηκε, τονίστηκε πως ανεπίτρεπτος το Δικαστήριο επεκτάθηκε πέραν της διαπίστωσης της ύπαρξης πιθανού κινδύνου, που είναι το ζητούμενο. Εξηγήθηκε πως δεν ήταν επιτρεπτό να προβεί σε τέτοιο "θετικό εύρημα". Στη Φώτος Χατζηδημητρίου το διάταγμα δεν εκδόθηκε για τέτοιο λόγο και ήταν προς άλλα που συναρτήθηκε η ακύρωση του». Στην υπόθεση Ξενάκης Καλλής κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 677 επαναλήφθηκε η αρχή ότι ό,τι πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη ευλόγως δικαιολογημένου φόβου επηρεασμού μαρτύρων. Το κριτήριο είναι η ύπαρξη πιθανού κινδύνου επηρεασμού των μαρτύρων (Βλ., επίσης, Κακούρη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 391). Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Στην υπόθεση Σιημητρά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397 το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό των μαρτύρων ήταν εύλογα δικαιολογημένοι ενόψει της φύσης των υπό εξέταση υποθέσεων, τον μεγάλο αριθμό των μαρτύρων που επρόκειτο να ανακριθούν καθώς και την σχέση τους με τους υπόπτους. Τέλος, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 όπου έγινε αναφορά στην προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λέχθηκε ότι σύμφωνα με τη Νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου γενική δήλωση ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης δεν είναι αρκετή, αλλά θα πρέπει να τεκμηριώνεται με μαρτυρία. Στην βάση δε μαρτυρίας θα πρέπει να διαπιστώνεται δικαιολογημένος φόβος ότι ο ύποπτος θα επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης. Λαμβάνω κατ' αρχή υπόψη μου ότι από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης που παρουσιάσθηκε προκύπτει αβίαστα ότι ο Κατηγορούμενος, η σύζυγος και η θυγατέρα του έχουν φιλικές σχέσεις με την παραπονούμενη και την μητέρα της, κάτι το οποίο υπέδειξε και η μάρτυρας με την μαρτυρία της. Από το εν λόγω υλικό αναδεικνύεται, επίσης, και μια εξοικείωση μεταξύ του Κατηγορούμενου, από την μια, και της παραπονούμενης και της μητέρας της, από την άλλη. Επιστέγασμα δε αυτής της εξοικείωσης ήταν, όπως προκύπτει από την δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος να παίρνει στην απουσία της μητέρας της την παραπονούμενη στην θάλασσα και σε υπεραγορές και να της αγοράζει δώρα, τα οποία δεν περιορίζονταν σε σοκολάτες. Της αγόραζε, επίσης, ρούχα και κινητό τηλέφωνο. Επέτρεπε, επίσης, στην παραπονούμενη και σε φίλες της καθώς και στην μεγαλύτερη της αδελφή να κολυμπούν στην πισίνα του σπιτιού του. Ενδεικτικό, επίσης, της εξοικείωσης και της σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Κατηγορούμενου και της οικογένειας της παραπονούμενης ήταν το ότι η παραπονούμενη στο σπίτι του Κατηγορούμενου δεν δίσταζε ακόμα να αλλάζει και τα ρούχα της. Συγκεκριμένα την ημέρα που ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την παραπονούμενη έβαλε το δάκτυλό του στα γεννητικά της όργανα ο Κατηγορούμενος είχε βρει την παραπονούμενη εντός ενός δωματίου του σπιτιού του να προτίθεται να αλλάξει τα βρεγμένα της ρούχα. Σύμφωνα, επίσης, με την δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να την κάνει να μην θέλει την οικογένειά της λέγοντάς της ότι η οικογένειά της δεν της αγόραζε τίποτα. Σύμφωνα με την κατάθεση της Ξενούλας Αργυρίδου στις 16.8.15 κατά το πάρτυ των γενεθλίων της παραπονούμενης στο σπίτι της κάποια στιγμή η παραπονούμενη βγήκε έξω στην αυλή του σπιτιού και συνομιλούσε με τον Κατηγορούμενο κοντά στα κάγκελα μακριά από όλους τους άλλους. Η Αργυρίδου τότε της φώναξε και όταν η παραπονούμενη την πλησίασε έδειχνε πολύ φοβισμένη. Εξεδήλωσε, μάλιστα, την επιθυμία να πάει στο υπνοδωμάτιό της την στιγμή που ακόμα δεν είχε σβήσει τα κεράκια της επικαλούμενη ότι ήταν κουρασμένη. Την επόμενη ημέρα και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι της Αργυρίδου δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα στο κινητό της τηλέφωνο από τον Κατηγορούμενο καθώς και τηλεφωνικά μηνύματα. Το Σάββατο, 29.8.15, ημέρα κατά την οποία η παραπονούμενη είχε επιστρέψει από κατασκήνωση στον Πρόδρομο, επισκέφθηκαν το σπίτι της Αργυρίδου με το αυτοκίνητο η παραπονούμενη και η νονά της τρομαγμένες. Τις ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος ο οποίος δεν δίστασε να εισέλθει εντός της αυλής του σπιτιού της Αργυρίδου για να «λάβει τον λόγο». Εν τέλει αποχώρησε από το σπίτι της Αργυρίδου ειρηνικά χωρίς να εισέλθει εντός της οικίας κατόπιν προτροπής του συζύγου της Αργυρίδου. Σύμφωνα με την κατάθεση της νονάς της παραπονούμενης την ημέρα εκείνη είχαν προηγηθεί τηλεφωνήματα του Κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη καλώντας την να πάει στο σπίτι του παππού της έξω από το οποίο βρισκόταν και ο ίδιος. Η παραπονούμενη την στιγμή εκείνη βρισκόταν στο σπίτι της νονάς της και δεν είχε ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Κατηγορούμενου κατόπιν απαγόρευσης της νονάς της. Ο Κατηγορούμενος, τότε, έφυγε από το μέρος αλλά επανήλθε αργότερα εντός της ίδιας ημέρας. Την δεύτερη αυτή φορά η παραπονούμενη βρισκόταν ήδη στο σπίτι του παππού της. Ο Κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν έξω από το σπίτι του παππού της παραπονούμενης ζητούσε από την τελευταία να του επιστρέψει τα ρούχα και μια βαλίτσα που διατείνονταν ότι της είχε αγοράσει. Στο μέρος κατέφθασε η νονά της παραπονούμενης η οποία είχε δει το συμβάν από το μπαλκόνι του σπιτιού της. Εν τέλει δόθηκε στον Κατηγορούμενο η βαλίτσα και τα ρούχα καθώς και το κινητό τηλέφωνο που, επίσης, ο Κατηγορούμενος είχε κάνει δώρο στην παραπονούμενη. Σύμφωνα με την Αργυρίδου μεταξύ της νονάς της παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου ακολούθησε συζήτηση. Φοβισμένη η νονά της παραπονούμενης πήρε την παραπονούμενη και έφθασαν με το αυτοκίνητο στο σπίτι της Αργυρίδου για προστασία. Ο Κατηγορούμενος τις ακολούθησε και έγινε ό,τι ενωρίτερα περιγράφηκε. Στην δεύτερη οπτικογραφημένη κατάθεση της η παραπονούμενη φαίνεται να αισθάνεται ενοχλημένη όχι μόνο από τις πράξεις από του Κατηγορούμενου αλλά και από τις συνεχείς οχλήσεις του προς αυτήν. Στην δε κατάθεσή της η Αργυρίδου αναφέρει, επίσης, ότι την επόμενη Τετάρτη και αφού ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε η παραπονούμενη στο σπίτι της Αργυρίδου και χωρίς η Αργυρίδου να της ανοίξει συζήτηση για τον Κατηγορούμενο για να μην την αναστατώσει από μόνη της δήλωσε στην Αργυρίδου την ανακούφισή της από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε. Τέλος, σύμφωνα με την κατάθεση της νονάς της παραπονούμενης ο Κατηγορούμενος ήθελε να είναι συνέχεια μαζί με την παραπονούμενη και όπου πήγαινε να είναι και εκείνη μαζί του. Μετά το πάρτυ των γενεθλίων της παραπονούμενης η νονά της απαγόρευσε στην παραπονούμενη να συναντήσει ξανά τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, όμως, της τηλεφωνούσε συνεχώς στο τηλέφωνο που της είχε αγοράσει και πήγαινε και στο σπίτι του παππού της για να την πιάσει και να την πάρει μαζί του, αλλά η παραπονούμενη δεν δεχόταν. Στις 17.8.15 η νονά της παραπονούμενης κράτησε το κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης για 2 με 3 ημέρες. Την ημέρα εκείνη είχε προηγηθεί συνάντηση μεταξύ του Κατηγορούμενου και της νονάς της παραπονούμενης στο φεστιβάλ της Δρούσειας κατά την οποία ο Κατηγορούμενος είχε ζητήσει τον λόγο από την νονά ρωτώντας της τι πρόβλημα είχε μαζί του. Η νονά της παραπονούμενης τον αγνόησε. Τις επόμενες 2 με 3 ημέρες ο Κατηγορούμενος καλούσε στο εν λόγω τηλέφωνο συνεχώς. Απαντώντας στο τηλέφωνο η αδελφή της νονάς της παραπονούμενης του ανέφερε ότι θα ειδοποιούσαν την Αστυνομία αν δεν σταματούσε να ενοχλεί. Από τις 19.8.15 μέχρι τις 24.8.15 που η παραπονούμενη πήγε κατασκήνωση στον Πρόδρομο η παραπονούμενη δεχόταν τηλεφωνήματα από απόκρυψη. Η παραπονούμενη απάντησε σε ένα από εκείνα τα τηλεφωνήματα οπότε και διαπίστωσε ότι ο καλών ήταν ο Κατηγορούμενος λέγοντάς της ότι ήταν καλά και να μην ανησυχεί. Υπό το φως των πιο πάνω ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης, ήτοι της φιλικής σχέσης και της εξοικείωσης που υπήρχαν μεταξύ του Κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, της επιθυμίας του Κατηγορούμενου να βρίσκεται συνέχεια με την παραπονούμενη, αλλά και της συμπεριφοράς που αυτός επέδειξε ως αυτή ανωτέρω περιγράφηκε περιλαμβανομένης της μεγάλης επιμονής του να επικοινωνεί με την παραπονούμενη τηλεφωνικώς σε βαθμό που να την ενοχλεί ακόμα και μετά που αντιλήφθηκε ότι ήταν ανεπιθύμητος από το περιβάλλον της παραπονούμενης, να εξακολουθεί να την επισκέπτεται στο σπίτι όπου διέμενε, να ζητά τον λόγο από την νονά της για το ότι η τελευταία έδειχνε ότι δεν τον συμπαθούσε μέχρι του σημείου να ακολουθήσει την τελευταία με το αυτοκίνητο του σε ξένο σπίτι για να λάβει και πάλι τον λόγο το ενδεχόμενο αυτός να πλησιάσει την παραπονούμενη με σκοπό να την επηρεάσει όχι μόνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά είναι πιθανός. Συν τοις άλλοις, επί του παρόντος ζουν και οι δύο σε ένα πολύ μικρό χωριό, την Ίνεια, ενώ οι Κάτω Αρόδες στις οποίες η παραπονούμενη σύντομα θα μετακινηθεί δεν είναι καθόλου μακριά. Όπως η μάρτυρας υπέδειξε χωρίς να αμφισβητηθεί η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών χωριών είναι πολύ μικρή. Με το αυτοκίνητο - ο Κατηγορούμενος διαθέτει αυτοκίνητο - είναι θέμα μερικών λεπτών. Πράγμα που σημαίνει ότι η πρόσβαση προς την παραπονούμενη όχι μόνο δεν θα είναι δύσκολη για τον Κατηγορούμενο, αλλά θα είναι εύκολη. Έλαβα, επίσης, υπόψη και τα ακόλουθα. Στην υπό εξέταση περίπτωση η παραπονούμενη είναι ηλικίας μόλις 11 ετών. Φέτος θα φοιτά στην έκτη τάξη του Δημοτικού και είναι πρόσωπο με ιδιάζουσες οικογενειακές περιστάσεις. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια εδώ και 10 χρόνια και έκτοτε δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή. Η μητέρα της είναι κωφάλαλη και σύμφωνα με την διαπίστωση της μάρτυρος η οποία είχε την ευκαιρία να την γνωρίζει και να της λάβει κατάθεση δεν είναι αρκετά έξυπνο άτομο. Προδήλως, ο χαρακτηρισμός αυτός χρησιμοποιήθηκε από την μάρτυρα στη προσπάθειά της να παρουσιάσει την κατάσταση της μητέρας με τρόπο ευγενικό ώστε να μην την προσβάλει. Η ανησυχία, όμως, της μάρτυρος προς την κατεύθυνση που αυτή άπτεται της ανεπαρκούς, όπως προκύπτει από την μαρτυρία της μάρτυρος, ικανότητας της μητέρας της παραπονούμενης να ασκεί την δέουσα επίβλεψη και έλεγχο στην παραπονούμενη και να διαχειρίζεται επαρκώς τα του οίκου της διαφαίνεται και μέσα από άλλους ισχυρισμούς της μάρτυρος όπως το ότι ένεκα του ότι η μητέρα λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν ήταν σε θέση να επιτελεί τα καθήκοντά της ως προς την οικογένειά της το Γραφείο Ευημερίας της παραχωρούσε φροντίστρια η οποία μαγείρευε για την οικογένεια και γενικά φρόντιζε το σπίτι. Ενδεικτικός είναι και ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι η μητέρα της παραπονούμενης δεν αντιλαμβανόταν με ευκολία τις ερωτήσεις που της έκανε η μάρτυρας κατά την λήψη της κατάθεσης της με αποτέλεσμα για να λάβει κατάθεση από την μητέρα της παραπονούμενης να χρειασθούν 5 ώρες. Χαρακτηριστικά η μάρτυρας υπέδειξε ότι για άλλα ερωτείτο η μητέρα και άλλα απαντούσε. Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η δήλωση της μάρτυρος ότι μετά την καταγγελία της παραπονούμενης η μητέρα διερωτούνταν αν θα ήταν σωστό να εξακολουθεί να κάνει παρέα με τον Κατηγορούμενο και την θυγατέρα του. Ερώτηση παράδοξη αν όχι και παράλογη αν αναλογισθεί κανείς τις πράξεις που η θυγατέρα της απέδωσε στον Κατηγορούμενο με τις καταθέσεις της στην Αστυνομία προς την ίδια. Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και η δήλωση της μάρτυρος ότι η τελευταία δεν αντιλήφθηκε να εισακούσθηκε από την μητέρα της παραπονούμενης με αποτέλεσμα ο κίνδυνος όπως ο Κατηγορούμενος έχει ανεμπόδιστη πρόσβαση προς την παραπονούμενη να είναι επικρεμμάμενος σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Με μια μητέρα η οποία παρουσιάζει την πιο πάνω εικόνα και συμπεριφορά, με ένα παππού ηλικίας 69 ετών ο οποίος απασχολείται τις περισσότερες ώρες της ημέρας στην μάντρα του, προδήλως, για σκοπούς βιοποριστικούς, και με τον οποίο η παραπονούμενη θα ζει μαζί μόνο για λίγο ακόμα ενώ σύντομα, όπως από την μαρτυρία της μάρτυρος προκύπτει, η παραπονούμενη θα μετακινηθεί στο σπίτι όπου ζει η μητέρα της σε ένα άλλο χωριό, με ένα πατέρα απόντα από την οικογένεια για τα τελευταία 10 χρόνια και με μια αδελφή μόλις 15 ετών η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, εκτός από τους Καλοκαιρινούς μήνες τον υπόλοιπο χρόνο δεν ζει μαζί με την παραπονούμενη και σύντομα θα την αποχωριστεί δεν θεωρώ ότι η παραπονούμενη θα μπορεί δεόντως και επαρκώς να προστατευθεί από τυχόν προσπάθεια του Κατηγορούμενου να την επηρεάσει. Συναφώς το Γραφείο Ευημερίας δεν ασκεί έλεγχο επί της παραπονούμενης συνεχώς και αδιάλειπτα. Ούτε και η Αστυνομία. Επί του προκειμένου ενδεικτικός είναι ο ισχυρισμός της μάρτυρος ότι θα ήταν βέβαιη ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεάσει την παραπονούμενη μόνο στην περίπτωση που θα είχε την παραπονούμενη υπό την επίβλεψη και τον έλεγχο της 24 ώρες το 24ωρο, κάτι το οποίο δεν είναι η περίπτωση. Επίσης, η νονά της παραπονούμενης είναι, όπως υπέδειξε η μάρτυρας, παντρεμένη. Αυτή έχει την δική της οικογένεια και τα δικά της παιδιά. Έχει, επίσης, την επίβλεψη και τον έλεγχο των αδελφών της καθότι η μητέρα της απεβίωσε. Με βάση τα πιο πάνω και αφ' ης στιγμής η παραπονούμενη δεν ζει μαζί με την νονά της δεν βλέπω πώς η νονά της η οποία ζει στην Ίνεια θα είναι σε θέση να προστατεύσει την παραπονούμενη από τυχόν προσπάθεια του Κατηγορούμενου να την πλησιάσει με σκοπό να την επηρεάσει αφ' ης στιγμής συν τοις άλλοις η παραπονούμενη σύντομα θα μετακινηθεί στις Κάτω Αρόδες. Ούτε και συμφωνώ με την θέση που προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ένεκα του ότι το περιστατικό έγινε γνωστό στην Ίνεια η παραπονούμενη θα τύχει της προστασίας της κοινότητας σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος θα επιχειρήσει να την προσεγγίσει με σκοπό να την επηρεάσει. Δεν είναι λογικό αναφορικά με ένα τόσο σοβαρό ζήτημα η Αστυνομία και, κατ' επέκταση, το Δικαστήριο να εναποθέτει τις ελπίδες του στην καλή θέληση και την προθυμία των συγχωριανών της παραπονούμενης για σκοπούς προστασίας της. Συν τοις άλλοις, είναι αβέβαιο πώς θα αντιδράσει ο κάθε συγχωριανός σε περίπτωση που αντιληφθεί προσπάθεια του Κατηγορούμενου για επηρεασμό της. Δεύτερο, ο κίνδυνος δεν εξαλείφεται στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος καταφέρει να πλησιάσει την παραπονούμενη σε κάποια στιγμή που η παραπονούμενη θα είναι μόνη της. Τέλος, δεν μπορώ να δω πώς και με ποια εξουσία που να δίνεται από τον Νόμο οι συγχωριανοί θα μπορούν να απαγορεύσουν στον Κατηγορούμενο να πλησιάζει την παραπονούμενη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο κίνδυνος επηρεασμού της παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο είναι στην βάση των υπαρχουσών δεδομένων εύλογος και υπαρκτός και οι φόβοι της Αστυνομίας προς αυτή την κατεύθυνση εύλογα δικαιολογημένοι. Επομένως, ο πρώτος λόγος στον οποίο η Αστυνομία βασίζει το αίτημά της ευσταθεί. Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου την ημέρα της δίκης του έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Όλα τα πιο πάνω προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Τέλος, στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει γι' αυτά ο Νόμος. Τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 4, 7, 10 και 13 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης διά βίου, τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 5, 8 και 11 με ποινή φυλάκισης 20 ετών και τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 6, 9 και 12 με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Αναφορικά με το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ήγειρε το θέμα ότι και αν ακόμα η παραπονούμενη γίνει πιστευτή και ο Κατηγορούμενος καταδικασθεί ο τελευταίος δεν θα αντιμετωπισθεί με πολυετείς ποινές φυλάκισης, πόσο μάλλον, με διά βίου φυλάκιση. Και αυτό γιατί οι πράξεις που αποδίδονται σε αυτόν με το κατηγορητήριο δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Διαφωνώ με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Τουναντίον κρίνω ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο με το κατηγορητήριο και, κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι αρκετά σοβαρές. Εν' όψει τούτου σε συνδυασμό με το ότι ο Νόμος 91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ως ανώτατη ποινή την διά βίου φυλάκιση, πράγμα που καθορίζει την μεγάλη σοβαρότητα που ο Νομοθέτης προσδίδει σε αδικήματα που καλύπτονται από τον Νόμο αυτό, κρίνω ότι σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος ήθελε κριθεί ένοχος αυτός δεν θα αντιμετωπισθεί με ποινές οι οποίες δεν θα είναι πολυετείς ή τουλάχιστον τέτοιες που θα αποτρέψουν την σκέψη από το μυαλό του να φυγοδικήσει. Τουναντίον, θεωρώ ότι οι ποινές που θα επιβληθούν στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος ήθελε κριθεί ένοχος θα είναι τέτοιες που δεν θα αποτρέψουν την σκέψη από το μυαλό του Κατηγορούμενου να φυγοδικήσει. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η Νομολογία κατέδειξε, ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991))). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανισθεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ' εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα (Βλ., επίσης, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Επίσης, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Βλ., επίσης, Savva and Another (No. 2) v. The Police
(1977)2 CLR 446). Έχω διέλθει του μαρτυρικού υλικού και δη τις δύο οπτικογραφημένες καταθέσεις της παραπονούμενης. Σε αυτές η παραπονούμενη αναφέρει ουσιαστικά ότι ο Κατηγορούμενος σε ξεχωριστές περιπτώσεις έβαλε το δάκτυλό του στα γεννητικά της όργανα, έβγαλε το πέος του έξω από το παντελόνι και προσπάθησε με αυτό να αγγίξει το πίσω μέρος του σώματός της, την χάιδευε με τα χέρια του σε διάφορα σημεία του σώματός της περιλαμβανομένου του στήθους της και σε μια περίπτωση την τράβηξε με τα χέρια του για να μην φύγει και να παραμείνει κοντά του για να την χαϊδεύει. Λαμβανομένης υπόψη της ισχύος της πιο πάνω μαρτυρίας στην όψη της και μόνο προκύπτει πιθανότητα διάπραξης των αδικημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και, κατ' επέκταση, ορατή η πιθανότητα καταδίκης του (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Διονύση Μανουσαρίδη Και Άλλων
(2001)2 ΑΑΔ 639). Σημειώνεται ότι το μαρτυρικό υλικό στην βάση του οποίου αποφασίζεται η πιθανότητα καταδίκης εξετάζεται μόνο στην όψη του και δεν αναμένεται να εξαχθεί από αυτό οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Συνακόλουθα το ότι η παραπονούμενη αποκάλυψε τα περισσότερα εκ των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην δεύτερη οτπικογραφημένη της κατάθεση και τίποτα γι' αυτά δεν ανέφερε στην πρώτη, κάτι το οποίο έθιξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατά την αγόρευσή του, δεν είναι ζήτημα που θα αξιολογηθεί στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας και, επομένως, δεν είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστόδουλος Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 54 και πιο κάτω παρατίθενται: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις. Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423)». Τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία θέτει η Νομολογία συνυπάρχουν. Το Δικαστήριο θα πρέπει τώρα να προχωρήσει στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του Κατηγορούμενου στην βάση του εξεταζόμενου λόγου. Σύμφωνα με την μάρτυρα ο Κατηγορούμενος ανέγειρε κατοικία στην Ίνεια και ζει στην Κύπρο μαζί με την σύζυγό του τα τελευταία 7 χρόνια. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων ισχυρών δεσμών με την Κύπρο ώστε το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να φυγοδικήσει να καθίσταται ένεκα των πιο πάνω απομακρυσμένο ή να μπορεί να αποκλεισθεί. Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε, ο Κατηγορούμενος μετά την σύλληψή του απελύθη από την εργασία του και παρέμεινε χωρίς εργασία, κάτι για το οποίο έγινε λόγος κατά την ακροαματική διαδικασία και που η πλευρά της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε. Είναι, επίσης, Βρετανός υπήκοος και οι δυο του υιοί διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, πράγμα που καταδεικνύει ότι διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα καταγωγής του. Το ενδεχόμενο δε να φυγοδικήσει για το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών είναι μια πιθανότητα που, επίσης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Τίποτα δεν αναφέρθηκε που εύλογα να αποκλείει την φυγοδικία μέσω των κατεχομένων ως μια πιθανότητα ή δυνατότητα για τον Κατηγορούμενο. Στην προσπάθειά του δε να πείσει ότι δεν τίθεται θέμα φυγοδικίας μέσω των κατεχομένων ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου έθιξε το θέμα της οικονομικής του κατάστασης με την μάρτυρα να ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου αλλά και να επισημαίνει ότι τα όσα αναφέρονται επί του προκειμένου στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας δεν έχουν ελεγχθεί. Η μάρτυρας υπέδειξε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος ανέγειρε κατοικία στην Ίνεια αφήνοντας, έτσι, αιχμές για το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να έχει και άλλα χρήματα εκτός από αυτά που απαιτήθηκαν για την ανέγερση της κατοικίας. Πάντως η πλευρά της Υπεράσπισης δεν υπέβαλε ως θέση στην μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος στερείται χρημάτων ή ότι αδυνατεί να εξασφαλίσει τα χρήματα που χρειάζονται για να διαφύγει μέσω των κατεχομένων. Το γεγονός δε ότι στους όρους που η πλευρά της Υπεράσπισης εισηγήθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων ως όρους εξασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορουμένου στην δίκη δεν περιλαμβάνεται η κατάθεση μετρητών δεν σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος στερείται μετρητών. Και πάλι τέτοια δήλωση δεν έγινε. Όπως, όμως, και να έχει ακόμα και στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος στερείται των αναγκαίων χρημάτων το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να τα εξασφαλίσει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο δεν μπορεί να αποκλεισθεί εν' όψει του διαπιστωμένου κινδύνου της φυγοδικίας. Η διαφυγή μέσω των κατεχομένων προϋποθέτει σύμφωνα με την μάρτυρα την χρήση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων που ήθελε εκδοθούν από τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος διαταχθεί να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην Αστυνομία η έκδοση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων εντός της Δημοκρατίας και η διαφυγή μέσω αυτών από νόμιμο λιμένα της Δημοκρατίας είναι μια πιθανότητα η οποία σε περίπτωση που είναι επιτυχής δεν θα εξασφαλίσει την παρουσία του Κατηγορούμενου στη δίκη. Συναφώς τίποτα δεν αναφέρθηκε που να αποκλείει το πιο πάνω ως μια δυνατότητα στην περίπτωση του Κατηγορούμενου. Τέλος, οι όροι που κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ώστε αυτός να αφεθεί ελεύθερος δεν κρίνονται επαρκείς για να εξαλείψουν τον πιθανό και ορατό κίνδυνο διαφυγής του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό που υπό το φως των πιο πάνω καταδείχθηκε ότι συντρέχει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ελλοχεύει πραγματικός και υπαρκτός κίνδυνος ο Κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στην δίκη του και να φυγοδικήσει. Το αίτημα της Αστυνομίας για κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του στην βάση του ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του στο εξωτερικό ευσταθεί. Υπό το φως των όλων των πιο πάνω το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του κρίνεται δικαιολογημένο. Συνακόλουθα διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τις 25.9.15 ημερομηνία η οποία ορίσθηκε για να παρουσιασθεί ο Κατηγορούμενος ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κράτηση μέχρι την δίκη Subject: Criminal / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο