Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 3867/12, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3867/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.09.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Ε. Λουκαΐδου ασκούμενη δικηγόρος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατά παράβαση των άρθρων 296(γ) και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 380 και 20 του Κεφ.154 και απόπειρα κλοπής από όχημα κατά παράβαση των άρθρων 367 και 20 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 20.02.08 στη Γιόλου της επαρχίας Πάφου μαζί με τον Σάββα Ομήρου: (α) παράνομα εισήλθε στην αυλή της οικίας του Αντρέα Κουρτούμπελου με σκοπό να διαπράξει κλοπή, (β) αποπειράθηκε να κλέψει από το όχημα με αριθμούς εγγραφής KEY 365 ιδιοκτησίας του πιο πάνω προσώπου (στο εξής ο 'παραπονούμενος') και (γ) είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία και συγκεκριμένα δύο κατσαβίδια και ένα κλειδί κατά τη διάρκεια νύχτας δίχως νόμιμη δικαιολογία και με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες (ΜΚ1-ΜΚ5). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση καλώντας παράλληλα ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 19 τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 1 που είναι η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος μαζί με πέντε έγχρωμες φωτογραφίες, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως ειδικός φωτογράφος του Τ.Α.Ε. Πάφου και ειδικός στην δακτυλοσκοπική εξέταση σκηνών εγκλημάτων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού από τα μέρη, τα οποία αποδέχονται το περιεχόμενο του ως ορθό και αληθές. Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό περιεχόμενο της κατάθεσης, στις 20.02.08 και ώρα 10:00 στη Γιόλου ο πιο πάνω αστυφύλακας στην παρουσία του ΜΚ1 έλαβε πέντε έγχρωμες φωτογραφίες και αργότερα από τα αναλλοίωτα αρνητικά που ήταν στην κατοχή του εμφάνισε το φιλμ και κατ' επέκταση τις φωτογραφίες αυτές που συνοδεύουν τη γραπτή κατάθεση του εν λόγω αστυφύλακα. Η γνησιότητα των φωτογραφιών αυτών δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εικόνων που αντικατοπτρίζουν. Όλες οι φωτογραφίες απεικονίζουν από διάφορες οπτικές γωνίες το κόκκινου χρώματος όχημα μάρκας Toyota με αριθμούς εγγραφής KNY
- Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αυτόματα μέρος των ευρημάτων του. ΜΚ1 ήταν ο αστυφύλακας 1799 Χαράλαμπος Χαραλάμπους που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση του στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.02.08 και ώρα 01:30 ο παραπονούμενος του κατάγγειλε ότι δύο άτομα αφού εισήλθαν στην αυλή της οικίας του προσπάθησαν να σπάσουν το τζάμι της πόρτας του οχήματος του με αριθμούς εγγραφής KEY 365 με σκοπό να κλέψουν από αυτό. Σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, ο ίδιος τους αντιλήφθηκε και τους καταδίωξε, οι οποίοι κατευθύνθηκαν προς το μέρος που βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής HEX 953, του οποίου οδηγός που ήταν ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα εγκαταλείποντας το μέρος. Αμέσως μετά την καταγγελία ο ΜΚ1 μαζί με τον παραπονούμενο εντόπισε το πιο πάνω όχημα να κατευθύνεται από το Στρουμπί προς την Πόλη Χρυσοχούς και παρά το χωριό Μηλιού το ανέκοψε. Οδηγός του οήματος εκείνου ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ένα από τα δύο άτομα που εισήλθαν στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου. Αμφότεροι μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού και μετά από έρευνα που ο ΜΚ1 πραγματοποίησε στο όχημα που ο κατηγορούμενος οδηγούσε εντοπίστηκε μία μαύρη σχολική τσάντα ώμου εντός της οποίας υπήρχαν δύο μεγάλα κατσαβίδια και ένα κλειδί για βίδες. Μαύρη τσάντα ώμου εντός της οποίας υπήρχαν ένα κατσαβίδι με πορτοκαλί χειρολαβή και ένα κατσαβίδι με κίτρινη και κόκκινη χειρολαβή, καθώς και ένα κλειδί για βίδες χρώματος ασημί κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Στα άτομα του εν λόγω οχήματος επιστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο και απάντησαν 'Είναι του Ραφαέλλου', κατονομάζοντας το άτομο αυτό ως το τρίτο πρόσωπο. Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο και ακολούθως ο εν λόγω μάρτυρας μετέβηκε μαζί με τον κατηγορούμενο και το όχημα του τελευταίου στη Γιόλου προς εντοπισμό του τρίτου ατόμου, το οποίο μπροστά στην θέα του οχήματος του κατηγορουμένου εμφανίστηκε από την αυλή ενός σπιτιού όπου κρυβόταν και αφού εισήλθε εντός του οχήματος μεταφέρθηκε και αυτός στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία προσκομίστηκε ως Τεκμήριο 5, ενώ στις 21.02.08 αφού τον κατηγόρησε γραπτώς ο κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη του στην υπόθεση. Αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας ημερομηνίας 21.02.08 εναντίον του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το Τεκμήριο 3 με το περιεχόμενο του εντοπίστηκε εντός του οχήματος του κατηγορουμένου και ειδικότερα πίσω από τη θέση του συνοδηγού. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1, ο ΜΚ1 είπε πως σ' αυτές απεικονίζεται το όχημα με αριθμούς εγγραφής KNY 699 που ανήκει στον παραπονούμενο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 6 συμπληρωματική γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου που λήφθηκε από άλλο συνάδελφο του. Επίσης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 7 μία πέτρα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 και σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή είναι με αυτή που έγινε προσπάθεια να σπάσει το τζάμι του οχήματος του παραπονούμενου καθώς και ως Τεκμήριο 8 ηλεκτρικός κόπτης σιδήρου (flex) μάρκας black & decker μοντέλο KG
- Περαιτέρω ο ΜΚ1 ανάφερε ότι μαζί με τον πιο πάνω ηλεκτρικό κόπτη σιδέρου ανευρέθηκε μια σχολική τσάντα με βιβλία, η οποία όμως στη συνέχεια παραδόθηκε από την αστυνομία στο τρίτο άτομο της παρέας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το Τεκμήριο 8 όπως και η σχολική τσάντα που περιείχε βιβλία εντοπίστηκαν να είναι το ένα δίπλα από το άλλο από κάποιον Μάρκο Γεωργίου. Ο ΜΚ1 είπε πως παρά την ανεύρεση τους κρίθηκε ότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό η αποστολή τους σε εργαστήριο για επιστημονικές εξετάσεις. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από φιλικό του πρόσωπο που χρησιμοποίησε κινητό τηλέφωνο με κλήση αρ. 99194871, ο ΜΚ1 είπε πως έγινε προσπάθεια τηλεφωνικής επικοινωνίας στον πιο πάνω αριθμό χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Παράλληλα κατά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του εξεταστή της υπόθεσης αυτής παρουσίασε τα πιο κάτω έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια: Τεκμήριο 9 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 254 Σωτήρη Πολίτη Τεκμήριο 10 - Αστυνομικό έντυπο γραπτής κατηγορίας ημερομηνίας 20.02.08 εναντίον του Ραφαέλλου Μίτσιγγα Τεκμήριο 11 - Αστυνομικό έντυπο 79 υπό τον τίτλο 'Βιβλίο Παραπόνων για Σοβαρά Εγκλήματα' με αρ. 288061 Τεκμήριο 12 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 2190 Σάββα Φιλίππου Τεκμήριο 13 - Γραπτή κατάθεση Ραφαέλλου Μίτσιγγα ημερομηνίας 20.02.08 Τεκμήριο 14 - Γραπτή κατάθεση Σάββα Ομήρου ημερομηνίας 20.02.08 Δεν θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ λεπτομερώς στο περιεχόμενο κάθε ενός από τα πιο πάνω έγγραφα αλλά εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο στα πλαίσια σχολιασμού ενός ουσιώδες ζητήματος και/ή εξέτασης ενός επιδίκου θέματος θα γίνεται, αναλόγως της περίπτωσης, συγκεκριμένη αναφορά σε μέρος οποιουδήποτε από αυτά. ΜΚ2 ήταν ο Αντρέας Στεφάνου Κουρτούμπελος, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 παρουσίασε σαν Τεκμήριο 15 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 20.02.08 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 20.02.08 και περί ώρα 01:15 ενώ ξάπλωνε χωρίς όμως να κοιμάται άκουσε θόρυβο έξω από την οικία του με αποτέλεσμα να αρπάξει ένα φανάρι και να βγει έξω για να δει τι συμβαίνει. Εξερχόμενος της οικίας του αντιλήφθηκε σε απόσταση 80-100 μέτρα ένα όχημα ακινητοποιημένο αλλά με τη μηχανή σε λειτουργία και αναμμένα τα φώτα. Την ίδια στιγμή άκουσε ομιλίες να προέρχονται κοντά στο γκαράζ που βρίσκεται δίπλα από την οικία του. Όταν έστρεψε το φανάρι προς την κατεύθυνση των ομιλιών πρόσεξε δύο άτομα να τρέχουν προς το όχημα, του οποίου ο οδηγός μόλις είδε τον παραπονούμενο να τους καταδιώκει ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το μέρος. Παρόλο ότι ο παραπονούμενος κυνήγησε τα προαναφερόμενα δύο άτομα εντούτοις δεν κατάφερε να τους εντοπίσει. Τότε τηλεφώνησε στο γείτονα του Αντρέα Παναγιώτου ο οποίος οδηγώντας το όχημα του στη Γιόλου εντόπισε το πιο πάνω όχημα που έφερε αριθμούς εγγραφής HEX 953, πράγμα που ενημέρωσε τον παραπονούμενο, ο οποίος προέβηκε τηλεφωνικώς σε σχετική καταγγελία στον ΜΚ1 του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού. Ακολούθως ο ΜΚ1 με το υπηρεσιακό του όχημα εντόπισε και πριν από το χωριό Μηλιού της επαρχίας Πάφου ανέκοψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής HEX
- Αμέσως μετά την ανακοπή του εν λόγω οχήματος ο παραπονούμενος πρόσεξε ότι σ' αυτό επέβαιναν δύο άτομα. Διαπιστώθηκε ότι οδηγός του πιο πάνω οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ο Σάββας Ομήρου από την Πάφο. Στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το οδηγό του προαναφερομένου οχήματος. Από τις δε φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 που του υποδείχτηκαν, ο παραπονούμενος αναγνώρισε το δικό του όχημα να απεικονίζεται σ' αυτές. Ακόμη μέσα από τις φωτογραφίες αυτές ο παραπονούμενο συνέδεσε την πέτρα που απεικονίζει να βρίσκεται κάτω από το όχημα του με το άσπρο σημάδι που εντόπισε να υπάρχει στο δεξιό πισινό γυαλί. Επ' αυτού ο παραπονούμενος είπε ότι η πέτρα χρησιμοποιήθηκε και κτυπήθηκε το όχημα του προκειμένου να σπάσει το τζάμι χωρίς όμως αυτό να γίνει κατορθωτό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δύο μήνες προηγουμένως συνέβηκε παρόμοιο περιστατικό που αφορούσε παραβίαση του οχήματος της συζύγου του. ΜΚ3 ήταν αστυφύλακας 2190 Σάββας Φιλίππου του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού. Στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 12) στην οποία σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.02.08 έλαβε γραπτώς ανακριτικές καταθέσεις από τους Μίτσιγγα και Ομήρου (Τεκμήρια 13 και 14) καθώς και συμπληρωματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6). Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο εν λόγω αστυφύλακας την ίδια ημέρα παρέλαβε από κάποιον Μάρκο Γεωργίου μια σχολική τσάντα με βιβλία και ένα ηλεκτρικό κόπτη σιδήρου (flex) [Τεκμήριο 8] που βρήκε εκείνη την ημέρα σε αυλάκι του κύριου δρόμου μεταξύ των χωριών Γιόλου και Στρουμπιού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως οι ισχυρισμοί του Μίτσιγγα στο Τεκμήριο 13 συνέπιπταν με τους ισχυρισμούς του Ομήρου στο Τεκμήριο
- Ερωτώμενος για το θέμα των διαρρηκτικών εργαλείων ο μάρτυρας είπε ότι ο Μίτσιγγας του είχε αναφέρει για τα διαρρηκτικά εργαλεία που η σχολικά τσάντα περιείχε χωρίς να υπονοεί τον ηλεκτρικό κόπτη σιδήρου (flex). ΜΚ4 ήταν ο Μάρκος Γεωργίου που στη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 20.02.08, την οποία κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του σαν Τεκμήριο 16, αναφέρει ότι στις 20.02.08 και περί ώρα 18:15 ενώ κατευθυνόταν προς το Στρουμπί εντόπισε σε αυλάκι μία σχολική τσάντα χρώματος μπλε-γκρίζου εντός της οποίας υπήρχαν βιβλία καθώς και ένα ηλεκτρικό κόπτη σιδήρου (flex) που στην ένορκη κατάθεση του αναγνώρισε ως το Τεκμήριο 8, αντικείμενα τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το Τεκμήριο 8 ανευρέθηκε σε απόσταση ένα μέχρι τρία μέτρα από τη σχολική τσάντα και είναι από το είδος που για να λειτουργήσει χρειάζεται μόνο ηλεκτρικό ρεύμα. ΜΚ5 ήταν ο Αντρέας Παναγιώτου, γείτονας και εξ' αγχιστείας συγγενικό πρόσωπο του παραπονούμενου. Στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε ως Τεκμήριο 17 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 20.02.08, μέσα από την οποία σημειώνεται ότι στις 20.02.08 και περί ώρα 01:20 ενώ βρισκόταν στην οικία του δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο που του είπε ότι είχε αντιληφθεί δύο νεαρούς να προσπαθούν να κλέψουν από το όχημα του καθώς και το όχημα με αριθμούς εγγραφής HEX 953 να τους αναμένει. Τότε ο ΜΚ5 μαζί με τον παραπονούμενο προσπάθησαν να εντοπίσουν του δύο νεαρούς χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ακολούθως ο ΜΚ5 πήρε το όχημα του και προσπάθησε μόνος του να εντοπίσει στο χωριό τα δύο άτομα όταν περί ώρα 02:15 της ίδιας ημέρας πρόσεξε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HEX 953 στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα να κατευθύνεται με χαμηλή ταχύτητα προς το κέντρο του χωριού. Μετά από αυτό επέστρεψε στην οικία του και ενημέρωσε τον παραπονούμενο. Αυτά που ακολούθως καταγράφονται στο Τεκμήριο 17 είναι αυτά που ουσιαστικά ανάφερε ο παραπονούμενος στη δική του μαρτυρία περιλαμβανομένου της δικής του γραπτής κατάθεσης (Τεκμήριο 15) κάτι που θεωρώ περιττό να επαναλάβω. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι κατά την ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HEX
- Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση δηλώνοντας πως είναι αθώος και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Βέβαια στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκε από αυτόν στις 20.02.08 μία ανακριτική κατάθεση ενώ ο ίδιος λίγες ώρες αργότερα της ίδιας ημέρας στις προέβηκε σε μία συμπληρωματική κατάθεση δίδοντας τη δική του εκδοχή για το επίδικο περιστατικό, έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 5 και
- Μέσα από τα Τεκμήρια 5 και 6 ο κατηγορούμενος επιβεβαιώνει ότι περί ώρα 23:00 της 19.02.08 οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής HEX 953 στο οποίο επίσης επέβαιναν οι Ομήρου και Μίτσιγγας. Περαιτέρω σημειώνεται ότι μετά από τηλεφώνημα που ο κατηγορούμενος δέχτηκε από φιλικό του πρόσωπο που κατονομάζει μέσω κινητού τηλεφώνου με αριθμό που επίσης αναφέρει αποφάσισε να μεταβεί στην Πόλη Χρυσοχούς για να την συναντήσει. Καθ' οδό όμως ο Μίτσιγγας του ζήτησε να σταματήσει από την οικία της θείας του στη Γιόλου για να λάβει χρήματα, πράγμα που αυτός έπραξε. Μαζί με τον Μίτσιγγα εξήλθε του οχήματος και ο Ομήρου ενώ αυτός τους περίμενε. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος είδε τους δύο συνεπιβάτες του οχήματος του να τρέχουν προς το μέρος του και να τους ακολουθεί ένα άλλο άτομο κρατώντας φανάρι. Ο κατηγορούμενος τότε φοβήθηκε και αναπτύσσοντας ταχύτητα εγκατέλειψε το χώρο με πορεία προς την Πόλη Χρυσοχούς. Ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο του Μίτσιγγα το οποίο όμως απάντησε ο Ομήρου και αφού του εξήγησε που βρισκόταν επέστρεψε και τον πήρε. Στην πορεία ο κατηγορούμενος επειδή υποψιαζόταν ότι ο Μίτσιγγας ενεχόταν σε κάτι παράνομο και δεν ήθελε να μπλέξει είπε στον Ομήρου να πετάξει από το όχημα την τσάντα που ο Μίτσιγγας είχε φέρει μαζί του και είχε προσέξει εργαλεία μετά το επίδικο περιστατικό ότι αυτή περιείχε εργαλεία αλλά ο Ομήρου κατά λάθος πέταξε την σχολική του τσάντα. Ακολούθως το όχημα του ανακόπηκε από την αστυνομία και μετέβηκαν όλοι στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού. Αργότερα μαζί με το όχημα του και τον ΜΚ1 μετέβησαν στη Γιόλου όπου και εντόπισαν τον Μίτσιγγα που επίσης μεταφέρθηκε αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Γιάννα Παυλίδου (ΜΥ), λειτουργός του ποινικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία είχε στην κατοχή της το φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 19292/2009 με κατηγορουμένους τον Ομήρου και τον κατηγορούμενο της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ανατρέχοντας στο ιστορικό του φακέλου η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι με βάση το περιεχόμενο πρακτικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.02.12, πιστό αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, ο Ομήρου αθωώθηκε και απαλλάχτηκε στις κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων, εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος και απόπειρα κλοπής από όχημα αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, ενώ για τον κατηγορούμενο στις 20.05.11 η ποινική δίωξη διακόπηκε λόγω αδυναμίας από μέρους της αστυνομίας να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Σχετικό αστυνομικό ημερολόγιο ενέργειας ημερομηνίας 29.04.11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Κατ' αρχήν είναι η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και ακολούθως η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής διεξήχθηκαν εκτός των συνταγματικών πλαισίων που το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος απαιτεί. Με αναφορά σε κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι υπάρχει εκκρεμοδικία πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που δεν ενδείκνυται από τις επιταγές του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η κυρία Σαββίδου επέρριψε ευθύνες στην αστυνομία για αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση που δημιουργήθηκε στη διερεύνηση και προώθηση της μη περίπλοκης, όπως τη χαρακτήρισε, υπόθεσης στο Δικαστήριο, η οποία σε συνδυασμό με το μόνιμο πρόβλημα που παρατηρείται, όπως είπε, στις δικαστικές αρχές περί έλλειψης χρόνου για ταχεία εκδίκαση υποθέσεων, προκάλεσαν παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, για την οποία παράβαση κάλεσε το Δικαστήριο να ανακόψει τη δικαστική διαδικασία και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την πιο πάνω τοποθέτηση της συνηγόρου υπεράσπισης, είναι περαιτέρω η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται σωρευτικά και στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία σε καμία από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Στη βάση του σκεπτικού αυτού η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος ανάφερε ότι πέραν του χρόνου που δεν αμφισβητείται που όμως δεν είναι παράγοντας αποφασιστικής σημασίας που να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της υπεράσπισης, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί ανακοπή της δικαστικής διαδικασίας και απαλλαγής του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πέραν αυτού είναι η θέση του κυρίου Συμεού ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ότι από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχουν αποδειχτεί στον απαιτούμενο όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου, στις οποίες ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης μέσα από την οποία υπεβλήθηκε ότι η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου διαγνώστηκε εκτός των πλαισίων του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Η αναγκαιότητα να δοθεί προτεραιότητα στην εξέταση αυτής της τοποθέτησης έγκειται στο ότι αν κριθεί ορθή δεν θα χρειαστεί η εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και των αστικών του δικαιωμάτων αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και αφετέρου κεφαλαιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, κατ' εξοχήν της Δικαστικής Λειτουργίας. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/
- Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ως ακολούθως: "30.1 ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
- Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου." Ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό η κυπριακή νομολογία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Επιπλέον, σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωσή τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 434, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η νομολογία ορθά δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου (Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Ωστόσο στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου έχουν τεθεί ορισμένα κριτήρια που εξετάζονται, τα οποία είναι:
(1)οι συνθήκες και τα περιστατικά της υπόθεσης,
(2)η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης,
(3)η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών,
(4)η συμπεριφορά του κατηγορουμένου,
(5)η στάση του δικαστικού οργάνου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, στις οποίες και παραπέμπω. Στην υπόθεση Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 λέχθηκε ότι αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Η παραβίαση της συνταγματικής επιταγής να γίνεται διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στη βάση των προαναφερόμενων καθορισμένων από τη νομολογία κριτηρίων, συνδέεται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ και άλλοι
(2005)2 Α.Α.Δ 10). Η διακοπή της διαδικασίας μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που το Δικαστήριο παρέχει όταν αποφασίσει πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση τέτοια διαπίστωση μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε περίπτωση βέβαια που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος. Στην υπόθεση Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Επίσης τονίστηκε ότι η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Επί του νομικού αυτού ζητήματος που εγέρθηκε δόθηκε μαρτυρία από τη λειτουργό του ποινικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Γιάννα Παυλίδου (ΜΥ), η οποία κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Η μαρτυρία της ΜΥ επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 18 και 19, το περιεχόμενο των οποίων χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επιπλέον η εν λόγω μάρτυρας, εκ της γνώσης που είχε λόγω της θέσεως που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου και εξακολουθεί να έχει και των καθηκόντων που τότε είχε και συνεχίζει να έχει, επεκτάθηκε στην πορεία και στην κατάληξη που είχε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 16292/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με κατηγορουμένους τον Σάββα Ομήρου και τον κατηγορούμενο της παρούσας υπόθεσης, όπου για τον κατηγορούμενο της παρούσας υπόθεσης η ποινική δίωξη διακόπηκε και η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στη συνέχεια για τα ίδια ποινικά αδικήματα. Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι την μαρτυρία της ΜΥ στην ολότητα της ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και έχοντας υπόψη μου τις προαναφερόμενες αρχές παρατηρώ ότι τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου φέρονται να διαπράχτηκαν την 20.02.
- Ο παραπονούμενος προβαίνει αυθημερόν σε καταγγελία για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Την ίδια ημέρα προβαίνει και σε σχετική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία. Από το σύνολο των γεγονότων και γενικότερα του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από βαθμό πολυπλοκότητας. Τα γεγονότα είναι τέτοια που δεν απαιτούσαν δύσκολη ή εξειδικευμένη διερεύνηση αλλά την κατατάσσουν στις συνήθεις απλές περιπτώσεις. Ο κατηγορούμενος μαζί με τους άλλους δύο τότε ύποπτους Ομήρου και Μίτσιγγα εντοπίστηκαν και συνελήφθηκαν από μέλη της αστυνομίας την ίδια ημέρα που έγινε η καταγγελία. Οι ΜΚ4 και ΜΚ5 προβαίνουν σε γραπτές καταθέσεις στις 20.02.
- Επιπλέον την ίδια ημέρα εντοπίζονται και περιέρχονται στην κατοχή της αστυνομίας τα Τεκμήρια 3, 7 και 8 που κατατέθηκαν στην εκδίκαση της υπόθεσης καθώς και μία σχολική τσάντα που περιείχε βιβλία για την οποία γίνεται αναφορά μέσα από συμπληρωματική γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 6). Επιπροσθέτως την ίδια ημέρα φωτογραφίζεται η σκηνή του περιστατικού από φωτογράφο της αστυνομίας. Ακόμη την ίδια ημέρα λαμβάνονται γραπτές ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο και τους άλλους δύο τότε ύποπτους, ενώ ο τότε ύποπτος Μίτσιγγας κατηγορήθηκε γραπτώς επίσης την ίδια ημέρα και ο κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 21.02.
- Ο δε τότε ύποπτος Ομήρου δεν κατηγορείται γραπτώς από την αστυνομία. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για περίπτωση με απλά γεγονότα. Από εκεί και πέρα δαπανήθηκε χρονικό διάστημα 5,5 μηνών περίπου για την ετοιμασία γραπτών καταθέσεων του αστυνομικού εξεταστή και άλλων 3 αστυνομικών που βοήθησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης σε σχέση με τις ενέργειες που αυτοί έκαναν (Τεκμήριο 2 από τον ΜΚ1, Τεκμήριο 1 από αστυφύλακα 2543 Τρύφωνα Τρύφωνος, Τεκμήριο 12 από τον ΜΚ3 και Τεκμήριο 9 από τον αστυφύλακα 254 Σάββα Πολίτη). Περί τις 02.08.08 ο ΜΚ1 παραδίδει τον φάκελο της υπόθεσης στον σταθμάρχη του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού και αυτός τον διαβιβάζει μαζί με εισηγήσεις στον αστυνομικό διευθυντή Πάφου στις 28.07.09 και στη συνέχεια στη Νομική Υπηρεσία για τελική απόφαση. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση ενέπλεκε δύο πολύ νεαρά άτομα, ήτοι τον κατηγορούμενο (τότε 20 ετών) και τον τότε ανήλικο Ομήρου (τότε 16 ετών), καθώς και ακόμη ένα ανήλικο παιδί, ήτοι τον Μίτσιγγα (τότε 13 ετών) τέτοιας ηλικίας που δεν τον καθιστούσε ποινικά υπεύθυνο για οποιαδήποτε τυχόν πράξη ή παράλειψη του στην εν λόγω υπόθεση (άρθρο 14 Κεφ.154). Στις 04.11.09, δηλαδή μετά από πάροδο ενός έτους και 8 μηνών περίπου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων, καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 16292/09 που αφορούσε το επίδικο περιστατικό. Αυτό δείχνει μια μορφή καθυστέρησης για την οποία σαφώς δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος αλλά οι διωκτικές αρχές. Θα πρέπει τώρα να εξεταστεί η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης σε συνάρτηση με την στάση του κατηγορουμένου αλλά και αυτήν του δικαστικού οργάνου. Συγκεκριμένα, η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 07.12.
- Στις 20.05.11 η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου διακόπτεται λόγω αδυναμίας εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που στο μεταξύ είχε εκδοθεί εναντίον του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 18, το περιεχόμενο του οποίου δεν αντικρούστηκε με μαρτυρία από την υπεράσπιση, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης κατέστη αδύνατη λόγω εγκατάστασης του κατηγορουμένου στην Αγγλία πριν από 3 μήνες. Παρόλο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν πληροφορίες ως προς την πορεία της υπόθεσης μέχρι τις 20.05.11 που η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου διακόπηκε, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενώ γνώριζε ότι η υπόθεση του εκκρεμούσε εναντίον του εγκατέλειψε το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό αναγκάζοντας την κατηγορούσα αρχή να αναστείλει την ποινική του δίωξη. Στις 14.03.12 καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου με τις ίδιες κατηγορίες. Η παρούσα ποινική υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26.04.
- Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος απάντησε παραδοχή στην πρώτη κατηγορία και μη παραδοχή στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία, ως ήταν δικαίωμα του με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 08.06.
- Έκτοτε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε 9 φορές. Από αυτές δύο φορές κατόπιν αιτήματος αναβολής από την υπεράσπιση (08.06.12 και 18.11.14), μία φορά λόγω επιθυμίας του κατηγορουμένου για αλλαγή απάντησης στην πρώτη κατηγορία από παραδοχή σε μη παραδοχή ως ήταν δικαίωμα του (11.07.12), μία φορά λόγω απόσυρσης της τότε συνηγόρου του κατηγορουμένου και μετά από σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου διορισμός νέας συνηγόρου που θα τον εκπροσωπούσε υπό το καθεστώς νομικής αρωγής (17.05.13), 3 φορές κατόπιν αιτήματος αναβολής από την κατηγορούσα αρχή (14.01.13, 13.12.13 και 02.02.15) και δύο φορές λόγω έλλειψης χρόνου από το Δικαστήριο (02.05.14 και 17.10.14). Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε στις 04.05.15 και οι τελικές αγορεύσεις έγιναν στις 30.07.
- Όπως λέχθηκε προηγουμένως παρουσιάστηκαν 5 μάρτυρες κατηγορίας, ένας μάρτυρας υπεράσπισης ενώ ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση. Παράλληλα κατατέθηκαν 19 τεκμήρια. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι στις 09.06.15 η συνέχιση της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής αναβλήθηκε λόγω απουσίας του κατηγορουμένου, ως αποτέλεσμα της οποίας εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να επιχειρεί την οικοδόμηση υπόθεσης για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης την στιγμή που είναι συνυπεύθυνος για την καθυστέρηση με την καταχώρηση της υπόθεσης (Θεοδώρου v Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, η συμβολή του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Αυτό που επίσης διαφαίνεται από το ιστορικό του φακέλου και γενικότερα την πορεία της υπόθεσης είναι ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά σε καμία περίπτωση προκάλεσε αξιοσημείωτη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά με τα δεδομένα που είχε ενώπιον του και στη βάση των δυνατοτήτων του διεκπεραίωσε την εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Επιπλέον φαίνεται ότι το χρονικό διάστημα των 7 ετών και 7 μηνών περίπου που δημιουργήθηκε από τις 21.02.08, όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και ολοκλήρωσε τις γραπτές καταθέσεις του στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού και κατηγορήθηκε γραπτώς, μέχρι τις 16.09.15 που ολοκληρώνεται η παρούσα υπόθεση με την έκδοση δικαστικής απόφασης, δεν έχει επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για να τύχει δίκαιης δίκης. Βέβαια το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε δεν αμφισβητείται. Σε κανένα όμως στάδιο διαφάνηκε ότι με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος θεώρησε ή ήταν με την εντύπωση ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, πουθενά δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος υπέστηκε οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Ακόμη μέσα από τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπερασπίστηκε τον εαυτό του δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσε χωρίς να προκληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Η υπεράσπιση δεν έδειξε στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων ότι μέσα από την καθυστέρηση αυτή η θέση του κατηγορουμένου επηρεάστηκε δυσμενώς. Η συνήγορος υπεράσπισης εδράζει τη θέση του περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του πελάτη της αποκλειστικά και μόνο στην καθυστέρηση του παρατηρείται, η οποία όμως από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για τη διακοπή της διαδικασίας και αθώωσης του κατηγορουμένου. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτός να αθωωθεί. Θα μπορούσε όμως να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δοθεί θεραπεία για την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος, από τις ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων, στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, εάν και εφόσον τελικά ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος σε οποιαδήποτε κατηγορία που αντιμετωπίζει. Προχωρώ ευθύς στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Αυτό που κατ' αρχήν είναι σημαντικό να λεχθεί και αναντίλεκτα προκύπτει μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης είναι ότι τα περισσότερα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό είναι παραδεκτά τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι:
(1)Λίγο μετά τα μεσάνυχτα και κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 20.02.08 ο κατηγορούμενος, ηλικίας 20 ετών, οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής HEX 953 σε δρόμους της επαρχίας Πάφου.
(2)Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα στο όχημα του ο κατηγορούμενος είχε συνεπιβάτες κάποιον Σάββα Ομήρου, μαθητή ηλικίας 16 ετών και κάποιον Ραφαέλλο Μίτσιγγα επίσης μαθητή αλλά ηλικίας 13 ετών.
(3)Μεταξύ των ωρών 01:10 και 01:15 της 20.02.08 ο κατηγορούμενος οδήγησε το πιο πάνω όχημα του εντός του χωριού Γιόλου της επαρχίας Πάφου εξακολουθώντας να έχει ως συνεπιβάτες του τα προαναφερόμενα δύο άτομα.
(4)Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημα του σε απόσταση 80-100 μέτρα από την οικία του παραπονούμενου.
(5)Εκείνη τη στιγμή εξήλθαν του οχήματος οι συνεπιβάτες του κατηγορουμένου, Ομήρου και Μίτσιγγας, οι οποίοι εισήλθαν στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου, ενώ ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του οχήματος και τους ανάμενε να επιστρέψουν.
(6)Περί ώρα 01:15 της 20.02.08 οι Ομήρου και Μίτσιγγας κατευθύνθηκαν τρέχοντας προς το όχημα του κατηγορουμένου καταδιωκόμενοι από τον παραπονούμενο, ο οποίος τους ακολουθούσε τρέχοντας κρατώντας ένα φανάρι.
(7)Χωρίς να αναμένει την επιβίβαση των Ομήρου και Μίτσιγγα ο κατηγορούμενος εκκίνησε το όχημα του και αναπτύσσοντας ταχύτητα εγκατέλειψε το μέρος.
(8)Ακολούθως της ίδιας ημέρας το όχημα του κατηγορουμένου που οδηγείτο από τον ίδιο ανακόπηκε από την αστυνομία ενώ κατευθυνόταν από το Στρουμπί προς την Πόλη Χρυσοχούς παρά το χωριό Μηλιού.
(9)Τη στιγμή της ανακοπής συνοδηγός στο όχημα του κατηγορουμένου ήταν ο Ομήρου.
(10)Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Ομήρου μεταφέρθηκαν στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού στα πλαίσια διερεύνησης του επιδίκου περιστατικού για το οποίο υπήρξε καταγγελία στην αστυνομία από τον παραπονούμενο.
(11)Κατόπιν έρευνας που διεξήχθη στο όχημα του κατηγορουμένου ανευρέθηκε μία μαύρη σχολικού τύπου τσάντα ώμου εντός της οποίας υπήρχαν ένα κατσαβίδι με πορτοκαλί χειρολαβή, ένα κατσαβίδι με κίτρινη και κόκκινη χειρολαβή καθώς και ένα κλειδί για βίδες χρώματος ασημί, τα οποία κατατέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ως Τεκμήριο 3.
(12)Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας αστυνομικός του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού εισήλθε ως συνοδηγός στο όχημα του κατηγορουμένου και με τον τελευταίο ως οδηγό μετέβηκαν στη Γιόλου με σκοπό τον εντοπισμό του Μίτσιγγα.
(13)Όταν πρόσεξε το όχημα του κατηγορουμένου ο Μίτσιγγας εμφανίστηκε, επιβιβάστηκε σ' αυτό και όλοι μαζί μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού για συνέχιση διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα ο κατηγορούμενος τη δεδομένη χρονική στιγμή του επιδίκου περιστατικού ήταν παρών σε χώρο πλησίον της οικίας του παραπονούμενου αναμένοντας δύο άτομα που είχαν εισέλθει στην αυλή της οικίας του παραπονούμενου και όταν έγιναν αντιληπτοί από αυτόν καταδιώχτηκαν. Είναι ακόμη γνωστά από τα πιο πάνω ποια η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μέσα από το επίδικο περιστατικό και σε ποιες ενέργειες προέβηκε. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει στη βάση αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένης και της εκδοχής που αυτός προέβαλε είναι κατά πόσο η παρουσία του στο μέρος τη δεδομένη χρονική επίδικη στιγμή είναι αποτέλεσμα της αξιόποινης στάσης που η κατηγορούσα αρχή του αποδίδει μέσω των κατηγοριών και των λεπτομερειών αυτών που του προσάπτουν. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά είναι παραδεκτές από τον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό κρίνεται ορθό να σημειωθεί μία επουσιώδης διόρθωση στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας του ΜΚ1 και από την μαρτυρία του παραπονούμενου αλλά και των φωτογραφιών του Τεκμηρίου1, εξόφθαλμα οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Το όχημα του παραπονούμενου για το οποίο έγινε καταγγελία μετά από ισχυρισμό για απόπειρα κλοπής φέρει αριθμούς εγγραφής KNY 699 και όχι KEY 365, όπως λανθασμένα σημειώνεται. Εν πάση περιπτώσει, κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 2 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 20.02.08 και ώρα 01:30 ο παραπονούμενος του κατάγγειλε ότι δύο άτομα αφού εισήλθαν στην αυλή της οικίας του προσπάθησαν να σπάσουν το τζάμι της πόρτας του οχήματος του με αριθμούς εγγραφής KΝY 699 με σκοπό να κλέψουν από αυτό. (β) Ήταν ο αστυνομικός που αμέσως μετά την καταγγελία και συνοδευόμενος από τον παραπονούμενο ανέκοψε το όχημα του κατηγορουμένου, του οποίου οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ο Ομήρου. (γ) Ήταν ο αστυνομικός που αφού μετέφερε τον κατηγορούμενο και τον Ομήρου στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπιού πραγματοποίησε έρευνα στο όχημα του κατηγορουμένου μέσα από την οποία εντόπισε εντός του οχήματος και συγκεκριμένα πίσω από τη θέση του συνοδηγού την μαύρη σχολικού τύπου τσάντα ώμου, τα δύο κατσαβίδια και το κλειδί για βίδες που συνθέτουν το Τεκμήριο
- (δ) Την ίδια ημέρα έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο. (ε) Ήταν ο αστυνομικός που μετέβηκε μαζί με τον κατηγορούμενο και το όχημα του τελευταίου στη Γιόλου προς εντοπισμό του Μίτσιγγα, πράγμα που έγινε κατορθωτό. (στ) Αργότερα την ίδια ημέρα έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 5) ενώ την επόμενη ημέρα (ήτοι 21.02.08) κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο σε σχετικό αστυνομικό έντυπο (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 4 αντικατοπτρίζει μέρος των ενεργειών του ΜΚ
- Ο ΜΚ2 (παραπονούμενος) έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Με παραστατικότητα αλλά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια ήλθε και περίγραψε αυτά που προσωπικά βίωσε και πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο περιστατικό. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε άμεσα, θετικά, με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές ή τάση για υπερβολή. Ο τρόπος που απαντούσε υποδεικνύει ότι ήταν σίγουρος γι' αυτά που έλεγε στην μαρτυρία του. Εκεί που δεν ήταν σίγουρος το έλεγε ευθαρσώς. Η δε μαρτυρία του ήταν σταθερή, συνεπής και όχι μόνο απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν καίρια την αξιοπιστία του, η οποία εν πάση περιπτώσει παρέμεινε ακλόνητα σε υψηλό επίπεδο, αλλά επιβεβαιώνεται από τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ5 καθώς επίσης συμπίπτει με μέρος των εκδοχών του κατηγορουμένου, Ομήρου και Μίτσιγγα καθ' όσον αφορά την πτυχή των γεγονότων του επιδίκου περιστατικού που διαδραματίστηκαν τόσο κατά το επίδικο περιστατικό όσο και αμέσως μετά, εκδοχές που προβλήθηκαν μέσα από το περιεχόμενο των γραπτών ανακριτικών καταθέσεων τους (Τεκμήρια 5, 13 και 14). Πρόκειται για γεγονότα που ο κατηγορούμενος ευθέως δέχεται ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κρίνοντας ότι ο μάρτυρας αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο χωρίς να έχει αποκρύψει οτιδήποτε, αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 20.02.08 και περί ώρα 01:15 ενώ ο ΜΚ2 ξάπλωνε χωρίς όμως να κοιμάται άκουσε θόρυβο έξω από την οικία του με αποτέλεσμα να αρπάξει ένα φανάρι και να βγει έξω για να δει τι συμβαίνει. Εξερχόμενος της οικίας του ο εν λόγω μάρτυρας αντιλήφθηκε ένα όχημα ακινητοποιημένο σε απόσταση 80-100 μέτρα με τη μηχανή σε λειτουργία και τα φώτα αναμμένα. Την ίδια στιγμή άκουσε ομιλίες να προέρχονται κοντά στο γκαράζ που βρίσκεται δίπλα από την οικία του. Όταν έστρεψε το φανάρι προς την κατεύθυνση των ομιλιών πρόσεξε δύο άτομα να τρέχουν προς το όχημα που φαινόταν ότι τους ανάμενε. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προέρχονται από το κοινό έδαφος των μερών τα άτομα που έτρεχαν ήταν οι Ομήρου και Μίτσιγγας, το δε όχημα που τους περίμενε ήταν του κατηγορουμένου που έφερε αριθμούς εγγραφής HEX 953 και με τον ίδιο, δηλαδή τον κατηγορούμενο, να βρίσκεται στη θέση του οδηγού. Ο κατηγορούμενος μόλις είδε τον παραπονούμενο να καταδιώκει τους Ομήρου και Μίτσιγγα ανέπτυξε ταχύτητα και εγκατέλειψε το μέρος. Παρόλο ότι ο παραπονούμενος κυνήγησε τους Ομήρου και Μίτσιγγα εντούτοις δεν κατάφερε να τους εντοπίσει. Τότε τηλεφώνησε στο γείτονα του Αντρέα Παναγιώτου (ΜΚ5) ο οποίος οδηγώντας το όχημα του στη Γιόλου εντόπισε το όχημα του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος ενημερώθηκε γι' αυτό από τον ΜΚ5 και προέβηκε τηλεφωνικώς σε σχετική καταγγελία στον ΜΚ1 του αστυνομικού σταθμού Στρουμπιού. Ακολούθως συνόδευσε τον ΜΚ1 που με το υπηρεσιακό του όχημα εντόπισε και ανέκοψε το όχημα του κατηγορουμένου πριν από το χωριό Μηλιού της επαρχίας Πάφου, στο οποίο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος και συνοδηγός ο Ομήρου. Περαιτέρω δέχομαι την αναφορά του ΜΚ2 ότι σκοπός της παρουσίας των Ομήρου και Μίτσιγγα στην αυλή του ήταν να κλέψουν από το κόκκινου χρώματος όχημα του μάρκας Toyota με αριθμούς εγγραφής KNY 699 χρησιμοποιώντας την πέτρα που απεικονίζεται μέσα από τις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου 1 να βρίσκεται πίσω από αυτό. Τούτο ενισχύεται από το άσπρο σημάδι που ανευρέθηκε στο δεξιό πισινό γυαλί του οχήματος του παραπονούμενου, στοιχείο που δείχνει ανεπιτυχή προσπάθεια από μέρους των Ομήρου και Μίτσιγγα να σπάσουν το γυαλί με τη χρήση της πιο πάνω πέτρας. Δεν έχω ακόμη καμία αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 7 είναι η πέτρα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου 1 και αυτή που κτύπησε το δεξιό πισινό γυαλί του οχήματος του παραπονούμενου προκαλώντας στο σημείο σύγκρουσης άσπρο σημάδι χωρίς ευτυχώς αποτέλεσμα. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου η τοποθέτηση του ΜΚ2 ότι δύο μήνες πριν από το επίδικο περιστατικό υπήρξε παραβίαση του οχήματος της συζύγου του, θέση που και αυτή αποδέχομαι. Όλα αυτά αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ3 ήταν ένας άλλος αστυνομικός που βοήθησε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Ο ρόλος του ήταν απλά υποστηρικτικός. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε στις πράξεις του αυτές. Στη βάση αυτών των δεδομένων αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ3, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 12 που αποτελεί μέρος αυτής, η οποία μαρτυρία άπτεται των αδιαμφισβήτητων πράξεων στα πλαίσια της συμμετοχής του στην εξέταση της παρούσας υπόθεσης από την αστυνομία. Ειδικότερα δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε στις πιο κάτω ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 20.02.08 έλαβε γραπτώς ανακριτικές καταθέσεις από τους Μίτσιγγα και Ομήρου (Τεκμήρια 13 και 14) καθώς και συμπληρωματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6). (β) Την ίδια ημέρα παρέλαβε από τον Μάρκο Γεωργίου (ΜΚ4) μια σχολική τσάντα με βιβλία και ένα ηλεκτρικό κόπτη σιδήρου (flex) [Τεκμήριο 8]. Ο ΜΚ4 έκανε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή ήλθε απλά και είπε το τι έπραξε. Είναι το άτομο που στις 20.02.08 και περί ώρα 18:15 ενώ κατευθυνόταν προς το Στρουμπί εντόπισε σε αυλάκι μία σχολική τσάντα χρώματος μπλε-γκρίζου εντός της οποίας υπήρχαν βιβλία και σε απόσταση ένα μέχρι τρία μέτρα από αυτή ένα ηλεκτρικό κόπτη σιδήρου (flex) που για να λειτουργήσει χρειάζεται μόνο ηλεκτρικό ρεύμα, αντικείμενα τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον ΜΚ
- Όλη η μαρτυρία του, περιλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 16, παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη. Δεν έχω ακόμη αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 8 είναι ο ηλεκτρικός κόπτης σιδήρου (flex) που εντόπισε και παρέδωσε στην αστυνομία. Ο ΜΚ5 ήταν ευθύς και ειλικρινής στο Δικαστήριο. Με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και εξιστόρησε τα γεγονότα που περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης χωρίς να υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται πλήρως από τις μαρτυρίες του παραπονούμενου και του ΜΚ1 και δεν έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο καθότι επί της ουσίας της δεν αντεξετάστηκε. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 17 που αποτελεί μέρος της. Μεταξύ άλλων, αποδέχομαι τα πιο κάτω που αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Στις 20.02.08 και περί ώρα 01:20 ενώ βρισκόταν στην οικία του δέχτηκε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο που του είπε ότι είχε αντιληφθεί δύο νεαρούς να προσπαθούν να κλέψουν από το όχημα του και να τους αναμένει το όχημα με αριθμούς εγγραφής HEX
- Τότε ο ΜΚ5 μαζί με τον παραπονούμενο προσπάθησαν να εντοπίσουν τους δύο νεαρούς χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ακολούθως ο ΜΚ5 πήρε το όχημα του και προσπάθησε μόνος του να εντοπίσει στο χωριό τα δύο άτομα όταν περί ώρα 02:15 της ίδιας ημέρας πρόσεξε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HEX 953, το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και με συνεπιβάτη ένα άλλο άτομο που με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα επρόκειτο για τον Ομήρου, να κατευθύνεται με χαμηλή ταχύτητα προς το κέντρο του χωριού. Μετά από αυτό επέστρεψε στην οικία του και ενημέρωσε τον παραπονούμενο. Παράλληλα, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δέχομαι το Τεκμήριο 9 ως αληθές και αξιόπιστο καθότι η αναφορά για σύλληψη του κατηγορουμένου στις 20.02.08 δεν αμφισβητήθηκε από κανένα. Ομοίως για το Τεκμήριο
- Όσον αφορά το Τεκμήριο 11, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δεν του προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι το περιεχόμενο του δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Μηδενική βαρύτητα αποδίδω και στα Τεκμήρια 13 και 14 καθότι περιέχονται αρκετές εξ' ακοής αναφορές και δηλώσεις ατόμων που η κατηγορούσα αρχή, εκ της γραμμής που χάραξε κατά την παρουσίαση της εκδοχής της στο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση συμμερίζεται. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την μη κλήση των προσώπων αυτών στο Δικαστήριο για να υποστούν ενόρκως τη βάσανο της αντεξέτασης επί των τοποθετήσεων που υποτίθεται ότι προέβηκαν και στρέφονται ευθέως προς το πρόσωπο τους και προωθούν θέσεις της υπεράσπισης χωρίς να παρέχεται εξήγηση γιατί δεν ήταν εύλογο και εφικτό κάτι τέτοιο, υπό το φως των παραμέτρων αξιολόγησης τέτοιας μαρτυρίας, όπως αυτές καθορίζονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων, υποχρεώνει το Δικαστήριο να προβεί σε μια τέτοια προσέγγιση. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή έχει μηδενική βαρύτητα. Η μονολεκτική δήλωση του κατηγορουμένου ότι είναι αθώος δεν αφήνει περιθώριο για άλλη επιλογή αφού δεν προσθέτει οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με τις δύο γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου (Τεκμήρια 5 και 6) περιέχουν διάφορους ισχυρισμούς που συνθέτουν την δική του εκδοχή ως προς το ρόλο του στο επίδικο περιστατικό. Παρόλο ότι οι γραπτές τοποθετήσεις του κατηγορουμένου δεν συνάδουν με την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη, γεγονός που δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να μην τους αποδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, εντούτοις θα έπρεπε να είχαν διερευνηθεί σε βάθος από την αστυνομία για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι γνήσιες και αληθείς. Δυστυχώς αυτό που παρατηρείται είναι ότι η παρούσα υπόθεση, σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο, διερευνήθηκε κατά τρόπο πρόχειρο, επιφανειακό, ελλειπτικό και ανεπαρκή, πράγμα που δεν αρμόζει στη σοβαρότητα των κατηγοριών που περιέχονται στο κατηγορητήριο. Η δε εκδοχή του ουδεμία εξέτασης έτυχε από την αστυνομία. Συγκεκριμένα μέρος της εκδοχής του κατηγορουμένου είναι ότι όταν ο Μίτσιγγας εισήλθε στο όχημα του κατηγορουμένου κρατούσε μία σχολική τσάντα, η οποία παρέμεινε στο εν λόγω όχημα αφού ο Ομήρου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αντίς να την πετάξει όπως του είπε ο κατηγορούμενος αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό επειδή φοβήθηκε ότι θα είχε μπλεξίματα, λανθασμένα πέταξε τη σχολική τσάντα του κατηγορουμένου που κατ' ισχυρισμό περιείχε βιβλία. Κατόπιν εκ των υστέρων έρευνας στο όχημα του κατηγορουμένου ανευρέθηκε η τσάντα που παρέμεινε στο όχημα και σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ανήκει στον Μίτσιγγα εντός της οποίας υπήρχαν δύο κατσαβίδια και ένα κλειδί για βίδες (Τεκμήριο 3). Αξίζει να σημειωθεί ότι μια σχολική τσάντα που όντως περιείχε βιβλία εντοπίστηκε σε αυλάκι από τον ΜΚ4 και παραδόθηκε στην αστυνομία, η οποία την έδωσε στον Μίτσιγγα. Στα πλαίσια διερεύνησης του ισχυρισμού αυτού αναμενόταν από την αστυνομία να ερωτήσει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον Μίτσιγγα να διευκρινίσουν επ' ακριβώς τι βιβλία περιείχε η εν λόγω τσάντα. Επίσης αναμενόταν από την αστυνομία να εξετάσει το ενδεχόμενο κατά πόσο ο κατηγορούμενος φοιτά σε οποιοδήποτε είδους σχολείο και βεβαίως που, διασταυρώνοντας τέτοια πληροφορία, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ήταν τότε ηλικίας 20 ετών ενώ ο Μίτσιγγας ήταν τότε ηλικίας 13 ετών. Δυστυχώς τίποτα από όλα αυτά έγιναν. Ακόμη ουδεμία διερεύνηση έγινε από την αστυνομία προκειμένου να διαπιστωθεί το μορφωτικό/ηλικιακό/σχολικό επίπεδο των βιβλίων που υπήρχαν εντός της σχολικής τσάντας που εντοπίστηκε σε αυλάκι. Επρόκειτο για βιβλία επιπέδου ατόμου ηλικίας 20 ετών όπως ήταν τότε ο κατηγορούμενος ή 13 ετών όπως ήταν τότε ο Μίτσιγγας; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ενδεχομένως να καθόριζε το αληθές ή ψευδές του ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Επιπλέον ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον ΜΚ1, αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης αυτής, ως προς το ποιο ήταν το σκεπτικό της αστυνομίας να παραδώσει την σχολική τσάντα με τα βιβλία στον Μίτσιγγα και όχι στον κατηγορούμενο, όπως ήταν ο ισχυρισμός του. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο για το πως και επί ποιων στοιχείων και δεδομένων η αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οποιεσδήποτε επιστημονικές εξετάσεις επί του Τεκμηρίου 8 και της σχολικής τσάντας που περιείχε βιβλία και εντοπίστηκε στο αυλάκι θα ήταν άσκοπες. Επιπροσθέτως αποτελεί μέρος της εκδοχής του κατηγορουμένου ότι στη Γιόλου όπου συνέβηκε το επίδικο περιστατικό ήταν περαστικός αφού, όπως είπε, κατευθυνόταν προς την Πόλη Χρυσοχούς ανταποκρινόμενος σε αίτημα να συναντήσει φιλικό του πρόσωπο που κατονομάζει μετά από τηλεφώνημα που δέχτηκε μέσω κινητού τηλεφώνου από αριθμό που επίσης αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του. Εδώ ο κατηγορούμενος προβαίνει σε συγκεκριμένη και σαφή αναφορά που μπορούσε να διερευνηθεί. Παρόλα αυτά είναι ανεξήγητο το γεγονός ότι η προσπάθεια της αστυνομίας για εντοπισμό του κατόχου του τηλεφώνου από όπου ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι του τηλεφώνησαν το βράδυ του επιδίκου περιστατικού περιορίστηκε σε κλήση του δηλωμένου αριθμού που όπως ο ΜΚ1 άφησε σαφώς να εννοηθεί ήταν υπαρκτός και κτυπούσε χωρίς όμως να ανταποκρίνεται ο κάτοχος του. Ουδεμία άλλη ενέργεια έγινε από μέρους της αστυνομίας για τον εντοπισμό του κατόχου του εν λόγω κινητού τηλεφώνου. Αυτό σημαίνει ότι όντως στο κινητό του κατηγορουμένου υπήρχε τέτοια κλήση από το συγκεκριμένο αριθμό τη δεδομένη χρονική στιγμή που επικαλείται; Ουδεμία απάντηση υπάρχει στο ερώτημα αυτό. Αυτό θα βοηθούσε στο να διαπιστωθεί το αληθές ή ψευδές του εν λόγω ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι όλα τα πιο πάνω δημιούργησαν κενά και αδυναμίες στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Εν πάση περιπτώσει μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μαζί με άλλο άτομο αποπειράθηκε να κλέψει από το όχημα του παραπονούμενου. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στο άρθρο 255 του Κεφ.154. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα· (
- ii)με εκφοβισμό· (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από την παραπονούμενη. Η 'απόκτηση κατοχής περιουσίας' με βάση το άρθρο 255
(2)του Κεφ.154 περιλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)με τέχνασμα, (
- ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο· (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα· Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο όπως για παράδειγμα στον παραπονούμενο [άρθρο 255
(3)Κεφ.154]. Η απόπειρα διάπραξης είτε κακουργήματος είτε πλημμελήματος είναι αδίκημα με το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 367 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν τα εξής: "
- Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά." Ο νομικός ορισμός της απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος παρέχεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 366 του Κεφ.154 όπου ρητά προνοούνται τα εξής: "
- Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεσή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσής του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος." Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι για να διαπραχτεί το αδίκημα της απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος απαιτείται ενέργεια (actus reus) υπό τη μορφή έκδηλης πράξης και πρόθεση να διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα που είναι η ένοχη διάνοια (mens rea). Αναφορά σχετική με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία παρέχεται μέσα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Textbook on Criminal Law του Michael J. Allen, 5η έκδοση, σελίδα 255: "The essence of the offence of attempt is intention. While it must be proved that the accused did an act which was 'more than merely preparatory to the commission of the offence', the acts which may amount to the actus reus derive their significance from the accused's intention. The acts, in themselves, may appear to be innocent but when added to the accused's intention they constitute a crime." Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στο αδίκημα της απόπειρας κλοπής. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ουδεμία ενέργεια φαίνεται να έχει γίνει από τον κατηγορούμενο που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι στρέφεται προς την κατεύθυνση αυτή. Καμία θετική μαρτυρία υπάρχει που να δείχνει στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου ένοχης διάνοιας από μέρους του κατηγορουμένου για πρόθεση διάπραξης του εν λόγω αδικήματος μέσω εκδήλωσης συγκεκριμένου διαβήματος ή πράξης. Παράλληλα τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετείχε ή παρείχε βοήθεια ή συμβούλευσε άλλο άτομο ή προέβηκε σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι τη διάπραξη του αδικήματος της απόπειρας κλοπής στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.
- Όπως και στην προηγούμενη κατηγορία έτσι και εδώ ελλείπει η θετική μαρτυρία που πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας θα αποδείκνυε εμπλοκή του κατηγορουμένου στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Αυτό επομένως που καίρια απουσιάζει είναι θετική μαρτυρία που να δείχνει σκοπό από μέρους του κατηγορουμένου να διαπράξει ποινικό αδίκημα με την παρουσία του στο χώρο κατά την επίδικη χρονική στιγμή. Στη βάση των στοιχείων που προσκομίστηκαν δεν υπάρχει σύνδεση της παρουσίας του κατηγορουμένου στο χώρο με τις ενέργειες και συμπεριφορά των άλλων δύο ατόμων. Ούτε και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετείχε ή παρείχε βοήθεια ή συμβούλευσε άλλο άτομο ή προέβηκε σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι τη διάπραξη του αδικήματος αυτού στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Είναι αλήθεια ότι τα ακόλουθα στοιχεία από τη συμπεριφορά και αντίδραση του κατηγορουμένου εγείρουν προβληματισμό: (α) Το ότι η ώρα 23:00 την 19.02.08 μετέφερε στο όχημα του άτομο που γνώρισε μόλις την προηγούμενη ημέρα. (β) Που χωρίς ενδοιασμό έδωσε πίστη στα λεγόμενα του Μίτσιγγα ότι θα ζητούσε χρήματα από θεία του σε ακατάλληλη και μη φυσιολογική ώρα αφού ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν εκδήλωσε τέτοια επιθυμία και όχι να αναζητήσει χρήματα στην οικία που διέμενε. (γ) Που δεν αντέδρασε στην ενέργεια του Ομήρου να συνοδεύσει τον Μίτσιγγα προς την αυλή της οικίας του παραπονούμενου. (δ) Η αντίδραση του κατηγορουμένου να εγκαταλείψει τη σκηνή αναπτύσσοντας ταχύτητα. (ε) Η αντίδραση του κατηγορουμένου να αναζητήσει τα δύο άλλα άτομα της παρέας του, δηλαδή τον Ομήρου και τον Μίτσιγγα. Ωστόσο τα πιο πάνω δεν αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους και μόνο, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία, είναι επαρκή για να καταδείξουν ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου. Τέτοια μαρτυρία, όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία παρέμειναν σε επίπεδο υποψίας αλλά με το στοιχείο της αμφιβολίας να αιωρείται Η πιθανότητα η εκδοχή που ο κατηγορούμενος έδωσε να είναι αληθής δεν μπορεί να αποκλειστεί ένεκα του επιφανειακού και πρόχειρου τρόπου που αυτή υπόθεση διερευνήθηκε από την αστυνομία. Επιπλέον ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατά παράβαση του άρθρου 296(γ) του Κεφ.
- Ο εντοπισμός διαρρηκτικών εργαλείων σε τσάντα εντός του οχήματος του κατηγορουμένου την νύχτα του επιδίκου περιστατικού και αμέσως μετά το συμβάν είναι γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και εν πάση περιπτώσει αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Ωστόσο ο κατηγορούμενος έδωσε δικαιολογία για το πως η τσάντα μεταφέρθηκε στο όχημα του και παράλληλα εξήγησε την ανεπιτυχή προσπάθεια του να την ξεφορτωθεί όταν εκ των υστέρων υποψιάστηκε ότι δυνατό να περιείχε διαρρηκτικά εργαλεία. Δεδομένης της πλημμελούς διερεύνησης που η παρούσα υπόθεση έτυχε από την αστυνομία το ενδεχόμενο η εκδοχή του κατηγορουμένου να είναι αληθής δεν μπορεί να αποκλειστεί, η οποία παρεμπιπτόντως αντικρούει τη θέση της κατηγορούσας αρχής για διάπραξη του εν λόγω αδικήματος στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής και κατ' επέκταση ανεπαρκής περιέχοντας κενά και αδυναμίες. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει τέτοια είτε άμεση είτε περιστατική μαρτυρία που να δημιουργεί συνθήκες συμμετοχής του κατηγορουμένου στο επίδικο περιστατικό είτε άμεσα είτε έμμεσα. Με βάση την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία δεν έχουν στοιχειοθετηθεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που κατηγορείται ότι διέπραξε. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Τα κενά που παρατηρούνται στα γεγονότα δεν μπορούν να συμπληρωθούν μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €175,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος-Απόπειρα κλοπής- κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων / Άρθρα 280, 296(γ), 367 και 20 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο