Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γιώργος Θεμιστοκλέους, Aρ. Υπόθεσης 17408/12, 19/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 17408/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν - Γιώργος Θεμιστοκλέους Ημερομηνία: 19.10.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Σιαηλής Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην πρώτη και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει και η οποία αφορά στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτά είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, δεν αμφισβητήθηκαν και τα έχω κατά νου. Αρκεί να αναφέρω ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται σοβαρό αφού αυτό σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα είναι κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι αδικήματα κλοπής, διαρρήξεων και άλλα συναφή είναι σε έξαρση, γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό κατά τον ουσιώδη χρόνο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς και την παραδοχή του στο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι αυτή δεν ήταν άμεση και έγινε και με σημαντική, θα πρέπει να λεχθεί, καθυστέρηση. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, το γεγονός ότι η επίδικη μοτοσικλέτα επιστράφηκε στον παραπονούμενο και νόμιμο δικαιούχο και, μάλιστα, άθικτη και χωρίς οποιαδήποτε ζημιά, το πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτή τέλεσε υπό την κατοχή του Κατηγορούμενου καθώς και το ότι ο παραπονούμενος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι ως απόρροια νέων γεγονότων που μεσολάβησαν από της διάπραξης του υπό τιμωρία αδικήματος ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι άνεργος καθώς και την ως εκ του πιο πάνω λόγου προκύπτουσα έλλειψη εισοδημάτων του. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ενώ το υπό τιμωρία αδίκημα διαπράχθηκε περί τα τέλη Μαίου του 2009 η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 7.11.12, ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά, και χωρίς γι' αυτό να έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι το μαρτυρικό υλικό είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.6.09 η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Τέλος, έλαβα υπόψη μου ως ελαφρυντικό το χρονικό διάστημα των 6 και πλέον ετών που διέρρευσε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη Νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσίβλητος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα ως αποτέλεσμα του οποίου ήταν να χάσει την ζωή της πεζή την οποία χτύπησε. Το δυστύχημα έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 1989 και η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου άρχισε τον Ιούνιο του 1993. Βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, μεταξύ άλλων, σε κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινές προστίμου. Με βάση τις πιο πάνω αρχές το Εφετείο αρνήθηκε να μετατρέψει τις επιβληθείσες ποινές προστίμου σε ποινές φυλάκισης αν και λέχθηκε, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να επιβάλει άμεση ποινή φυλάκισης στην πιο πάνω κατηγορία. Κρίθηκε ότι 5 χρόνια μετά την διάπραξη του αδικήματος η ποινή φυλάκισης δεν θα εξυπηρετούσε κανένα χρήσιμο σκοπό. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 276 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία για άσκηση βίας εναντίον της συζύγου του με άμεση πρόκληση σε αυτή πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόκληση και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 47(Ι)/94, όπως τροποποιήθηκε. Οι προκληθείσες ως εκ της επίθεσης κακώσεις του θύματος ήταν πολλαπλές και ως τέτοιες αποτελούσαν δείκτη της σκληρής βίας που ο εφεσίβλητος είχε χρησιμοποιήσει σε βάρος της συζύγου του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε τον εφεσίβλητο με ποινή προστίμου. Το Εφετείο αρνήθηκε να μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή προστίμου σε ποινή φυλάκισης παρόλο που έκρινε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούσαν αναπόφευκτη την επιβολή ποινής φυλάκισης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο λόγος ήταν, μεταξύ άλλων, το χρονικό διάστημα των 3½ ετών που είχε παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευθύμιου Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 71 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία για εγκληματική επέμβαση κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή προστίμου και εγγύηση. Σύμφωνα με το Εφετείο η επιβληθείσα ποινή δεν αντανακλούσε την σοβαρότητα του αδικήματος. Παρόλα αυτά απέφυγε να επιβάλει ποινή φυλάκισης εις αντικατάσταση της χρηματικής ποινής ένεκα της παρόδου 18 μηνών από την διάπραξη του αδικήματος. Κρίθηκε, ότι δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο να παρεκκλίνει από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για την έλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, της τάξης των 3 ετών και, επομένως, για σημαντική καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 7.11.12 και ορίσθηκε για επίδοση στις 30.11.12. Την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή στην εναντίον του κατηγορία. Την στάση αυτή κράτησε μέχρι τις 14.10.15. Τότε εδυνήθη να αλλάξει απάντηση και να παραδεχθεί ενοχή. Παραμένει, όμως, γεγονός, ότι από την ημέρα διάπραξης του υπό τιμωρία αδικήματος έχει παρέλθει πολύ μεγάλος χρόνος, πέραν των 6 ετών, παράμετρος, που, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του». Το σημαντικότερο δε είναι ότι προ ενός έτους και μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα ο Κατηγορούμενος αρραβωνιάστηκε. Ο αρραβώνας του Κατηγορούμενου αποτελεί γεγονός, το οποίο πρέπει να έχει σηματοδοτήσει και την μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών. Αυτό, ακριβώς, το γεγονός θεωρώ πως είναι στενά συνυφασμένο με τον χρόνο, ο οποίος, καθώς έχει ενωρίτερα αναφερθεί, αποτελεί παράγοντα που προσμετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το πιο πάνω μεταγενέστερο γεγονός, το οποίο ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου θεωρώ ότι αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά την έλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος αντενδείκνυται υπό τις περιστάσεις ως μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ελαφρυντικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα του σε τέτοια έκταση και βαθμό ώστε να μην κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο σκοπός του νόμου μπορεί να ικανοποιηθεί με την επιβολή της κατάλληλης χρηματικής ποινής. Όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο έχω κατά νου την επίσης σαφώς νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική διαδικασία και που διατάσσεται να πληρώσει ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ο λόγος είναι γιατί αυτά δεν σχετίζονται με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου που αποτελεί το υπόβαθρο της ποινικής διαδικασίας, αλλά είναι η δαπάνη στην οποία υποβάλλεται το δημόσιο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εις βάρος του υπόθεση (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194). Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου Ευρώ 700,00 σεντ. Ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται, επίσης, σε Ευρώ 120,00 σεντ έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Κλεπταποδοχή Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο