← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. VLADIMIR DIMOV, Αρ. Υπόθεσης: 13613/13, 10/9/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. VLADIMIR DIMOV, Αρ. Υπόθεσης: 13613/13, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13613/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. VLADIMIR DIMOV, εκ Πάφου Κατηγορούμενος ____________________________ Ημερομηνία: 10.09.2015 Για την κατηγορούσα αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για τον κατηγορούμενο : κ Σ. Σάββα Κατηγορούμενος : παρών ____________________________ Χρέη μεταφραστή από τα ελληνικά στα βουλγάρικα και αντίστροφα εκτελεί η Μπόικα Μιχαήλ ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 28.2.13 στην Λεωφόρο Μεσόγης στη Μεσόγη της Επαρχίας Πάφου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής UY 696 χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστ.2521 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1) και τον Χ. Πουγαρίδη (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες προς υπεράσπιση, ήτοι την Ε. Απτέρ (ΜΥ1) και τον Μ. Θεοχάρους (ΜΥ2). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 28.2.13 περί ώρα 19.15 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος στη Λεωφ. Μεσόγης. Παρών ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής UY 696, ενώ ο οδηγός του ετέρου ενεχόμενου οχήματος με αρ. εγγραφής WZ 193 (ΜΚ2 - παραπονούμενος) τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου. Στο όχημα του κατηγορούμενου επέβαινε ακόμη ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο μετά το ατύχημα αποχώρησε από τη σκηνή. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και με βάση αυτό ετοίμασε στη συνέχεια και συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Στις 26.3.13 με τη βοήθεια διερμηνέως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 5
(1)και 5
(2)) τον οποίο και κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (Τεκμήρια 4
(1)και 4
(2)). Περαιτέρω, με τη βοήθεια διερμηνέως επεξήγησε στον κατηγορούμενο το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο ο κατηγορούμενος διαφώνησε και δεν το υπέγραψε. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο δρόμος ήταν σε καλή κατάσταση με ορατότητα άνω των 600 μέτρων από τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και άνω των 80 μέτρων από τα αριστερά. Το δυστύχημα συνέβη στη συμβολή της Λεωφ. Μεσόγης με την οδό Μιχάλη Σαββίδη. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χαω και στη σκηνή του δυστυχήματος υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Αναφορικά με τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων καταστράφηκε ολόκληρο το μπροστινό τους μέρος και συγκεκριμένα στο μεν όχημα με αρ. εγγραφής UY 696 βούλωσε το δεξί και αριστερό μπροστινό φτερό και στο δε όχημα με αρ. εγγραφής WZ 193 βούλωσε το αριστερό μπροστινό φτερό. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης «Χ» (Τεκμήριο 3) αφού έλαβε υπόψη του τα θρυμματισμένα γυαλιά των δύο οχημάτων και τα οποία ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος του παραπονούμενου (ΜΚ2). Επίσης έλαβε υπόψη του το ίχνος μαυρίσματος ελαστικού που εντόπισε στην άσφαλτο (σημείο «Δ» επί του Τεκμηρίου 3) και το οποίο δημιουργήθηκε κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και προερχόταν από τον δεξί μπροστινό τροχό του οχήματος του παραπονούμενου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων έλαβε μετρήσεις και κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης. Πιο συγκεκριμένα το ίχνος μαυρίσματος από τον δεξί μπροστινό τροχό του οχήματος του παραπονούμενου απείχε, από την άσπρη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της Λεωφ. Μεσόγης, 0,60μ προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του εν λόγω οχήματος. Το πλάτος του οχήματος ήταν 1,70μ και προσθέτοντας τις δύο μετρήσεις έδιναν ολικό άθροισμα 2,30μ, το οποίο αφαιρούμενο από το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος του παραπονούμενου (3,30μ) άφηνε απόσταση 1μ από την αριστερή άκρη του οχήματος μέχρι το σημείο «ΑΛΤ» επί της συμβολής των δύο οδών. Η επιφάνεια του οχήματος του κατηγορούμενου που είχε επαφή με το όχημα του παραπονούμενου ήταν 0,90μ και επομένως το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν σε απόσταση 1,90μ από το σημείο «ΑΛΤ» και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος του παραπονούμενου. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και 8 τα έντυπα περιγραφής ζημιών των οχημάτων με αρ. εγγραφής UY 696 και WZ 193 αντίστοιχα και επεξήγησε ότι η άμεση ζημιά στο όχημα του κατηγορούμενου εντοπίζεται μπροστά από τον δεξί μπροστινό τροχό. Ωστόσο και τα δύο οχήματα πέραν των σημείων επαφής υπέστησαν ζημιές και σε άλλα μέρη τους λόγω των πιέσεων που προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος διαφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) ως προς το σημείο σύγκρουσης «Χ». Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος υπέδειξε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν πιο πίσω από το σημείο «Χ» που τοποθέτησε ο ίδιος, ήταν δηλαδή πιο κοντά στο «ΑΛΤ». Δεν έκρινε σκόπιμο να το συμπεριλάβει στα Τεκμήρια 2 και 3 αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι παραβίασε το «ΑΛΤ» καθώς δεν είχε ορατότητα προς τα δεξιά και προχώρησε περίπου 0,50μ, όπως ο ίδιος ανέφερε, μπροστά από το «ΑΛΤ». Ερωτηθείς σε σχέση με την ορατότητα, ο ΜΚ1 είπε ότι υπήρχαν κάποια δένδρα στα δεξιά του κατηγορούμενου, τα οποία όμως απείχαν αρκετά μέτρα από το δρόμο και δεν περιόριζαν την ορατότητα του. Αναφορικά με την ταχύτητα του οχήματος του παραπονούμενου, είπε ότι δεν μπορούσε να την προσδιορίσει καθώς δεν βρήκε ίχνη τροχοπέδησης. Επίσης ανέφερε ότι δεν υπήρξε αποφευκτική κίνηση εκ μέρους του παραπονούμενου και συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου ότι η ταχύτητα του παραπονούμενου δεν ήταν χαμηλή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η απόσταση ανάμεσα στο σημείο σύγκρουσης «Χ» και την τελική θέση που εντόπισε το όχημα του παραπονούμενου ήταν 14,40μ και στην απόσταση αυτή επίσης δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης. Τέλος, σε σχετική ερώτηση του κ. Σάββα ο ΜΚ1 απάντησε ότι τα ίχνη μαυρίσματος επί της ασφάλτου (σημείο «Δ» επί του Τεκμηρίου 3) προέρχονταν από το όχημα του παραπονούμενου διότι ήταν φρέσκα. Κατά την επανεξέταση του ο ΜΚ1, διευκρίνισε ότι μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος την επόμενη μέρα του δυστυχήματος και την ίδια ώρα που επεσυνέβη αυτό και έλεγξε ο ίδιος την ορατότητα του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, καθώς στη μαρτυρία του υπήρξε άμεσος, πειστικός και σαφής στις απαντήσεις που έδωσε. Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τα ευρήματα του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Κατά την αντεξέταση του δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του, ούτε και κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Τα δε ευρήματα του δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης, αφού η υπεράσπιση περιορίστηκε σε ορισμένες γενικές μόνο υποβολές. Περαιτέρω, δεν διέκρινα ότι η μαρτυρία του διακατείχετο από αλλότρια κίνητρα, ούτε άλλωστε τέθηκε τέτοιο θέμα από την υπεράσπιση. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 9). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την 28.2.13 και περί ώρα 18.45 ξεκίνησε από το κατάστημα του το οποίο βρίσκεται στην Πάφο για να επιστρέψει στην οικία του η οποία βρίσκεται στον Πωμό. Οδηγώντας το όχημα του κατά μήκος της Λεωφ. Μεσόγης με ταχύτητα περί τα 60 χαω και ακολουθώντας βόρεια κατεύθυνση, ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο μπροστινό μέρος του οχήματος του και συγκεκριμένα στην αριστερή πλευρά. Δεν γνώριζε με ποιο αυτοκίνητο συγκρούστηκε, ούτε και είδε οποιοδήποτε όχημα στα αριστερά του πριν τη σύγκρουση. Ο ΜΚ1 του έδειξε και του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ2 είπε ότι από το δυστύχημα τραυματίστηκε και χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο Γ.Ν. Πάφου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μεταξύ 55 με 65 χαω, λέγοντας ότι συνήθως με αυτήν την ταχύτητα κινείτο στον εν λόγω δρόμο καθώς η αστυνομία μέχρι τα 60 χαω δεν σε «γράφει». Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 απάντησε ότι πριν τη σύγκρουση δεν είδε καθόλου το όχημα του κατηγορούμενου, αλλά απλώς ένιωσε τη σύγκρουση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οδηγούσε στο κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας του, παρακολουθούσε κανονικά την κίνηση μπροστά του και αρνήθηκε ότι το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σταματημένο λέγοντας ότι αν ίσχυε κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε το δυστύχημα. Τέλος, ο ΜΚ2 αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Σάββα, ότι δεν είδε το όχημα του κατηγορούμενου διότι κοιμόταν καθώς και ότι η ταχύτητα του ήταν άνω των 100 χαω. Η εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΚ2 ήταν θετική. Κατέθεσε με φυσικότητα και αμεσότητα και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο ΜΚ2 θεωρώ ότι είναι το γεγονός πως δεν δίστασε να αναφέρει ότι κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου. Μάλιστα ανέφερε ότι συνήθως στον εν λόγω δρόμο κινείται με ταχύτητα περί τα 60 χαω, καθώς η εν λόγω υπέρβαση του ορίου ταχύτητας γίνεται στην πράξη αποδεκτή από την αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΚ2, ως άμεσα εμπλεκόμενος στο επίδικο δυστύχημα και ως πρόσωπο που υπέστη βλάβες από αυτό, έχει και προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχω ωστόσο διαπιστώσει ότι το γεγονός αυτό ώθησε τον ΜΚ2 να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, την ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 5
(1)). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο στο όχημα του επέβαινε και ο φίλος του, ονόματι Krasimir, με τον οποίο εργάζονται μαζί και κατά τον επίδικο χρόνο πρόκειτο να τον μεταφέρει στο σπίτι του στην Κάτω Πάφο. Προχώρησε σε απόσταση περί τα 150μ από το εργοστάσιο στο οποίο εργάζονταν και έφθασε σε σήμα «ΑΛΤ» όπου και σταμάτησε. Όταν έφθασε στο «ΑΛΤ», λόγω του ότι δεν είχε ορατότητα προς τα δεξιά που προτίθετο να στρίψει επειδή υπήρχαν διάφορα δένδρα, προχώρησε μπροστά από τη γραμμή του «ΑΛΤ» παραβιάζοντας την λιγότερο από μισό μέτρο. Έλεγξε αρκετές φορές την τροχαία κίνηση τόσο προς τα αριστερά του όσο και προς τα δεξιά του. Από τα αριστερά δεν υπήρχε τροχαία κίνηση, από τα δεξιά όμως σε απόσταση 300μ περίπου είδε ένα όχημα να κατευθύνεται προς τα βόρεια με μεγάλη ταχύτητα. Περίμενε με το όχημα του σταματημένο να διέλθει το άλλο όχημα, το οποίο όμως κτύπησε με το αριστερό μπροστινό του μέρος στη δεξιά πλευρά του οχήματος του. Από τη σύγκρουση το όχημα του έκανε στροφή 180 μοιρών και ακινητοποιήθηκε έχοντας δυτική κατεύθυνση προς την πάροδο από την οποία επιχείρησε να εξέλθει. Πριν τη σύγκρουση δεν άκουσε θόρυβο από τα φρένα του άλλου οχήματος, ο οδηγός του οποίου δεν έκανε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια. Ο ΜΚ1 του υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) το οποίο του επεξήγησε μέσω της διερμηνέως, αλλά δεν το υπέγραψε ως ορθό διότι διαφώνησε με το σημείο σύγκρουσης. Στην προφορική του μαρτυρία και αφού ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του με ποια σημεία του σχεδίου διαφωνεί, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι διαφωνεί με τη γραμμή του «ΑΛΤ» λέγοντας ότι είναι ένα μέτρο περίπου πιο πίσω. Επίσης ανέφερε ότι διαφωνεί με την τελική θέση του οχήματος του παραπονούμενου υποστηρίζοντας ότι ήταν αρκετά μέτρα μετά το σημείο «Β1». Τέλος, ανέφερε ότι στο σχέδιο δεν απεικονίζεται η στάση λεωφορείων κοντά στην οποία ακινητοποιήθηκε το όχημα του μετά τη σύγκρουση. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αρχικά σταμάτησε το όχημα του πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ», έλεγξε το δρόμο και είδε ότι ήταν καθαρός. Μόλις ξεκίνησε το όχημα του είδε ότι ερχόταν από τα δεξιά ένα όχημα με μεγάλη ταχύτητα και αμέσως σταμάτησε μισό περίπου μέτρο από τη γραμμή του «ΑΛΤ» για να του δώσει προτεραιότητα. Τέλος, ανέφερε πως κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του ήταν ακινητοποιημένο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σταμάτησε το όχημα του μία φορά πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ», όπου είδε στα δεξιά του ένα όχημα και το ανέμενε να περάσει. Όταν πέρασε το εν λόγω όχημα, ξεκίνησε, είδε το όχημα του παραπονούμενου να έρχεται από τα δεξιά και σταμάτησε ξανά λίγο μετά από τη γραμμή του «ΑΛΤ» για να δώσει προτεραιότητα στο όχημα του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι εφόσον είδε το πρώτο όχημα όταν ήταν σταματημένος πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ», αυτό σημαίνει ότι είχε ορατότητα προς τα δεξιά. Αρνήθηκε ωστόσο την υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι δεν είναι μισό μέτρο που παραβίασε τη γραμμή του «ΑΛΤ», αλλά εισήλθε δύο μέτρα εντός της λωρίδας που κινείτο το όχημα του παραπονούμενου και του ανέκοψε την πορεία του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο στην ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 5
(1)) δεν ανέφερε ότι σταμάτησε δύο φορές πριν τη σύγκρουση, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήθελε να το πει αλλά ο αστυφύλακας θεώρησε ορθότερο να το γράψει όπως είναι διατυπωμένο στο Τεκμήριο 5
(1). Επίσης ανέφερε ότι πιστεύει πως οι ερωτήσεις έγιναν με τέτοιο τρόπο για να τον συγχύσουν. Στη συνέχεια ωστόσο, όταν κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για την αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη δήλωση του, είπε ότι οι αστυνομικοί κάνουν καλά τη δουλειά τους και δεν είδε κάτι ύποπτο στη σκηνή του δυστυχήματος, απλά ο ίδιος έτσι ένιωσε. Περαιτέρω, σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος είπε ότι είδε το όχημα του παραπονούμενου σε απόσταση 30 - 40 μέτρων. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση του δήλωσε ότι είδε το όχημα του παραπονούμενου σε απόσταση 300 μέτρων, απάντησε ότι είναι πολύ μεγάλη η απόσταση και μάλλον είναι λάθος η δήλωση που περιλαμβάνεται στην κατάθεση του. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Νεοκλέους ότι το δυστύχημα συνέβη διότι ήταν κουρασμένος και απρόσεκτος, καθώς και ότι δεν σταμάτησε καθόλου στο «ΑΛΤ», αλλά εισήλθε απευθείας στη λωρίδα κυκλοφορίας του παραπονούμενου και ανέκοψε την πορεία του. Στη μαρτυρία του κατηγορούμενου εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις. Συγκεκριμένα ενώ στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 5
(1)), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο λόγος που παραβίασε τη γραμμή του «ΑΛΤ» ήταν διότι δεν είχε ορατότητα λόγω διαφόρων δέντρων που υπήρχαν στα δεξιά του, στην προφορική του μαρτυρία προέβαλε ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο. Συγκεκριμένα, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αρχικά σταμάτησε το όχημα του πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ», έλεγξε το δρόμο και είδε ότι ήταν καθαρός. Στη δε αντεξέταση του προχώρησε ακόμη ένα βήμα διαφοροποιώντας πλήρως όσα ισχυρίστηκε στην ανακριτική κατάθεση του, λέγοντας ότι αρχικά σταμάτησε πριν τη γραμμή του «ΑΛΤ», είδε ότι στα δεξιά του κινούνταν οχήματα και μάλιστα αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο όχημα του οποίου ανέμενε τη διέλευση και στη συνέχεια εκκίνησε και όταν προχώρησε περίπου μισό μέτρο είδε το όχημα του παραπονούμενου σε απόσταση 30 - 40 μέτρων και σταμάτησε εκ νέου για να του δώσει προτεραιότητα. Στη δια ζώσης δηλαδή μαρτυρία του, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση, ουδέν ανέφερε περί περιορισμένης ορατότητας λόγω της οποίας αναγκάστηκε να παραβιάσει τη γραμμή του «ΑΛΤ» για να μπορέσει να ελέγξει την κίνηση στα δεξιά του. Αντιθέτως όταν ρωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, συμφώνησε μαζί του ότι είχε ορατότητα προς τα δεξιά όταν σταμάτησε πριν το «ΑΛΤ», για αυτό άλλωστε είδε και το όχημα που προπορευόταν του οχήματος του παραπονούμενου. Όταν δε ερωτήθηκε για ποιο λόγο στην ανακριτική του κατάθεση έδωσε μία διαφορετική εικόνα, ο κατηγορούμενος είπε ότι οι αστυνομικοί με τις ερωτήσεις που του έκαναν ήθελαν να τον συγχύσουν. Η εν λόγω αναφορά του όμως δεν παρέμεινε απλά γράμμα κενό, αλλά αναιρέθηκε από όσα ο ίδιος ανέφερε αμέσως μετά κληθείς να εξηγήσει τι εννοεί ότι οι αστυνομικοί ήθελα να τον συγχύσουν, λέγοντας ότι κάνουν σωστά τη δουλειά τους και ότι απλά έτσι είχε νιώσει. Ουσιώδης επίσης διαφορά εντοπίζεται και στην αναφορά του κατηγορούμενου σε σχέση με την απόσταση που εντόπισε το όχημα του παραπονούμενου. Στην ανακριτική του κατάθεση είπε ότι είδε το όχημα σε απόσταση 300 μέτρων, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του είπε ότι η απόσταση που είδε το όχημα ήταν 30 - 40 μέτρα. Περαιτέρω, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στα όσα ο κατηγορούμενος προέβαλε ως διαφωνίες σε σχέση με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) που ετοίμασε ο ΜΚ1, καθώς πλην του σημείου σύγκρουσης «Χ», τα υπόλοιπα σημεία που ανέφερε δεν τέθηκαν στο ΜΚ1 και κατά συνέπεια δεν του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί επ' αυτών. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, η οποία απορρίπτεται. H MY1 ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρεία Olympic Insurance ως υπεύθυνη για την εξυπηρέτηση πελατών και για τη φύλαξη των αρχείων. Σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα γνωρίζει ότι υπάρχουν εκκρεμότητες στο Δικαστήριο και ότι στο αρχείο της εταιρείας υπάρχουν φωτογραφίες από το δυστύχημα. Στην αντεξέταση της ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του κατηγορούμενου και απάντησε ότι δεν θυμάται. Ο ΜΥ2 επίσης εργάζεται στην ασφαλιστική εταιρεία Olympic Insurance και εκτελεί καθήκοντα εσωτερικού λειτουργού και εκτιμητή. Ανέφερε ότι από το επίδικο δυστύχημα λήφθηκαν φωτογραφίες από τον Γρηγόρη Καριολή, ο οποίος εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο ως λειτουργός ατυχημάτων και ο οποίος δεν εργάζεται πλέον στην Olympic Insurance. Ο ΜΥ2 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Η μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 δεν προσέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ουσιαστικά οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση προκειμένου να καταθέσουν ως Τεκμήριο τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση), οι οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους λήφθηκαν στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος. Οι εν λόγω φωτογραφίες όμως δεν επιτράπηκε να κατατεθούν ως Τεκμήριο για λόγους που αναφέρονται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι ΜΥ1 και 2 δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση και προσωπική γνώση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία τους απορρίπτεται ως άσχετη με τα επίδικα θέματα. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 28.2.13 και περί ώρα 19.00 ο παραπονούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής WZ 193 στη Λεωφ. Μεσόγης με βόρεια κατεύθυνση δηλαδή από Πάφο προς Τσάδα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής UY 696 στην οδό Μιχάλη Σαββίδη, η οποία είναι πάροδος σε σχέση με τη Λεωφ. Μεσόγης. Ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς τη γραμμή «ΑΛΤ» που υπάρχει στη συμβολή της οδού Μιχάλη Σαββίδη με τη Λεωφ. Μεσόγης προκειμένου να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στη Λεωφ. Μεσόγης με κατεύθυνση προς Πάφο. Ο κατηγορούμενος πέρασε τη γραμμή του «ΑΛΤ» και εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του παραπονούμενου, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του οχήματος του τελευταίου και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος του παραπονούμενου και σε απόσταση 1,90μ από τη γραμμή του «ΑΛΤ». Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο δρόμος ήταν σε καλή κατάσταση με ορατότητα άνω των 600 μέτρων από τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και άνω των 80 μέτρων από τα αριστερά. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χαω και στη σκηνή του δυστυχήματος υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός. Αποτελεί επίσης εύρημα μου, ότι καταστράφηκε ολόκληρο το μπροστινό μέρος των ενεχόμενων οχημάτων και συγκεκριμένα στο όχημα με αρ. εγγραφής UY 696 βούλωσε το δεξί και αριστερό μπροστινό φτερό και στο όχημα με αρ. εγγραφής WZ 193 βούλωσε το αριστερό μπροστινό φτερό. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παραβίαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/1972, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι τέλειου οδηγού.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος παρέλειψε να τηρήσει το καθήκον επιμέλειας που όφειλε στον παραπονούμενο, το όχημα του οποίου κινείτο στη Λεωφ. Μεσόγης η οποία αποτελούσε τον κύριο δρόμο σε σχέση με την οδό Μιχάλη Σαββίδη από την οποία επιχείρησε ο κατηγορούμενος να εισέλθει στη Λεωφ. Μεσόγης. Αποτελεί γενική αρχή ότι οι οδηγοί οχημάτων που κινούνται σε κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του εν λόγω δρόμου. Σχετικά είναι όσα ειπώθηκαν στην απόφαση Καραλούκας ν. Πάρπα
(1998)1Β Α.Α.Δ 767: «Η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο. Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980 και Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164. Γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ενέργεια του εφεσείοντα να οδηγήσει το τράκτορ από την πάροδο στον κύριο δρόμο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τον εφεσίβλητο χωρίς ο τελευταίος να είχε καθήκον υπό τις περιστάσεις να λάβει αποτρεπτικά μέτρα πριν από την εκδήλωση του κινδύνου. Βλ. Παπαχριστοδούλου ν. Χατζηνεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426.» Στην προκείμενη περίπτωση γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος, ήταν η ενέργεια του κατηγορούμενου να εισέλθει στη Λεωφ. Μεσόγης, παραβιάζοντας ουσιαστικά τη γραμμή «ΑΛΤ» επί της οδού Μιχάλη Σαββίδη, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι τούτο ήταν ασφαλές. Αυτή η ενέργεια του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της πορείας του οχήματος του παραπονούμενου, το οποίο κινείτο κανονικά επί της Λεωφ. Μεσόγης, και τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ως εκ των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.