Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9531/11, 1/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9531/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
- ΑΡΙΣΤΟΣ ΛΑΖΑΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 01.09.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή : κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένο 1 : κα Μ. Σαββίδου Για Κατηγορουμένο 2 : κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Αμφότεροι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης δύο κατηγορίες εμπρησμού κατά παράβαση των άρθρων 315(α) και 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1, 2 και 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 27.02.10 στην Πάφο συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν το κακούργημα του εμπρησμού και ότι στις 27.02.10 στην τοποθεσία 'Μαρκουλής', έδαφος του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών της επαρχίας Πάφου εσκεμμένα και παράνομα έθεσαν φωτιά στον εκσκαφέα με αριθμούς εγγραφής KEM 426 περιουσία του Πανίκου Παναγιώτου από την Κακοπετριά καθώς και στο ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας 'Testa' περιουσία του Γιαννάκη Περικλέους και του Σάββα Αναστασίου από τον Άγιο Γεώργιο Μαμωνιών. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 12 μάρτυρες (ΜΚ1-ΜΚ12). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αμφότεροι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε χωρίς όρκο κατάθεση δίχως να καλέσουν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 18 τεκμήρια. ΜΚ1 ήταν ο Γιαννάκης Περικλέους, παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήρια 1Α και 1Β δύο γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία ημερομηνίας 27.02.10 και 03.03.10, στις οποίες αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η οικογένεια του είχε διαφορές και προστριβές με την οικογένεια του κατηγορουμένου 1 σχετικά με μία τουρκοκυπριακή οικία που διεκδικούσε τόσο ο υιός του εν λόγω μάρτυρα όσο και ο αδελφός του κατηγορουμένου
- Την οικία αυτή ο αδελφός του κατηγορουμένου 1 ειδοποιήθηκε στις 26.02.10 από την υπεύθυνη διαχείρισης τουρκοκυπριακών περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης να εγκαταλείψει μέχρι την 01.03.
- Ο παραπονούμενος δηλώνει ανάπηρος και δεν εργάζεται αλλά απλά βοηθά τον υιό του να επιδιορθώνει οχήματα και μηχανήματα που πελάτες φέρνουν για επιδιόρθωση σε χωράφι ιδιοκτησίας του στην περιοχή 'Μαρκουλή', έδαφος του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών στην επαρχία Πάφου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι στις 27.02.10 και ώρα 02:00 ο παραπονούμενος ξύπνησε για να μεταβεί στο πιο πάνω χωράφι και να ελέγξει κατά πόσο κάποιος προσπαθήσει να θέσει φωτιά στα οχήματα και μηχανήματα που υπάρχουν εκεί μετά από περιστατικό που είχε στις 17.02.10 κατά το οποίο φωτιά έκαψε δύο οχήματα του χωραφιού. Περί ώρα 02:30 ο παραπονούμενος μετέβηκε στο χωράφι χωρίς ρολόι και κινητό τηλέφωνο και κρύφτηκε πίσω από ένα καλαμιώνα με απόσταση 15-20 μέτρα από το χωράφι όπου και κάθισε πάνω σε ένα χοντρό λάστιχο και παρακολουθούσε. Η ορατότητα ήταν καλή επειδή ο ουρανός ήταν καθαρός και είχε φεγγάρι ενώ το έδαφος ήταν από χαλίκια στα οποία γινόταν αντανάκλαση φωτός του φεγγαριού. Περί ώρα 04:30 ο παραπονούμενος είδε δύο άτομα να έρχονται πεζοί στο χωράφι από τον αγροτικό δρόμο του Αγίου Γεωργίου Μαμωνιών και να προσεγγίζουν τον εκσκαφέα, ιδιοκτησίας του Πανίκου Παναγιώτου από την Κακοπετριά. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε ότι τα άτομα αυτά ήταν οι κατηγορούμενοι. Το ένα άτομο που αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 1 κρατούσε ένα πλαστικό μπιτόνι και με αυτό περιέλουσε τον εκσκαφέα με ουσία που περιείχε. Όταν τελείωσε είπε στο άλλο άτομο 'Άψετα ρε'. Τότε πρόσεξε το άτομο που αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 2 να πηγαίνει στο πίσω δεξιά λάστιχο και να ανάβει φωτιά. Αμέσως μετά τα δύο άτομα να φεύγουν τρέχοντας προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία ήλθαν. Καθ' όλο το διάστημα αυτό ο παραπονούμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια επειδή φοβήθηκε. Ύστερα που τα άτομα έφυγαν ο παραπονούμενος, χωρίς να προσπαθήσει να σβήσει τη φωτιά, μετέβηκε στην οικία του και αφού ξύπνησε τον υιό του τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί. Μαζί και οι δύο πήγαν στο χωράφι όπου πρόσεξαν ότι η φωτιά είχε επεκταθεί σε διπλανό ανυψωτικό μηχάνημα δικής τους ιδιοκτησίας. Δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για κατάσβεση της φωτιάς επειδή δεν είχαν οτιδήποτε μαζί τους. Ακολούθως επέστρεψαν στην οικία τους και περί ώρα 06:00 της ίδιας ημέρας ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον αδελφό του, Περικλή Περικλέους, τον οποίο επίσης πληροφόρησε για το τι είχε συμβεί. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος, ο υιός του και ο αδελφός του μετέβησαν στο χωράφι όπου εκεί ήλθε και ο κοινοτάρχης της περιοχής, μετά που ο παραπονούμενος τον ειδοποίησε. Αργότερα επέστρεψαν όλοι στην οικία του παραπονούμενου και ο τελευταίος περί ώρα 06:40 τηλεφώνησε στην αστυνομία καταγγέλλοντας το περιστατικό. Ο παραπονούμενος δεν ενημέρωσε αμέσως την αστυνομία επειδή δεν εμπιστευόταν την αστυνομία Κουκλιών. Ο δε λόγος που δεν ενημέρωσε την πυροσβεστική υπηρεσία και έχει καταγραφεί ήταν επειδή πάνω στη σύγχυση του ενημέρωσε τον υιό του και όταν πήγαν στο χωράφι και πρόσεξε ότι τα δύο οχήματα ήταν ήδη καμένα έκρινε ότι ήταν αργά και δεν υπήρχε λόγος να την καλέσει. Σε σχέση με το ύψος της ζημιάς σημειώνεται ότι έχουν καεί ολοσχερώς ο εκσκαφέας αξίας €30.000 περίπου και το ανυψωτικό μηχάνημα αξίας €10.000 περίπου. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης κατάθεσης του ο παραπονούμενος αναγνώρισε μέσα από φωτογραφίες που του υποδείχτηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 18 (αρχικά ως Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση) τόσο το μέρος όπου συνέβηκε το κατ' ισχυρισμό περιστατικό όσο και τα ενεχόμενα μηχανήματα καθώς επίσης υπέδειξε τον χώρο όπου κρύφτηκε και παρακολουθούσε σημειώνοντας τον πάνω στη φωτογραφία
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η οικία του απέχει από το επίδικο χωράφι 15-20 λεπτά με τα πόδια στην οποία διαδρομή δεν υπάρχει φωτισμός. Πηγαίνοντας στο σημείο μέσα στις καλαμιές όπου κρύφτηκε και περίμενε παρέλειψε να πάρει μαζί του κινητό τηλέφωνο αποδίδοντας την παράλειψη του στην σύγχυση, αναστάτωση και στην ταλαιπωρία που είχε. Σχετικά με το επίδικο περιστατικό ο παραπονούμενος ανάφερε ότι είδε τους κατηγορουμένους να εισέρχονται στο χωράφι του και τον κατηγορούμενο 1 να κρατεί ένα μπιτόνι και με το περιεχόμενο του να περιλούζει τον εκσκαφέα τόσο στην πισινή αριστερή μεριά προς την κατεύθυνση που ήταν ο παραπονούμενος μέρος του όσο και στην απέναντι πλευρά του εκσκαφέα. Ο παραπονούμενος σημείωσε με το γράμμα 'Α' στη φωτογραφία 5 το σημείο όπου ο κατηγορούμενος 1 περιέλουσε τον εκσκαφέα με εύφλεκτη ύλη. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 1 μετά φώναξε στον κατηγορούμενο 2 'άψε την', πράγμα που αυτός έκανε. Όπως ο παραπονούμενος είπε, ο ίδιος δεν αντέδρασε επειδή ήταν σοκαρισμένος αλλά και επειδή φοβήθηκε μήπως τον κτυπούσαν. Παράλληλα, όπως ο παραπονούμενος συνέχισε να λέει, δεν θα μπορούσε να αντιδράσει λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Σύμφωνα πάντοτε με τον παραπονούμενο αμέσως μετά οι κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το χώρο χωρίς το μπιτόνι. ΜΚ2 ήταν ο Σάββας Αναστασίου, υιός του παραπονούμενου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 27.02.14 στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού όλων των τύπων οχημάτων και στα πλαίσια εκτέλεσης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του διαθέτει κινητό συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων και μηχανημάτων καθώς και χωράφι στην περιοχή 'Μαρκουλή' σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από την οικία του, εντός του οποίου τεμαχίου υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο περίπου 10 ακινητοποιημένα οχήματα που χρησιμοποιεί ως εξαρτήματα. Ο πατέρας του (ΜΚ1) τον βοηθά υπό την ιδιότητα του συμβούλου λόγω 75% αναπηρίας του στον αυχένα και στα πόδια. Ως αποτέλεσμα προστριβών και λογομαχιών που η οικογένεια του είχε με την οικογένεια του κατηγορουμένου 1 με αφορμή μία τουρκοκυπριακή οικία που αμφότερες οικογένειες διεκδικούσαν για τις οποίες κατ' ισχυρισμό η οικογένεια του ΜΚ2 εισέπραξε απειλές από τον κατηγορούμενο 1 όπου έγιναν καταγγελίες στην αστυνομία και στις οποίες διαφορές ο εν λόγω μάρτυρας αποδίδει περιστατικό κακόβουλης ζημιάς σε δύο οχήματα στις 17.02.10, μέλη της οικογένειας του ΜΚ2 έλεγχαν το χωράφι της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στις 26.02.10 περί ώρα 23:00 ο ΜΚ2 πήγε για ύπνο όταν 05:00-05:30 της 27.02.10 τον ξύπνησε ο πατέρας του λέγοντας του αγκομαχώντας και με δυσκολία στο να μιλήσει ότι "τους έκαψαν πάλι τα οχήματα". Αμέσως μετέβηκαν μαζί στον επίδικο χώρο και διαπίστωσαν ότι είχαν καεί ολοσχερώς ο πιο πάνω εκσκαφέας αξίας €35.000 περίπου χωρίς μηχανή καθώς και το προαναφερόμενο ανυψωτικό μηχάνημα αξίας €1.000 περίπου. Τότε ο ΜΚ1 τηλεφώνησε στον αδελφό Περικλή Περικλέους, ο οποίος μετέβηκε στο μέρος. Όταν παρέμειναν στο μέρος για είκοσι λεπτά περίπου επέστρεψαν όλοι στην οικία του θείου του και εκεί ο πατέρας του τους ανάφερε ότι είχε ξυπνήσει περί ώρα 04:00-04:30 από φωνές γαϊδουριών και σκύλων και με τα πόδια μετέβηκε στο επίδικο μέρος. Επίσης ο ΜΚ1 τους ανάφερε ότι στο χώρο εκεί άκουσε αυτοκίνητο να σταματά και κρύφτηκε σε καλαμιώνες σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από τα οχήματα όταν είδε τον κατηγορούμενο 1 να περιλούζει τον εκσκαφέα με εύφλεκτη ύλη και να φωνάζει στον κατηγορούμενο 2 "τέλειωνε ρε άψε τα" και αφού ο τελευταίος το έπραξε έφυγαν από το μέρος, χωρίς αυτός να παρέμβει επειδή φοβήθηκε λόγω της αναπηρίας του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ανάμεσα σ' άλλα, αναφέρθηκε σε περιστατικό που κατ' ισχυρισμό συνέβηκε πριν από 13 χρόνια περίπου μεταξύ του πατέρα του και του πατέρα του κατηγορουμένου 2 από το οποίο ο ΜΚ1 τραυματίστηκε ενώ το άλλο άτομο κρίθηκε ένοχο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Επαναλαμβάνοντας την εκδοχή του είπε ότι όταν ο πατέρας του τον ξύπνησε μετέβηκαν στον επίδικο χώρο χωρίς να πάρουν μαζί τους οποιοδήποτε μέσο για κατάσβεση της φωτιάς. Καθ' οδό στον επίδικο χώρο ειδοποίησαν τον αδελφό του ΜΚ1 με τη χρήση κινητού τηλεφώνου, ο οποίος ήλθε στο μέρος αργότερα. Σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου 2 για το τι ενημέρωση είχε από τον πατέρα του για το που βρισκόταν η φωτιά που είχε τεθεί όταν τον ξύπνησε, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι του είχε λεχθεί από τον ΜΚ1 πως καίγονταν και τα δύο ενεχόμενα μηχανήματα και όταν μετέβηκαν στο χώρο αντίκρισε ότι αμφότερα μηχανήματα είχαν σχεδόν καεί ολοσχερώς. ΜΚ3 ήταν ο αστυφύλακας 3773 Νεόφυτος Αραούζου, ο οποίος την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του παρουσίασε σαν Τεκμήριο 3 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 03.03.10 στην οποία καταγράφει, μεταξύ άλλων, ότι στις 27.02.10 και ώρα 06:40 ο αστυφύλακας 3835 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον ΜΚ1 που του κατάγγειλε ότι κάποιοι έθεσαν φωτιά σε εκσκαφέα που βρισκόταν υπό την κατοχή του. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες και η σκηνή αποκλείστηκε και τέθηκε υπό αστυνομική φρούρηση. Στο μέρος μετέβηκε ο ΜΚ3 μαζί με τον αστυφύλακα
- Την 01.03.10 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους, το περιεχόμενο των οποίων προσκομίστηκε ως Τεκμήρια 4 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3, ανάμεσα σ' άλλα, παρουσίασε ως Τεκμήριο 6 αστυνομικό ημερολόγιο καταχωρημένων ενεργειών που έγιναν στη φρουρούμενη σκηνή από τους διαφόρους αρμοδίους της αστυνομίας αλλά και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που μετέβηκαν επί τόπου για να την εξετάσουν. ΜΚ4 ήταν ο Πανίκος Παναγιώτου, εργοδηγός στο επάγγελμα και ιδιοκτήτης του ενεχομένου εκσκαφέα μάρκας New Holland χρώματος άσπρου και με αριθμούς εγγραφής KEM
- Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 7 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 27.02.10 που έδωσε στην αστυνομία. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της πήρε τον επίδικο εκσκαφέα για επιδιόρθωση στον ΜΚ1 και για 3 μήνες ανάμενε να γίνει αυτό χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 26.02.10 ο εν λόγω εκσκαφέας δεν είχε ακόμη επιδιορθωθεί γι' αυτό ο ΜΚ4 έδωσε προθεσμία 3-4 ημερών, σε αντίθετη δε περίπτωση θα ερχόταν να το παραλάβει. Στις 27.02.10 διαπίστωσε ότι το εν λόγω μηχάνημα είχε καεί ολοσχερώς. Ο ΜΚ4 εκτιμά ότι η αξία του πιο πάνω εκσκαφέα ανέρχεται στα €20.
- Στην κυρίως εξέταση της ένορκης κατάθεσης του ο ΜΚ4 διευκρίνισε πως το πρόβλημα του εκσκαφέα εστιαζόταν στην μηχανή του που χρειαζόταν επιδιόρθωση. Ακολούθως μέσα από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 18 που του υποδείχτηκαν αναγνώρισε τον εκσκαφέα του που όπως είπε έχει καεί ολοσχερώς χωρίς δυνατότητα επαναλειτουργίας του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μετά το επίδικο συμβάν ζήτησε να του επιστραφεί η μηχανή του εκσκαφέα που είχε καεί αλλά του έχει λεχθεί να πληρώσει πρώτα το ποσό των €2.
- Σε σχέση με το επίμαχο περιστατικό ο μάρτυρας αυτός είπε ότι μετέβηκε προσωπικά στο μέρος και είδε τον εκσκαφέα του που είχε καταστραφεί. Η δε αστυνομία του έδειξε ένα τενεκέ που περιείχε πετρέλαιο και εντοπίστηκε στο κάθισμα του εκσκαφέα. Ο εν λόγω μάρτυρας προσδιόρισε το σημείο αυτό με το γράμμα 'Γ' επί της φωτογραφίας 8 του Τεκμηρίου 18 που του υποδείχτηκε. Αναφερόμενος στην αξία του εκσκαφέα εξήγησε πως την εκτιμά στα €20.000 επειδή αυτό ήταν το ύψος της τιμής που το αγόρασε σε μεταχειρισμένη κατάσταση. ΜΚ5 ήταν ο λοχίας 1003 Κλεάνθης Χρυσάνθου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε ως υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού Κουκλιών. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 8 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 03.03.10, στην οποία σημειώνονται, μεταξύ άλλων, ότι στις 27.02.010 και ώρα 06:40 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από τον αστυφύλακα 3835 ότι ο ΜΚ1 κατάγγειλε ότι κάποιοι έθεσαν φωτιά σε εκσκαφέα που ήταν υπό την κατοχή του. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε οδηγίες στους αστυφύλακες 2697 και 3773 να μεταβούν στο μέρος και να αποκλείσουν τη σκηνή. Ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στις επιτόπιες εξετάσεις λόγω συμμετοχής του σε άλλη υπό διερεύνηση υπόθεση. Ωστόσο την ίδια ημέρα και ώρα 13:45 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Κάμετε τη δουλειά σας". Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 13:50-14:05 της ίδιας ημέρας μαζί με συναδέλφους τους ερεύνησε την οικία του κατηγορουμένου 2 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και ώρα 15:05 ο ΜΚ5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στη βάση σχετικού δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Εντάξει". Αργότερα της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 15:10-15:25 μαζί με συναδέλφους τους ερεύνησε την οικία του κατηγορουμένου 1 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο συνάδελφος του που δέχτηκε την καταγγελία από τον ΜΚ1 δεν του ανάφερε ότι ο παραπονούμενος του είχε κατονομάσει τα άτομα που κατ' ισχυρισμό έθεσαν τη φωτιά στο χώρο των μηχανημάτων-οχημάτων. Επίσης πρόσθεσε ότι πραγματοποίησε έρευνα και στα οχήματα των κατηγορουμένων χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. ΜΚ6 ήταν ο ανώτερος υπαστυνόμος και συνάμα επαρχιακός υπεύθυνος στον πυροσβεστικό σταθμό Πάφου Σπύρος Παπαμιχαήλ, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του κατάθεσε ως Τεκμήρια 9Α και 9Β ενυπόγραφη έκθεση του ημερομηνίας 27.02.10 αναφορικά με το επίδικο περιστατικό πυρκαγιάς καθώς και αστυνομικό έντυπο 254 υπό τον τίτλο 'Αναφορά Πυρκαγιάς 2010'. Μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης σημειώνεται ότι η πυροσβεστική υπηρεσία κλήθηκε αργοπορημένα από το Τ.Α.Ε. Πάφου η ώρα 07:01 την 27.02.10 μόνο για τη διερεύνηση των αιτιών της πυρκαγιάς. Με την άφιξη μελών της πυροσβεστικής υπηρεσίας στο μέρος, ένας εκ των οποίων ήταν και ο ΜΚ6, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν μικρές εστίες πυρκαγιάς, οι οποίες κατασβήστηκαν. Τα δύο μηχανήματα που εντοπίστηκαν να καίονται σε απόσταση δύο μέτρων περίπου το ένα από το άλλο βρίσκονταν σε μη περιφραγμένο ανοικτό χώρο που χρησιμοποιείται ως μάντρα άχρηστων οχημάτων στην τοποθεσία 'Μαρκουλής' του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών στην Πάφο, ιδιοκτησίας του ΜΚ
- Από την πυρκαγιά στον εκσκαφέα κάηκαν το δεξιό μπροστινό και τα δύο πισινά ελαστικά ενώ εκτεταμένες ζημιές υπέστηκαν ο χώρος καμπίνας του οδηγού, η ηλεκτρική εγκατάσταση και η βαφή του. Από την πυρκαγιά στο ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας 'Testa' που δεν είχε αριθμούς εγγραφής καταστράφηκαν το αριστερό πισινό και τα δύο μπροστινά ελαστικά ενώ εκτεταμένες ζημιές υπέστηκαν το κάθισμα του οδηγού, η ηλεκτρική εγκατάσταση και η βαφή του. Μέσα από εξέταση των οχημάτων και ευρύτερα της σκηνής εντοπίστηκαν τρεις ξεχωριστές εστίες πυρκαγιάς και συγκεκριμένα δύο στον εκσκαφέα, ήτοι μία στα πισινά ελαστικά και μία στο χώρο της καμπίνας του οδηγού, καθώς και μία στο αριστερό μπροστινό ελαστικό του ανυψωτικού μηχανήματος. Ο εκσκαφέας βρισκόταν ακινητοποιημένος ενώ έλειπε η μηχανή και ο συσσωρευτής του. Οι δε πόρτες της καμπίνας του οδηγού ήταν κλειστές αλλά ξεκλείδωτες. Ο δε χώρος γύρω από τα μηχανήματα ήταν καθαρός από ξηρά χόρτα και δεν υπήρχε οτιδήποτε που να μπορούσε να προκαλέσει την πυρκαγιά. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και μέσα από προσεκτική έρευνα της σκηνής ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά είχε τεθεί κακόβουλα. Στην κυρίως εξέταση της ένορκης μαρτυρίας του ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι διαπίστωσε τρεις ξεχωριστές εστίες πυρκαγιάς από το γεγονός της έντονης καύσης και της περισσότερης ζημιάς που υπήρχε στα σημεία εκείνα από τους υπόλοιπους χώρους των ενεχομένων μηχανημάτων που έχουν καεί. Επίσης πρόκειται για σημεία όπου δεν υπήρχαν ξένα εύφλεκτα υλικά ή υλικά μειωμένης αντοχής στην πυρκαγιά για να δικαιολογούσε τέτοια μεγάλη έντονη καύση. Κατά τη γνώμη του μάρτυρα όλα τα πιο πάνω συνηγορούν ότι τα διαφορετικά σημεία των εστιών πυρκαγιάς είχαν περιλουστεί με εύφλεκτη ύλη. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά τέθηκε κακόβουλα επειδή δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να την προκαλέσει αφού στο χώρο δεν υπήρχαν ξερά χόρτα ενώ απουσίαζε από τον ενεχόμενο εκσκαφέα τόσο η μηχανή όσο και ο συσσωρευτής που θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυκύκλωμα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στην παρουσία του μέλη του Τ.Α.Ε. Πάφου έλαβαν τέφρα για να σταλούν στο Κρατικό Χημείο για επιστημονικές εξετάσεις. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι παρά την διεξαγωγή έρευνας στη σκηνή από μέλη της αστυνομίας αλλά και της πυροσβεστικής υπηρεσίας δεν ανευρέθηκε κάποιο μπιτόνι, τενεκές ή άλλο μέσο που να φανερώνει ότι μεταφέρθηκε εύφλεκτο υλικό. ΜΚ7 ήταν ο αστυφύλακας 2697 Νεόφυτος Ανδρέου που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών. Στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως Τεκμήριο 10 γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 03.03.10 στην οποία σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 27.02.10 έλαβε οδηγίες από τον ΜΚ5 να μεταβεί στη μάντρα οχημάτων του ΜΚ1 μαζί με τον ΜΚ3 κατόπιν καταγγελίας του παραπονούμενου για εμπρησμό ενός εκσκαφέα και ενός ανυψωτικού μηχανήματος. Περί ώρα 07:00 της ίδιας ημέρας αφίχθηκε μαζί με τον συνάδελφο του στη σκηνή, την οποία απέκλεισαν περί ώρα 07:
- Ακολούθως της ίδιας ημέρας έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο και αργότερα συμμετείχε στην σύλληψη των κατηγορουμένων και στη διεξαγωγή έρευνας στην οικία και το όχημα του κατηγορουμένου
- Ακόμη μεταξύ των ωρών 15:10-15:25 της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 και μεταξύ των ωρών 16:40-17:10 της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Αυτές οι ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνίας 27.02.10 προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 11 και
- Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης φρόντισε να ληφθούν καταθέσεις και από άλλα άτομα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ6 παρουσίασε όταν του ζητήθηκε τις καταθέσεις που λήφθηκαν από άλλα άτομα, οι οποίες επίσης τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 13 - Γραπτή κατάθεση Γιώργου Ιωάννου ημερομηνίας 28.02.10 (φίλος του κατηγορουμένου 1) Τεκμήριο 14 - Γραπτή κατάθεση Γιώργου Θεμιστοκλέους ημερομηνίας 02.03.10 (γνωστός του κατηγορουμένου 1) Τεκμήριο 15Α - Γραπτή κατάθεση Δήμητρας Περικλέους ημερομηνίας 27.02.10 (σύζυγος ΜΚ1) Τεκμήριο 15Β - Γραπτή κατάθεση Αντρέας Κιργίτσης ημερομηνίας 27.02.10 (πρώην κοινοτάρχης Αγίου Γεωργίου Μαμωνιών) Τεκμήριο 15Γ - Γραπτή κατάθεση Γιαννάκη Περικλέους ημερομηνίας 27.02.10 (αδελφότεκνος ΜΚ1) Τεκμήριο 15Δ - Γραπτή κατάθεση Περικλή Περικλέους ημερομηνίας 27.02.10 (αδελφός ΜΚ1) Τεκμήριο 15Ε - Γραπτή συμπληρωματική κατάθεση Περικλή Περικλέους ημερομηνίας 03.03.10 (αδελφός ΜΚ1) Τεκμήριο 15ΣΤ - Γραπτή κατάθεση Ευρυδίκη Περικλέους ημερομηνίας 03.03.10 (σύζυγος Περικλή Περικλέους) Τεκμήριο 16 - Γραπτή κατάθεση Σάββα Αναστασίου ημερομηνίας 03.03.10 Δεν θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ λεπτομερώς στο περιεχόμενο κάθε μίας από τις πιο πάνω καταθέσεις αλλά εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο στα πλαίσια σχολιασμού ενός ουσιώδες ζητήματος και/ή εξέτασης ενός επιδίκου θέματος θα γίνεται, αναλόγως της περίπτωσης, συγκεκριμένη αναφορά σε μέρος οποιασδήποτε από αυτές. ΜΚ8 ήταν ο αστυφύλακας 2588 Ανδρέας Παπακλεοβούλου, ο οποίος υπηρετεί κλιμάκιο φωτογράφων του Τ.Α.Ε. Πάφου και εκτελεί καθήκοντα ειδικού φωτογράφου και ειδικού στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων δακτυλοσκοπικώς. Στην κυρίως εξέταση του κατάθεσε βιβλιάριο 15 έγχρωμων φωτογραφιών που ο ίδιος έλαβε από τη σκηνή του επιδίκου περιστατικού ως Τεκμήρια 17
(1)μέχρι 17
(15). Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 18 γραπτή κατάθεση του στην οποία καταγράφεται ότι στις 27.02.10 και ώρα 08:00 μετέβηκε στον επίδικο χώρο όπου στην παρουσία μελών της αστυνομίας και του ΜΚ6 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Περαιτέρω σημειώνεται ότι μεταξύ των ωρών 09:00-09:50 της ίδιας ημέρας παρέλαβε από τη σκηνή καμένα υλικά από το έδαφος στον μπροστινό δεξιό τροχό, πισινό δεξιό τροχό και πισινό αριστερό τροχό του ενεχομένου εκσκαφέα, από το πισινό δεξιό τροχό του ενεχομένου ανυψωτικού μηχανήματος και από το πάτωμα στο εσωτερικό μέρος του ενεχομένου εκσκαφέα, καθώς και δειγματοληψία από τον μπροστινό αριστερό τροχό του ενεχομένου εκσκαφέα, τα οποία συσκεύασε κατάλληλα και στις 28.02.10 και ώρα 13:50 παρέδωσε στον αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Ακολούθως εμφάνισε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά αρίθμησε τις φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο
- Επίσης αντεξεταζόμενος ο ΜΚ8 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα πιο πάνω στοιχεία περισυλλέγησαν για να αποσταλούν στο Κρατικό Χημείο με σκοπό να εξεταστούν για ανίχνευση εύφλεκτης ύλης. Όπως ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε, ουδεμία ενέργεια δακτυλοσκοπικώς έγινε στην σκηνή. ΜΚ9 ήταν η Ευρυδίκη Περικλέους, η οποία στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που στις 03.03.10 έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 15ΣΤ). ΜΚ10 ήταν ο Περικλής Περικλέους, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο γραπτών καταθέσεων που στις 27.02.10 και 03.03.10 αντίστοιχα έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήρια 15Δ και 15Ε). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ10 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στις 27.02.10 ο ΜΚ1 δεν του κατονόμασε τα άτομα που είδε να θέτουν πυρκαγιά στην μάντρα των μηχανημάτων-οχημάτων αλλά το έπραξε αργότερα. Σίγουρα την 03.03.10 που έδωσε συμπληρωματική κατάθεση στην αστυνομία γνώριζε. Ειδικότερα ο ΜΚ1 του είχε πει ότι αναγνώρισε το ένα από τα δύο άτομα που ήταν ως τον κατηγορούμενο 2, χωρίς να του αναφέρει ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως το άλλο άτομο. ΜΚ11 ήταν η Δήμητρα Περικλέους, η οποία στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που στις 03.03.10 έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 15Α). Αντεξεταζόμενη η ΜΚ11 αναφέρθηκε στις διάφορες προστριβές και διαφορές που η οικογένειας της διαχρονικά είχε με τις οικογένειες των κατηγορουμένων 1 και
- ΜΚ12 ήταν ο Γιώργος Θεμιστοκλέους, ο οποίος ενόρκως απλά αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που στις 02.03.10 έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 14). Ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση δηλώνοντας πως είναι αθώος και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης. Προφανώς αναφέρεται στις δύο ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνίας 27.02.10 και 01.03.10 αντίστοιχα (Τεκμήρια 4 και 11). Μέσα από την ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 27.02.10 (Τεκμήριο 11) ο εν λόγω κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε ανάμιξη στο επίδικο περιστατικό και παράλληλα προβάλλει τη δική του εκδοχή. Συγκεκριμένα σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στην οικία φιλικού του προσώπου και στη συνέχεια στην οικία της γιαγιάς του μαζί με τους φίλους του Γιώργο Πιστόκλα και Γιώργο Ιωάννου από η ώρα 21:00 την 26.02.10 μέχρι η ώρα 11:00 την 27.02.
- Επίσης μέσα από την ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 01.03.10 (Τεκμήριο 4) ο κατηγορούμενος 1 δηλώνει πως ο κατηγορούμενος 2 του είχε πει ότι ο πατέρας του δέχτηκε τηλεφώνημα από κάποιο γνωστό του με το όνομα Δημήτρης, ο οποίος του είπε ότι ήταν εκείνος που είδε φωτιά στην μάντρα μηχανημάτων-οχημάτων του παραπονούμενου, τον οποίο και ειδοποίησε. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση λέγοντας μονολεκτικά πως είναι αθώος. Επιπλέον στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος κλήθηκε στην αστυνομία και έδωσε γραπτώς δύο ανακριτικές καταθέσεις ημερομηνίας 27.02.10 και 01.03.10 (Τεκμήρια 5 και 12) μέσα από τις οποίες έδωσε τη δική του εκδοχή. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 27.02.10 (Τεκμήριο 12) ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο ενώ στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 01.03.10 (Τεκμήριο 5) δηλώνει πως κατόπιν συνάντησης που είχε με τον πατέρα του ενώ τελούσε υπό κράτηση, ο τελευταίος του είπε ότι του τηλεφώνησε ο γνωστός του Δημήτρης λέγοντας του πως είχε παρατηρήσει να υπάρχει φωτιά στην μάντρα μηχανημάτων-οχημάτων του παραπονούμενου και γι' αυτό τον ενημέρωσε. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ6 καθώς και το Τεκμήριο 9Α που θα πρέπει να κριθούν αξιόπιστες και κατ' επέκταση να γίνουν πιστευτές από το Δικαστήριο καθότι οι εν λόγω μάρτυρες είπαν την αλήθεια, έχουν αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που τελούν υπό εκδίκαση. Η κυρία Παπαλαζάρου κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τους κατηγορουμένους σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία των συνηγόρων υπεράσπισης, οι οποίες ευσεβάστως κάλεσαν το Δικαστήριο να αθωώσει τους κατηγορουμένους σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα είναι η θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ήταν διάτρητη από αντιφάσεις, ψεύδη και υπερβολές σε βαθμό που να κρίνεται αναξιόπιστη. Συγκεκριμένα κατά τη γνώμη της εν λόγω συνηγόρου ο παραπονούμενος επέδειξε αδικαιολόγητη αδράνεια στο να καλέσει την πυροσβεστική υπηρεσία για την οποία ουδεμία εξήγηση έδωσε. Ακόμη δεν βρέθηκε το μπιτόνι στο οποίο έκανε αναφορά ο ΜΚ
- Επίσης ενώ όπως ο ΜΚ1 οι κατηγορούμενοι ήλθαν στον επίδικο χώρο με όχημα αλλά έφυγαν με τα πόδια. Παράλληλα ενώ ο ΜΚ6 αναφέρθηκε σε τρεις εστίες φωτιάς ο ΜΚ1 είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να περιλούζει ένα μόνο σημείο με καύσιμο υλικό. Υιοθετώντας το περιεχόμενο αγόρευσης της συναδέλφου της, η συνήγορος του κατηγορουμένου 2 πρόσθεσε ότι ο παραπονούμενος είχε κίνητρο να προβεί σε καταγγελία εναντίον του πελάτη της. Η εν λόγω συνήγορος κάλεσε ακόμη το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το ότι ο παραπονούμενος δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση για τις ενέργειες και παραλείψεις του εφόσον όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε ήταν στον επίδικο χώρο τη δεδομένη χρονική στιγμή. Την ίδια στιγμή, όπως η εν λόγω συνήγορος είπε, ο παραπονούμενος δεν εξήγησε γιατί επανέκτησε την εμπιστοσύνη στους αστυνομικούς του αστυνομικού σταθμού Κουκλιών τηλεφωνώντας τους αργότερα όταν προγενέστερα της ίδιας ημέρας δεν το έπραττε λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης που τους είχε. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 δημιούργησε πολύ φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Ως παραπονούμενος που είναι και το μοναδικό άτομο που εμφανίζει τον εαυτό του αυτόπτη μάρτυρα στη σκηνή τη χρονική στιγμή που το επίδικο περιστατικό συνέβηκε θα έπρεπε να ήταν θετικός, σαφής και απόλυτα σίγουρος γι' αυτά που θα έλεγε. Αντί' αυτού ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε σε διάφορες αναφορές, τις οποίες στην πορεία άλλες αναιρούσε, άλλες διαφοροποιούσε και άλλες αρχικά αναιρούσε και στην συνέχεια διαφοροποιούσε. Αυτό δείχνει έλλειψη θετικότητας από μέρους του και πίστης σε αυτά που έλεγε. Πρόκειται για ένα μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία δεν περιέχει το στοιχείο της σιγουριάς και ούτε χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνέπεια αλλά και ο ίδιος γενικότερα, κρινόμενος μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας, δεν είναι άτομο που εμπνέει εμπιστοσύνη προκειμένου το Δικαστήριο να βασιστεί στα λεγόμενα του και αξιολογώντας τα να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Ο παραπονούμενος ήλθε στο Δικαστήριο και παρουσίασε μια εκδοχή διάτρητη από κενά και αδυναμίες. Η δε μαρτυρία του, εκτός από ουσιώδεις αντιφάσεις, περιέχει σημεία που αντιστρατεύονται τη λογική ενώ παράλληλα μέρος της έρχεται σε σύγκρουση με μαρτυρίες άλλων μαρτύρων κατηγορίας όπως των ΜΚ2, ΜΚ6 και ΜΚ10. Σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του παραπονούμενου δημιουργήθηκαν εύλογα ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Αυτά τα κενά, αδυναμίες και τα λογικά ερωτηματικά που βασικά χαρακτηρίζουν την μαρτυρία του παραπονούμενου δημιουργούν σκιές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Περαιτέρω ο παραπονούμενος κατά τη διάρκεια της μακράς και πιεστικής αντεξέτασης του στο Δικαστήριο υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την εικόνα του ως μάρτυρα. Όλα τα προαναφερόμενα αφαιρούν από τη δυναμική της μαρτυρίας και παράλληλα προκαλούν σοβαρό ρήγμα στην αξιοπιστία του. Αυτό με τη σειρά του εγείρει θέμα πειστικότητας της μαρτυρίας του. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής:
(1)Ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι στις 27.02.10 και περί ώρα 02:30 μετέβηκε στη σκηνή που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό για να τη θέσει υπό παρακολούθηση και με σκοπό να προστατεύσει τα οχήματα και τα μηχανήματα που υπήρχαν στην μάντρα από πιθανό εμπρησμό ή άλλου είδους ζημιά που υποψιαζόταν ότι θα προκαλείτο εις βάρος της επιχείρησης του, πλην όμως για την επίτευξη του στόχου του πήγε όπως είπε ολομόναχος και αβοήθητος υπό το φως, με όλο το σεβασμό προς το πρόσωπο του παραπονούμενου, της αναπηρίας που είχε όπως λέχθηκε στον αυχένα και στα πόδια σε βαθμό που τον καθιστούσε 75% ανίκανο για εργασία και όπως παραδέχτηκε χωρίς να κατέχει κινητό τηλέφωνο που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει είτε για να καλέσει βοήθεια είτε για να ειδοποιήσει οποιονδήποτε αλλά και δίχως να κρατεί κάποιο όργανο που θα μπορούσε να του παρέχει προστασία σε περίπτωση που αισθανόταν ότι απειλείτο η σωματική του ακεραιότητα όπως και ούτε να έχει μαζί του κάποιο μέσο που θα τον βοηθούσε να κατασβήσει φωτιά ή έστω να επιβραδύνει την εξάπλωση της. Πρόκειται για περίεργη συμπεριφορά που ξενίζει για την οποία ουδεμία λογική και κατ' επέκταση πειστική εξήγηση δόθηκε από τον παραπονούμενο. Επίσης ανεξήγητη είναι η στάση του παραπονούμενου ότι παρόλο που, όπως ο ίδιος είπε κατά την αντεξέταση του, αντιλήφθηκε ότι δεν είχε κινητό τηλέφωνο τη στιγμή που εγκατέλειπε την οικία του εντούτοις επέλεξε να μεταβεί στην μάντρα χωρίς να το πάρει μαζί του. Αυτό φανερώνει ότι δεν επρόκειτο για παράλειψη αλλά επιλογή του παραπονούμενου, πράγμα αδιανόητο και ασυμβίβαστο για το σκοπό που ισχυρίζεται ότι μετέβηκε στον επίδικο χώρο.
(2)Η μαρτυρία του παραπονούμενου ότι είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 να περιλούζει μόνο τον εκσκαφέα με εύφλεκτη ύλη στην πισινή αριστερή πλευρά του από την κατεύθυνση που ο παραπονούμενος έβλεπε, όπως υπέδειξε με το σημείο 'Α' στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 17, μένει εκτεθειμένη μπροστά στην μαρτυρία του ΜΚ6 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 9Α, η οποία τεκμηριωμένα αναφέρει τον εντοπισμό τριών ξεχωριστών εστιών πυρκαγιάς και συγκεκριμένα δύο στον εκσκαφέα, ήτοι μία στα πισινά ελαστικά και μία στο χώρο της καμπίνας του οδηγού, καθώς και μία στο αριστερό μπροστινό ελαστικό του ανυψωτικού μηχανήματος. Αυτό σημαίνει ότι ο παραπονούμενος θα έπρεπε, δεδομένης και της πολύ καλής ορατότητας που επικαλείται ότι είχε από το σημείο όπου κρυβόταν, να είχε φυσιολογικά προσέξει το άτομο που αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 1 να περιλούζει επίσης με εύφλεκτη ύλη τόσο την καμπίνα του οδηγού στον εκσκαφέα όσο και το αριστερό μπροστινό ελαστικό του ανυψωτικού μηχανήματος που βρισκόταν δίπλα από τον εκσκαφέα και σε απόσταση δύο μέτρων περίπου από αυτόν. Ωστόσο τέτοιες αναφορές δεν γίνονται από τον παραπονούμενο μέσα από την μαρτυρία του, κάτι που εγείρει ερωτηματικά και παράλληλα δημιουργεί σκιές ως προς την αλήθεια των λεγομένων του.
(3)Η θέση του παραπονούμενου ότι εγκαταλείποντας τη σκηνή μετά που τα άτομα έθεσαν φωτιά έφυγαν από το χώρο καιγόταν μόνο ο εκσκαφέας δεν δικαιολογείται από τα τεκμηριωμένα ευρήματα του ΜΚ6 περί ύπαρξης διαφορετικής εστίας πυρκαγιάς στο αριστερό μπροστινό ελαστικό του ανυψωτικού μηχανήματος.
(4)Είναι ακόμη άξιο απορίας πως ο παραπονούμενος γνώριζε ότι η φωτιά θα εξαπλωνόταν και στο ανυψωτικό μηχάνημα και μόλις έφθασε στην οικία του είπε στη σύζυγο του ότι καίγονταν τα δύο αυτά μηχανήματα αφού φεύγοντας από τη σκηνή ο ίδιος είπε ότι μόνο ο εκσκαφέας καιγόταν.
(5)Η θέση του παραπονούμενου ότι είδε το άτομο που αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 1 να χρησιμοποιεί πλαστικό μπιτόνι και ακολούθως να φεύγει μαζί με το άτομο που αναγνώρισε ως τον κατηγορούμενο 2 χωρίς αυτό, δεν επιβεβαιώνεται από τον μη εντοπισμό τέτοιου αντικειμένου στη σκηνή από την αστυνομία καθώς και την πυροσβεστική υπηρεσία.
(6)Ο παραπονούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να προσπαθήσει να επιβραδύνει την εξάπλωση της πυρκαγιάς από τον εκσκαφέα σε άλλο όχημα όπως για παράδειγμα το ρίξιμο χώματος και χαλικιών στην φωτιά αλλά και την μετακίνηση του ανυψωτικού μηχανήματος που μπορούσε να γίνει αφού σύμφωνα με την εκδοχή του η φωτιά δεν είχε τότε εξαπλωθεί σ' αυτό και τα κλειδιά του οποίου που επιχειρούσε να προστατεύσει θα έπρεπε να τα είχε μαζί του.
(7)Ενώ στο Τεκμήριο 1Α ο παραπονούμενος αναφέρει ότι ερχόμενος στην οικία του μετά το περιστατικό ξύπνησε τον υιό του ενημερώνοντας τον και ακολούθως μετέβησαν πίσω στο χώρο του επεισοδίου και αφού είδαν την κατάσταση επέστρεψαν στην οικία του με τον παραπονούμενο να τηλεφωνεί στον αδελφό του και να μεταβαίνουν στη σκηνή, στη συνέχεια στην οικία του παραπονούμενου ο τελευταίος να ειδοποιεί την αστυνομία, στην αντεξέταση του ο παραπονούμενος διαφοροποιείται και προβάλλει νέα εκδοχή λέγοντας πως όταν ξύπνησε τον υιό του τηλεφώνησε στον αδελφό του και πήγε στην οικία του και αφού τον ενημέρωσε μετέβηκε μαζί του στο μέρος. Σε κάποιο άλλο στάδιο ισχυρίζεται ότι στο μέρος μετέβηκε μαζί τους και ο αδελφότεκνος του παραπονούμενου αλλά στην πορεία υπάρχει νέα διαφοροποίηση από τον παραπονούμενο όταν αναφέρει ότι τόσο ο αδελφός του όσο και ο αδελφότεκνος (υιός του αδελφού του) μετέβηκαν αργότερα στο μέρος μόνοι τους και όχι με τον ίδιο και τον υιό του (ΜΚ2). Το αποκορύφωμα ήταν που ο παραπονούμενος διαφοροποιήθηκε ξανά λέγοντας πως τελικά δεν θυμάται εάν ο αδελφός του ήλθε στο χώρο της μάντρας μόνος του ή μαζί του. Αυτό είναι ένα δείγμα των συνεχών παλινδρομήσεων που παρατηρούνται μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου φανερώνοντας έτσι σύγχυση, αβεβαιότητα και έλλειψη σιγουριάς στα λεγόμενα του.
(8)Η γραπτή αναφορά στο αστυνομικό ημερολόγιο ενέργειας από τον ΜΚ3 (Τεκμήριο 6) ότι περί ώρα 07:20 την 27.02.10 στο χώρο αφίχθηκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ10 καταρρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα ισχυρισμό του παραπονούμενου τουλάχιστο τη στιγμή που μέλη της αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή περί παρουσίας στο μέρος τόσο του ΜΚ2 όσο και του υιού του ΜΚ10.
(9)Η πιο πάνω θέση του παραπονούμενου κατά την αντεξέταση του περί μετάβασης του στο χώρο μαζί με τον αδελφό του έρχεται εν πάση περιπτώσει σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ10, ο οποίος είπε μετέβηκε στο μέρος και συνάντησε εκεί τον ΜΚ1.
(10)Είναι ανεξήγητη η αντίδραση του παραπονούμενου να μην ενημερώσει τόσο την αστυνομία όσο και την πυροσβεστική υπηρεσία με την επιστροφή του στην οικία και την πρόσβαση του σε μέσο επικοινωνίας. Ενώ είχε προηγουμένως παρατηρήσει την φωτιά να εξαπλώνεται δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να προστατεύσει την επιχείρηση του τηλεφωνώντας πρωτίστως στην πυροσβεστική υπηρεσία αποτρέποντας πιθανή επέκταση της πυρκαγιάς και σε άλλα μηχανήματα και οχήματα της μάντρας. Θεώρησε απλά ορθό να περιοριστεί στο να ξυπνήσει τον υιό του.
(11)Εξίσου ανεξήγητη είναι η αντίδραση του παραπονούμενου να μην ενημερώσει τόσο την αστυνομία όσο και την πυροσβεστική υπηρεσία καθοδόν με τον υιό του στο χώρο αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να γνωρίζει τον τελικό προορισμό της φωτιάς. Θεωρούν απλά αρκετό να ειδοποιήσουν τον ΜΚ10.
(12)Ερωτηματική όμως κρίνεται και η επιστροφή του παραπονούμενου στο χώρο μαζί με τον υιό του χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να πάρει μαζί του μέσο κατάσβεσης της πυρκαγιάς γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν ανεξέλεγκτα σε εξέλιξη.
(13)Ενώ στο Τεκμήριο 1Α ο παραπονούμενος αναφέρει ότι ειδοποίησε την αστυνομία όταν επέστρεψε στην οικία του, κατά την αντεξέταση του ελίχθηκε λέγοντας πως η αστυνομία ειδοποιήθηκε όταν αυτός βρισκόταν στην οικία του αδελφού του.
(14)Ενώ στο Τεκμήριο 1Β ο παραπονούμενος αναφέρει ότι δεν ειδοποίησε την πυροσβεστική υπηρεσία για το λόγο που σημειώνεται, κατά την αντεξέταση του προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας πως όταν πήγε στην οικία του αδελφού του τηλεφώνησε στην πυροσβεστική υπηρεσία. Στην πορεία ο παραπονούμενος διαφοροποιήθηκε εκ νέου δηλώνοντας πως στην οικία του αδελφού του δεν ειδοποίησε την πυροσβεστική υπηρεσία αλλά ότι το έπραξε αργότερα όταν τηλεφώνησε στην αστυνομία. Στη συνέχεια υπήρξε νέος ελιγμός από μέρους του παραπονούμενου όταν διατύπωσε την αρχική του θέση που σημειώνεται στο Τεκμήριο 1Β, δηλαδή ότι ουδέποτε ειδοποίησε την πυροσβεστική υπηρεσία. Παρεμπιπτόντως αυτό είναι ένα ακόμη δείγμα των συνεχών παλινδρομήσεων και στοιχεία σύγχυσης, αβεβαιότητας και έλλειψης σιγουριάς που παρατηρούνται μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου, στοιχείο που σαφώς προβλημάτισε το Δικαστήριο.
(15)Παρόλο ότι στην αντεξέταση του 3 χρόνια και 8 μήνες περίπου μετά το επίδικο περιστατικό ο παραπονούμενος θυμάται να αναφέρει ότι ξυπνώντας τον υιό του την νύχτα εκείνη του είχε πει ποιους είδε να θέτουν κακόβουλα φωτιά στα οχήματα, στις γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία (Τεκμήρια 1Α και 1Β) που δόθηκαν την ίδια ημέρα και λίγες ημέρες μετά το επίμαχο επεισόδιο δεν σημειώνεται κάτι τέτοιο αλλά απλά ότι είπε στον υιό του πως κάποιοι τους έκαψαν τον εκσκαφέα χωρίς όμως να τους κατονομάζει. Είναι πραγματικά άξιο απορίας εφόσον ο παραπονούμενος γνώριζε μετά βεβαιότητας ότι η φωτιά τέθηκε από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι ήταν γνωστοί στα μέλη της οικογένειας του ένεκα των συχνών προστριβών που είχαν μαζί τους αλλά και με τις οικογένειες τους, να μην τους κατονομάσει στον υιό του (ΜΚ2) όταν τον ξυπνούσε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό. Αυτό θα ήταν λογική, φυσιολογική και αναμενόμενη αντίδραση από μέρους του παραπονούμενου. Η παράλειψη του αυτή ενισχύει τις σκιές που δημιουργήθηκαν ως προς την αλήθεια των λεγομένων του.
(16)Παρόλο ότι στο Τεκμήριο 1Α αναφέρει ότι όταν ενημέρωσε τον ΜΚ10 (αδελφό του) του κατονόμασε τα άτομα που έθεσαν φωτιά στα μηχανήματα, στην αντεξέταση του δηλώνει πως δεν θυμάται εάν του είχε αναφέρει κάτι τέτοιο, θέσεις οι οποίες δεν ταυτίζονται με την μαρτυρία του ΜΚ10 που είπε πως ο παραπονούμενος δεν του κατονόμασε οποιοδήποτε άτομο στις 27.02.10 αλλά ότι αργότερα του κατονόμασε μόνο τον κατηγορούμενο 2. Η παράλειψη αυτή του παραπονούμενου που επαναλήφθηκε, με δεδομένο ότι είχε συμβεί και με τον ΜΚ2 και ενόψει και της παρέλευσης χρονικού διαστήματος, μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί αλλά ούτε και να αποδοθεί σε στιγμιαία αναστάτωση, άγχους, πανικού ή φόβου. Η επανάληψη αυτή πυκνώνει ακόμη περισσότερο τις σκιές που αιωρούνται ως προς την αλήθεια των λεγομένων του παραπονούμενου.
(17)Η εκδοχή του παραπονούμενου για τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που περιβάλλουν την μετάβαση του στο χώρο διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά που ο ΜΚ2 ανάφερε ότι του είχε πει ο παραπονούμενος και ο ίδιος δηλώνει μέσα από το Τεκμήριο 2, πράγμα για το οποίο ο παραπονούμενος ουδεμία λογική και πειστική εξήγηση έδωσε στο Δικαστήριο.
(18)Ο παραπονούμενος τηλεφωνεί στην αστυνομία δύο ώρες μετά που ισχυρίζεται ότι συνέβηκε το περιστατικό χωρίς να δίδει πειστική εξήγηση για την ολιγωρία αυτή και παράλληλα ουδεμία δικαιολογία ως προς το τι ήταν εκείνο που τον ώθησε τελικά να επικοινωνήσει μαζί της δεδομένου του λόγου που επικαλείται για τις επιφυλάξεις που είχε. Όσον αφορά το ύψος της ζημιάς που ο παραπονούμενος θεωρεί ότι υπέστηκαν τα ενεχόμενα μηχανήματα, η εκτίμηση που αναφέρει διαφέρει από αυτήν που ο ΜΚ2 παρουσιάζει στη δική του μαρτυρία αλλά και με αυτή που ο ΜΚ10 επικαλείται στην δική του μαρτυρία σε σχέση με τον εκσκαφέα, του οποίου είναι ιδιοκτήτης. Με γνώμονα ότι η εκτίμηση του παραπονούμενου είναι απλή αναφορά δύο αριθμών χωρίς μέσα από την μαρτυρία του να προσκομίζεται οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία που να αποδεικνύει το αριθμητικό ύψος της, το Δικαστήριο κρίνει την αναφορά αυτή αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη με αποτέλεσμα να μην την αποδέχεται ως ορθή. Στη βάση όλων των προαναφερομένων καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο απορρίπτει μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή και αναφέρει ότι τα ενεχόμενα μηχανήματα καταστράφηκαν από πυρκαγιά που τέθηκε κακόβουλα. Αυτό όμως που το Δικαστήριο αμφιβάλλει είναι την εκδοχή του παραπονούμενου ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή τη χρονική στιγμή που το επίδικο περιστατικό συνέβηκε και ότι είδε αυτά που είπε στην μαρτυρία του. Επομένως η μαρτυρία του παραπονούμενου στερείται πειστικότητας τέτοιου βαθμού και έκτασης που δημιουργεί τις πιο πάνω αμφιβολίες στην αξιοπιστία του. Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω μοιραία αδυνατώ να αποδεχθώ και να στηριχθώ στη μαρτυρία του παραπονούμενου. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις του που είναι τα Τεκμήρια 1Α και 1Β, τις οποίες ούτε αυτές αποδέχομαι (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με το επίδικο συμβάν και κατ' επέκταση την ουσία της υπόθεσης εδράζεται στο τι απλά του ανάφερε ο παραπονούμενος. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία και με δεδομένη την παρουσία του παραπονούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας και την ένορκη κατάθεση του το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει τη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο και να αξιολογήσει την μαρτυρία του. Συνεπώς, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΚ2 (ένορκης μαρτυρίας και γραπτής κατάθεσης του στην αστυνομία-Τεκμήριο2) που αναφέρει στο τι του είχε λεχθεί από τον παραπονούμενο. Η εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή που ο ΜΚ2 δηλώνει ότι του είπε ο παραπονούμενος από αυτή που ο τελευταίος παρουσίασε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο περιστατικό ενισχύουν την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Κρίνοντας τον ΜΚ2 ως μάρτυρα από τη στάση, συμπεριφορά και τον τρόπο που κατάθετε στο Δικαστήριο παρατηρώ ότι ήταν εμφανής η πρόθεση του να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου που είναι ο πατέρας του. Γενικότερα με την μαρτυρία του επιχείρησε να καλύψει τα κενά και τις αδυναμίες που προέκυψαν μέσα από την μαρτυρία του παραπονούμενου. Είναι στο πλαίσιο αυτό που εντάσσεται η διαφοροποίηση του ΜΚ2 από τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 2) που σημειώνει ενημέρωση που έτυχε από τον παραπονούμενο για το συμβάν μετά που αποχώρησαν από τη σκηνή και μετέβηκαν στην οικία του, όταν στην ένορκη μαρτυρία του είπε ότι έτυχε τέτοια πληροφόρηση από τον ΜΚ1 μετά που ο τελευταίος τον ξύπνησε και κατευθύνονταν στη σκηνή του επιδίκου περιστατικού, μία από τις πολλές θέσεις του παραπονούμενου στο θέμα αυτό που για πρώτη φορά αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του. Ομοίως στο ίδιο πλαίσιο της προαναφερόμενης προσπάθειας εντάσσεται η διαφοροποίηση του ΜΚ2 από το Τεκμήριο 2 που δεν καταγράφει ότι ξυπνώντας τον ο ΜΚ1 του κατονόμασε τα άτομα που είπε ότι είδε να βάζουν φωτιά στο χώρο των μηχανημάτων και οχημάτων, όταν στην ένορκη μαρτυρία του ήταν θετικός ότι έτυχε τέτοιας ενημέρωσης, θέση που ο παραπονούμενος ανάφερε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Παρά την πιο πάνω προφανή προσπάθεια του ΜΚ2, δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση σημείων της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία του παραπονούμενου για το ίδιο ζήτημα. Ειδικότερα: (α) Η θέση του ΜΚ2 ότι ο ΜΚ10 ειδοποιήθηκε κατά τη διάρκεια που οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μετέβαιναν στον επίδικο χώρο έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ1 ότι ο ΜΚ10 ειδοποιήθηκε αμέσως μετά που ο ΜΚ1 ξύπνησε τον ΜΚ2 και αφού ο ΜΚ1 πήγε στην οικία του αδελφού του μαζί με τον ΜΚ2 και από εκεί όλοι μαζί στη σκηνή. (β) Η θέση του ΜΚ2 ότι ο ΜΚ10 δεν μετέβηκε στον επίδικο χώρο μαζί τους συγκρούεται με την θέση του ΜΚ1 που επικαλείται κάτι τέτοιο. (γ) Η θέση του ΜΚ2 ότι καθ' οδό στη σκηνή ο παραπονούμενος του είπε ότι η φωτιά έκαιγε τα δύο ενεχόμενα μηχανήματα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εκδοχή του παραπονούμενου στο θέμα αυτό που είπε ότι φεύγοντας από τη σκηνή η φωτιά ήταν μόνο στον εκσκαφέα και πηγαίνοντας στο χώρο μαζί με τον ΜΚ2 παρατήρησε ότι είχε επεκταθεί και στο ανυψωτικό μηχάνημα. Περαιτέρω παραμένει ανεξήγητη η παράλειψη του ΜΚ2, όπως λέχθηκε και για τον παραπονούμενο, να ειδοποιήσει την αστυνομία την οποία ο ίδιος φαίνεται να εμπιστευόταν καθώς και την πυροσβεστική υπηρεσία καθ' οδό στη σκηνή γνωρίζοντας από την ενημέρωση που έτυχε από τον ΜΚ1 ότι άτομα έθεσαν κακόβουλα φωτιά στην επιχείρηση του και επιπλέον γνωρίζοντας ότι η φωτιά βρισκόταν σε εξέλιξη, τη στιγμή που όπως ο ΜΚ2 είπε είχαν τότε μαζί τους κινητά τηλέφωνα. Ακόμη έκδηλη είναι η προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να συνδέσει τις διάφορες και έντονες προστριβές, διαφορές και λογομαχίες που επικαλείται ότι η οικογένεια του είχε με τους κατηγορουμένους αλλά και με τις οικογένειες τους που ορισμένες από αυτές κατέληξαν σε καταγγελία στην αστυνομία, με το επίδικο συμβάν, πολλές για τις οποίες δεν έχει προσωπική γνώση και χωρίς να είναι σε θέση να δώσει άλλα στοιχεία που να σχετίζονται με την υπόθεση αυτή και να δικαιολογούσε το κίνητρο που αποδίδει στους κατηγορουμένους. Δεν μπορεί επίσης να μην σχολιαστούν τα πιο κάτω, ενδεικτικό του μη υπεύθυνου και μη σοβαρού τρόπου που ο ΜΚ2 απαντούσε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, παρόλο ότι τα εγειρόμενα ζητήματα δεν αφορούν ευθέως τα επίδικα θέματα της υπόθεσης: (α) Ενώ ο ΜΚ2 ανάφερε ότι οι σχέσεις της οικογένειας του με τον πρώην κοινοτάρχη Χρίστο Ησαΐα δεν ήταν φιλικές εξαιτίας καταγγελίας του τελευταίου στην αστυνομία εναντίον του ΜΚ2 με αφορμή το επίδικο περιστατικό, στην πορεία αφού του υποδείχτηκε από την υπεράσπιση ότι η θέση του δεν ήταν αληθής καθότι με βάση στοιχεία που του υποδείχτηκαν το περιστατικό της καταγγελίας έγινε πριν από την ημερομηνία του επιδίκου περιστατικού ο ΜΚ2 διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι όταν αναφερόταν στο χρονικό σημείο υπέθετε. Αυτό όμως ανατρέπει τη βάση της εκδοχής που είχε δώσει προκειμένου να συνδέσει την καταγγελία με την επίδικη υπόθεση. (β) Ενώ αρχικά ο ΜΚ2 είπε ότι η μηχανή του ενεχόμενου εκσκαφέα ήταν επιδιορθωμένη πριν από την ημερομηνία που το επίδικο περιστατικό συνέβηκε ακολούθως διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως δεν θυμάται ακριβώς πότε την επιδιόρθωσε, χωρίς να αποκλείει την πιθανότητα να έγινε μετά τις 27.02.10 (ημερομηνία επιδίκου περιστατικού), προφανώς για να δικαιολογήσει τη στάση του μετά που περιήλθε εις γνώση του το παράπονο του ιδιοκτήτη του εκσκαφέα στις 26.02.10 ότι ένεκα του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε θα έδινε στους ΜΚ1 και ΜΚ2 λίγες ημέρες προθεσμία για να επιδιορθώσουν το μηχάνημα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΚ2 και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αφού ένα τέτοιο εγχείρημα θα είναι ακροσφαλή. Συνεπώς για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη την μαρτυρία του ΜΚ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΚ3 ήταν ένας αστυνομικός με ανάμιξη στην υπόθεση αυτή. Προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους κατηγορουμένους. Εξ' ου και ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε για τις εν λόγω ενέργειες του. Η μαρτυρία του ΜΚ3 που ουσιαστικά περιλαμβάνει το Τεκμήριο 3 και περιέχει αναντίλεκτες πράξεις του, κρίνεται αληθής και αξιόπιστη. Οι δε πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες του εν λόγω μάρτυρα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 27.02.10 και ώρα 06:40 ο αστυφύλακας 3835 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον ΜΚ1 που του κατάγγειλε ότι κάποιοι έθεσαν φωτιά σε εκσκαφέα που βρισκόταν σε χωράφι δικής του ιδιοκτησίας που χρησιμοποιείται ως μάντρα μηχανημάτων και οχημάτων του και βρίσκεται στην περιοχή 'Μαρκουλή', έδαφος του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών στην επαρχία Πάφου. (β) Αμέσως δόθηκαν οδηγίες και στο μέρος μετέβηκε ο ΜΚ3 μαζί με τον αστυφύλακα 2697 και περί ώρα 07:00 αποκλείστηκε η σκηνή ενώ περί ώρα 07:10 ο ΜΚ3 ανέλαβε καθήκοντα φρούρησης. (γ) Την 01.03.10 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους (Τεκμήρια 4 και 5). Μέρος της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΚ3 αποτελεί το Τεκμήριο 6, το οποίο είναι αστυνομικό ημερολόγιο καταχωρημένων ενεργειών στις οποίες προέβηκαν αρμόδια άτομα της αστυνομίας και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που μετέβηκαν επί τόπου για να εξετάσουν την σκηνή. Το αστυνομικό ημερολόγιο αυτό συμπληρώθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα και το περιεχόμενο του που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους γίνεται αποδεκτό ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο καθότι καταγράφει χρονολογικά ενέργειες που αναντίλεκτα έγιναν στα πλαίσια ελέγχου της σκηνής. Κατά λογική προέκταση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, πάντοτε σε σχέση με το πρωινό της 27.02.10, προκύπτουν τα εξής: (α) Η ώρα 07:20 αφίχθηκαν στην σκηνή οι ΜΚ1 και ΜΚ
- (β) Από τις 07:30 μέχρι 08:20 υπήρξαν αφίξεις και αναχωρήσεις από τη σκηνή διαφόρων μελών της αστυνομίας από τον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών και του Τ.Α.Ε. Πάφου. (γ) Η ώρα 08:35 στη σκηνή αφίχθηκε ο ΜΚ6 της πυροσβεστικής υπηρεσίας και η ώρα 08:37 έφθασε εκπρόσωπος της ηλεκτρομηχανολογικής υπηρεσίας. (δ) Η σκηνή εξετάστηκε από τους αρμοδίους από η ώρα 08:40 μέχρι η ώρα 10:
- (ε) Η φωτιά κατασβήστηκε η ώρα 09:25 από μέλος της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Ο ΜΚ4 ήταν ένας μάρτυρας που η μαρτυρία του δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Αυτό που κατέστη παραδεκτό από τους κατηγορουμένους μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ως εύρημα είναι ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εκσκαφέα μάρκας New Holland χρώματος άσπρου και με αριθμούς εγγραφής KEM 426, ενός από τα δύο μηχανήματα που κάηκαν από τη φωτιά στη μάντρα. Όσον αφορά τη θέση του μάρτυρα ότι όταν επισκέφτηκε τη σκηνή η αστυνομία του έδειξε ένα τενεκέ που περιείχε πετρέλαιο και κατ' ισχυρισμό εντοπίστηκε στο κάθισμα του εκσκαφέα δεν γίνεται δεκτή καθότι όχι μόνο δεν επαληθεύεται από τις μαρτυρίες μελών της αστυνομίας και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που κατάθεσαν ενόρκως του Δικαστηρίου (ΜΚ3, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ7 και ΜΚ8) αλλά αντίθετα αναφέρουν για μη εντοπισμό μπιτονιού στη σκηνή ως ήταν η θέση του ΜΚ
- Ούτε καταγράφεται ότι εντοπίστηκε τέτοιου είδους αντικείμενο μέσα από την λεπτομερή και τεκμηριωμένη έκθεση του ΜΚ6 εκ μέρους της πυροσβεστικής υπηρεσίας (Τεκμήριο 9Α). Συνεπώς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό του ΜΚ4, τον οποίο απορρίπτει ως αβάσιμο. Η δε αναφορά του ως προς την εκτίμηση της ζημιάς την οποία απλούστατα στηρίζει στην αξία αγοράς του εν λόγω μηχανήματος σε μεταχειρισμένη κατάσταση συνδυασμένο με το γεγονός της ολοσχερούς καταστροφής του επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως ορθή και ανταποκρινόμενη της πραγματικότητας επειδή δεν προέρχεται από κάποιο ειδικό αλλά ούτε και στηρίζεται σε κάποια ανάλυση στη βάση δεδομένων και στοιχείων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, με εξαίρεση το ζήτημα της ιδιοκτησίας του ενεχομένου εκσκαφέα που είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο, αποδίδεται μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΚ4 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 7 για το λόγο που ήδη εξηγήθηκε. Ο ΜΚ5 ήταν ακόμη ένας αστυνομικός που συμμετείχε στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Όπως και ο ΜΚ3 προέβηκε σε διάφορες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Εξ' ου ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη τις αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστες. Συγκεκριμένα αποδέχομαι τις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες πράξεις του ΜΚ5 και γενικότερα την μαρτυρία του περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 8, οι οποίες αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 27.02.10 και ώρα 13:45 ο ΜΚ5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Κάμετε τη δουλειά σας". (β) Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 13:50-14:05 της ίδιας ημέρας μαζί με συναδέλφους τους ερεύνησε την οικία του κατηγορουμένου 2 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. (γ) Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και ώρα 15:05 ο ΜΚ5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στη βάση σχετικού δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Εντάξει". (δ) Αργότερα της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 15:10-15:25 ο ΜΚ5 μαζί με συναδέλφους τους ερεύνησε την οικία του κατηγορουμένου 1 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. (ε) Περαιτέρω ο ΜΚ5 πραγματοποίησε έρευνα και στα οχήματα των κατηγορουμένων χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Ο ΜΚ6 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα της πυροσβεστικής υπηρεσίας σε σχέση με τα αίτια της πυρκαγιάς. Η ιδιότητα του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Ως μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η δε μαρτυρία του ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Πέραν όμως αυτού, η παρουσίαση της μαρτυρίας του έγινε με τρόπο θετικό και πειστικό δίχως να παρέχει περιθώριο αμφισβήτησης οποιονδήποτε πτυχών της. Ήταν απλός, θετικός, ουσιαστικός και ακριβής στις τοποθετήσεις του χωρίς φλυαρία ή δόση υπερβολής. Χωρίς αμφιταλαντεύσεις έδωσε σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Μέσα από σχετικό πόρισμα που ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε (Τεκμήριο 9Α) περιγράφει την κατάσταση που αντίκρισε στο χωράφι, παρέχει σχετικές πληροφορίες που περισυνέλλεξε, καταγράφει τις παρατηρήσεις του και παράλληλα εξηγεί με λεπτομέρεια τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε μαζί με τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτά και αφού προηγουμένως μετέβηκε προσωπικά στο χώρο, τον οποίο και εξέτασε. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ6 στην ολότητα της, περιλαμβανομένου των συμπερασμάτων του, ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Μαζί με αυτά αποδέχομαι και τα Τεκμήρια 9Α και 9Β, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μαρτυρίας του που επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους κατηγορουμένους. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ6 δέχομαι τα πιο κάτω που ταυτόχρονα αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου: Η πυροσβεστική υπηρεσία κλήθηκε αργοπορημένα από το Τ.Α.Ε. Πάφου η ώρα 07:01 την 27.02.10 μόνο για τη διερεύνηση των αιτιών της πυρκαγιάς. Με την άφιξη μελών της πυροσβεστικής υπηρεσίας στο μέρος, ένας εκ των οποίων ήταν και ο ΜΚ6, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν μικρές εστίες πυρκαγιάς, οι οποίες κατασβήστηκαν. Τα δύο μηχανήματα που εντοπίστηκαν να καίονται σε απόσταση δύο μέτρων περίπου το ένα από το άλλο βρίσκονταν σε μη περιφραγμένο ανοικτό χώρο που χρησιμοποιείται ως μάντρα άχρηστων οχημάτων στην τοποθεσία 'Μαρκουλής' του χωριού Άγιος Γεώργιος Μαμωνιών στην Πάφο, ιδιοκτησίας του ΜΚ
- Από την πυρκαγιά στον εκσκαφέα κάηκαν το δεξιό μπροστινό και τα δύο πισινά ελαστικά ενώ εκτεταμένες ζημιές υπέστηκαν ο χώρος καμπίνας του οδηγού, η ηλεκτρική εγκατάσταση και η βαφή του. Από την πυρκαγιά στο ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας 'Testa' που δεν είχε αριθμούς εγγραφής καταστράφηκαν το αριστερό πισινό και τα δύο μπροστινά ελαστικά ενώ εκτεταμένες ζημιές υπέστηκαν το κάθισμα του οδηγού, η ηλεκτρική εγκατάσταση και η βαφή του. Μέσα από εξέταση των οχημάτων και ευρύτερα της σκηνής εντοπίστηκαν τρεις ξεχωριστές εστίες πυρκαγιάς και συγκεκριμένα δύο στον εκσκαφέα, ήτοι μία στα πισινά ελαστικά και μία στο χώρο της καμπίνας του οδηγού, καθώς και μία στο αριστερό μπροστινό ελαστικό του ανυψωτικού μηχανήματος. Αυτό έγινε αντιληπτό από το γεγονός της έντονης καύσης και της περισσότερης ζημιάς που υπήρχε στα σημεία εκείνα από τους υπόλοιπους χώρους των ενεχομένων μηχανημάτων που έχουν καεί. Πρόκειται για σημεία όπου δεν υπήρχαν ξένα εύφλεκτα υλικά ή υλικά μειωμένης αντοχής στην πυρκαγιά για να δικαιολογούσε τέτοια μεγάλη έντονη καύση. Ο εκσκαφέας βρισκόταν ακινητοποιημένος ενώ έλειπε η μηχανή και ο συσσωρευτής του. Ο δε χώρος γύρω από τα μηχανήματα ήταν καθαρός από ξηρά χόρτα και δεν υπήρχε οτιδήποτε που να μπορούσε να προκαλέσει την πυρκαγιά. Οι πόρτες της καμπίνας του οδηγού ήταν κλειστές αλλά ξεκλείδωτες. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν ότι τα διαφορετικά σημεία των εστιών πυρκαγιάς είχαν περιλουστεί με εύφλεκτη ύλη. Η σκηνή εξετάστηκε αλλά παρά την διεξαγωγή έρευνας στο χώρο από μέλη της αστυνομίας καθώς και της πυροσβεστικής υπηρεσίας δεν ανευρέθηκε κάποιο μπιτόνι, τενεκές ή άλλο μέσο που να φανερώνει ότι μεταφέρθηκε εύφλεκτο υλικό. Περαιτέρω μέλη του Τ.Α.Ε. Πάφου, στην παρουσία του ΜΚ6, έλαβαν τέφρα για να σταλούν στο Κρατικό Χημείο για επιστημονικές εξετάσεις. Από το σύνολο των εξετάσεων και μέσα από προσεκτική έρευνα της σκηνής προκύπτει ότι η πυρκαγιά είχε τεθεί κακόβουλα. Η μη ύπαρξη ξερών χόρτων στο χώρο, η απουσία από τον ενεχόμενο εκσκαφέα της μηχανής αλλά και του συσσωρευτή που θα μπορούσε να δημιουργήσει βραχυκύκλωμα καθώς και γενικότερα η απουσία οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει φωτιά οδηγεί στο συμπέρασμα της κακόβουλης πρόκλησης πυρκαγιάς. Ένας άλλος αστυνομικός που έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής είναι ο ΜΚ7 προβαίνοντας σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Αποδέχομαι την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 10 που αποτελεί μέρος αυτής στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Ειδικότερα αποδέχομαι τα πιο κάτω ως τις ενέργειες που ο ΜΚ7 έλαβε στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες συνάμα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: (α) Στις 27.02.10 και 03.03.10 αντίστοιχα ο ΜΚ7 έλαβε δύο γραπτές καταθέσεις από τον παραπονούμενο (Τεκμήρια 1Α και 1Β). (β) Ο εν λόγω μάρτυρας αργότερα συμμετείχε στην σύλληψη των κατηγορουμένων και στη διεξαγωγή έρευνας στην οικία και το όχημα του κατηγορουμένου
- (γ) Μεταξύ των ωρών 15:10-15:25 της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 και μεταξύ των ωρών 16:40-17:10 της ίδιας ημέρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήρια 11 και 12). (δ) Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής ο ΜΚ7 φρόντισε να ληφθούν καταθέσεις και από άλλα άτομα. Ο ΜΚ8 ήταν ο φωτογράφος της αστυνομίας που χρησιμοποιήθηκε για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του αποτελείται από ενέργειες στις οποίες προέβηκε, οι οποίες ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε κατηγορούμενο. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε κατά τρόπο λεπτομερή και συνάμα πειστικό τον σκοπό και το σκεπτικό της φωτογράφησης που διεξήχθη από τον ίδιο. Μπροστά στα πιο πάνω δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ8 ως αληθή και αξιόπιστη περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 18 που αποτελεί μέρος αυτής. Συγκεκριμένα τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) Στις 27.02.10 και ώρα 08:00 ο ΜΚ8 μετέβηκε στον επίδικο χώρο όπου στην παρουσία μελών της αστυνομίας και του ΜΚ6 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. (β) Μεταξύ των ωρών 09:00-09:50 της ίδιας ημέρας παρέλαβε από τη σκηνή καμένα υλικά από το έδαφος στον μπροστινό δεξιό τροχό, πισινό δεξιό τροχό και πισινό αριστερό τροχό του ενεχομένου εκσκαφέα, από το πισινό δεξιό τροχό του ενεχομένου ανυψωτικού μηχανήματος και από το πάτωμα στο εσωτερικό μέρος του ενεχομένου εκσκαφέα, καθώς και δειγματοληψία από τον μπροστινό αριστερό τροχό του ενεχομένου εκσκαφέα, τα οποία συσκεύασε κατάλληλα και στις 28.02.10 και ώρα 13:50 παρέδωσε στον αστυφύλακα 1525 Γιαννάκη Μαννούρη στο Τ.Α.Ε. Πάφου για να αποσταλούν στο Κρατικό Χημείο με σκοπό να εξεταστούν για ανίχνευση εύφλεκτης ύλης. (γ) Χωρίς να αλλοιώσει τα αρνητικά ο εν λόγω μάρτυρας εμφάνισε τις φωτογραφίες που έλαβε στη σκηνή. Όπως φαίνεται από πιο πάνω κομμάτι της αποδεκτής μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο αποτελούν οι 15 έγχρωμες φωτογραφίες των Τεκμηρίων 17
(1)μέχρι 17
(15)που έλαβε στη σκηνή, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε όπως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα των εικόνων που αντικατοπτρίζουν. Ειδικότερα οι φωτογραφίες 1, 2, 3 και 4 απεικονίζουν το χωράφι που κατά τον ουσιώδη χρόνο χρησιμοποιήθηκε ως μάντρα επιδιόρθωσης μηχανημάτων και οχημάτων. Οι δε φωτογραφίες 5-15 απεικονίζουν από διάφορες οπτικές γωνίες τον εκσκαφέα και το ανυψωτικό μηχάνημα που έχουν καεί. Η μαρτυρία της ΜΚ9, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15ΣΤ που αποτελεί μέρος αυτής, είναι τυπικού χαρακτήρα και δεν σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Κατά συνέπεια της αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Η μαρτυρία του ΜΚ10, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 15Δ και 15Ε που αποτελούν μέρος αυτής, δεν είναι ουσιαστική και σε καμία περίπτωση αγγίζει τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Γι' αυτό της αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Η μαρτυρία της ΜΚ11, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 15Α που αποτελεί μέρος αυτής, είναι επίσης τυπικής φύσεως και δεν αφορά τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ούτε και ασχολείται με καίριες πτυχές της υπόθεσης και ούτε διαφωτίζει το Δικαστήριο επί ουσιώδη ζητημάτων αυτής. Συνεπώς δεν της προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Τα όσα ανάφερα για την μαρτυρία της ΜΚ11 ισχύουν ακριβώς και για την περίπτωση του ΜΚ12. Επομένως αποδίδω στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί μέρος της, μηδενική βαρύτητα. Για τον ίδιο λόγο ότι δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και γενικότερα με την ουσία της υπόθεσης, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, αποδίδω μηδενική βαρύτητα στα Τεκμήρια 15Β και 15Γ. Όσον αφορά το Τεκμήριο 13, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, έχει την ίδια κατάληξη καθότι το περιεχόμενο του δεν υποστηρίχτηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Την ίδια τύχη της μηδενικής βαρύτητας, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης, έχει και το Τεκμήριο 16, το περιεχόμενο του οποίου δεν αναγνωρίστηκε από τον ΜΚ2 ως δική του γραπτή κατάθεση και με το οποίο κατ' επέκταση δεν συμφώνησε ο εν λόγω μάρτυρας, ενώπιον του οποίου τέθηκε κατά την ένορκη μαρτυρία του. Σε τελική ανάλυση οι αναφορές του Τεκμηρίου 16 δεν υποστηρίχτηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αμφότεροι κατηγορούμενοι, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκαν σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρίσκονταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που τους παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Η αξία που έχει είναι πειστική παρά αποδεικτική. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει τις χωρίς όρκο καταθέσεις των κατηγορουμένων, κρίνω ότι αυτές έχουν μηδενική βαρύτητα. Η μονολεκτική δήλωση έκαστου κατηγορουμένου ότι είναι αθώος δεν αφήνει περιθώριο για άλλη επιλογή αφού δεν προσθέτουν οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με τις δύο γραπτές ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου 1 (Τεκμήρια 4 και 11) αυτές περιέχουν διάφορους ισχυρισμούς του εν λόγω κατηγορουμένου που παρέμειναν μετέωροι και δίχως υποστηριχτικό υπόβαθρο. Η απουσία άλλης ένορκης μαρτυρία που θα τους ενίσχυε αφαιρεί τη δυνατότητα να έχουν οποιαδήποτε πειστική αξία. Σε τελευταία ανάλυση το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορουμένου 1 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να του αποδώσει οποιαδήποτε πειστική αξία, υπό το πρίσμα της υπόλοιπης προσαχθείσας μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Τα όσα ανάφερα για τις ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου 1 ισχύουν ακριβώς και για τις δύο γραπτές ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου 2 (Τεκμήρια 5 και 12). Για τους ίδιους λόγους δεν έχουν οποιαδήποτε πειστική αξία. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Στους κατηγορουμένους αποδίδεται ότι αφού συνωμότησαν μεταξύ τους εσκεμμένα και παράνομα έθεσαν φωτιά στον εκσκαφέα με αριθμούς εγγραφής KEM 426 περιουσία του ΜΚ4 καθώς και στο ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας 'Testa' περιουσία των ΜΚ1 και ΜΚ2. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που είναι η πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου διέπεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται πιο κάτω: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή." Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134: "... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373." Συνεπώς, η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να φανερώνει είτε καταρτισμό σχεδίου από τους κατηγορουμένους για τη διάπραξη εμπρησμού στη μάντρα μηχανημάτων και οχημάτων είτε συμφωνημένη συμπεριφορά από μέρους τους είτε συμμετοχή αυτών σε κοινό σχεδιασμό για άναμμα πυρκαγιάς στον επίδικο χώρο είτε εικόνα για κοινή δράση τους. Συνεπώς στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει αποδειχτεί το εν λόγω αδίκημα. Μέσα από τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα του εμπρησμού, το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 315(α) του Κεφ.
- Οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου προνοούν ρητά τα εξής: "
- Όποιος εσκεμμένα και παράνομα θέτει φωτιά— (α) σε οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα, κτίριο ή οικοδομή, αποπερατωμένο ή όχι· ή ..... είναι ένοχος του κακουργήματος..." Μελέτη των πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι: (α) Οι κατηγορούμενοι θέτουν φωτιά, (β) σε μηχανοκίνητο όχημα, (γ) εσκεμμένα και παράνομα. Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δέχεται ότι η πυρκαγιά στον επίδικο χώρο τέθηκε κακόβουλα. Αυτό αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου μετά που η μαρτυρία του ΜΚ6 περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 9Α έγινε αποδεκτή. Αυτό σημαίνει ότι ο δράστης ή οι δράστες εσκεμμένα και παράνομα άναψαν την φωτιά. Παράλληλα δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο ενεχόμενος εκσκαφέας και το ενεχόμενο ανυψωτικό μηχάνημα κατατάσσονται στην κατηγορία των μηχανοκινήτων οχημάτων (άρθρο 2 Ν.86/1972μετά των συναφών τροποποιήσεων). Το καίριο ερώτημα που χρήζει απάντησης στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είναι οι δράστες που διέπραξαν το αδίκημα του εμπρησμού. Εξετάζοντας το ερώτημα αυτό παρατηρώ ότι ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει που να συνδέει οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους είτε άμεσα είτε έμμεσα με την υπόθεση αυτή. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι αλλά και οι οικογένειες τους βρίσκονταν σε έντονες προστριβές, διαφορές και λογομαχίες με τον παραπονούμενο και την οικογένεια του. Γι' αυτό τους αποδίδεται κίνητρο. Ωστόσο οι έντονες λογομαχίες, ανεξαρτήτως εάν ορισμένες από αυτές οδηγήθηκαν στην αστυνομία, απομονωμένες και απογυμνωμένες από άλλα στοιχεία και πληροφορίες υπό τη μορφή περιστατικής μαρτυρίας, στην απουσία άμεσης αποδεκτής μαρτυρίας, δεν μπορεί παρά να περιοριστούν σε επίπεδο υποψίας για πιθανολογούμενη εμπλοκή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή. Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ουδείς από τους κατηγορουμένους συνδέεται με τον εμπρησμό που όπως λέχθηκε έγινε σε περιουσία του παραπονούμενου στις 17.02.
- Ούτε και οι επιστημονικές εξετάσεις εμπλέκουν οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους με την υπόθεση αυτή. Περαιτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορουμένους καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετείχε ή παρείχε βοήθεια ή συμβούλευσε άλλο άτομο ή προέβηκε σε προπαρασκευαστική πράξη ή άλλου είδους ενέργεια ή παράλειψη διευκολύνοντας έτσι τη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει είτε άμεση είτε περιστατική μαρτυρία που να δημιουργεί συνθήκες συμμετοχής οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους στο επίδικο περιστατικό είτε άμεσα είτε έμμεσα. Με βάση την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία δεν έχουν στοιχειοθετεί σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του εμπρησμού. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες καθιστώντας την ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να τεκμηριώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σύνδεση των κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έξοδα €490 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Εμπρησμός-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος/Άρθρα 315(α) και 371 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο