← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παρασκευάς Παρασκευά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 472/12, 8/9/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παρασκευάς Παρασκευά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 472/12, 8/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 472/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v.

  1. Παρασκευάς Παρασκευά
  2. Σάββας Παρασκευά
  3. Παναγιώτης Χριστοφή Πέτρου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 08/09/
  4. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Μ. Μιλτιάδους Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετώπιζαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από κοινού, τη κατηγορία της Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 1) και τη κατηγορία της Συνωμοσίας για καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 11). Περαιτέρω, έκαστος ξεχωριστά αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορίες αρ. 2, 5 και 8 αντίστοιχα), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορίες αρ. 3, 6 και 9 αντίστοιχα), και την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 4, 7 και 10 αντίστοιχα). Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, οι κατηγορούμενοι την 15ην Ιουλίου 1997 συνωμότησαν και πλαστογράφησαν το συμβόλαιο ενοικιαγοράς του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 860-0—
  5. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι έθεσαν την υπογραφή της Μαρίας Χαραλάμπους από την Πάφο στη θέση του εγγυητή αρ. 4 στο εν λόγω συμβόλαιο χωρίς την εξουσιοδότηση της. Επίσης, κατηγορούνται ότι κυκλοφόρησαν το εν λόγω συμβόλαιο παρουσιάζοντας το στον πιο πάνω Οργανισμό ως γνήσιο και απέσπασαν το ποσό των £5,
  6. Πριν από την ολοκλήρωση της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή διέκοψε και ανάστειλε τις κατηγορίες που ο 3ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των άλλων δύο κατηγορουμένων και έτσι αυτός απαλλάγηκε από αυτές. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δέκα

(10)συνολικά μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 1535 Γ. Μαννούρη (Μ.Κ.1), την κα Μαρία Χαραλάμπους (Μ.Κ.2), τον Αστ. 3284 Σ. Νικολάου (Μ.Κ.3), τον κ. Ανδρόνικο Σταυρινού (Μ.Κ.4), την κα Χριστιάνα Αταλιώτη (Μ.Κ.5), την κα Άντρη Κανάρη (Μ.Κ.6), τον κ. Χριστάκη Δημητρίου (Μ.Κ.7), τον κ. Ανδρέα Μαργαρίτη (Μ.Κ.8), τον κ. Αλέξη Ονουφρίου (Μ.Κ.9) και τον πρώην συγκατηγορούμενο των κατηγορουμένων κ. Παναγιώτη Χριστοφή Πέτρου (Μ.Κ.10) Με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο κάλεσε τους κατηγορούμενους 1 και 2 (από τώρα και στο εξής «οι κατηγορούμενοι») σε απολογία για όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και μετά από αυτό επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Κάλεσαν επίσης, ένα μάρτυρα υπεράσπισης, την κα Άντρη Λαζάρου (Μ.Υ.1). Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και διάφορα παραδεκτά γεγονότα εκ μέρους των κατηγορουμένων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ως ακολούθως: Α) Γραπτή κατάθεση του κ. Νεόφυτου Παπαχριστοδούλου ημερομηνίας 24/09/
  1. Σε αυτή το πιο πάνω πρόσωπο αναφέρει ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 το αγόρασε από τον 2ον κατηγορούμενο το έτος 2001 μέσω ενοικιαγοράς για το ποσό των £2,200 και το οποίο πούλησε το 2007 σε κάποιο Αντώνη Δαμιανού. Από ότι έμαθε ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε μάντρα αυτοκινήτων, το πιο πάνω όχημα το αγόρασε από τη δημοπρασία της Τράπεζας Κύπρου στην Πάφο, νομίζει. Β) Κατάθεση του Αστ. 2886 Α. Αλεξάνδρου στην οποία ουσιαστικά αναφέρεται στην καταγγελία που δέχθηκε από την Μαρία Χαραλάμπους σε σχέση με την πλαστογράφηση της υπογραφής της στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Επίσης, αναφέρει ότι έλαβε από το πιο πάνω πρόσωπο δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής της στις 10/06/2010 τα οποία παρέδωσε στον Αστ. Γ. Μαννούρη τις 07/07/
  2. Γ) Κατάθεση του Αστ. 1830 Ν. Παπαριστοδήμου στην οποία ουσιαστικά αναφέρεται στη διακίνηση τεκμηρίων. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στις 18/08/2010 παρέλαβε από τον Αστ. 1525 Γ. Μαννούρη το πρωτότυπο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του Σάββα Παρασκευά, Μάρκου Παρασκευά, Παρασκευά Παρασκευά, Παναγιώτη Χριστοφή Πέτρου και Μαρίας Χαραλάμπους και τα παρέδωσε στον Αστ. 3284 Σ. Νικολάου στο εργαστήριο γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 02/02/2011 παρέλαβε όλα τα πιο πάνω τεκμήρια από τον Αστ. 3284 του εργαστηρίου γραφολογίας και στις 07/02/2011 τα παρέδωσε στον Αστ. 1525 Γ. Μαννούρη. Ουσιαστικά η θέση των κατηγορουμένων όπως διαφαίνεται από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και της ανώμοτης τους δήλωσης, είναι ότι ουδέποτε συνωμότησαν και πλαστογράφησαν το συγκεκριμένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς θέτοντας την υπογραφή της παραπονούμενης Μαρίας Χαραλάμπους, ότι το εν λόγω συμβόλαιο ήταν καθόλα γνήσιο και εκείνο το οποίο έκαναν ήταν να πωλήσουν το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 με ενοικιαγορά στον 3ον κατηγορούμενο καθόλα νόμιμα. Συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε διάφορα τεκμήρια. Συγκεκριμένα, κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του πρωτότυπου συμβολαίου ενοικιαγοράς με αρ. 860-0-4789105 (βλ. τεκμήριο 2), δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής της Μαρίας Χαραλάμπους (βλ. τεκμήριο 3), δέκα δείγματα γραφής του Σάββα Παρασκευά (βλ. τεκμήριο 4), δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του Παρασκευά Παρασκευά (βλ. τεκμήριο 5), δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του Παναγιώτης Χριστοφή Πέτρου (βλ. τεκμήριο 6) και δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του Μάρκου Παρασκευά (βλ. τεκμήριο 7). Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 11/08/2010 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον 1ον και 2ον κατηγορούμενο τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 14 και 15) ενώ στις 14/08/2010 και 30/10/2010 από τον Παναγιώτη Χριστοφή Πέτρου, πρώην 3ον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια 12 και 13). Επίσης, ανέφερε ότι στις 30/01/2011 κατηγόρησε γραπτώς τόσο τους κατηγορούμενους 1 και 2 όσο και τον πρώην 3ον κατηγορούμενο και κατέθεσε στο Δικαστήριο τις γραπτές τους κατηγορίες (βλ. τεκμήρια 16, 17 και 18). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα ακόλουθα τεκμήρια: 1) Απόφαση του Δικαστήριο ημερομηνίας 01/11/1999 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4513/99 η οποία εγέρθηκε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ εναντίον όλων όσων φαίνονται να υπογράφουν στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (βλ. τεκμήριο 19). 2) Αντίγραφο Πιστοποιητικού Εγγραφής του οχήματος με αρ. εγγραφής ABJ 180 στο οποίο φαίνεται ως ιδιοκτήτης ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου και ο Παναγιώτης Χριστοφή Πέτρου δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς (βλ. τεκμήριο 20). 3) Αντίγραφο Πιστοποιητικού του Τμήματος Οδικών Μεταφορών σε σχέση με τη διαχείριση του οχήματος με αρ. εγγραφής ABJ 180 (βλ. τεκμήριο 21). 4) Γραπτή κατάθεση κάποιου Αλέξη Ονουφρίου, υπαλλήλου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για το σκοπό ότι λήφθηκε από το μάρτυρα αυτό (βλ. τεκμήριο 22). 5) Αντίγραφο πληρωμής του ποσού των £5,500 ημερομηνίας 15/07/1997 από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ προς τον 2ον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 23). 6) Αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΕΙΣ ΑΠΟΘΗΚΗ» ημερ. 07/02/2000 (βλ. τεκμήριο 24) και το οποίο σχετίζεται με την εισαγωγή του οχήματος με αρ. εγγραφής ABJ 180 σε αποθήκη αποταμίευσης (BONDED) μετά την κατάσχεση του από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως. 7) Έγγραφο ημερομηνίας 19/04/2000 που τιτλοφορείται «ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΌΣ» (βλ. τεκμήριο 25) στο οποίο φαίνεται ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 αγοράστηκε από τον 2ον κατηγορούμενο για το ποσό των £
  3. 8) Αίτηση για επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων (βλ. τεκμήριο 26). 9) Γραπτή κατάθεση κάποιου Μάρκου Παρασκευά ημερομηνίας 11/08/2010 (βλ. τεκμήριο 27) Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη έρευνα στο φάκελο της Αγ. Αρ. 4513/99 Ε.Δ. Πάφου πέραν από την λήψη του πρωτότυπου συμβολαίου ενοικαγοράς και πιστόν αντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε ούτε γνώριζε να πει άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με την επίδοση της εν λόγω αγωγή και τις διαδικασίες που έγιναν για την έκδοση απόφασης και ουσιαστικά κατά πόσο τα πρόσωπα που σχετίζονταν είχαν λάβει γνώση για την έγερση της παρούσας αγωγής. Είπε επίσης, ότι ο πρώην 3ος κατηγορούμενος ήταν σύζυγος της παραπονουμένης αλλά δεν γνώριζε να πει πότε χώρισαν. Περαιτέρω, δεν γνώριζε να πει κατά πόσο η παραπονούμενη έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της και κατά πόσο γνώριζε για το συμβόλαιο ενοικιαγοράς από το
  4. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι ο 1ος και 2ος κατηγορούμενος είναι πατέρας και γιος και από ότι του είπαν ο 2ος είναι ανορθόγραφος και γνωρίζει να υπογράφει μόνο. Η ΜΚ.2 κατέθεσε ως η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 10/06/2010, τεκμήριο
  5. Ουσιαστικά σε αυτή αναφέρει ότι από το 1986 μέχρι και το 2000 ήταν παντρεμένη με τον πρώην 3ον κατηγορούμενο και διέμεναν μαζί. Πριν από περίπου δύο εβδομάδες επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Πάφου για να μεταβιβάσει ένα χωράφι που έχει στο χωριό Πωμός, στην Πάφο στους δύο της γιους. Εκεί στο Κτηματολόγιο ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να προβεί στην μεταβίβαση του εν λόγω χωραφιού διότι τόσο σε αυτό όσο και σε ακόμη ένα άλλη χωράφι που έχει υπάρχει σημείωση από την Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως, αποτάθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και ενημερώθηκε ότι ο λόγος που τα δύο τεμάχια της είναι δεσμευμένα είναι διότι είχε υπογράψει ως εγγυήτρια σε ένα συμβόλαιο ενοικιαγοράς αυτοκινήτου που είχε αγοράσει ο σύζυγος της από τον 2ον κατηγορούμενο. Από έλεγχο που έκανε στο εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς διαπίστωσε ότι στη θέση του εγγυητή αρ. 4 η γραφή και υπογραφή στο όνομα Μαρία Χαραλάμπους δεν είναι δικά της. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι το έντυπο αυτό το είδε για πρώτη φορά πριν μια εβδομάδα και στην συνέχεια ο δικηγόρος της εξασφάλισε από το Δικαστήριο διάφορα έγγραφα με τα οποία φαίνεται ότι είχε κινηθεί πολιτική αγωγή από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον της και των υπόλοιπων που φαίνονται στο συμβόλαιο καθότι ο πρώην σύζυγος της δεν πλήρωνε τις δόσεις. Επίσης, αναφέρει ότι εξασφαλίστηκε και επίδοση της αγωγής με την οποία φαίνεται ότι ο πρώην σύζυγος της στις 28/01/1999 παρέλαβε την αγωγή για λογαριασμό της όμως δεν της την έδωσε ποτέ ούτε την ενημέρωσε. Επίσης, αναφέρει ότι ουδέποτε την ενημέρωσε για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου, ούτε της ζήτησε να υπογράψει ως εγγυητής για να αγοράσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οποίο η ίδια δεν είδε ποτέ. Σε περαιτέρω εξέταση της, ανέφερε ότι η περιουσία της είναι δεσμευμένη μέχρι σήμερα. Επίσης, είπε ότι ποτέ της δεν υπέγραψε συμβόλαιο ενοικιαγοράς με τον 2ον κατηγορούμενο. Εκείνο το οποίο θυμάται είναι ότι από τον 2ον κατηγορούμενο παρέλαβε μια φορά ένα αυτοκίνητο μάρκας MITSUBISHI LANCER, το οποίο της έφερε από την FAIRWAYS αλλά δεν θυμάται να υπέγραψε ότι το παρέλαβε και τον πλήρωσε σε μετρητά. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι γνώριζε για το εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς από το 1998 και ότι αντάλλαξε αλληλογραφία με την Τράπεζα μέσω συγγενικού της προσώπου που ενεργούσε ως δικηγόρος. Επίσης, αρνήθηκε ότι ο πρώην 3ος κατηγορούμενος στις 15/07/1997 την επισκέφθηκε στην εργασία της για να υπογράψει ως εγγυήτρια στο συμβόλαιο. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε ότι ο δικηγόρος που διόρισε δεν της είπε ότι έπρεπε να ακυρωθεί η απόφαση του Δικαστηρίου για να εξαλειφθεί το ΜΕΜΟ, ότι δεν έκαμε οποιοδήποτε διάβημα για ακύρωση της απόφασης και ότι δεν γνωρίζει. Τέλος, είπε ότι για το άλλο αυτοκίνητο που της έφερε ο 2ος κατηγορούμενος, πιθανόν να του είχε δώσει τα στοιχεία της και αυτός να τα γνώριζε. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ότι εργάζεται στο Τμήμα γραφολογίας του εγκληματικού εργαστηρίου του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο βιογραφικό του σημείωμα σε σχέση με τα προσόντα του ως τεκμήριο 30 και σχετική έκθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση ως τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με το τεκμήριο αυτό, η αμφισβητούμενη γραφή στη θέση Ενοικιαστή στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, τεκμήριο 2, δεν ανήκει στον πρώην 3ον κατηγορούμενο ενώ η υπογραφή στη θέση αυτή παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με την υπογραφή του εν λόγω προσώπου και δημιουργούν υποψία ότι δυνατό να ανήκει σε αυτόν. Όσον αφορά τη γραφή και υπογραφή στις θέσεις των εγγυητών με αρ. 1 - 4 αναφέρονται τα ακόλουθα: Στη θέση του 1ου εγγυητή η αμφισβητούμενη γραφή και υπογραφή πλην της γραφής «6450830 ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ, Α/Ε, παρουσιάζουν ομοιότητες και ανήκουν στον 1ον κατηγορούμενο. Στη θέση του 2ου εγγυητή η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει ομοιότητες με αυτή του Μάρκου Παρασκευά και ανήκει σε αυτόν ενώ η αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτόν. Στη θέση του 3ου εγγυητή η αμφισβητούμενη υπογραφή ανήκει στον 2ον κατηγορούμενο. Στη θέση του 4ου εγγυητή η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ανήκει στην Μαρία Χαραλάμπους ενώ η υπογραφή αυτή σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στο Παρασκευά Παρασκευά παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ τους που δημιουργούν ΥΠΟΨΙΑ ότι η υπογραφή αυτή δυνατό να έγινε από τον εν λόγω Παρασκευά Παρασκευά. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι αναφέρεται σε υποψία διότι δεν μπόρεσε να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Όσον αφορά την αμφισβητούμενη γραφή / συμπλήρωση στη θέση του 4ου εγγυητή πλην της γραφής «2936852» σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Παρασκευά Παρασκευά παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους και αυτά έγιναν από τον πιο πάνω. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός εξήγησε τη μέθοδο που ακολούθησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του και κατέθεσε στο Δικαστήριο και συγκριτικούς πίνακες ως τεκμήρια 32 Α, 32Β, 34, 35 και
  7. Εξήγησε επίσης, ότι ένας γραφολόγος μπορεί να καταλήξει στα εξής αποτελέσματα: 1) Θετικό αποτέλεσμα όταν βρίσκει ουσιώδεις ομοιότητες. 2) Ισχυρή πεποίθηση και ότι και σε αυτήν την περίπτωση είναι θετικό αποτέλεσμα αλλά για κάποιους λόγους κυρίως θεωρητικούς δεν μπορείς να καταλήξεις σε απόλυτο ασφαλές συμπέρασμα. 3) Υποψία, όταν ο γραφολόγος βρίσκει ομοιότητες αλλά συνάμα και διαφορές και δεν μπορείς να καταλήξεις σε ασφαλές συμπέρασμα. 4) Αρνητικό συμπέρασμα όταν εντοπίζονται διαφορές. 5) Καμία γνώμη όταν δεν μπορείς να καταλήξεις. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου από το 1990 και κατά το έτος 2000 παρέλαβε από ένα εκ των τεσσάρων εγγυητών στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 αλλά σε καμία περίπτωση από τον πρωτοφειλέτη καθότι υπήρχε δικαστική απόφαση, το τεκμήριο
  8. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 24 την υπογραφή του στη θέση «Ο ΠΑΡΑΛΑΒΩΝ» και την υπογραφή του 1ου κατηγορούμενου στη θέση «Ο ΠΑΡΑΔΩΣΑΣ». Δεν θυμόταν όμως από πού το παρέλαβε και ποιός του το παρέδωσε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά το έτος 2000 μελέτησε το φάκελο της συγκεκριμένης ενοικιαγοράς και αυτό έκαναν πάντα όταν ήθελαν κάποια πληροφορία. Συμφώνησε ότι στο φάκελο υπήρχαν επιστολές της Μαρίας Χαραλάμπους μέσω δικηγόρου αλλά δεν θυμόταν την ημερομηνία. Ανέφερε όμως, ότι υπήρχε εκ μέρους της ισχυρισμός για πλαστογραφία της υπογραφής της και αυτό πρέπει να ήταν πριν από το
  9. Επίσης, είπε ότι το τεκμήριο 24 ο 1ος κατηγορούμενος το υπέγραψε μπροστά του και συνήθως τα αυτοκίνητα τα παραλάμβανε στο χώρο της Τράπεζας. Ο ίδιος ουδέποτε πήγε στη Πόλη Χρυσοχούς για να παραλάβει αυτοκίνητο. Περαιτέρω, είπε ότι πρέπει να έγινε αίτηση παρακοής για να παραδόθηκε το αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε επίσης ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου η οποία κατά το έτος 1997 εργαζόταν στον Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως. Ανέφερε, υιοθετώντας τη γραπτή της κατάθεση τεκμήριο 38, ότι στις 15/07/1997 ο 2ος κατηγορούμενος της παρουσίασε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και αφού έκαμε το σχετικό έλεγχο της ικανότητας αποπληρωμής του από τον πρωτοφειλέτη, συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν για την νομιμότητα του και εγκρίθηκε, προχώρησε στην έκδοση επιταγής για το ποσό των £5,500 επ' ονόματι του 2ου κατηγορούμενου, την οποία του παρέδωσε. Αφού αναφέρθηκε στα στοιχεία τα οποία η ίδια συμπλήρωσε στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ανέφερε ότι οι υπογραφές σε αυτό δεν έγιναν στην παρουσία της. Η ίδια είπε συμπλήρωσε στη θέση του 4ου εγγυητή τη λέξη «σύζυγος» αλλά δεν θυμάται να την πήρε τηλέφωνο και να της το είπε. Επίσης, είπε ότι δεν θυμάται αν η Μαρία Χαραλάμπους πήρε τηλέφωνο στην Τράπεζα κατά τα έτη 1998 και 1999 και έκαμε καταγγελία για πλαστογραφία. Η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου από το 2006 και κατά το έτος 2009 ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης που σχετιζόταν με το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς καθότι εργαζόταν στο Τμήμα Διακανονισμών Χρεών της Τράπεζας. Αφού ανέφερε στην κατάθεση της τεκμήριο 40 το υπόλοιπο του δανείου κατά τις 17/11/2010 δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο είχαν πληρωθεί οποιεσδήποτε δόσεις και από ποιόν. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του φακέλου ούτε θυμάται αν προχώρησαν με την εγγραφή ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της παραπονούμενης αλλά όταν έχουν δικαστική απόφαση αυτή είναι η τακτική που ακολουθείται. Για αυτή την ενέργεια όμως δεν ενημερώνεται ο πελάτης και ούτε θυμάται αν ενημέρωσε την παραπονούμενη για κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.7 ανέφερε ότι από το 1989 μέχρι του 2000 εργαζόταν στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης και ήταν αυτός που υπέγραψε εκ μέρους του Οργανισμού το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς όχι όμως στις 15/07/1997 καθότι απουσίαζε με άδεια αλλά αργότερα όταν επέστρεψε. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η πρωτότυπη εγγραφή του αυτοκινήτου πηγαίνει συνήθως κοντά τους και μετά αυτοί την αποστέλλουν στον πρωτοφειλέτη αλλά δεν θυμάται αν αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Επίσης, εξήγησε ότι αυτό που έκαναν ήταν να ελέγχουν το νομότυπο του συμβολαίου δηλαδή αν υπήρχαν υπογραφές από το πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές και τα απαραίτητα στοιχεία τους. Δεν υπογράφονταν στην παρουσία τους τα συμβόλαια ενοικιαγοράς και τους τα έπαιρνε ο πωλητής. Ο Μ.Κ.8 ανέφερε ότι από το 1982 μέχρι και το τέλος Αυγούστου του 1997 ήταν διευθυντής του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου. Παρουσιάστηκε κοντά του είπε το επίδικο συμβόλαιο και αφού έλεγξε ότι ήταν νομότυπα συμπληρωμένο το υπέγραψε εκ μέρους του Οργανισμού καθώς επίσης και την επιταγή για το ποσό των £5,500 επ' ονόματι του 2ου κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ότι τον τότε καιρό οι διάφοροι έμποροι και πωλητές αυτοκινήτων έπαιρναν από την Τράπεζα άδεια συμβόλαια ενοικιαγοράς τα οποία συμπλήρωναν και τους τα έπαιρναν συμπληρωμένα για σκοπούς χρηματοδότησης. Ο Μ.Κ.9 κατέθεσε ότι είναι Τεχνικός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και αφού αναγνώρισε το τεκμήριο 22 ως την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Σε αυτή ουσιαστικά αναφέρεται στον έλεγχο που έκανε στα αρχεία του Τμήματος του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος με αρ. εγγραφής ABJ 180 από το 1997 μέχρι τις 24/09/
  10. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος από τις 29/07/1997 μέχρι 21/04/2000 ήταν ο Παναγιώτης Χριστοφή Πέτρου και σύμφωνα με τον μάρτυρα το όχημα αυτό ήταν σε ενοικιαγορά από την Τράπεζα Κύπρου. Ανέφερε επίσης, ότι ως θέμα πρακτικής συνήθως για την εγγραφή ενός οχήματος που είναι σε σύστημα ενοικιαγοράς απευθύνεται στο Τμήμα τους η Τράπεζα ή ο έμπορος. Στην παρούσα περίπτωση δεν θυμόταν ποιός αποτάθηκε για την εγγραφή του οχήματος. Επίσης, ανέφερε ότι το Τμήμα τους δεν αποστέλλει τον τίτλο ιδιοκτησίας ενός οχήματος στον ιδιοκτήτη αλλά το παραδίδουν σε αυτό που κάνει την εγγραφή. Περαιτέρω, δεν γνώριζε να πει κατά πόσο ο Παναγιώτης Χριστοφή Πέτρου έκαμε οποιοδήποτε παράπονο στο Τμήμα τους ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος. Ο Μ.Κ.10 ήταν πρώην κατηγορούμενος αρ. 3 στην παρούσα υπόθεση και μετατράπηκε σε μάρτυρα κατηγορίας μετά από τη διακοπή και αναστολή της υπόθεσης εναντίον του από την κατηγορούσα αρχή. Υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης ημερομηνίας 14/08/2010, τεκμήριο 12, πλην του σημείου στο οποίο αναφέρει ότι δεν υπόγραψε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Επίσης, υιοθέτησε και το περιεχόμενο ολόκληρης της 2ης γραπτής ανακριτικής του κατάθεσης ημερομηνίας 30/10/2010, τεκμήριο 13, το οποίο επίσης αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Στο τεκμήριο 12 ουσιαστικά προβάλει την εκδοχή ότι λόγω της φύσης της εργασίας του γνώριζε τον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος είχε μάντρα αυτοκινήτων. Τον Ιούλιο του 1995 αγόρασε από κοντά του το όχημα ΕΕΒ 699 Mitsubishi Lancer κόκκινου χρώματος. Μετά αγόρασε το όχημα VS 231 και μετά αγόρασε ακόμη ένα Mitsubishi Lancer αλλά δεν θυμάται τους αριθμούς εγγραφής του. Για τα δύο τελευταία αυτά αυτοκίνητα έκανε συμβόλαια ενοικιαγοράς με τον 2ον κατηγορούμενο χωρίς κανένα πρόβλημα. Κατά τον μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 1997 πήρε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου στην οποία έγραφε ότι για το αυτοκίνητο ΑΒJ 180 είχε καθυστερημένες δόσεις και τις οποίες έπρεπε να πληρώσει σε 15 μέρες. Επειδή αυτός δεν είχε στην κατοχή του το αυτοκίνητο αυτό αποτάθηκε στην Τράπεζα για να μάθει τί ακριβώς έγινε και του ανέφεραν ότι το αυτοκίνητο αυτό πωλήθηκε με συμβόλαιο ενοικιαγορά το οποίο κατέθεσε ο 2ος κατηγορούμενος και αυτός ήταν ο αγοραστής. Ακολούθως, πήγε στον 2ον κατηγορούμενο για να του δώσει εξηγήσεις και του παραδέχθηκε ότι συμπλήρωσε το συμβόλαιο και από ότι θυμάται του ανέφερε ότι ήταν για το ποσό των £5,000 και θα φρόντιζε να εξοφλήσει τις καθυστερημένες δόσεις και να μην πάει στην Αστυνομία. Του έδειξε εμπιστοσύνη και δεν πήγε στην Αστυνομία. Από ότι του ανέφερε χρειάστηκε λεφτά και σκέφτηκε να κάμει αυτό το πλαστό συμβόλαιο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι από ότι γνωρίζει τόσο τα στοιχεία του όσο και τα στοιχεία της πρώην συζύγου του, τα είχε από άλλες πράξεις που έκανε μαζί του για αγορά άλλων αυτοκινήτων. Επίσης, αναφέρει ότι αρκετές φορές που βρισκόταν στα γραφείο του 2ου κατηγορούμενου έβλεπε το γιο του, 1ον κατηγορούμενο να συμπληρώνει συμβόλαια ενοικιαγοράς επειδή ο 2ος κατηγορούμενος δεν ήξερε να γράφει. Μετά από αυτά, ο 2ος κατηγορούμενος πλήρωσε τρεις ή τέσσερις δόσεις και δεν πήρε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίησε και νόμιζε ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Μετά από μερικά χρόνια έπιασε κλήση για να πάει Δικαστήριο σε σχέση με το συμβόλαιο αυτό και αφού μίλησε με τον 2ον κατηγορούμενο του έδωσε τη κλήση και θα τα κανόνιζε. Αυτός την έδωσε του δικηγόρου του και μετά έφυγε από το Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρει ότι και σε μια άλλη περίπτωση το Δικαστήριο διέταξε να πληρώνουν δόση για να εξοφληθεί το συμβόλαιο και ο 2ος κατηγορούμενος υποσχέθηκε πως θα την πλήρωνε. Αφού αναφέρει τον τρόπο που διαπιστώθηκε από την παραπονούμενη η ύπαρξη ΜΕΜΟ επί της περιουσίας της, συνεχίζει λέγοντας ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε για λογαριασμό της ούτε πλαστογράφησε την υπογραφή της και ουδέποτε είχε το αυτοκίνητο στην κατοχή του. Στην 2ην κατάθεση του, τεκμήριο 13, αναφέρει ότι επειδή με τον 2ον κατηγορούμενο ήταν φίλοι από παλιά, τον επισκεπτόταν συχνά στο κατάστημα του. Από ότι θυμάται, μια μέρα που ήταν στο κατάστημα του, του ζήτησε να υπογράψει στη θέση του ενοικιαστή ένα κενό συμβόλαιο του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως για να πάρει λεφτά από την Τράπεζα και όχι για να του πωλήσει αυτοκίνητο. Λόγω της φιλίας τους, αυτός του υπόγραψε στο κενό συμβόλαιο στη θέση του ενοικιαστή αλλά δεν έγραψε ούτε υπόγραψε οτιδήποτε άλλο πουθενά αλλού. Επίσης, αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση, είτε μόνος του είτε με τον 2ον κατηγορούμενο πήγαν στο κατάστημα του Κόνικκου στο οποίο εργαζόταν η πρώην σύζυγος του για να της ζητήσουν να υπογράψει ως τέταρτη εγγυήτρια. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν του ανέφερε το ακριβές ποσό που θα ήταν το συμβόλαιο και ότι του είπε απλώς ότι θα ήταν 2000 - 3000 λίρες. Το αυτοκίνητο αυτό το είχε συνέχεια ο 2ος κατηγορούμενος στην μάντρα του στην Πόλη Χρυσοχούς και επειδή δεν πληρωνόταν η δόση κατασχέθηκε από την Τράπεζα. Τέλος, αναφέρει ότι ό,τι έκανε το έκανε χάριν της φιλίας και συνεργασίας που είχε με τον 2ον κατηγορούμενο και δεν γνώριζε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της συζύγου του αφού τα υπόλοιπα στοιχεία μπήκαν μετά και όταν υπέγραψε το συμβόλαιο ήταν κενό. Σε περαιτέρω εξέταση του, είπε ότι ο λόγος που είπε αρχικά ότι δεν υπέγραψε το συμβόλαιο ήταν διότι φοβήθηκε, δεν ήθελε να περιπλέξει τα πράγματα και νόμιζε ότι θα γλίτωνε. Αναγνώρισε επίσης, την υπογραφή του στο τεκμήριο 2, στη θέση του ενοικιαστή και την έβαλε στο κατάστημα του 2ου κατηγορούμενου και το συμβόλαιο ήταν κενό. Εκείνη την ώρα παρόντες ήταν αυτός, ο 1ος και ο 2ος κατηγορούμενος και δεν του ανέφερε ότι θα χρησιμοποιούσαν τη σύζυγο του ως εγγυήτρια στο συμβόλαιο. Περαιτέρω, είπε ότι ουδέποτε παρέλαβε τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος, ουδέποτε το είχε στην κατοχή του, δεν ειδοποιήθηκε για τον πλειστηριασμό, δεν γνώριζε ότι πουλήθηκε ούτε ο ίδιος έπιασε οποιαδήποτε χρήματα από την Τράπεζα. Υιοθέτησε επίσης, την απάντηση που έδωσε στην γραπτή του κατηγορία, τεκμήριο 18 που λέει ότι υπέγραψε μόνο ως εγγυητής. Δεν αναγνώρισε την δικαστική απόφαση, τεκμήριο 19 λέγοντας ότι δεν γνωρίζει τί είναι και δεν γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία γι αυτό το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι πήρε επιστολή από την Τράπεζα τόσο αυτός όσο και η πρώην σύζυγος του 1997 και τον ρώτησε τι ήταν αυτή η επιστολή αλλά αυτή δεν ήξερε τι έκανε αυτός. Πήγε είπε η πρώην σύζυγος του στην Τράπεζα και ενημερώθηκε και γνώριζε από τότε ότι είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή της. Πήγε επίσης με τον 2ον κατηγορούμενο στην Τράπεζα και το θέμα διευθετήθηκε και της είπαν ότι αφαιρέθηκε από το συμβόλαιο. Περαιτέρω, είπε ότι δεν είδε τους κατηγορούμενος αρ. 1 και 2 να συμπληρώνουν οποιαδήποτε στοιχεία στο συμβόλαιο. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι, μετά που κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση. Ο 1ος κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Δεν θυμάμαι το μήνα ή την μέρα, με πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου, μου είπε έλα στο γραφείο, ο φίλος σου ο Παναγιώτης ο λαστιχάρης θέλει να αγοράσει ένα αυτοκίνητο, να του υπογράψεις εγγυητής. Πήγα εκεί, υπέγραψα ως εγγυητής, συμπλήρωσα τα στοιχεία μου, τα στοιχεία του Πανίκου, τους υπόλοιπους εγγυητές και έφυγα.» Ο 2ος κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Ήρθε ο Πανίκος και συμφωνήσαμε να του πουλήσουμε το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο και μετά όταν συμφωνήσαμε πήραμε το συμβόλαιο της Τράπεζας Κύπρου και πήγαμε στο κατάστημα του Κόνικκου όπου εργαζόταν η γυναίκα του και μου είπε περίμενε 5 λεπτά εδώ έξω να πάω να πω της γυναίκας μου να υπογράψει εγγυητής και μετά μου έφερε το συμβόλαιο υπογραμμένο και φύγαμε. Τίποτε άλλο.» Η Μ.Υ.1 κατέθεσε ως η υπεύθυνη του Πολιτικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία είχε υπό τη φύλαξη και κατοχή της το φάκελο της Αγ. Αρ. 4513/
  11. Ανέφερε ότι από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο αρ. 1, δηλαδή τον Μ.Κ.10, προσωπικά στις 28/01/1999 ενώ την ίδια μέρα επιδόθηκε και στην εναγόμενη αρ. 5, δηλαδή της Μ.Κ.2, και την κλήση την παρέλαβε για λογαριασμό της ο Μ.Κ.
  12. Η απόφαση της αγωγής επιδόθηκε στον Μ.Κ.10 προσωπικά στις 10/12/1999 και ακολούθως, αίτηση παρακοής ημερομηνίας 17/01/2000 που καταχωρήθηκε επιδόθηκε στον Μ.Κ.10 προσωπικά στις 21/01/
  13. Η αίτηση αυτή αποσύρθηκε στις 07/02/
  14. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας είπε ότι στις 25/05/2011 έγινε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνία 01/11/1999 από την Μαρία Χαραλάμπους και η οποία απορρίφθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρισης νέας. Επίσης, στο φάκελο υπάρχει ακόμη μια αίτηση παραμερισμού με ημερομηνία 21/05/2015 η οποία ακόμη εκκρεμεί. Περαιτέρω, είπε ότι στην 1ην αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 25/05/2011 επισυνάπτονται επιστολές του δικηγόρου της εν λόγω Μαρίας Χαραλάμπους προς την Τράπεζα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο δύο επιστολές ημερομηνίας 01ης/12/1998 και 18/01/1999 (βλ. τεκμήρια 43 και 44). Οι εν λόγω επιστολές φαίνεται να υπογράφονται από κάποιο Μάκη Χαραλάμπους, δικηγόρο και να στάληκαν εκ μέρους της πελάτιδας του Μαρίας Χαραλάμπους. Με την 1ην επιστολή φαίνεται να απαντάται επιστολή του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 05/08/1998 η οποία στάληκε στην Μαρία Χαραλάμπους σε σχέση με το συμβόλαιο ενοικιαγοράς 860-0-
  15. Σε αυτή καλείται ο Οργανισμός να προβεί στις δέουσες ενέργειες για να αφαιρεθεί από το συμβόλαιο ενοικιαγοράς ως εγγυήτρια καθότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε. Επίσης, στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι όταν πήρε την επιστολή από την Τράπεζα, ρώτησε το σύζυγο της για την υπόθεση αυτή και της είπε ότι το όχημα αυτό βρίσκεται στην μάντρα αυτοκινήτου του Σάββα Παρασκευά και ότι είναι εκείνος που έκανε όλες τις διευθετήσεις με την Τράπεζα και ότι θα διευθετείτο το ζήτημα πολύ σύντομα. Στο τεκμήριο 44, φαίνεται να υπάρχει διαμαρτυρία προς την Τράπεζα καθότι η προηγούμενη επιστολή δεν είχε απαντηθεί ούτε έγινε οτιδήποτε για να απαλλαγεί από την εγγύηση και ότι αν δεν γίνει αυτό θα προχωρήσει με καταγγελία στην Αστυνομία για πλαστογραφία. Πέραν των πιο πάνω κατατέθηκε και επιστολή ημερομηνίας 20/05/2009 η οποία φέρεται να αποστάληκε από τον Οργανισμό προς την Μαρία Χαραλάμπους και η οποία επίσης επισυναπτόταν στην αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 25/05/2011 (βλ. τεκμήριο 45). Σε αυτή η Τράπεζα πληροφορεί την Μαρία Χαραλάμπους ότι έχει προχωρήσει με την εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της με αρ. εγγραφής 3425 και
  16. Όπως έχει προκύψει από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία, το κύριο ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι συνδέονται με την υπογραφή που τέθηκε στη θέση του 4ου εγγυητή στο επίδικο συμβόλαιο ενοικαγοράς ή κατά πόσο γνώριζαν ότι αυτή δεν ανήκει στην εν λόγω Μαρία Χαραλάμπους και ότι έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση της. Αν η απάντηση είναι καταφατική στο πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο σκοπός που έγινε και η πρόθεση τους ήταν για να εξασφαλίσουν το ποσό των £5,500 από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου. Διευκρινίζω ότι με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών η όλη υπόθεση της κατηγορούσας αρχής περιστρέφεται γύρω από την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και αυτό αφορά την πλαστογραφία και τις υπόλοιπες κατηγορίες και όχι στην γνησιότητα της συναλλαγής που αναφέρεται σε αυτό. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Ο Μ.Κ.1 ουσιαστικά ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεση και κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα τεκμήρια τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Δεν έχω εντοπίσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του και κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τις πιο πάνω ενέργειες του. Άλλωστε η μαρτυρία του αυτή δεν έτυχε αντεξέτασης ούτε αμφισβητήθηκε οτιδήποτε από το περιεχόμενο των τεκμηρίων. Επίσης, να σημειωθεί ότι ουσιαστικά η διακίνηση των τεκμηρίων δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε τέθηκε καθοιονδήποτε ότι αυτά διαφέρουν από εκείνα που λήφθηκαν και στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Αντιθέτως αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός (βλ. τεκμήρια Β και Γ). Επίσης, ο μάρτυρας είπε ότι είναι ο ίδιος που έλαβε τα δείγματα γραφής και υπογραφής των κατηγορουμένων και ότι τα υπέγραψαν στην παρουσία του. Επίσης, αποτέλεσε παραδεχτό γεγονός ότι τα δείγματα γραφής και υπογραφής της Μαρίας Χαραλάμπους λήφθηκαν από τον Αστ. 2886 Α. Αλεξάνδρου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο ότι το συμβόλαιο ενοικιαγοράς που αποστάληκε για επιστημονικές εξετάσεις ήταν το πρωτότυπο και ότι αυτό μετά επιστράφηκε στο φάκελο της πολιτικής αγωγής και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο αυτού. Ακόμη είπε ότι τα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν, στάληκαν και αυτά για επιστημονικές εξετάσεις και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ουσιαστικά η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα και περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα κατά πόσο μελέτησε το φάκελο της πολιτικής αγωγής και αν εντόπισε και οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα, με το μάρτυρα να απαντά ότι δεν το έκανε αυτό και το μόνο που πήρε από το φάκελο εκείνο ήταν το πρωτότυπο συμβόλαιο και τη δικαστική απόφαση, τεκμήριο
  1. Δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαδικασία που έγινε στην εν λόγω αγωγή και τη συμπεριφορά των εκεί εναγομένων και ειδικότερα κατά πόσο προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο γνώσης της παραπονούμενης για την υπόθεση αυτή πριν από την καταγγελία της Αστυνομία. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε και τη γραπτή κατάθεση κάποιου Μάρκου Παρασκευά, τεκμήριο
  2. Το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της εν λόγω κατάθεση και κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές να δώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Κατ' αρχή το πρόσωπο αυτό δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξεταστεί για να κριθεί η αξιοπιστία του χωρίς η κατηγορούσα αρχή να δώσει οποιοδήποτε λόγο. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της κατάθεσης του είναι γενικό και αόριστο και δεν είναι δυνατό από αυτό και μόνο να συναχθεί οποιοδήποτε σαφές και ασφαλές συμπέρασμα. Επίσης, δεν συνάδει και με άλλη αποδεχτή μαρτυρία όπως θα διαφανεί κατωτέρω και συγκεκριμένα σε σχέση με το κατά πόσο υπέγραψε ως εγγυητής ή όχι στο εν λόγω συμβόλαιο. Επομένως, δεν θα δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω κατάθεση. Βαρύτητα επίσης, δεν θα δώσω και στις θέσεις και αναφορές του μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο κατάρτισης του συμβολαίου ενοικιαγοράς, για τον οποίο δεν είχε προσωπική γνώση αλλά αναφερόταν σε θέσεις των κατηγορούμενων στις καταθέσεις τους. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε καθώς επίσης και το περιεχόμενο τους αφού δεν φάνηκε αυτό να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε έτυχε αμφισβήτησης. Να αναφέρω επίσης, ότι κάποια από αυτά αναγνωρίζονται και επιβεβαιώνονται και από άλλους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας της με πολλή προσοχή και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Γενικά η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και στα κύρια και ουσιαστικά σημεία όπως για το θέμα της μη υπογραφής της στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Άλλωστε για το ζήτημα αυτό, η θέση της υποστηρίζεται και από άλλη αποδεχτή μαρτυρία όπως θα διαφανεί και κατωτέρω. Το ίδιο και οι αναφορές της ότι ουδέποτε ο πρώην σύζυγος της την επισκέφθηκε στην εργασία της και της ζήτησε να υπογράψει ως εγγυήτρια στο συγκεκριμένο συμβόλαιο καθώς επίσης και η θέση της ότι ουδέποτε είδε το σύζυγο της να έχει στην κατοχή του το αναφερόμενο στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς όχημα. Πέραν από τα πιο πάνω όμως, έχω διαπιστώσει ότι η μάρτυρας για κάποιους δικούς της λόγους, οι οποίοι παρέμειναν άγνωστοι προς το Δικαστήριο δεν ανέφερε τον ακριβή χρόνο που αυτή έλαβε γνώση για την ύπαρξη του εν λόγω συμβολαίου ενοικιαγοράς και ότι ήταν εγγυήτρια χωρίς να έχει υπογράψει ως τέτοια. Έχει διαφανεί ότι το χρονικό σημείο που προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία της παρούσας υπόθεσης, δεν ήταν διότι τότε περιήλθε σε γνώση της το γεγονός της πλαστογραφίας, αλλά προφανώς διότι δεν μπορούσε να μεταβιβάσει τη περιουσία της στα παιδιά της λόγω του ΜΕΜΟ και ότι τελικά η υπόθεση δεν διευθετήθηκε από τους άμεσα εμπλεκόμενους. Αυτά που ανέφερε και η προβολή άγνοιας σε σχέση με τις διαδικασίες και κατά πόσο προέβηκε σε ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4513/99 δεν θεωρώ ότι ευσταθούν αλλά ήταν για να δικαιολογήσει τη καθυστέρηση στο να καταγγείλει την υπόθεση. Αρνήθηκε ότι ανέφερε οτιδήποτε στο θείο της Μάκη Παπαχαραλάμπους, δικηγόρο γι αυτή την υπόθεση και ότι του έδωσε ποτέ οδηγίες για να χειριστεί την υπόθεση της. Από την μαρτυρία της Μ.Υ.1 και τα τεκμήρια 43 και 44 που κατατέθηκαν, τα οποία αποδέχομαι για τους λόγους που θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μάρτυρος αυτής, αντικρούει κάθε θέση της μάρτυρας αυτή επί των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Προκύπτει από αυτά να είχε γνώση για το συμβόλαιο αυτό από το 1998 και με οδηγίες της προς τον πιο πάνω δικηγόρο αποστάληκαν και οι δύο αναφερόμενες επιστολές στην Τράπεζα. Ούτε έλαβε οποιοδήποτε μέτρο λέει για να ακυρώσει την απόφαση του Δικαστηρίου ενώ από την Μ.Υ.1 προκύπτει το αντίθετο. Ερωτούμενη περί τούτου και απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις είπε «Δεν ξέρω τι λέτε» και «Δεν γνωρίζω εγώ». Επομένως, δεν μπορώ να αποδεχτώ το μέρος αυτό της μαρτυρίας της. Τα πιο πάνω όμως, δεν θεωρώ ότι είναι ικανά στο να απορρίψω την υπόλοιπη μαρτυρίας της. Πέραν της καλής εντύπωσης που μου έκανε από το εδώλιο του μάρτυρα, η υπόλοιπη μαρτυρία της επιβεβαιώνεται και από άλλη αποδεχτή μαρτυρία όπως θα διαφανεί και κατωτέρω. Περαιτέρω, εξέφρασε τη θέση ότι είχε μια συναλλαγή στο παρελθόν με τον 2ον κατηγορούμενο, αλλά αυτή αφορούσε ουσιαστικά τη μεταφορά ενός αυτοκινήτου που είχε αγοράσει και η ίδια δεν θυμόταν να υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για τη συναλλαγή αυτή μαζί του. Αντεξεταζόμενη από τον τότε 3ον κατηγορούμενο είπε ότι πολύ πιθανόν να έδωσε τα στοιχεία της στον 2ον κατηγορούμενο για την εν λόγω συναλλαγή και ότι τα γνώριζε. Παρόλα αυτά, ούτε σε αυτό το σημείο μπορεί να δοθεί βαρύτητα καθότι δεν αναφέρεται στο γεγονός αυτό με σιγουριά ούτε έδωσε περισσότερα στοιχεία έτσι ώστε να μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο ασφαλές συμπέρασμα. Ότι δηλαδή ο 2ος κατηγορούμενος κατείχε τα στοιχεία της. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής, η οποία επαναλαμβάνω συνάδει και ενισχύεται και από άλλη αποδεχτή μαρτυρία, εκτός από το χρόνο που αυτή έλαβε γνώση για την πλαστογραφία της υπογραφής της που δεν ήταν το 2010 όταν έκανε την καταγγελία αλλά πολύ προγενέστερα και συγκεκριμένα κατά το έτος
  3. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο γραφολόγος της Αστυνομίας στον οποίο αποστάληκε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και όλα τα δείγματα υπογραφών για εξακριβωθεί σε ποιόν τελικά ανήκει η υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή στο συμβόλαιο αλλά και οι υπόλοιπες γραφές και υπογραφές στο συμβόλαιο. Ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θεωρώ ορθό στο σημείο αυτό να αναφερθώ στον τρόπο που αξιολογούνται τέτοιου είδους μάρτυρες. Κατ΄ αρχή το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας έχει τα απαραίτητα και αναγκαία προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομοληγηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω της μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι έχω ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός έχει τα απαραίτητα προσόντα και πείρα να αναφερθεί στα θέματα στα οποία αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Με βάση το τεκμήριο 30 που αποτελεί βιογραφικό σημείωμα του μάρτυρα και δεν έτυχε αμφισβήτησης προκύπτει ότι αυτός έτυχε διαφόρων εκπαιδεύσεων σε ζητήματα γραφολογίας και φωτογραφίας, έχει αποκτήσει στις 29/03/2010 πιστοποιητικό διαπίστευσης για Δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής, έχει τύχει μετεκπαίδευσης σε θέματα Δικαστικής Γραφολογίας στο Netherlands Forensic Institute στην Ολλανδία και στο Ισραήλ και άλλες εκπαιδεύσεις που αναφέρονται στο τεκμήριο
  1. Επίσης, από το 2007 μέχρι και σήμερα εργάζεται ανελλιπώς στο εργαστήριο γραφολογίας του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός μπορεί να θεωρηθεί ειδικός στα θέματα που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, κάτι άλλωστε που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και τον αποδέχομαι ως τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και αμερόληπτος και απώτερος σκοπός και στόχος του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου τις εξηγήσεις που έδωσε και τον τρόπο που ακολούθησε για να καταλήξει στο ευρήματα και συμπεράσματα του και θεωρώ ότι αυτές είναι επαρκείς και έχει παράσχει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι ώστε να μπορεί να βασιστεί σε αυτά. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ακολούθησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο και τα πρότυπα της διαπίστευσης αρ. 17025:2005 για την οποία το εγκληματολογικό εργαστήριο της Αστυνομίας κατέχει (βλ. τεκμήριο 33). Εξήγησε επίσης και τον τρόπο που κατέληξε στα ευρήματα του με βάση τους συγκριτικούς πίνακες που ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός βασίστηκε στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς που του αποστάληκε, το οποίο ήταν το πρωτότυπο του τεκμηρίου 2 και στα δείγματα γραφής. Εξήγησε ότι δεν χρειάζεται ο ίδιος να λάβει τέτοια δείγματα γραφής και έχει προκύψει ότι τα δείγματα γραφής λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 και τον Αστ. Α. Αλεξάνδρου. Επομένως, τα δείγματα αυτά γραφής που έγινε η σύγκριση ανήκουν σε αυτά τα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας. Περαιτέρω, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της υπεράσπισης, είπε ότι η ψυχολογία του ατόμου που υπογράφει δεν παίζει και τόσο ρόλο στο αποτέλεσμα της εξέτασης. Έχει το δικό της ρόλο, θεωρητικά, αλλά και πάλι τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά γραφής και υπογραφής παραμένουν αναλλοίοτα. Ούτε ο τρόπος λήψης των δειγμάτων γραφής και υπογραφής έχει σημασία για τον ίδιο στο να καταλήξει σε αποτέλεσμα και θεωρεί σωστή τη λήψη των σχετικών δειγμάτων. Παρόλο που είπε ότι είναι προτιμότερο τα δείγματα γραφής να λαμβάνονται σε χρόνο πλησίον αυτού που έγινε η αμφισβητούμενη υπογραφή σε ένα έγγραφο, εντούτοις ουσιαστικά ανέφερε ότι αυτό δεν αποτελεί ούτε και αποτέλεσε εμπόδιο στην παρούσα περίπτωση. Σε περίπτωση είπε που τα δείγματα δεν παρουσιάζουν συνέπεια τότε θα ζητήσει δείγματα πλησίον του χρόνου της αμφισβητούμενης υπογραφής αλλά στην παρούσα περίπτωση δεν χρειάστηκε κάτι τέτοιο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα και την αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.4 κρίνω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα τα οποία γνώριζε και θυμόταν για την υπόθεση αυτή και στον βαθμό που η μαρτυρία του είναι βοηθητική, γίνεται αποδεκτή. Έχει προκύψει ότι ο μάρτυρας αυτός, αναφερόμενος και στο τεκμήριο 24, παρέλαβε το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 για λογαριασμό της Τράπεζας από τον 1ον κατηγορούμενο στο χώρο της Τράπεζας και ότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση το παρέλαβε από τον πρωτοφειλέτη ούτε ο ίδιος παρέλαβε όχημα ποτέ από την Πόλη Χρυσοχούς. Αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία του. Η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα και παρά τη γενική τοποθέτηση του μάρτυρα σε σχέση με το κατά πόσο στο φάκελο της υπόθεσης υπήρχε επιστολή της παραπονούμενης ημερομηνίας 1/12/1998, ο ίδιος ανέφερε ότι υπήρχε ισχυρισμός της για πλαστογραφία, τουλάχιστον πριν από το
  2. Η θέση του αυτή σε συνδυασμό με την μαρτυρία της Μ.Υ.1 και τα τεκμήρια που κατέθεσε καθιστούν επιτρεπτό και ασφαλές για το Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογο εύρημα. Η Μ.Κ.5 ήταν αυτή που παρέλαβε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς υπογραμμένο από τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές από τον 2ον κατηγορούμενο στις 15/07/1997 και αφού αναφέρθηκε στα στοιχεία που η ίδια συμπλήρωσε και τους ελέγχους που έκανε το προώθησε για έγκριση και ακολούθως εξεδόθη η επιταγή των £5,500 η οποία δόθηκε στον 2ον κατηγορούμενο. Δεν έχω διακρίνει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος ούτε έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της στα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και εμπλοκή της στην υπόθεση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στην εμπλοκή της στην υπόθεση μετά το 2009 όταν παρέλαβε το φάκελο της. Πέραν των όσων αναφέρει στην κατάθεση της, τεκμήριο 40 τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, δεν ήταν σε θέση να δώσει άλλες λεπτομέρειες και πληροφορίες για την παρούσα υπόθεση καθότι δεν θυμόταν. Στο βαθμό που η μαρτυρία της είναι βοηθητική, γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.7 περιορίστηκε στο να πει ότι σε κάποιο χρόνο μετά τις 15/07/1997 έθεσε την υπογραφή του στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς εκ μέρους της Τράπεζας αφού αυτό είχε ελεγχθεί και ήταν δεόντως συμπληρωμένο και νομότυπο. Πέραν τούτου, δεν γνώριζε να πει οτιδήποτε άλλο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, στο βαθμό που είναι βοηθητική στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.8 ανέφερε και αυτός την εμπλοκή του στην υπόθεση και ότι είχε εγκρίνει το εν λόγω συμβόλαιο, το υπέγραψε εκ μέρους του Οργανισμού καθώς επίσης και την επιταγή των £5,500 που δόθηκε στον 2ον κατηγορούμενο. Επίσης, αναφέρθηκε και στη διαδικασία κατάρτισης των συμβολαίων ενοικιαγοράς τότε και ότι αυτά τα έφερναν στην Τράπεζα οι έμποροι συμπληρωμένα. Δεν έχει προκύψει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του και στις πιο πάνω ενέργειες και θέσεις του και τις αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.9 αναφέρθηκε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος ABJ 180 ως εκ της θέσεως του - υπάλληλος του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και από τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από το αρχείο που διατηρούν. Επίσης, αναφέρθηκε στα άτομα που κάνουν την εγγραφή στην περίπτωση ενοικιαγοράς και σε ποιους δίνεται ο τίτλος ιδιοκτησίας. Δεν γνώριζε όμως στην παρούσα περίπτωση να πει ποιος προέβηκε στην εγγραφή του εν λόγω οχήματος και ποιός παρέλαβε τον τίτλο και κατά πόσο παραδόθηκε στον πρωτοφειλέτη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο βαθμό που από αυτή μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα και είναι βοηθητική για τα επίδικα ζητήματα. Ο Μ.Κ.10 ήταν ο πρώην συγκατηγορούμενος των κατηγορουμένων και πριν την κατάθεση στο Δικαστήριο του Μ.Κ.9 η κατηγορούσα αρχή αποφάσισε να διακόψει την υπόθεση εναντίον του και ακολούθως τον κάλεσε ως μάρτυρα κατηγορίας. Είναι προφανές από τα πιο πάνω αλλά και από την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε και τις ίδιες τις καταθέσεις του ότι ο μάρτυρας αυτός θεωρείται συνεργός και συναυτουργός και η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί κάτω από αυτό το πρίσμα και κατ' επέκταση με πολλή προσοχή. Έχω υπόψη μου ότι η αξιοπιστία ενός τέτοιου μάρτυρα κρίνεται με βάση τα ίδια κριτήρια όπως άλλων μη συνεργών μαρτύρων (βλ. R v. Jones
(2004)1 Cr. App. R. 160) αλλά στην περίπτωση μιας τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο θα πρέπει να την αντιμετωπίζει με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται για τους κινδύνους αποδοχής της αναζητώντας προς τούτο ενισχυτική μαρτυρία. Αυτό θα πρέπει να γίνει όμως στην περίπτωση που ένας τέτοιος μάρτυρας φαίνεται αξιόπιστος. (βλ. Γερμανός και Άλλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 218/11, Ημερ. 19/07/2013 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού με πολλή προσοχή και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυρας αυτός, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα αφού ουσιαστικά εξήγησε την πραγματική φύση της συναλλαγής που αφορούσε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς εμπλέκοντας ευθέως τον εαυτό του με αυτό παραδεχόμενος ότι υπέγραψε στη θέση του ενοικιαστή σε αυτό. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε επιθυμούσε την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και ότι ο σκοπός που υπέγραψε ως ενοικιαστής στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ήταν για να βοηθήσει στον 2ον κατηγορούμενο να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την Τράπεζα λόγω και των φιλικών σχέσεων που είχαν και κατόπιν παράκλησης του. Τυχόν ανακρίβειες ή μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία του, όπως το ακριβές ποσό του συμβολαίου και η απάντηση του στην γραπτή του κατηγορία, δεν θεωρώ ότι είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του και την βασική θέση και εκδοχή του. Έχω επίσης, λάβει υπόψη μου το γεγονός ότι στην 1ην του κατάθεση αρνείται την οποιαδήποτε εμπλοκή του στη κατάρτιση του συμβολαίου ενοικιαγοράς και ότι είναι στην 2η του κατάθεση που εμπλέκει τον εαυτό του και εξηγεί την πραγματική φύση της συναλλαγής καθώς και την απάντηση του στην κατηγορία ότι αυτός απλώς υπέγραψε ως εγγυητής. Παρόλα αυτά, πέραν της εξήγησης που δίνει γι αυτό, στο Δικαστήριο υποστήριξε τη 2η του κατάθεση και δεν απέφυγε να εμπλέξει και τον εαυτό του στην παρούσα υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω, έλαβα υπόψη μου και τη μετέπειτα της υπογραφής του στο εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς συμπεριφορά. Ο ίδιος ουδέν έχει πράξει στο να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία όταν οι δόσεις του εν λόγω συμβολαίου δεν καταβάλλονται. Αποτείνεται όμως, στον 2ον κατηγορούμενο και βασίζεται στις υποσχέσεις του ότι θα τα διευθετούσε χωρίς όμως ο τελευταίος να πράξει οτιδήποτε. Πέραν των ειδοποιήσεων και επιστολών από την τράπεζα, κινήθηκε και αγωγή εναντίον του, την παράλαβε και συνεχίζει να βασίζεται στις υποσχέσεις του 2ου κατηγορούμενου ότι θα διευθετούσε το ζήτημα. Εξακολουθεί να μην διευθετείται και η τράπεζα προχωρεί με αίτηση παρακοής εναντίον του και συνεχίζει να μην πράττει τίποτε. Θα ήταν λογικό σε κάποιο στάδιο μετά από όλα αυτά ο ίδιος να αντιδρούσε αλλά παρόλα αυτά ουδέν πράττει εξακολουθώντας να βασίζεται στις υποσχέσεις του 2ου κατηγορούμενου. Παρόλα αυτά όμως, δεν έχει προκύψει από την όλη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία ότι ενδεχομένως ο μάρτυρας αυτός να είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στην κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου ενοικιαγοράς πέραν από το να θέσει την υπογραφή του στη θέση του ενοικιαγοραστή για τους λόγους που ανέφερε ή ότι ενδεχομένως και ο ίδιος να είχε οποιοδήποτε συμφέρον επί αυτού. Ούτε υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς αυτήν την κατεύθυνση από τους κατηγορούμενους. Η θέση που ανέφεραν στο Δικαστήριο και ειδικότερα ο 2ος κατηγορούμενος περί καθόλα νόμιμης πράξης και αφήνοντας να νοηθεί ότι είτε ο μάρτυρας αυτός είτε η Μ.Κ.2 υπέγραψαν στη θέση του 4ου εγγυητή καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του γραφολόγου. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε άλλη γραφή του μάρτυρα αυτού επί του συμβολαίου, πέραν της υπογραφής του. Επίσης, προκύπτει ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατείχε τα στοιχεία της Μ.Κ.2 από άλλες πράξεις και συμβόλαια ενοικιαγοράς που είχε συνάψει με τον μάρτυρα αυτό. Επομένως, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ και τη θέση του αναφορικά με την εμπλοκή του στον καταρτισμό του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς. Προτού προχωρήσω να καταλήξω κατά πόσο μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και ένεκα της ιδιότητας του ως συνεργού, θα πρέπει να αναζητηθεί ενισχυτική μαρτυρία επί των βασικών και ουσιαστικών του θέσεων. Τέτοια μαρτυρία, παρατηρώ ότι έχει προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου και προέρχεται από ανεξάρτητους μάρτυρες και η οποία υποστηρίζει την εκδοχή του μάρτυρα αυτού. Συγκεκριμένα, η θέση του ότι η συναλλαγή που παρουσιάζεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς δεν ήταν γνήσια, ενισχύεται από τη μαρτυρία της παραπονούμενης Μ.Κ.2. Έχει προκύψει από την μαρτυρία της ότι ουδέποτε ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός είχε στην κατοχή του το εν λόγω όχημα, κάτι το οποίο και ο ίδιος ανέφερε. Επίσης, έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και το τεκμήριο 24, ότι το εν λόγω όχημα, μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, παραδόθηκε στην Τράπεζα από τον 1ον κατηγορούμενο και όχι από τον μάρτυρα αυτό. Περαιτέρω, η θέση του ότι υπέγραψε στην θέση του ενοικιαστή αναγνωρίζοντας την υπογραφή του ενισχύει και ενισχύεται την θέση του γραφολόγου ότι υπάρχει υποψία ότι η υπογραφή αυτή ανήκει στον μάρτυρα αυτό και δυνατό να έγινε από αυτόν. Η θέση του επίσης, ότι ο ίδιος ουδέποτε επισκέφθηκε το κατάστημα της Μ.Κ.2 και ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ενισχύεται από τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρας καθώς επίσης και από αυτή του γραφολόγου. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι και ο ίδιος το έπραξε αφού η μαρτυρία του γραφολόγου αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο αφού η υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με την υπογραφή του ιδίου στα δείγματα υπογραφής του και δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτόν. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι η Μ.Κ.2 έλαβε γνώση για την παρούσα υπόθεση από το 1997 και ότι και η ίδια έκανε διαβήματα μέσω της Τράπεζας και του 2ου κατηγορούμενου για να απαλλαγεί από εγγυήτρια, συνάδει και με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 και της επιστολογραφίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, η θέση του ότι ο ίδιος δεν έλαβε τίτλο ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου οχήματος συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 ο οποίος ανέφερε ότι συνήθως στις περιπτώσεις ενοικιαγοράς είναι η Τράπεζα ή ο πωλητής που αποτείνεται κοντά τους για την εγγραφή του οχήματος και σε αυτούς παραδίδεται ο τίτλος. Πριν την κατάληξη μου όμως, θα πρέπει να αναφερθώ και στη θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου μέχρι και το τέλος σχεδόν της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και είχε ακούσει όλη την μαρτυρία που δόθηκε και ο ίδιος προσάρμοσε την εκδοχή του σε αυτή. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, το Δικαστήριο σε ποινική διαδικασία έχει εξουσία να διατάξει όπως όλοι οι μάρτυρες εγκαταλείψουν την αίθουσα. Παραβίαση του γενικού αυτού κανόνα και νομοθετικής ρύθμισης δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία είτε αυτή είναι πολιτική είτε ποινική είτε οιωνεί ποινική ούτε συνιστά λόγο αποκλεισμού του μάρτυρα (βλ. Tomlinson v. Tomlinson
(1980)1 ALL E.R. 593 και Moore v. Registrar of Lamberth County Court
(1969)1 ALL E.R. 782 και Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 141). Στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα αναφέρονται και τα ακόλουθα, σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «Το κατά πόσο η παρουσία μάρτυρα στην αίθουσα τη στιγμή που δίνει μαρτυρία άλλος μάρτυς, μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του, αποτελεί στην κάθε περίπτωση, θέμα γεγονότων και αξιολόγησης λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης, των επίδικων θεμάτων και της μαρτυρίας που έδωσε ο μάρτυς σε σχέση με αυτή που δόθηκε ενώ βρισκόταν στην αίθουσα όταν έδινε μαρτυρία άλλος μάρτυς.» Στην παρούσα περίπτωση, εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο μάρτυρας αυτός, δεν ανέφερε στο Δικαστήριο κάτι διαφορετικό από αυτό που ανέφερε στην Αστυνομία κατά το έτος 2010, ειδικότερα στην 2ην του κατάθεση. Πρόκειται για υπόθεση πλαστογραφίας και άλλων συναφών αδικημάτων και ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο τόσο της 1ης του κατάθεσης - πλην του μέρους που αρνείτο την υπογραφή και εμπλοκή του στην κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου- όσο και την 2ην του κατάθεση. Επομένως, το γεγονός και μόνο ότι είχε ακούσει την υπόλοιπη μαρτυρία, δεν επηρέασε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αφού δεν έχει διαπιστωθεί να έγινε προσπάθεια προσαρμογής του σε αυτή. Αντιθέτως, θεωρώ ότι παρουσίασε τα πραγματικά γεγονότα που ήταν σε γνώση του χωρίς να διστάσει να διαφοροποιηθεί και από τη θέση της Μ.Κ.2 ότι έλαβε γνώση για πρώτη φόρα για την πλαστογραφία κατά το έτος 2010. Ούτε η θέση της υπεράσπισης ότι επηρεάστηκαν τα δικαιώματα τους από την ενέργεια της κατηγορούσας αρχής να διακόψει την υπόθεση της εναντίον του μάρτυρα αυτού, ευσταθεί. Οι ίδιοι γνώριζαν ευθύς εξ' αρχής το περιεχόμενο των καταθέσεων του κατηγορουμένου και είχαν την ευκαιρία να γνωρίζουν τί θα αντιμετώπιζαν και ανάλογα να προετοιμάσουν και την υπεράσπιση τους. Άλλωστε μετά και από σχετικό αίτημα της, δόθηκε και ο ανάλογος χρόνος προετοιμασίας της για την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού. Ούτε έχει τεθεί κάτι άλλο συγκεκριμένο που να καταδεικνύει επηρεασμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Η διακοπή και μόνο της υπόθεσης εναντίον του 3ου κατηγορουμένου, έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα, από μόνη της δεν είναι κάτι που μπορεί να συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση αλλά ούτε μπορεί και να ελεχθεί από το Δικαστήριο. Αυτό ενδεχομένως να παίξει ρόλο μεταγενέστερα, στο θέμα της ποινής σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι κριθούν ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντικρίζοντας σφαιρικά και συνολικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και για όλους τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχτώ και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, ως ανωτέρω καταγράφεται. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκαν οι κατηγορούμενοι λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή των κατηγορουμένων δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Από την ανώμοτη δήλωση του 1ου κατηγορούμενου, δεν μπορώ να αποδεχτώ ή να δώσω βαρύτητα σε οποιοδήποτε μέρος αυτής. Και τούτο διότι δεν συνάδει με άλλη αποδεχτή μαρτυρία και ούτε εξηγεί επαρκώς τις ενέργειες του 1ου κατηγορούμενου. Αφού εκείνο που του ζητήθηκε όπως λέει ήταν να υπογράψει ως εγγυητής και μόνο του Μ.Κ.10, γιατί χρειάζεται να συμπληρώσει και τα στοιχεία του Μ.Κ.10 στο συμβόλαιο αλλά και των υπόλοιπων εγγυητών όπως λέει; Επίσης, η θέση του αυτή συγκρούεται και με τη θέση του Μ.Κ.10, η οποία έγινε αποδεχτή και συγκεκριμένα ότι όταν επισκέφθηκε το κατάστημα του 2ου κατηγορούμενου, παρόντες ήταν τόσο αυτός αλλά και ο 1ος κατηγορούμενος. Πέραν τούτου, η εν λόγω εκδοχή δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία της αλλά φαίνεται να μην συνάδει επ' ακριβώς και με τα όσα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, τεκμήριο
  1. Σε αυτή αναφέρει ότι υπέγραψε στο εν λόγω συμβόλαιο ως εγγυητής χωρίς να αναφέρει άλλες ενέργειες του σε σχέση με αυτό. Θεωρώ ότι δεν έχει οποιαδήποτε πειστική αξία η εν λόγω δήλωση και δεν μπορεί σε αυτή να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του 2ου κατηγορούμενου, ούτε σε αυτή μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν συνάδει με άλλη αποδεχτή μαρτυρία αλλά αντιθέτως συγκρούεται και αναιρείται. Η γενική του θέση του πώλησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στον Μ.Κ.10 μετά που επήλθαν σε συμφωνία, χωρίς να αναφέρει περισσότερα στοιχεία αυτής της συμφωνίας και ότι στη συνέχεια συνέταξαν το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και πήγαν στο κατάστημα όπου εργαζόταν η πρώην σύζυγος του Μ.Κ.10 συγκρούεται με την υπόλοιπη αποδεχτή μαρτυρία του Δικαστηρίου. Κατ' αρχή, ο κατηγορούμενος προβάλλοντας την πιο πάνω θέση και ότι περίμενε τον Μ.Κ.10 στο αυτοκίνητου του για 5 λεπτά μέχρι να υπογράψει το συμβόλαιο η πρώην σύζυγος του, αφήνει να νοηθεί ότι είτε η πρώην σύζυγος του το υπέγραψε είτε ο ίδιος ο Μ.Κ.
  2. Αυτή η θέση όμως καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του γραφολόγου ο οποίος δεν συνδέει τα πρόσωπα αυτά με την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή και ουσιαστικά τα αποκλείει κατά θετικό τρόπο. Επομένως, ούτε η θέση αυτή του 2ου κατηγορούμενου έχει πειστική αξία ή μπορεί να δώσει άλλη υφή στα γεγονότα. Απορρίπτεται. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις των κατηγορούμενων που έδωσαν στην Αστυνομία και τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση τους παραπέμπω στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου, τεκμήριο 14, αποδέχομαι τη θέση του ότι είναι μηχανικός αυτοκινήτων και ότι ο πατέρας του και 2ος κατηγορούμενος μέχρι το έτος 2001 είχε μάντρα πώλησης αυτοκινήτων στην Πόλη Χρυσοχούς. Είναι γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην γνώση του και δεν συγκρούονται με άλλη αποδεχτή μαρτυρία αλλά αντιθέτως φαίνεται να επιβεβαιώνονται. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης του καθότι αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική συμπεριφορά, δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία του και δεν συνάδει με άλλη αποδεχτή μαρτυρία. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει από τις υπόλοιπες αναφορές του στην κατάθεση του σε σχέση με την εμπλοκή του στην ετοιμασία του συμβολαίου ενοικιαγοράς, είναι ψευδείς. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι τον ειδοποίησε ο 2ος κατηγορούμενος για να υπογράψει μια εγγύηση του πρώην 3ου κατηγορούμενου που θα αγόραζε ένα αυτοκίνητο και ότι πήγε στο κατάστημα του πατέρα του, υπέγραψε και έφυγε. Έχει προκύψει από αποδεχτή μαρτυρία ότι κατά την ώρα που ο 2ος κατηγορούμενος ζητά από τον πρώην 3ον κατηγορούμενο να τον βοηθήσει να εξασφαλίσει χρηματοδότηση υπογράφοντας του σε κενό συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ο 1ος κατηγορούμενος ήταν παρόν. Επίσης, έχει προκύψει ότι ο ίδιος δεν έθεσε μόνον μια υπογραφή αλλά συμπλήρωσε και άλλα μέρη του συμβολαίου όπως τα στοιχεία στη θέση του 4ου εγγυητή. Οι πιο πάνω ψευδείς αναφορές του θα ληφθούν υπόψη και θα ενταχθούν στον υπόλοιπο κορμό των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Από την κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου, τεκμήριο 15, αποδέχομαι τη θέση του ότι μέχρι το 2001 είχε μάντρα πώλησης αυτοκινήτων στην Πόλη Χρυσοχούς, ότι δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει και ότι αυτός παρέδωσε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και αφού το έλεγξαν του εξέδωσαν στο όνομα του και του παρέδωσαν μια επιταγή ύψους £5,
  2. Αυτά υποστηρίζονται και από άλλη αποδεχτή μαρτυρία και είναι γεγονότα που βρίσκονται στην γνώση του κατηγορούμενου. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι η πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου υπέγραψε σε άλλα συμβόλαια που σύναψε ο Μ.Κ.10 ως εγγυήτρια. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.10 και επίσης αποτελεί και δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω όμως, δεν μπορώ να αποδεχτώ οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης του μάρτυρα καθότι συγκρούεται με άλλη αποδεχτή μαρτυρία. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, αναδεικνύεται ο 2ος κατηγορούμενος να λέει ψέματα στην κατάθεση του, σε σχέση με τον τρόπο σύνταξης του συμβολαίου ενοικιαγοράς και στον τρόπο που τέθηκε η υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή. Πήγε λέει στο κατάστημα που εργαζόταν η παραπονούμενη με τον πρώην 3ον κατηγορούμενο ο οποίος κατέβηκε από το όχημα τους και σε 5 λεπτά επέστρεψε πίσω με την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή. Η θέση αυτή καταρρίπτεται τόσο από τη μαρτυρία του γραφολόγου, της παραπονούμενης αλλά και του πρώην 3ου κατηγορούμενου, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεχτή. Τα ψέματα αυτά και του κατηγορούμενου αυτού θα ενταχθούν στα ευρήματα του Δικαστηρίου. H M.Y.1 κατέθεσε ως εκ της θέσεως της, δηλαδή ως η υπεύθυνη του πολιτικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία είχε στην κατοχή της το φάκελο της Αγ. Αρ. 4513/
  3. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και κατά την αντεξέτασης της σε κανένα στάδιο αμφισβητήθηκαν τα όσα η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της και όλα τα τεκμήρια τα οποία η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, σε σχέση με τα τεκμήρια 43, 44 και 45 παρατηρώ ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά είναι επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση της Μ.Κ.2 η οποία συνόδευε την αίτηση της για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή. Ουσιαστικά αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της που δόθηκε ενόρκως στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 25/05/
  4. Δεν έχει προκύψει ότι τα τεκμήρια 43 και 44 έχουν ετοιμαστεί για λογαριασμό της Μ.Κ.2 κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου ή του Μ.Κ.10, ούτε ότι αυτά επισυνάπτονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση χωρίς τη γνώση της Μ.Κ.
  5. Επομένως, θεωρώ ότι είναι η ίδια που παρέδωσε τα εν λόγω τεκμήρια στο δικηγόρο της στα πλαίσια παραμερισμού της απόφασης για να υποστηρίξει τα αίτημα της. Τα πιο πάνω τεκμήρια καταδεικνύουν τη γνώση της Μ.Κ.2 για την πλαστογραφία της υπογραφής της τουλάχιστον από την 1ην/12/
  6. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής στην ολότητα της και όλα τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και την αποδέχομαι. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος αρ. 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε μάντρα πώλησης αυτοκινήτων στην Πόλη Χρυσοχούς και είχε στην κατοχή του κενά συμβόλαια ενοικιαγοράς τα οποία του προμήθευε ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 είναι υιός και πατέρας και κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Μ.Κ.10 και πρώην 3ον κατηγορούμενο. Ο 3ος κατηγορούμενος μέχρι το 2000 ήταν παντρεμένος με την Μ.Κ.2 και πριν από τις 15/07/1997 είχε συνεργαστεί με τον 2ον κατηγορούμενο αγοράζοντας αυτοκίνητα από κοντά του δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς, χρησιμοποιώντας και τη πρώην σύζυγο του ως εγγυήτρια και ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε τα στοιχεία της. Στις 15/07/1997 ο πρώην 3ος κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα του 2ου κατηγορούμενου όπου εκεί βρισκόταν ο τελευταίος και ο 1ος κατηγορούμενος. Ο 2ος κατηγορούμενος λόγω του ότι είχε ανάγκη για χρηματοδότηση από την Τράπεζα, ζήτησε από τον πρώην 3ον κατηγορούμενο να υπογράψει σε ένα κενό συμβόλαιο ενοικιαγοράς με σκοπό να καταστεί δυνατή η εν λόγω χρηματοδότηση. Ο πρώην 3ος κατηγορούμενος λόγω της φιλίας που είχε με τον 2ον κατηγορούμενο και με σκοπό να τον βοηθήσει, υπέγραψε στο εν λόγω κενό συμβόλαιο ενοικιαγοράς στη θέση του ενοικιαγοραστή και έφυγε. Ως 1ος εγγυητής στο εν λόγω συμβόλαιο υπέγραψε ο 1ος κατηγορούμενος ο οποίος συμπλήρωσε και τα υπόλοιπα στοιχεία του στη θέση εκείνη πλην του C.I.F Number και των λέξεων «ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ» και Α/Ε. Στη θέση του 2ου εγγυητή υπέγραψε κάποιος Μάρκος Παρασκευάς, επίσης γιος του 2ου κατηγορούμενου. Στη θέση του 3ου εγγυητή, υπέγραψε ο 2ος κατηγορούμενος. Στη θέση του 4ου εγγυητή παρουσιάζεται να υπογράφει η Μαρία Χαραλάμπους, Μ.Κ.2 αλλά αυτή ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια και η υπογραφή δεν της ανήκει. Η υπογραφή αυτή σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που ανήκουν στον 1ον κατηγορούμενο, παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ τους που δημιουργούν υποψία ότι αυτή δυνατό να έγινε από αυτόν. Επίσης, η γραφή στη θέση του 4ου εγγυητή, πλην του C.I.F Number ανήκει στον 1ον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι με την εν λόγω υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή δεν συνδέονται ο πρώην 3ος κατηγορούμενος και η παραπονούμενη. Ο 2ος κατηγορούμενος είναι αγράμματος και αναλφάβητος και σε άλλες περιπτώσεις συνήθως τα συμβόλαια ενοικιαγοράς συμπληρώνονταν στο κατάστημα του από τον 1ον κατηγορούμενο για λογαριασμό του. Μετά από τη συμπλήρωση και υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου ενοικιαγοράς, ο 2ος κατηγορούμενος το παρουσίασε στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου. Η αρμόδια υπάλληλος αφού έλεγξε ότι αυτό έφερε τις υπογραφές τόσο του ενοικαγοραστή όσο και των υπόλοιπων εγγυητών καθώς και τα σχετικά στοιχεία τους και η ίδια συμπλήρωσε κάποια άλλα απαραίτητα στοιχεία, το προώθησε για έγκριση. Αφού επιθεωρήθηκε από τον Διευθυντή του Οργανισμού και ήταν νομότυπο εγκρίθηκε. Με το συμβόλαιο αυτό, παρουσιαζόταν ο πρώην 3ος κατηγορούμενος να αγόραζε από τον 2ον κατηγορούμενο - πωλητή - το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 για το ποσό των £5,500 με εγγυητές τα πιο πάνω πρόσωπα που αναφέρθηκαν. Επίσης, σε αυτό προστέθηκαν και £426,32 δικαιώματα ενοικιαγοράς και το σύνολο του ανερχόταν σε £5,926.32 το οποίο θα αποπληρωνόταν από τον πρώην 3ον κατηγορούμενο δια 12 μηνιαίων δόσεων ύψους £493,86 με ημερομηνίας έναρξης 15/08/
  7. Μάρτυρας της υπογραφής τόσο του ενοικιαγοραστή όσο και των εγγυητών υπέγραψε ο 2ος κατηγορούμενος. Μετά την έγκριση του από την Τράπεζα, το εν λόγω συμβόλαιο πήρε τον αριθμό 860-0-4789105 και εκδόθηκε μια επιταγή ύψους £5,500 στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου η οποία του παραδόθηκε. Το όχημα με αρ. εγγραφής ABJ 180 ενεγράφη επ' ονόματι του πρώην 3ου κατηγορουμένου και της Τράπεζας στις 29/07/
  8. Λόγω παράλειψης τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων και πληρωμής των δόσεων, η Τράπεζα απέστειλε επιστολές σε όλους που παρουσιάζονταν να υπογράφουν το εν λόγω συμβόλαιο, συμπεριλαμβανομένου και της παραπονούμενης Μ.Κ.
  9. Ο πρώην 3ος κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι θα τα κανόνιζε χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Η παραπονούμενη ρώτησε τον πρώην 3ον κατηγορούμενο τι αφορούσε η επιστολή και η ίδια επισκέφθηκε την Τράπεζα όπου ενημερώθηκε. Επίσης, με επιστολές της ημερομηνίας 01/12/1998 και 18/01/199, μέσω του δικηγόρου της Μάκη Παπαχαραλάμπους, ενημέρωσε την Τράπεζα ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια στο εν λόγω συμβόλαιο, ότι η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη, το συγκεκριμένο όχημα δεν βρίσκεται στην κατοχή του πρώην 3ου κατηγορούμενου αλλά στην μάντρα αυτοκινήτων του 2ου κατηγορούμενου και ζητούσε όπως απαλλαγεί από εγγυήτρια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, ακολούθησε πολιτική αγωγή της Τράπεζας εναντίον όλων που φαίνονταν στο συμβόλαιο η οποία επιδόθηκε στον πρώην 3ον κατηγορούμενο προσωπικά και επίσης την παρέλαβε και για λογαριασμό της πρώην συζύγου του και παραπονουμένης. Συναντήθηκε με τον 2ον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα τα διευθετούσε και να μην ανησυχεί και του έδωσε την αγωγή για να την παραδώσει στο δικηγόρο του. Ουδεμία εμφάνιση υπήρξε με αποτέλεσμα την 1ην/11/1999 να εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων όσων εμφαίνονται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Επίσης, εκδόθηκε και διάταγμα παράδοσης του οχήματος με αρ. εγγραφής ABJ 180 εναντίον του πρώην 3ου κατηγορούμενου. Ακολούθησε, αίτηση παρακοής η οποία αποσύρθηκε αφού ο 1ος κατηγορούμενος στις 07/02/2000 το παράδωσε στην Τράπεζα. Ο πρώην 3ος κατηγορούμενος ουδέποτε είχε την κατοχή του εν λόγω οχήματος ή οποιαδήποτε σχέση με αυτό αφού ουδέποτε ήθελε να το αγοράσει. Ακολούθως, στις 19/04/2010 το πιο πάνω όχημα πωλήθηκε με Δημόσιο Πλειστηριασμό με μόνο προσφοριοδότη τον 2ον κατηγορούμενο ο οποίος το αγόρασε για το ποσό των £
  10. Στη συνέχεια και κατά το έτος 2001 ο 2ος κατηγορούμενος πώλησε το εν λόγω όχημα σε κάποιο Νεόφυτο Παπαχριστοδούλου για το ποσό των £2,200 δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 20 Μαϊου 2009 προς την παραπονούμενη την ενημέρωνε ότι είχε προχωρήσει στην εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της με αρ. εγγραφής 3425 και 6123 για εξασφάλιση του χρέους της αγωγής που αφορούσε το εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Η παραπονούμενη περί τα τέλη Μαϊου του 2010 επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Πάφου για να μεταβιβάσει ένα χωράφι που έχει στο χωριό Πωμός της Επαρχίας Πάφου στους δύο γιούς της κάτι που δεν ήταν εφικτό όμως λόγο της ύπαρξης ΜΕΜΟ από την Τράπεζα για το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Επίσης, έχει προκύψει ότι η παραπονούμενη στις 25/05/2011 καταχώρησε στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής, αίτηση για παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 01/11/1999 η οποία όμως αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 19/09/2011 και με δικαίωμα καταχώρησης νέας. Περαιτέρω, η παραπονούμενη στις 21/05/2015 καταχώρησε εκ νέου αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, η οποία εκκρεμεί. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, είπαν ψέματα στις καταθέσεις τους σε σχέση με την ετοιμασία του συμβολαίου ενοικιαγοράς και την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή. Ο 1ος κατηγορούμενος είπε ότι ειδοποιήθηκε από τον 2ον κατηγορούμενο για να πάει στο κατάστημα του να υπογράψει ως εγγυητής του πρώην 3ου κατηγορούμενου και ότι έθεσε την υπογραφή του έφυγε ενώ έχει αποδειχθεί ότι ήταν παρόν στο κατάστημα του πατέρα του όταν πήγε εκεί ο πρώην 3ος κατηγορούμενος και ότι δεν έθεσε μια υπογραφή μόνο αλλά συμπλήρωσε και άλλα μέρη αυτού και τα στοιχεία στη θέση του 4ου εγγυητή. Ο δε 2ος κατηγορούμενος είπε ότι πήγε στο κατάστημα της παραπονουμένης μαζί με τον πρώην 3ον κατηγορούμενο και αφού ο τελευταίος πήγε μέσα, επέστρεψε σε 5 λεπτά με την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή ενώ κάτι τέτοιο δεν έλαβε χώρα ούτε μπορεί να συνδεθεί η υπογραφή με αυτές του πρώην 3ου κατηγορουμένου και της παραπονουμένης. Τέλος, έχει προκύψει ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε σχέση με το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς δεν έχει ακόμη εξοφληθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης». Το άρθρο 333 καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο. Το άρθρο 333(α) αναφέρει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα ενώ το άρθρο 333(δ)(i) όποιος υπογράφει έγγραφο με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι· Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας απαιτείται η απόδειξη του καταρτισμού πλαστού εγγράφου και πρόθεση καταδολίευσης. Όσον αφορά την ερμηνεία του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» που είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας, παραπέμπω στην Georghios Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65 όπου γίνεται εκτενής ανάλυση του όρου με αναφορά σε Αγγλική νομολογία. Στην εν λόγω απόφαση με αναφορά στην Welham v. D.P.P. [1960] 1 All E.R. 805 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «"intent to defraud", ιn the context of s.331 does not entail the existence of an intent to injure at specific person. Moreover, injury is not confined to a financial one. The crime of forgery is proved if the deception practised by means of false document, is capable of inducing anyone person, not a specific person, to act to his detriment, not necessarily of a financial kind. In Welhma, supra. The House debated at length the implications of "intent to defraud" and laid emphasis on the distinction between "intent to deceive" and "intent to defraud". As explained by Lord Denning in particular, neither at common law nor under the Forgery Act was "intent to defraud" associated with the causation of financial injury, by means of deception practised, to any particular person. As the learned Justice put it, "someone in general will suffice" (see, p. 815, H-I). Again, injury is not confined to economic loss "not to the idea of depriving someone of something of value". The likelihood of prejudice, as explained therein, is sufficient.». Παραπέμπω επίσης στην Χριστόδουλος Τσιέλεπος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 457) όπου έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση και συμπληρώνοντας το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Υπογραμμίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους· η βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαμβανόμαστε) να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημα της πλαστογραφίας.» Σε σχέση με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «339. Όποιος γνωρίζει και θέτει µε δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγµα για το οποίο γίνεται λόγος.» Για τη στοιχειοθέτηση μιας κατηγορίας που βασίζεται στο άρθρο 339 η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι: (i) το έγγραφο είναι πλαστό, (ii) ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό, (iii) ο κατηγορούμενος θέτει το έγγραφο σε κυκλοφορία, και (iv) ο κατηγορούμενος ενεργεί δολίως. Δεν υπάρχει καθορισμός των λέξεων "θέτει εις κυκλοφορία" αλλά μπορεί να λεχθεί ότι οι λέξεις συμπεριλαμβάνουν τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου (Βλ. υπόθεση R. v. Gambling
(1974)2 AllE.R. 479). Ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και να υπάρχει η πρόθεση καταδολίευσης. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, αλλά μπορεί να συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Περαιτέρω, στην Rocky Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, αποφασίστηκε ότι ακόμα και η εθελοτυφλία ενός κατηγορούμενου είναι ποινικά κολάσιμη και μπορεί να αποδώσει γνώση. Το εφετείο στην υπόθεση εκείνη παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το Criminal Law Review
(1989), σελ. 212: «Commentary. A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiry because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed:" Westminister City Council v. Croyalgrange [1986] 2 ALL E.R. 353 at p. 359 (HL).» Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν τα αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελεί αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.» Το άρθρο 297 του Κεφ. 154 δίδει τον ορισμό της ψευδής παράστασης που αναφέρεται στο πιο πάνω άρθρο και έχει ως ακολούθως: «
  2. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό απαιτείται η απόδειξη: 1) Της ψευδούς παράστασης, δηλαδή της παράστασης γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα. 2) Εκείνος που προβαίνει στην πιο πάνω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. 3) Να προβαίνει στην εν λόγω παράσταση με σκοπό την καταδολίευση. 4) Ως αποτέλεσμα αυτής της ψευδής παράστασης, να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 130/12 και 131/12, Ημερομηνίας 03/07/2012 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861). Πέραν των πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος. ...................». Αναφορικά με την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου παραπέμπω στην Αjini v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 όπου αναφέρθηκε ότι καθένας ο οποίος ενεργεί ως συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός χωρίς να χρειάζεται να εξειδικευθεί η εμπλοκή του στις λεπτομέρειες του αδικήματος αν και αυτό είναι επιθυμητό όταν η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει ευθύς εξ' αρχής ποιος ήταν ο ρόλος του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (HL). Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία και συγκεκριμένα (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) στη διάπραξη αδικήματος και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Περαιτέρω, το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «21. Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνοµου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκηµα.» Όπως έχει αναφερθεί στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, στη σελ. 493 «το άρθρο 21 δεν αποτελεί ουσιαστική πρόνοια στοιχειοθέτησης αυτοτελούς αδικήματος αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στον καθορισμό της κοινής ευθύνης προσώπων στη διάπραξη αδικήματος προκύπτοντος ως πιθανή συνέπεια από την ενέργεια του ενός στο πλαίσιο της κοινής επιδίωξης παράνομου σκοπού......Η νομολογία δείχνει καθαρά ότι, εφ' όσον το τελικό αποτέλεσμα είναι στα πλαίσια εκείνα ως πιθανή συνέπεια, φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στο κοινό σκοπό παρά το ότι η πράξη αυτή καθ' αυτή που συνιστά το αδίκημα έγινε μόνο από τον ένα. (ιδέ Πουντζιουρής, ανωτέρω, Rossides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 391)» Aναφορικά με το πότε είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι καθένας από τους κατηγορούμενους είχε τον ίδιο σκοπό με το συγκατηγορούμενο και ότι ο σκοπός ήταν κοινός μεταξύ τους, είναι θέμα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Πουντζιουρής κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 21 διακρίνεται του άρθρου 20 που αναφέρεται σε συγκεκριμένο αδίκημα ή συγκεκριμένη ενέργεια, καθορίζει δε την κοινή ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Όσον αφορά το αδίκημα της 11ης κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «302. Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ξεκινώντας από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας που αντιμετωπίζουν. Το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η πλαστότητα του εγγράφου. Κατ' αρχή έχει προκύψει ότι στη θέση του 4ου εγγυητή η παραπονούμενη Μ.Κ.2 δεν έχει θέσει την υπογραφή της και ότι αυτή δεν της ανήκει και άρα τέθηκε από κάποιο άλλο πρόσωπο. Επίσης, έχει προκύψει ότι η παραπονούμενη δεν έδωσε την εξουσιοδότηση της σε οποιονδήποτε για να τεθεί οποιαδήποτε υπογραφή εκ μέρους της και ούτε γνώριζε για την ετοιμασία του εν λόγω συμβολαίου ενοικιαγοράς. Περαιτέρω, η παρουσίαση της εν λόγω υπογραφής ως γνήσιας στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς είναι ένα ουσιώδες μέρος αυτού αφού παρουσιάζεται το πρόσωπο που αναγράφεται ότι υπογράφει ως εγγυήτρια του ενοικιαγοραστή. Ως εκ τούτου, η κατάληξη είναι ότι το συμβόλαιο ενοικιαγοράς είναι πλαστό με την πιο πάνω έννοια. Παρουσιάζει ψευδώς ότι η Μαρία Χαραλάμπους είναι εγγυήτρια του ενοικιαγοραστή ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού ουδέποτε υπέγραψε ως τέτοια. Το επόμενο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι η σύνδεση των κατηγορουμένων με αυτή την πλαστότητα του εγγράφου. Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει σαφής άμεση μαρτυρία που να συνδέει την υπογραφή στο σημείο του 4ου εγγυητή με ένα από τους κατηγορούμενους. Η καλύτερη μαρτυρία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτή του γραφολόγου, η οποία όμως στην παρούσα περίπτωση εκείνο το οποίο αναφέρει είναι ότι υπάρχει υποψία ότι την εν λόγω υπογραφή την έθεσε ο 1ος κατηγορούμενος. Η εν λόγω μαρτυρία από μόνη της δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι είναι αυτός που την έθεσε στο σημείο. Αποτελεί όμως, μέρος της περιστατικής μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόσο από την πιο πάνω μαρτυρία όσο και από τα ευρήματα και υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξεταστεί και να αποφασιστεί κατά πόσο είναι τέτοια που μονοδρομικά οδηγεί προς ένα τέτοιο συμπέρασμα και κατ' επέκταση να ενισχύει την υποψία του γραφολόγου και να την μετατρέπει σε βεβαιότητα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9, Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444) και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Ενώπιον του Δικαστηρίου λοιπόν, υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός ο οποίος είχε ανάγκη για χρηματοδότηση από την Τράπεζα ήταν ο 2ος κατηγορούμενος, πατέρας του 1ου κατηγορούμενου και ότι είναι αυτός που επωφελήθηκε το ποσό των £5,500 τελικά και κατ' επέκταση στενό μέλος της οικογένειας του 1ου κατηγορουμένου. Το συμβόλαιο δηλαδή, συνομολογείται κατόπιν απαίτησης του 2ου κατηγορούμενου ζητώντας από τον πρώην 3ον κατηγορούμενο να το υπογράψει. Όταν ο πρώην 3ος κατηγορούμενος υπέγραψε ως ενοικιαγοραστής το συμβόλαιο ήταν κενό και παρόντες ήταν αυτός, ο 1ος και ο 2ος κατηγορούμενος. Τέτοια συμβόλαια ενοικιαγοράς συνήθως συμπληρώνονταν από τον 1ον κατηγορούμενο για λογαριασμό του 2ου κατηγορούμενου και πατέρα του, λόγω του ότι ο τελευταίος είναι αγράμματος και αναλφάβητος. Η γραφή και υπογραφή στη θέση του 1ου εγγυητή αλλά και η γραφή στη θέση του 4ου εγγυητή ανήκει στον 1ον κατηγορούμενο. Το εν λόγω όχημα ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή του πρώην 3ου κατηγορούμενου και παραδόθηκε στην Τράπεζα από τον 1ον κατηγορούμενο. Τα στοιχεία της παραπονούμενης ήταν σε γνώση του 2ου κατηγορούμενου από προηγούμενες συναλλαγές που είχε με τον πρώην 3ον κατηγορούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφει ως εγγυητής στο εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς καθώς επίσης και κάποιος Μάρκος Παρασκευάς, επίσης γιος του 2ου κατηγορούμενου. Η υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή δεν συνδέεται με αυτή του πρώην 3ου κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Οι κατηγορούμενοι δεν δίνουν οποιεσδήποτε άλλες εξηγήσεις αναφορικά με τον τρόπο σύνταξης του εν λόγω συμβολαίου και κατά πόσο αυτό έφυγε για οποιαδήποτε στιγμή από την κατοχή τους ή τουλάχιστον από την κατοχή του 2ου κατηγορουμένου, πριν από την παράδοση του στην Τράπεζα. Οι όποιες εξηγήσεις δίνουν μέσω της ανώμοτης τους δήλωσης, απορρίπτονται από το Δικαστήριο καθώς και αυτές που δίνουν στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία. Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει από τις καταθέσεις τους είναι ότι είπαν και ψέματα. Ο 1ος κατηγορούμενος είπε ότι ειδοποιήθηκε από τον πατέρα του για να υπογράψει μια εγγύηση του πρώην 3ου κατηγορούμενου για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος, πήγε εκεί και αφού υπέγραψε, έφυγε. Έχει διαφανεί όμως, ότι ήταν παρόν όταν ο πρώην 3ος κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα του 2ου κατηγορούμενου και του ζητήθηκε από τον τελευταίο να υπογράψει στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς για τους λόγους που του ανέφερε. Επίσης, έχει προκύψει ότι δεν έθεσε μόνο μια υπογραφή στο εν λόγω συμβόλαιο αλλά συμπλήρωσε και τα υπόλοιπα στοιχεία στη θέση του 4ου εγγυητή καθώς επίσης και τα δικά του. Ο δε 2ος κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση ότι πήγε με τον πρώην 3ον κατηγορούμενο στο κατάστημα που εργαζόταν η παραπονούμενη, ο πρώην 3ος κατηγορούμενος κατέβηκε από αυτό μόνος του και επέστρεψε σε 5 λεπτά με την υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή. Η θέση αυτή, εμμέσως πλην σαφώς αποδίδει την υπογραφή αυτή είτε στον πρώην 3ον κατηγορούμενο είτε στην παραπονούμενη. Κάτι τέτοιο όμως, ουδέποτε έλαβε χώρα και ούτε τα δύο αυτά πρόσωπα συνδέονται με αυτή. Τα πιο πάνω ψεύδη των κατηγορουμένων στις καταθέσεις τους, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία ενισχυτική των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου. Το ψεύδος ή η ψευδή δήλωση θα πρέπει να τείνει να καταδείξει και οδηγήσει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να ικανοποιούνται τέσσερα κριτήρια έτσι ώστε κάποιο ψέμα να συνιστά ενοχοποιητική περιστατική μαρτυρία ως ακολούθως: α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (βλ. Αλ Χαματ κ.α. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Παφίτης v Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 449 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι πληρούνται και οι τέσσερις πιο πάνω προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Οι αναφορές τους αυτές έγιναν ηθελημένα στις γραπτές τους καταθέσεις μετά από σχετική επίστηση της προσοχής τους στο Νόμο. Αφορούν ουσιώδες ζήτημα αφού σχετίζονται με την επίδικη υπογραφή και συνθήκες συνομολόγησης της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Περαιτέρω, θεωρώ ότι το κίνητρο για τις αναφορές τους αυτές ήταν η επίγνωση ενοχής και όχι οποιοσδήποτε άλλος λόγος και έχουν αποδειχθεί με ανεξάρτητη μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε στο συμβόλαιο ως μάρτυρας των υπογραφών τόσο του ενοικιαγοραστή όσο και των εγγυητών. Επίσης, έχει προκύψει ότι μετά τη συνομολόγηση του και λήψη των χρημάτων, οι δόσεις δεν καταβάλλονταν και υποσχόταν ότι θα διευθετούσε την όλη υπόθεση. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η περιστατική μαρτυρία οδηγεί στο ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι ο 1ος κατηγορούμενος υποκινούμενος και υποβοηθούμενος από τον 2ον κατηγορούμενο υπέγραψε στη θέση του 4ου εγγυητή για λογαριασμό της παραπονουμένης χωρίς την εξουσιοδότηση της. Πέραν της μαρτυρίας του γραφολόγου για υποψία για το ενδεχόμενο αυτό, υπάρχει και η υπόλοιπη πιο πάνω περιστατική μαρτυρία η οποία μετατρέπει την εν λόγω υποψία σε βεβαιότητα. Επίσης, από τα γεγονότα δεν αναφύεται οποιαδήποτε άλλη πιθανή εκδοχή ή εξήγηση ούτε η περιστατική μαρτυρία συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αναδεικνύει επίσης και τη πρόθεση των κατηγορουμένων για καταδολίευση. Ο σκοπός που ο 1ος κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή της παραπονούμενης στη θέση του 4ου εγγυητή ήταν για μπορέσει ο 2ος κατηγορούμενος να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την Τράπεζα παρουσιάζοντας την ως εγγυήτρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τράπεζα ενήργησε επί του συγκεκριμένου συμβολαίου, το οποίο της παρουσιάστηκε δεόντως συμπληρωμένο και υπογραμμένο, συμπεριλαμβανομένης και της φερόμενης υπογραφής της 4ης εγγυήτριας. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τις κατηγορίες της πλαστογραφίες με αρ. 2 και 5 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αντίστοιχα. Ο 1ος κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του στη θέση του 4ου εγγυητή χωρίς την εξουσιοδότηση της παραπονούμενης παρακινούμενος και υποβοηθούμενος από τον 2ον κατηγορούμενο. Το γεγονός και μόνο ότι στις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας δεν αναγράφεται ο πραγματικός ρόλος του 2ου κατηγορούμενου στην πλαστογραφία, δεν έχει καταδειχθεί να επηρέασε την υπεράσπιση του αφού αυτή είχε ως γραμμή την νομιμότητα του συμβολαίου και ότι η υπογραφή ουσιαστικά ενδεχομένως να τέθηκε είτε από τον πρώην 3ον κατηγορούμενο είτε από την παραπονούμενη. Όσον αφορά τις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω αποδεικνύουν και αυτή την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και
  1. Ο 2ος κατηγορούμενος μετά την συμπλήρωση του συμβολαίου ενοικιαγοράς μετέβηκε στην Τράπεζα, ως εκ της θέσης του που φαινόταν να ήταν ο πωλητής του οχήματος, παρουσιάζοντας το στην αρμόδια υπάλληλο εν γνώσει του ότι η υπογραφή στη θέση του 4ου εγγυητή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και με απώτερο σκοπό να προσποριστεί όφελος και συγκεκριμένα να πάρει το ποσό των £5,
  2. Ο δε 1ος κατηγορούμενος, ήταν αυτός που πλαστογράφησε την εν λόγω υπογραφή γνωρίζοντας τον σκοπό και τη χρήση του συμβολαίου ενοικιαγοράς από τον 2ον κατηγορούμενο που ήταν για να το παρουσιάσει στην Τράπεζα ως γνήσιο και να αποσπάσει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Όλα τα πιο πάνω, ισχύουν και για τις κατηγορίες της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο 2ος κατηγορούμενος παρουσιάζοντας το συμβόλαιο ενοικιαγοράς στην Τράπεζα, ψευδώς παρουσίασε ότι αυτό φέρει την υπογραφή της παραπονούμενης στη θέση του 4ου εγγυητή γνωρίζοντας ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με σκοπό να αποσπάσει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Όλα αυτά προκύπτει να έγιναν εν γνώσει και σε συμφωνία με τον 1ον κατηγορούμενο που ήταν αυτός που πλαστογράφησε τη συγκεκριμένη υπογραφή και ήταν το πιθανόν αποτέλεσμα αυτής του της ενέργειας. Το γεγονός και μόνο ότι στις κατηγορίες αρ. 3 και 4 που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος δεν καθορίζεται ο ρόλος του στη διάπραξη των λόγω αδικημάτων, δεν θεωρώ ότι είναι κάτι που επηρεάζει την καταδίκη του. Εκτός του ότι δεν απαιτείται ρητά κάτι τέτοιο να γίνεται, το σημαντικό είναι ότι δεν έχει φανεί να επηρέασε την υπεράσπιση του καθοιονδήποτε τρόπο αφού δήλωνε πλήρη άγνοια για όλα όσα του καταλογίζονται και ούτε έχει τεθεί κάτι συγκεκριμένο προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης, είχε ξεκαθαρίσει από την προσαχθείσα μαρτυρία ο ρόλος και συμμετοχή του και γνώριζε τι ακριβώς αντιμετώπιζε. Όσον αφορά την κατηγορία αρ. 11, αυτή καταλογίζει στους κατηγορούμενους ότι με απάτη ή άλλο δόλιο μέσω απέσπασαν από την Τράπεζα το ποσό των £5,
  3. Οι εν λόγω ενέργειες καθορίζονται ως αυτές που αναφέρονται στις υπόλοιπες κατηγορίες. Ότι δηλαδή κατάρτισαν και χρησιμοποίησαν πλαστογραφημένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς θέτοντας σε αυτό την υπογραφή της παραπονούμενης χωρίς την εξουσιοδότηση της. Είναι γεγονός ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναδεικνύεται και μια άλλη πτυχή της υπόθεσης, ότι δηλαδή το εν λόγω συμβόλαιο ενοικιαγοράς δεν ήταν γνήσιο και ότι ο πρώην 3ος κατηγορούμενος ουδέποτε είχε σκοπό να αγοράσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, κάτι που δεν αναγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής και στο γεγονός ότι ο δόλιος τρόπος και η απάτη των κατηγορουμένων ήταν να παρουσιάσουν την παραπονούμενη ως εγγυήτρια ενώ στην ουσία δεν ανέλαβε ποτέ μια τέτοια υποχρέωση. Η ενέργεια τους αυτής είναι προφανές ότι σκοπό είχε ο 2ος κατηγορούμενος να αποσπάσει από την Τράπεζα το ποσό των £5,
  4. Επίσης, αναφύεται ότι η τράπεζα βασίστηκε και σε αυτή την εγγύηση που φαινόταν νομότυπη στο να εγκρίνει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και να δώσει στον 2ον κατηγορούμενο το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Περαιτέρω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναδεικνύουν συμφωνία των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 στο να προβούν σε αυτή την πράξη. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στοιχειοθετείται και αυτό το αδίκημα με βάση τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται και στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής. Τέλος, η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνομωσίας στη διάπραξη των αδικημάτων της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και των ψευδών παραστάσεων. Έχει προκύψει ο ρόλος και συμμετοχή κάθε ενός από τους κατηγορούμενους στη διάπραξη εκάστου από αυτά τα αδικήματα. Αυτό καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 εν γνώσει τους και σε συνεννόηση προέβηκαν στις πράξεις αυτές που καταδεικνύουν συμφωνία. Επίσης, αναδεικνύεται και η πρόθεση τους για την υλοποίηση της και εν τέλει τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί και αυτή η κατηγορία. Πριν την κατάληξη μου, αναφορά θα πρέπει να γίνει και στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιης δίκης λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτος 1997, η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από την παραπονούμενη κατά το έτος 2010 οπόταν και οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς, ακολούθησε η καταχώριση της στο Δικαστήριο κατά το έτος 2012 και αυτή ολοκληρώθηκε κατά το έτος
  5. Είναι γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Έχω υπόψη μου όμως, τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και τη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. Στέλιος Ευσταθίου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 με παραπομπή στην Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Bell v. D.P.P. of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585 και Police v. Georgiades
(1982)2 C.L.R. 33, Γενικός Εισαγγελέας v. Xαράλαμπου Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Πέραν των πιο πάνω όμως, το τι συνιστά εύλογο χρόνο για την αποπεράτωση με την έκδοση δικαστικής απόφασης της δίκης για τον καθορισμό της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εξαρτάται από τις συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Η νομολογία τόσο η κυπριακή όσο και αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποδεικνύει ότι το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 233, Χαραλαμπίδης v. Kαψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Επίσης, προκύπτει από τη πιο πάνω νομολογία ότι δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Η ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Στην παρούσα υπόθεση, η διάρκεια των 5 σχεδόν χρόνων από την αρχική καταγγελία της παραπονούμενης μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης χωρίς οι κατηγορούμενοι να φέρουν ουσιαστικό μερίδιο ευθύνης, από μόνη της δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό τους δικαίωμα για να τύχουν δίκης εντός ευλόγου. Θα πρέπει να συνυπολογίζονται όλοι οι παράγοντες που έχει θέση η νομολογία για το ζήτημα αυτό για να κριθεί το εύλογο του χρόνου. Το ουσιαστικό ζήτημα εδώ είναι η σημασία που έχει για τους κατηγορούμενους η παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Σε κανένα στάδιο διαφάνηκε ότι με την παρέλευση τόσου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που κατηγορήθηκαν γραπτώς μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου, οι κατηγορούμενοι θεώρησαν ή ήταν με την εντύπωση ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, πουθενά δεν έχει προκύψει ότι οι κατηγορούμενοι υπέστηκαν οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση αυτή. Εξετάζοντας την όλη διαδικασία της δίκης προκύπτει ότι αυτοί υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσαν χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά οι κατηγορούμενοι πρέπει να αποδεικνύουν σε κάθε περίπτωση ότι η θέση τους πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ίδιας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση των κατηγορουμένων (βλ. επίσης Αστυνομία v. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατίας v. Ford (Αρ.2) (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η πάροδος του πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είναι τέτοια που να παραβιάζει το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτοί να αθωωθούν. Θα μπορούσε όμως, να δοθεί θεραπεία για την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αυτοί κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες αρ. 1 και 11 που αντιμετωπίζουν από κοινού και στις κατηγορίες αρ. 2, 3 και 4 και 5, 6 και 7 που αντιμετωπίζουν έκαστος από τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 αντίστοιχα, ξεχωριστά. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.). ............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.