Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Stephen Murray Hales, Aρ. Υπόθεσης 8298/12, 20/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 8298/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Stephen Murray Hales Ημερομηνία: 20.10.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Φιλίππου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 10 κατηγορίες οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 25.10.10 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση αποπειράθηκε σε 10 περιπτώσεις και με 10 διαφορετικές πλαστογραφημένες ταξιδιωτικές επιταγές να αποσπάσει από την Μαγδαληνή Κέρπη, τραπεζική υπάλληλο, το ποσό των Ευρώ 500,00 σεντ κάθε φορά. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτά είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, δεν αμφισβητήθηκαν και τα έχω κατά νου. Αρκεί να αναφέρω ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται σοβαρά, αφού αυτά σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα είναι κακουργήματα και τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κατά κανόνα αδικήματα εξασφάλισης ή απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις συνδυάζονται ή συνυπάρχουν με αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτει άμεσα η ανάγκη επιβολής σοβαρών και αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη, η οποία είναι απαραίτητη για την λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Θεώρηση της Νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200). Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται από τον ρυθμό με τον οποίο αυτά διαπράχθηκαν. Συγκεκριμένα μέσα σε μια ημέρα ο Κατηγορούμενος αποπειράθηκε να εξασφαλίσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις. Το στοιχείο αυτό είναι επιβαρυντικό και ανάλογο θα πρέπει να είναι το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται εναντίον της έννομης τάξης. Καθιστά δε αναγκαία και προεξέχουσας υπό τις περιστάσεις σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την εγκληματική του συμπεριφορά. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα της κοινωνίας με τρόπο αποτελεσματικό. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί και δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς και την παραδοχή του στο Δικαστήριο παρά το ότι αυτή δεν ήταν άμεση και έγινε και με σημαντική, θα πρέπει να λεχθεί, καθυστέρηση. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Ως μετριαστικό παράγοντα έλαβα, επίσης, υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο του 2010 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.6.12, ήτοι πέραν του 1½ έτους μετά και χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Υπό το φως των πιο πάνω η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως ελαφρυντικό το χρονικό διάστημα των 5 ετών που διέρρευσε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για την έλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, της τάξης των 3 και πλέον ετών και, επομένως, για σημαντική καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.6.12 και ορίσθηκε για επίδοση στις 12.7.
- Την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Την στάση αυτή τήρησε μέχρι τις 24.9.
- Τότε εδυνήθη να αλλάξει απάντηση και να παραδεχθεί ενοχή στις κατηγορίες που αφορούν στα υπό τιμωρία αδικήματα. Το γεγονός ότι οι υπόλοιπες κατηγορίες δεν είχαν καθόλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα διακοπεί από την Κατηγορούσα Αρχή και διακόπηκαν μόλις στις 13.10.15 δεν δικαιολογεί την από μέρους του Κατηγορούμενου καθυστέρηση στην αλλαγή απάντησης στις κατηγορίες που εν τέλει παραδέχθηκε. Παραμένει, όμως, γεγονός, ότι από την ημέρα διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρόνος 5 ετών, παράμετρος η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί και θα πρέπει να έχει το αντίκρισμά της στην επιβληθεισόμενη ποινή (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο σε καθεμιά από τις κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27 και 30 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Αυτοί είναι, κυρίως, το άμεμπτο του παρελθόν καθώς και το χρονικό διάστημα των 5 ετών που παρήλθε από της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στoν Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται σε Ευρώ 300,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και καταστραφούν. Το όνομα του Κατηγορούμενου να αφαιρεθεί από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία. Τα ταξιδιωτικά έγγραφα του Κατηγορούμενου να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο από την Αστυνομία. Η υποχρέωση του Κατηγορούμενου να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου παύει να υφίσταται. (Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Απόπειρα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο