← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Roman Iambarsov κ.α., Aρ. Υπόθεσης 8197/15, 8/10/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Roman Iambarsov κ.α., Aρ. Υπόθεσης 8197/15, 8/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B117 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 8197/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - ν -

  1. Roman Iambarsov, από την Ρωσία
  2. Kirill Komarov, από την Ρωσία
  3. Andrei Kostromin, από την Ρωσία Ημερομηνία: 8.10.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Κατηγορούμενοι 1-3: παρόντες Για τους Κατηγορούμενους 1-3: κα Κ. Σταύρου Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής σε κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331-333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση του άρθρου 35 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και της απόπειρας εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στην Πάφο και την Λεμεσό κατά την 2.9.15 και 3.9.
  4. Μεγάλος αριθμός κατηγοριών διακόπηκε με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να αντιμετωπίζουν 47 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, 2 κατηγορίες για πλαστοπροσωπία, 8 κατηγορίες για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και 39 κατηγορίες για απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Τα γεγονότα, όπως αυτά εύστοχα εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και όπως προκύπτουν από το κατηγορητήριο δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Τα έχω κατά νου και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω. Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε κατ' αρχή το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάσθηκε για τους Κατηγορούμενους κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου. Από τις εν λόγω εκθέσεις προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο πρώτος Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 20 ετών και άγαμος. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος και η μητέρα του είναι μεγάλης ηλικίας και χρήζει φροντίδας. Είναι τριτοετής φοιτητής κολλεγίου στην χώρα του του κλάδου Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές του εργάζεται ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο. Ως εκ της πιο πάνω εργασίας λαμβάνει μισθό ύψους Ευρώ 230,00 σεντ μηνιαίως. Δεν έχει χρέη. Από την άλλη, δεν έχει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ούτε αποταμιεύσεις. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 20 ετών και άγαμος. Προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν ηλικίας 5 ετών. Την φύλαξή του ανέλαβε η μητέρα του η οποία εργάζεται ως νοσηλεύτρια. Με τον πατέρα του, ο οποίος σήμερα δεν εργάζεται, διατηρεί τακτική επικοινωνία. Είναι δευτεροετής φοιτητής πανεπιστημίου στην χώρα του του κλάδου Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές του εργάζεται ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο. Ως εκ της πιο πάνω εργασίας λαμβάνει μισθό ύψους Ευρώ 230,00 σεντ μηνιαίως. Δεν έχει χρέη. Από την άλλη, δεν έχει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ούτε αποταμιεύσεις. Ο τρίτος Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και άγαμος. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του είναι συνταξιούχοι. Φοίτησε στο σχολείο για 9 χρόνια. Ακολούθως, εργάσθηκε σε εργοστάσιο κοπής δέντρων για 5 χρόνια και έπειτα ανέλαβε εργασία ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο. Παράλληλα εργάζεται τις απογευματινές ώρες σε internet καφέ. Το εισόδημά του ανέρχεται σε Ευρώ 350,00 σεντ μηνιαίως. Δεν έχει χρέη. Από την άλλη, δεν έχει περιουσία, κινητή ή ακίνητη, ούτε αποταμιεύσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων στα πλαίσια της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, ως ελαφρυντικά την άμεση παραδοχή των πελατών της στο Δικαστήριο καθώς και το νεαρό της ηλικίας τους. Υπέδειξε, επίσης, ότι οι Κατηγορούμενοι μετά την σύλληψή τους αισθάνθηκαν ένταση και ανησυχία σε βαθμό που διαταράχθηκε ο ύπνος τους και χρειάσθηκε να τους χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή. Επισήμανε, επίσης, ότι δεν ενέστησαν στα αιτήματα προσωποκράτησης της Αστυνομίας εναντίον τους τόσο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όσο και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως αποτέλεσμα των οποίων ήταν να διαταχθεί η κράτησή τους για συνολική περίοδο 11 ημερών. Επισήμανε ότι οι Κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση από τις 3.9.15, ημερομηνία κατά την οποία συνελήφθηκαν δυνάμει εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μέχρι σήμερα ως κατηγορούμενοι πλέον στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε η κράτησή τους στην οποία, σημειωτέον, δεν ενέστησαν. Αναφερόμενη στις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορούμενων η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης υπέδειξε ότι είναι και οι τρεις φοιτητές σε Πανεπιστήμιο της Ρωσίας. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 είναι τριτοετείς και στο τελευταίο έτος της φοίτησής τους, ενώ ο δεύτερος Κατηγορούμενος είναι δευτεροετής. Η διάρκεια της φοίτησης είναι και για τους τρεις Κατηγορούμενους τρία χρόνια. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παράλληλα με το Πανεπιστήμιο εργάζονται με μερική απασχόληση ως βοηθοί δικηγόρου και από την εργασία αυτή λαμβάνουν ως μισθό το ποσό των Ευρώ 230,00 σεντ μηνιαίως. Ο τρίτος Κατηγορούμενος παράλληλα με το Πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά με μερική φοίτηση εργάζεται σε internet καφέ και κερδίζει Ευρώ 350,00 σεντ μηνιαίως. Λόγω της μεγάλης απόστασης μεταξύ του πατρικού του σπιτιού και του Πανεπιστημίου στο οποίο φοιτά διαμένει με την 92χρονη γιαγιά του στο σπίτι της τελευταίας την οποία και φροντίζει. Αναφερόμενη στην οικονομική κατάσταση της οικογένειας των Κατηγορούμενων η ευπαίδευτη συνήγορός τους υπέδειξε ότι τα χρήματα που χρειάσθηκαν για τα έξοδα των Κατηγορούμενων κατά το χρονικό διάστημα που αυτοί τελούν υπό κράτηση από της σύλληψής τους μέχρι σήμερα και αυτά που χρειάσθηκαν να καταβληθούν προς αποζημίωση εξευρέθηκαν αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 κατά το μεγαλύτερο μέρος από το φιλικό τους περιβάλλον. Σε κάποιο δε βαθμό συνέβαλε και η οικογένειά τους. Αναφορικά δε με τον τρίτο Κατηγορούμενο η ευπαίδευτη συνήγορος ανέφερε ότι η οικογένειά του αντιμετωπίζει πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και ότι τα προαναφερόμενα χρήματα λήφθηκαν μέσω του φιλικού του περιβάλλοντος από την Ρωσία από δάνειο που ο Κατηγορούμενος 3 έκανε για τις σπουδές του. Αναφερόμενη στις συνθήκες διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος υπέδειξε τα ακόλουθα. Προτού ξεκινήσει το νέο ακαδημαϊκό έτος οι Κατηγορούμενοι αποφάσισαν να έρθουν στην Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές και επέλεξαν προς τούτο την Λεμεσό. Το πρώτο βράδυ της διαμονής τους και στα πλαίσια εξόδου τους συνάντησαν κάποιο Αλή από το Αζερμπαϊζάν ο οποίος τους προσέγγισε και τους πούλησε τις πλαστές πιστωτικές κάρτες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έναντι του ποσού των Ευρώ 500,00 σεντ. Οι Κατηγορούμενοι έκαναν από κοινού χρήση των καρτών αυτών ενεργώντας επιπόλαια και υπό το κράτος της απερισκεψίας που χαρακτηρίζει το νεαρό της ηλικίας τους. Υπέδειξε, επίσης, ως ελαφρυντικά στοιχεία τα ακόλουθα: το μικρό ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία των αγαθών που οι Κατηγορούμενοι εξασφάλισαν μέσω της κυκλοφορίας των καρτών το ότι οι καταστηματάρχες αποζημιώθηκαν πλήρως από την JCC το ότι οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε πλήρη αποζημίωση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα έκαστος των Κατηγορούμενων κατέβαλε ποσό ύψους Ευρώ 677,10 σεντ συμπληρώνοντας, έτσι, την συνολική αξία των αγαθών που αυτοί απέσπασαν από κοινού. Σχετικές αποδείξεις βρίσκονται καταχωρημένες στον φάκελο της υπόθεσης το ότι τα αγαθά που εξασφάλισαν είναι αντικείμενα που κάθε άτομο της ηλικίας των Κατηγορούμενων θα επιθυμούσε να έχει ή αποκτήσει. Και τέλος ότι στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Ερχόμενοι στην Κύπρο οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να παρανομήσουν ούτε και να προκαλέσουν αναστάτωση. Συναφώς δεν είναι αυτοί τα πρόσωπα που κατήρτισαν τις πλαστές πιστωτικές κάρτες. Εισηγήθηκε ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διαταχθεί αναστολή ποινής φυλάκισης που ενδεχομένως επιβληθεί στους Κατηγορούμενους από το Δικαστήριο. Αυτοί είναι κυρίως και χωρίς να παραγνωρίζεται οποιαδήποτε άλλη σχετική παράμετρος το νεαρό της ηλικίας τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο και ο επηρεασμός από ενδεχόμενη άμεση ποινή φυλάκισης της φοίτησής τους στο Πανεπιστήμιο. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται αρκετά σοβαρά, αφού αυτά τιμωρούνται ως ακολούθως: το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστής πιστωτικής κάρτας με ποινή φυλάκισης 14 ετών, το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 σεντ ή και με τις δύο αυτές ποινές και τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της απόπειρας εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις με ποινή φυλάκισης 5 ετών. Όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα συνιστούν κακουργήματα εκτός από το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας που συνιστά πλημμέλημα. Σημειώνεται, ότι είναι σαφώς νομολογημένο, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις, οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή την ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να δύναται, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν, να επιβάλει ακόμη και το ανώτατο όριο της ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (Βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR 311, Attorney-General of the Republic v. Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Η σοβαρότητα του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου υπογραμμίζεται μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο σε σειρά αποφάσεών του επισημαίνει ότι η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος έγκειται στο στοιχείο της απάτης και της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Σχετικές είναι, επίσης, οι υποθέσεις Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200. Κατά κανόνα αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου συνδυάζονται ή συνυπάρχουν με αδικήματα πλαστογραφίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτει άμεσα η ανάγκη επιβολής σοβαρών και αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη, η οποία είναι απαραίτητη για την λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Θεώρηση της Νομολογίας καταδεικνύει σαφώς ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορίες κλοπής υλικού διαβιβαζόμενου ταχυδρομικώς, πλαστογραφίας τραπεζικής επιταγής, κυκλοφορίας πλαστογραφημένης επιταγής, και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Σημειώνεται ότι το άρθρο 336 του Κεφ, 154, όπως τροποποιήθηκε, κατατάσσει την επιταγή στην ίδια κατηγορία από άποψης σοβαρότητας με την πιστωτική κάρτα εξομοιώνοντας την προβλεπόμενη ποινή σε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης με την συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 14, 15, 15 και 12 μηνών αντίστοιχα. Επιπρόσθετα ενεργοποίησε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή 3 ετών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα σε άλλη υπόθεση που αφορούσε παρόμοια αδικήματα. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη μετά από αίτημα του εφεσείοντα και συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής μια εκκρεμούσα υπόθεση παρόμοιας φύσης. Αφορούσε κλοπή τραπεζικής επιταγής, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας και απόσπασης διά ψευδών παραστάσεων του χρηματικού ποσού των Λ.Κ.200,00 σεντ. Στην κυρίως υπόθεση ο εφεσείων έκλεψε την τραπεζική επιταγή, η οποία είχε διαβιβασθεί στην παραπονούμενη, ακολούθως, την πλαστογράφησε, την κυκλοφόρησε και απέσπασε από ΣΠΕ το ποσό των Λ.Κ.384,75 σεντ που αναγραφόταν σε αυτή. Ο εφεσείων δεν είχε αποζημιώσει τις παραπονούμενες τόσο στην κυρίως υπόθεση όσο και στην εκκρεμούσα υπόθεση που λήφθηκε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Βαρυνόταν, επίσης, με μια προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα στα οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Είναι αυτή στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ενεργοποίησε την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών. Το Εφετείο τονίζοντας την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτής της μορφής επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές αν και τις χαρακτήρισε ως επιεικείς παρά τις δύσκολες, όπως τις χαρακτήρισε, οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής. Η πλαστογραφία αφορούσε επιταγές τις οποίες ο εφεσίβλητος έκλεβε από τα γραμματοκιβώτια ατόμων που λάμβαναν συντάξεις ή δημόσια βοηθήματα. Αφού τις πλαστογραφούσε τις χρησιμοποιούσε για να αγοράζει διάφορα εμπορεύματα. Το ύψος αυτής της παράνομης δραστηριότητας του σε δικό του οικονομικό όφελος ανήλθε στις Λ.Κ.2.422,00 σεντ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη αφού προηγουμένως το ζήτησε ο εφεσίβλητος και άλλες 21 υποθέσεις που εκκρεμούσαν σε βάρος του παρόμοιας φύσης, οι οποίες αφορούσαν ποσό Λ.Κ.5.000,00 σεντ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Το Εφετείο τονίζοντας με έμφαση ότι αδικήματα αυτής της φύσης δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό διαφορετικά το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πληγεί με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου αύξησε τις ποινές σε 3 έτη για τις κατηγορίες της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας και 2 έτη για τις κατηγορίες της απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στην υπόθεση Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482 ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα για τα αδικήματα της πλαστογραφίας επιταγής και κυκλοφορίας της πλαστής επιταγής και 12 μηνών για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο καθόλα δικαιολογημένες. Στην επιμέτρηση της ποινής διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο για τον πρωτόδικο Δικαστή η άμεση παραδοχή του εφεσείοντα καθώς και η συνεργασία του με την Αστυνομία. Στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται έτι περισσότερο από τον συστηματικό ρυθμό με τον οποίο αυτά διαπράχθηκαν. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τους Κατηγορούμενους και ανάλογο θα πρέπει να είναι το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή. Συγκεκριμένα εντός 2 ημερών οι Κατηγορούμενοι προέβηκαν σε κυκλοφορία πλαστού εγγράφου σε 47 περιπτώσεις, σε εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις σε 8 περιπτώσεις και σε απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις σε 39 περιπτώσεις. Επίσης, η εγκληματική δράση των Κατηγορούμενων δεν περιορίσθηκε στην πόλη της Πάφου, αλλά επεκτάθηκε και στην πόλη της Λεμεσού. Δεν είναι δε υπερβολή να λεχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι ενήργησαν χωρίς φραγμό. Η συμπεριφορά τους μόνο αισθήματα θλίψης και απογοήτευσης μπορεί να προκαλέσει. Οι πράξεις των Κατηγορούμενων καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία, αλλά και στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η συμπεριφορά που οι Κατηγορούμενοι επέδειξαν καθιστά αναγκαία και προεξέχουσας υπό τις περιστάσεις σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την εγκληματική τους συμπεριφορά. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό. Η σοβαρότητα του αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτών στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως, χαρακτηριστικά, λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων καθώς και την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος με δεδομένο το πολυάριθμο σε κατηγορίες κατηγορητήριο. Σημειώνεται, επίσης, ότι ελαφρυντικό στοιχείο είναι και το ότι η αξία των αγαθών που αποσπάσθηκαν από τους Κατηγορούμενους καθώς και η αξία των αγαθών που επιχειρήθηκαν να αποσπασθούν δεν είναι μεγάλες. Συγκεκριμένα η αξία των αγαθών που αποσπάσθηκαν από τους Κατηγορούμενους ανέρχεται σύμφωνα με τους αριθμητικούς μου υπολογισμούς σε Ευρώ 2.031,30 σεντ. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ελλείπει το στοιχείο του προσχεδιασμού καθώς και το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε αποζημίωση των παραπονουμένων χωρίς να μου διαφεύγει ότι ως είναι σαφώς νομολογημένο στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων, όπως είναι τα υπό τιμωρία, η αποζημίωση του θύματος δεν αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(2003)2 ΑΑΔ 50. Στην τελευταία λέχθηκε, ότι η αποζημίωση του θύματος μπορεί μεν να αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, δεν αποκτά, όμως, κυριαρχική σημασία στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες των Κατηγορούμενων όπως αυτές περιγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Αναφορικά με τις επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στις σπουδές των Κατηγορούμενων αναφέρονται τα ακόλουθα. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην οικογένεια ή την επαγγελματική πορεία και, γενικότερα, την ζωή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 328 και Araxie Krikor Parekian v. The Republic
(1987)2 CLR 223). Είμαι διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου την φοιτητική ιδιότητα των Κατηγορούμενων και ως ελαφρυντικό το ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής φυλάκισης αναπόφευκτα θα έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή των σπουδών των Κατηγορούμενων ή την ολοκλήρωση τους με καθυστέρηση. Όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι δεν υποδείχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης οι Κατηγορούμενοι διατρέχουν τον κίνδυνο να τους απαγορευθεί η ολοκλήρωση των σπουδών τους στα Πανεπιστήμια όπου φοιτούν. Στην δήλωση δε της συνηγόρου των Κατηγορούμενων ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκιση πιθανόν οι Κατηγορούμενοι να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτοί σε οποιοδήποτε Πανεπιστήμιο της χώρας τους λίγη αν όχι μηδαμινή σημασία θα πρέπει να προσδοθεί. Και αυτό γιατί με την εν λόγω δήλωση δεν προβάλλεται κάποια θέση αφού αυτή διατυπώθηκε ως μια πιθανότητα και χωρίς να αναφερθούν οι παράμετροι εκείνες που θα την καθιστούσαν πειστική και ως βαρύνουσας σημασίας. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας των Κατηγορούμενων. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Επίσης, στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», που πιο πάνω μνημονεύεται, αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 εκφράσθηκε και η άποψη ότι αν και δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα στα αρχικά, δηλαδή, στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς τους, να στερηθούν της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή, σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί από ό,τι ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Με την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του φτάνει να κάνει τις ορθές επιλογές. Ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να αντιμετωπίσει ένα νεαρό παραβάτη με ποινή φυλάκισης αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή. Αναφέρεται ενδεικτικά και μόνο της προσέγγισης της Νομολογίας στο θέμα αυτό ότι στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, που πιο πάνω μνημονεύεται, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους εφεσείοντες ηλικίας 19 και 23 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Ενδεικτικά αναφέρονται και οι υποθέσεις Panicos Menelaou v. R
(1971)2 CLR 146, Costakis Michael Christofi v. P
(1971)2 CLR 216, Antoniou v. P
(1975)7 JSC 986 και Christos Charalambous Savvides v. The Republic
(1988)2 CLR 51. Στην πρώτη υπόθεση οι κατηγορούμενοι ήταν ηλικίας 17 και 18 ετών και αντιμετώπιζαν το αδίκημα της απόπειρας ένοπλης ληστείας. Στην δεύτερη υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 22 ετών με ποινικό μητρώο και αντιμετώπιζε το αδίκημα της διάρρηξης γραφείου και κλοπής. Στην τρίτη υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 15 ετών και αντιμετώπιζε την κατηγορία της επίθεσης εναντίον της άρρωστης μητέρας του. Στην τελευταία υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 17 ½ ετών και αντιμετώπιζε το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκαν κατ' έφεση ως θέμα αρχής. Τα ελαφρυντικά των Κατηγορούμενων δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της εν γένει σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, αλλά και της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά τους καθώς επίσης οι συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Αποτιμώντας, λοιπόν, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τους Κατηγορούμενους ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το νεαρό της ηλικίας των Κατηγορούμενων δεν μπορεί να αποτελέσει παράμετρο καθοριστική για την επιλογή του τύπου της ποινής. Με δεδομένη την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων κρίνω ότι υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων περισσότερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στον παράγοντα προστασία της κοινωνίας παρά στην αναμόρφωση των Κατηγορούμενων χωρίς ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται και η τελευταία παράμετρος (Βλ. Oner Arif Akkarkili v. The Republic
(1987)2 CLR 125). Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνακόλουθα επιβάλλω στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Σε έκαστη των κατηγοριών 4, 10, 16, 22, 28, 34, 40, 46, 55-58, 67, 72, 78-80, 86, 93-96, 106-109, 116-117, 122, 126, 131-132, 139-141, 149-151, 157, 163-164, 170-171, 178-180 και 186 ποινής φυλάκισης 2 ετών σε έκαστο των Κατηγορούμενων 1-3 Σε έκαστη των κατηγοριών 5, 11, 17, 23, 29, 73, 81 και 87 ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε έκαστο των Κατηγορούμενων 1-3 Σε έκαστη των κατηγοριών 6 και 12 ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε έκαστο των Κατηγορούμενων 1-3 Σε έκαστη των κατηγοριών 35, 41, 47, 59-62, 68, 82-83, 97-100, 110-112, 118-119, 123, 127, 133-134, 142-144, 152-154, 158-159, 165-166, 172-173, 181-183 και 187 ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε έκαστο των Κατηγορούμενων 1-3. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στους Κατηγορούμενους, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο τους. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Το θέμα της αναστολής με προβλημάτισε σοβαρά. Σε βασανιστικό θα έλεγα βαθμό. Κρίνω δε σκόπιμο να επικεντρωθώ σε ό,τι κατά την κρίση μου συνιστά την πεμπτουσία της υπόθεσης καταλήγοντας στα ακόλουθα. Οι Κατηγορούμενοι αναμφίβολα δελεάσθηκαν από την προσφορά του αλλοδαπού που τους προσέγγισε και παραδόθηκαν χωρίς ενδοιασμό αλλά και με μανία, θα μπορούσε κάποιος να πει, στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Ενδεικτικός είναι ο αριθμός των περιπτώσεων κατά τις οποίες εξασφάλισαν αγαθά και ο ακόμα πολύ μεγαλύτερος αριθμός των περιπτώσεων κατά τις οποίες αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν και άλλα. Το νεαρό της ηλικίας τους, προδήλως, συνέβαλε στο να μην προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση στα δελεαστικά οφέλη που μέσω της παρανομίας οι Κατηγορούμενοι μπορούσαν να αποκομίσουν. Μείωσε τις αντιστάσεις τους με αποτέλεσμα να αφεθούν στην εύκολη λύση που τους παρουσιάσθηκε την οποία βρήκαν ως το μέσο για να καλύψουν τις ανάγκες τους τις οποίες, προδήλως, η οικονομική κατάσταση των οικογενειών τους, σύμφωνα και με όσα στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται, δεν μπορούσε να καλύψει. Ενδεικτικό τούτου είναι τα είδη των αγαθών που εξασφάλισαν και που συμφωνώντας με την ευπαίδευτη συνήγορό τους είναι πράγματα που κάθε άτομο της ηλικίας τους θα ήθελε να αποκτήσει. Ό,τι δε χαρακτηρίζει τις πράξεις των Κατηγορούμενων είναι η επιπολαιότητα και η απερισκεψία, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις ηλικίες τους και η οποία, όμως, ταυτόχρονα ελαφρύνει την σοβαρότητα των πράξεών τους. Δεν είναι με τον ίδιο φακό που αντιμετωπίζονται ή που πρέπει να αντιμετωπίζονται οι νεαροί παραβάτες σε σύγκριση με τους παραβάτες που είναι ώριμοι σε ηλικία. Δεν μπορεί να αναμένεται από τους πρώτους η επίδειξη του ίδιου βαθμού σοβαρότητας και υπευθυνότητας στις πράξεις και την συμπεριφορά τους από ό,τι σε άτομα που στερούνται του πιο πάνω ελαφρυντικού. Αλλιώς σκέφτεται ο νεαρός παραβάτης και αλλιώς αναμένεται να σκέφτεται ο ώριμος σε ηλικία παραβάτης. Επίσης, άλλες είναι οι αντιστάσεις του πρώτου και άλλες οφείλουν να είναι οι αντιστάσεις του δεύτερου. Ο δελεασμός ήταν μεγάλος για τους νεαρούς Κατηγορούμενους με δεδομένη και την οικονομική τους κατάσταση. Μπροστά στα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι Κατηγορούμενοι δεν αναλογίσθηκαν τις συνέπειες των πράξεών τους αλλά και τις επιπτώσεις τους στην έννομη τάξη και γενικότερα την κοινωνία και ενήργησαν χωρίς φραγμό. Εδώ έγκειται η επιπολαιότητα και η απερισκεψία που χαρακτηρίζει τις πράξεις τους. Το νεαρό της ηλικίας εξανέμισε κάθε ανάγκη για αντίσταση για σκοπούς προστασίας της κοινωνίας. Οι Κατηγορούμενοι αναλογίσθηκαν την σοβαρότητα των πράξεών τους με την σύλληψή τους. Τότε αναλογίσθηκαν τις επιπτώσεις που θα είχε στη ζωή τους η προσαγωγή τους στο Δικαστήριο. Τότε κλονίσθηκαν με αποτέλεσμα να χάσουν την ηρεμία και τον ύπνο τους σε βαθμό που ενώ τελούσαν υπό κράτηση να γίνουν δέκτες φαρμακευτικής αγωγής από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Η αβεβαιότητα για την τύχη τους σε Δικαστήριο μιας ξένης χώρας χωρίς την ηθική υποστήριξη και μακριά από τους δικούς τους ανθρώπους, ο αριθμός των ημερών που τέλεσαν υπό κράτηση - 35 - ο βαθμός δυσκολίας στην εξεύρεση χρημάτων για την κάλυψη των εξόδων τους κατά την πιο πάνω περίοδο και ο βαθμός δυσκολίας στην εξεύρεση χρημάτων για την αποζημίωση των θυμάτων τους αναμφίβολα προκάλεσαν σε αυτούς αγωνία και ταλαιπωρία. Αυτή η αγωνία και ταλαιπωρία η οποία εκπηγάζει από τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν φρονώ πως θα αποτελέσει μάθημα για τους Κατηγορούμενους και σε αυτό προσβλέπει το Δικαστήριο για την μετέπειτα ζωή τους. Οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται στα αρχικά στάδια της ζωής τους. Άμεση ποινή φυλάκισης θεωρώ πως δεν θα εξυπηρετούσε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και θα ήταν ιδιαίτερα επαχθής. Τα Δικαστήρια οφείλουν και έχουν καθήκον να εφαρμόζουν την μακροθυμία τους στις κατάλληλες περιπτώσεις. Μια από αυτές τις περιπτώσεις φρονώ πως είναι και η παρούσα υπόθεση η οποία υπό το φως των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν αναδύεται λιγότερο σοβαρή από ό,τι εκ πρώτης όψεως αναδύεται από το κατηγορητήριο στην όψη του παρά τον πολύ μεγάλο αριθμό των κατηγοριών. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο μεγάλος αριθμός των κατηγοριών υποχωρεί σε σημασία μπροστά στο νεαρό της ηλικίας των Κατηγορούμενων, την επιπολαιότητα με την οποία ενήργησαν ως απότοκο αυτού και την μεταμέλεια τους όπως αυτή προκύπτει μέσα από την παραδοχή τους στο Δικαστήριο και την αποζημίωση των θυμάτων τους. Τα πιο πάνω στοιχεία καθώς και το ότι οι Κατηγορούμενοι είναι φοιτητές αναδύονται ταυτόχρονα και ως λόγοι ικανοποιητικοί για να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα σε αυτούς, ώστε, μεταξύ άλλων, οι Κατηγορούμενοι να μπορέσουν να συνεχίσουν εκτός φυλακών την ζωή τους και απρόσκοπτα τις σπουδές τους στην χώρα τους. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στους Κατηγορούμενους μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξουν εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσουν ξανά. Από τους ίδιους εξαρτάται βέβαια να αρπάξουν αυτή την ευκαιρία που σήμερα τους δίδεται για να μην διαπράξουν οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στους Κατηγορούμενους 1-3 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα αντικείμενα που αποσπάσθηκαν από τους Κατηγορούμενους να επιστραφούν στους ίδιους. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής να επιστραφεί αφού προηγουμένως αυτός ελεγχθεί για παράνομο λογισμικό, σε τέτοια δε περίπτωση αυτός να επιστραφεί αφού το παράνομο λογισμικό αφαιρεθεί. Οι πέντε κάρτες Mastercard και οι πλαστές πιστωτικές κάρτες να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Όλα τα υπόλοιπα τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Επεξηγούνται στους Κατηγορούμενους 1-3 το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινή - Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, Εξασφάλιση αγαθών και Απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις Subject: Criminal / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.