← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Anatoli Borislavov Todorov κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8729/15, 19/10/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Anatoli Borislavov Todorov κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8729/15, 19/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8729/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - v -

  1. Anatoli Borislavov Todorov
  2. Nikolay Krastev Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 19.10.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Λεμονάρη) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο πρώτος Κατηγορούμενος, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (πρώτη κατηγορία), της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (δεύτερη κατηγορία), της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση του άρθρου 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τρίτη κατηγορία) και της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 243, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (τέταρτη κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30.9.
  3. Την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απάντηση στις 14.10.15 και διέταξε την κράτησή του μέχρι τότε κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής προς την πιο πάνω κατεύθυνση στο οποίο ο Κατηγορούμενος συγκατατέθηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του επιφυλάχθηκε δε να ενστεί στο αίτημα σε μεταγενέστερο στάδιο. Στις 14.10.15 ο Κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση αναφορικά με το θέμα της κράτησης στις 16.10.
  4. Ένεκα του ογκώδους μαρτυρικού υλικού και των ζητημάτων που ηγέρθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία σε σχέση με αυτό η απόφαση επιφυλάχθηκε για σήμερα. Σημειώνεται ότι ο δεύτερος Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Έρεισμα για το αίτημα αποτελεί σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο κίνδυνος μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου κατά την ημέρα της δίκης του. Προς υποστήριξη του αιτήματος η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρα τον Α/Αστ 2495, Ανδρόνικο Τσαππή, ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης σε φάκελο ο οποίο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  5. Η μαρτυρία του μάρτυρα αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με τον τελευταίο από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με την διάπραξη κανενός εκ των αδικημάτων με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο καταδίκης του σε αυτά να μην είναι ορατό. Υποστηρίχθηκε, επίσης, ότι οι δεσμοί του Κατηγορούμενου με την Δημοκρατία είναι ισχυροί σε βαθμό που το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να φυγοδικήσει δεν είναι υπαρκτό. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 όπου έγινε ανασκόπηση της Νομολογίας υποστηρίχθηκε πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων (Βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50). Αναφορικά με τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου την ημέρα της δίκης του έχω αναφέρονται τα ακόλουθα. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Όλα τα πιο πάνω προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Τέλος, στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορούμενου ή αν θα πρέπει αυτός να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά αδικήματα με πιο σοβαρά αυτά της ληστείας και της συνωμοσίας προς διάπραξη ληστείας. Τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 14 ετών και 7 ετών αντίστοιχα και αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρές ποινές από τα Δικαστήρια. Το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών και της συνωμοσίας προς διάπραξή του με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 σεντ ή και τις δύο ποινές. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Νομολογία κατέδειξε ότι η αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991))). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 λέχθηκε ότι είναι σταθερά νομολογημένο ότι ο κίνδυνος να μην εμφανισθεί ο κατηγορούμενος εκτιμάται κατ' εξοχήν όχι μόνο με αναφορά στην φύση του αδικήματος και το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής αλλά και την πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η τελευταία ένδειξη λέχθηκε στην ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα (Βλ., επίσης, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45). Επίσης, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων συνεκτιμάται και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση (Βλ., επίσης, Savva and Another (No. 2) v. The Police
(1977)2 CLR 446). Το μαρτυρικό υλικό στην βάση του οποίου αποφασίζεται η πιθανότητα καταδίκης εξετάζεται μόνο στην όψη του και δεν αναμένεται να εξαχθεί από αυτό οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστόδουλος Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 54 και πιο κάτω παρατίθενται: «Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις. Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος - (βλ. Ευριπίδου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423)». Θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ' αρχής ότι το μαρτυρικό υλικό, το οποίο έχω διέλθει στο σύνολό του και με πολλή προσοχή, κρινόμενο στην όψη του και μόνο δεν καθιστά ορατό το ενδεχόμενο καταδίκης και δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να εμπλέκει είτε από μόνη της, είτε σωρευτικά ιδωμένη τον Κατηγορούμενο είτε με την επίδικη ληστεία, είτε με την επίδικη επίθεση εναντίον του θύματος. Αλλά ούτε και με την συνωμοσία για επίθεση εναντίον του συγκεκριμένου θύματος. Επίσης, από το μαρτυρικό υλικό δεν αναδύεται οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με συνέργεια στα αδικήματα της ληστείας ή της επίθεσης. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο από τις ληφθείσες καταθέσεις και το ευρύτερο μαρτυρικό υλικό να κάνω συνοπτική αναφορά στα νευραλγικά κατά την κρίση μου για το υπό συζήτηση ζήτημα σημεία. Το θύμα - Ανδρέας Νεοφυτίδης - ενώ στην πρώτη του γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 17.8.15 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που διέπραξε την ληστεία στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 27.8.15 αναίρεσε την πιο πάνω δήλωσή του αναγνωρίζοντας εν τέλει ως το πρόσωπο που διέπραξε την ληστεία τον δεύτερο Κατηγορούμενο. Για τον Κατηγορούμενο ανέφερε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που την ίδια ημέρα και λίγα λεπτά προηγουμένως είχε εισέλθει εντός του καταστήματός του και ζήτησε να αγοράσει δύο βίδες. Όσον αφορά την μαρτυρία του Χριστόδουλου Χριστοφόρου αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που κατά τον ουσιώδη χρόνο είδε να περπατά γρήγορα επί της οδού Ονούφριου Κληρίδη και να εισέρχεται στον χώρο στάθμευσης των γραφείων του Δημαρχείου. Στην γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 17.8.15 ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μερικά λεπτά αργότερα ο μάρτυρας είδε το θύμα, του οποίου το κατάστημα αποστολής χρημάτων βρίσκεται στην γωνία των οδών Ονούφριου Κληρίδη και Λεωφόρου Ελλάδος, να στέκεται αναστατωμένος επί της πρώτης οδού. Το θύμα ανέφερε τα τεκταινόμενα στον μάρτυρα ο οποίος στην συνέχεια και θεωρώντας ότι ο δράστης ήταν το πρόσωπο εκείνο που λίγα λεπτά προηγουμένως είχε δει να περπατά γρήγορα έτρεξε προς την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει ο τελευταίος χωρίς, όμως, να καταφέρει να τον εντοπίσει. Σε συμπληρωματική γραπτή του κατάθεση ιδίας ημερομηνίας ο μάρτυρας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι την στιγμή που ο μάρτυρας είδε το άγνωστο πρόσωπο να τρέχει είδε και το θύμα να τρέχει από πίσω του και να του φωνάζει να του επιστρέψει τα χρήματα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πιο πάνω πρόσωπο, μεταξύ άλλων, από το τατουάζ του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα το άγνωστο εκείνο πρόσωπο έφερε μεγάλο τατουάζ στην δεξιά ωμοπλάτη. Μεγάλο, όμως, τατουάζ στην δεξιά ωμοπλάτη έφερε ο δεύτερος Κατηγορούμενος σύμφωνα με την ανακριτική κατάθεση του τελευταίου ημερομηνίας 26.8.
  1. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει τατουάζ μόνο στην δεξιά του ωμοπλάτη, αλλά σύμφωνα με την ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 17.8.15 σχεδόν σε όλο του το σώμα. Ερωτηθείς αν το ίδιο λάθος που είχε κάνει και το θύμα ως προς την αναγνώριση του δράστη υποδεικνύοντας αρχικά τον Κατηγορούμενο ως τέτοιο έκανε και ο Χριστοφόρου ο μάρτυρας ανέφερε ότι με την σύλληψη του δεύτερου Κατηγορούμενου που ακολούθησε αυτή του Κατηγορούμενου έγινε προσπάθεια να κληθεί ο Χριστοφόρου για να δει τον δεύτερο Κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου και να προβεί σε εκ νέου αναγνώριση πλην όμως αυτός δεν εντοπίσθηκε. Η έλλειψη δυνατότητας σύμφωνα με τον μάρτυρα για αναγνώριση από τον μάρτυρα του δεύτερου Κατηγορούμενου καθιστά ασυμπλήρωτη και ενδεχομένως εκ προοιμίου ακροσφαλή την υπό του μάρτυρα γενομένη αναγνώριση αφ' ης στιγμής και δεύτερη αναγνώριση κρίθηκε απαραίτητη από την Αστυνομία. Με γνώμονα δε την αναφορά του μάρτυρα σε τατουάζ του δράστη μόνο στην δεξιά ωμοπλάτη αναδύεται έκδηλο σφάλμα στην πρώτη αναγνώριση που έγινε από τον ίδιο. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 26.8.15 παραδέχθηκε ότι την ληστεία την έκανε μόνος του, ισχυρισμό τον οποίο επαναλαμβάνει, αν και, εν μέρει στην δεύτερη ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 27.8.15 λέγοντας ότι αυτός ήταν που έκλεψε τα Ευρώ 1.300,00 σεντ από το θύμα. Ό,τι μόνο σχετικό στην δεύτερη ανακριτική του κατάθεση αναίρεσε από την πρώτη ήταν τον ισχυρισμό περί άσκησης βίας κατά την κλοπή επί του θύματος. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος προέβη, επίσης, σε υποδείξεις σκηνών. Προεξάρχουσας σημασίας είναι η παραδοχή του κατά τις εν λόγω υποδείξεις ότι διέπραξε την επίδικη κλοπή. Από τον Κατηγορούμενο λήφθηκαν 4 ανακριτικές καταθέσεις. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής ότι από καμία εξ' αυτών δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραδοχή σε σχέση με οποιοδήποτε εκ των τεσσάρων αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 19.8.15 ο Κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής. Κατά τον ουσιώδη χρόνο τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος Κατηγορούμενος στάθηκαν έξω από το κατάστημα του θύματος. Από την πόρτα του καταστήματος ο Κατηγορούμενος ρώτησε το θύμα αν πουλούσε βίδες. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος στεκόταν λίγα μέτρα πιο πίσω από τον Κατηγορούμενο. Το θύμα είπε στον Κατηγορούμενο ότι είχε δουλειά και δεν μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος και ο δεύτερος Κατηγορούμενος απομακρύνθηκαν από το μέρος. Ο Κατηγορούμενος είπε στον δεύτερο Κατηγορούμενο ότι θα πήγαινε σπίτι του και ο δεύτερος Κατηγορούμενος στον Κατηγορούμενο ότι θα πήγαινε να αποστείλει χρήματα. Ο Κατηγορούμενος άρχισε να βαδίζει πεζός προς το σπίτι του χωρίς να δει πού πήγαινε ο δεύτερος Κατηγορούμενος. Σε κάποια στιγμή εισήλθε εντός δημόσιων τουαλέτων. Εξερχόμενος των τουαλέτων τον πλησίασε ο Χριστοφόρου και του ζήτησε να δει την πλάτη του. Κάποιοι Πόντιοι που ήταν εκεί είπαν στον Χριστοφόρου ότι δεν ήταν ο Κατηγορούμενος εκείνος που ο Χριστοφόρου είχε δει να τρέχει, αλλά άλλος τον οποίο και υπέδειξαν στον Χριστοφόρου. Τότε, ο Κατηγορούμενος είδε τον δεύτερο Κατηγορούμενο να τρέχει προς την αυλή ενός σχολείου χωρίς να φοράει φανέλα ενώ προηγουμένως φορούσε φανέλα. Στην κατάθεσή του ημερομηνίας 27.8.15 το θύμα ισχυρίσθηκε ότι λίγα λεπτά πριν την ληστεία ο Κατηγορούμενος είχε εισέλθει εντός του καταστήματός του ζητώντας να αγοράσει βίδες. Στην απουσία, όμως, ξεκάθαρης μαρτυρίας από μέρους του θύματος προσδιοριστικής του χρόνου που παρήλθε μεταξύ της εξόδου του Κατηγορούμενου από το κατάστημα και της εισόδου του δεύτερου Κατηγορούμενου στο ίδιο κατάστημα σύμφωνα με την μαρτυρία του ώστε να αποκλεισθεί η δυνατότητα άλλων πελατών να εισέλθουν στο κατάστημα καθώς και στην απουσία μαρτυρίας αναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ των δύο Κατηγορούμενων εντός του χρονικού διαστήματος τούτου κρίνω πως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συνέργεια, αν μπορεί να αποτελέσει συνέργεια ο ενδεχόμενος έλεγχος από μέρους του Κατηγορούμενου του καταστήματος για την μετέπειτα δράση του δεύτερου Κατηγορούμενου με το πεδίο ελεύθερο. Συνέργεια δεν στοιχειοθετείται, επίσης, ούτε από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 19.8.
  2. Όπως ανωτέρω υποδείχθηκε σε αυτήν ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι αφότου ρώτησε το θύμα αν πουλούσε βίδες και το θύμα του είπε ότι ήταν απασχολημένο έφυγε από το μέρος όπως και ο δεύτερος Κατηγορούμενος ακολουθώντας ο καθένας από ένα σημείο και πέρα διαφορετικές πορείες. Δεν μου διαφεύγει ότι στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 26.8.15 ο δεύτερος Κατηγορούμενος επιχειρεί να συνδέσει την παρουσία του Κατηγορούμενου στην ληστεία αναφέροντας ότι εντός του καταστήματος πρώτος εισήλθε ο Κατηγορούμενος και ακολούθως ο ίδιος. Για να προσθέσει, όμως, μετά ότι εισερχόμενος εντός του καταστήματος ο δεύτερος Κατηγορούμενος δεν είδε τον Κατηγορούμενο εντός του καταστήματος - προς έκπληξή του - αλλά μόνο το θύμα. Στο υπόλοιπο δε της κατάθεσής του ο δεύτερος Κατηγορούμενος ουδεμία μνεία κάνει για τον Κατηγορούμενο και καμία απολύτως ενέργεια ή πράξη δεν αποδίδει σε αυτόν κατά την διάπραξη της ληστείας που αμέσως μετά ακολούθησε εντός του καταστήματος. Προβάλλεται δε ως επιστέγασμα στην εν λόγω κατάθεση του δεύτερου Κατηγορούμενου ξεκάθαρα ο ισχυρισμός ότι την κλοπή των Ευρώ 1.300,00 σεντ την έκανε μόνος του ο δεύτερος Κατηγορούμενος. Ενισχυτικά αναφέρεται ότι το θύμα στην δική του κατάθεση δεν αναφέρει ότι κατά την διάπραξη της ληστείας παρών εντός του καταστήματος ήταν και ο Κατηγορούμενος ούτε και ότι ο Κατηγορούμενος ο οποίος σύμφωνα με το θύμα είχε εισέλθει εντός του καταστήματος λίγα λεπτά πριν την είσοδο του δεύτερου Κατηγορούμενου είχε παραμείνει εντός του καταστήματος και βρισκόταν εκεί όταν αργότερα εισήλθε εντός του καταστήματος ο δεύτερος Κατηγορούμενος. Τουναντίον, ό,τι από την κατάθεση του θύματος συνάγεται είναι ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του καταστήματος, ακολούθως βγήκε από αυτό και μετά πάροδο κάποιων λεπτών εισήλθε ο δεύτερος Κατηγορούμενος. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν εμπλέκεται σε ρόλο συνεργού ούτε από τον δεύτερο Κατηγορούμενο, αλλά ούτε και από το θύμα. Συναφώς η μαρτυρία του δεύτερου Κατηγορούμενου αναφορικά με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ταυτίζεται με αυτή του θύματος. Ώστε να προωθείται καν εκδοχή από μέρους του δεύτερου Κατηγορούμενου για ενδεχόμενη συνέργεια του Κατηγορούμενου μετά την έξοδο του Κατηγορούμενου από το κατάστημα και πριν την είσοδο του δεύτερου Κατηγορούμενου σε αυτό. Δεν μου διαφεύγει η μαρτυρία του δεύτερου Κατηγορούμενου ότι από το προϊόν της ληστείας ο εν λόγω Κατηγορούμενος έδωσε στον Κατηγορούμενο το ποσό των Ευρώ 500,00 σεντ. Σημειώνεται ότι την παραλαβή των Ευρώ 500,00 σεντ από τον δεύτερο Κατηγορούμενο την παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 25.8.
  3. Διαφωνώντας με τον μάρτυρα ο οποίος προσέδωσε ιδιαίτερα σημαίνουσα βαρύτητα στο πιο πάνω ισχυρισμό δεν θεωρώ ότι η πληρωμή μέρους του προϊόντος της ληστείας στον Κατηγορούμενο από τον δεύτερο Κατηγορούμενο είναι αρκετή από μόνη της αλλά και σωρευτικά ιδωμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία, η οποία ως ανωτέρω υποδείχθηκε, δεν στοιχειοθετεί συνέργεια από μέρους του Κατηγορούμενου στην ληστεία να συνηγορήσει με συνέργεια από μέρους του Κατηγορούμενου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Τέλος, στην τελευταία ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 26.8.15 δεν προκύπτει ότι για την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος είναι ύποπτος για το αδίκημα της ληστείας. Αλλά ύποπτος για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κλοπής. Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Ό,τι ο δεύτερος Κατηγορούμενος αναφέρει στις ανακριτικές του καταθέσεις είναι ότι συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο να κλέψουν χρήματα από το κατάστημα MoneyGram. Και όχι να ληστέψουν. Συγκεκριμένα στην πρώτη του ανακριτική κατάθεση ημερομηνίας 26.8.15 ο δεύτερος Κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος το πρωί της 17.8.15 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του και του είπε ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να βρουν χρήματα καθότι κανείς τους δεν είχε δουλειά. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος τότε του υπέδειξε το κατάστημα MoneyGram του θύματος. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε το εν λόγω κατάστημα και είπε στον δεύτερο Κατηγορούμενο να προσπαθήσουν να κλέψουν από αυτό. Το δε συμφωνηθέν σχέδιο ήταν το εξής σύμφωνα με τον δεύτερο Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος θα έμπαινε πρώτος μέσα στο κατάστημα MoneyGram με σκοπό να ξεμοναχιάσει το θύμα στο διπλανό κατάστημα όπου πωλούνταν εργαλεία και το οποίο συγκοινωνούσε με εσωτερική πόρτα με το κατάστημα MoneyGram οπότε ο δεύτερος Κατηγορούμενος θα έβρισκε την ευκαιρία να κλέψει από το τελευταίο. Είναι προφανές ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του δεύτερου Κατηγορούμενου η συνωμοσία δεν άπτεται του αδικήματος της ληστείας. Το σχέδιο των Κατηγορούμενων δεν περιλάμβανε την απειλή χρήσης ή την χρήση πραγματικής βίας επί του θύματος. Θεωρώ, όμως, ότι το θέμα δεν σταματά εδώ. Καθότι στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και στην περίπτωση που αυτή γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο το Δικαστήριο θα έχει την ευχέρεια να τροποποιήσει το κατηγορητήριο με την προσθήκη κατηγορίας για συνωμοσία προς διάπραξη του αδικήματος εκείνου που το μαρτυρικό υλικό αναδεικνύει. Στην περίπτωση δε που το Δικαστήριο ήθελε ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς την πιο πάνω κατεύθυνση το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας κρινόμενης στην όψη της και μόνο είναι ορατό (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Διονύση Μανουσαρίδη Και Άλλων
(2001)2 ΑΑΔ 639). Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Πρόκειται περί σοβαρού αδικήματος. Αντιμετωπίζεται δε από τα Δικαστήρια με ποινές τέτοιες που να μην αποτρέπουν την σκέψη από κατηγορούμενο να φυγοδικήσει. Τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία θέτει η Νομολογία συνυπάρχουν. Το Δικαστήριο θα πρέπει τώρα να προχωρήσει στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα έτσι ώστε κατόπιν συνεκτίμησης όλων των δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του Κατηγορούμενου στην βάση του εξεταζόμενου λόγου. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 17.8.15 ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατάγεται από την Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο για πρώτη φορά πριν 8 χρόνια. Πριν 1½ χρόνο έφυγε από την Κύπρο και πήγε στην Βουλγαρία. Επέστρεψε 3 μήνες περίπου πριν την λήψη της εν λόγω κατάθεσής του με την σύζυγό του Ingrida Alunderite από την Λιθουανία και το παιδί τους. Η σύζυγός του βρισκόταν στην Λιθουανία με το παιδί τους. Στη Κύπρο ήρθε για να εργασθεί. Ασχολείται με το τατουάζ. Δεν έχει κατάστημα δικό του. Πηγαίνει με λεωφορείο καθότι δεν διαθέτει αυτοκίνητο από σπίτι σε σπίτι και κάνει τατουάζ. Σύμφωνα με τον μάρτυρα τα εισοδήματα του Κατηγορούμενου από την πιο πάνω εργασία δεν είναι σταθερά. Ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του ο οποίος και υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος έχει δουλειά η οποία του αποφέρει εισόδημα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Ingrida Alunderite δεν είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου, αλλά η συμβία του, κάτι το οποίο είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση. Σύμφωνα με την κατάθεση της Ingrida Alunderite αυτή και ο Κατηγορούμενος είναι μαζί τα τελευταία 5 χρόνια. Δεν είναι παντρεμένοι. Απέκτησαν ένα παιδί που σήμερα είναι 3 ετών. Πριν έρθουν την τελευταία φορά στην Κύπρο έμεναν στην Βουλγαρία. Κατά την αγόρευσή του ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε τα ακόλουθα τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο δημιουργούν ισχυρούς δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Δημοκρατία, τέτοιους που να αποτρέπουν την σκέψη από τον Κατηγορούμενο να φυγοδικήσει: ο Κατηγορούμενος διαμένει μόνιμα και νόμιμα στην Κύπρο τα τελευταία 8 χρόνια. Εργάζεται και έχει πελάτες επί καθημερινής βάσεως. Έχει απολαβές οι οποίες ανέρχονται σε Ευρώ 1.000,00 σεντ μηνιαίως κατά μέσο όρο ο Κατηγορούμενος έχει δύο παιδιά που βρίσκονται στην Κύπρο. Το ένα, το μεγαλύτερο, το απέκτησε με την πρώην του συμβία και το μικρότερο με την νυν. Το μεγαλύτερό του παιδί γεννήθηκε στην Λιθουανία αλλά μεγάλωσε στην Κύπρο. Φοιτά στην Δ΄ τάξη του Δημοτικού στην Πόλη Χρυσοχούς. Το μικρότερο είναι ηλικίας 3½ ετών και πηγαίνει νηπιαγωγείο Είναι συνιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο με την πρώην συμβία του διαμερίσματος που βρίσκεται στην Πόλη Χρυσοχούς. Στην Βουλγαρία δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία όπως και σε ούτε οποιαδήποτε άλλη χώρα η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το
  1. Η νυν συμβία του, η οποία κατάγεται από την Λετονία, διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 5 χρόνια. Η Υπεράσπιση παρουσίασε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή: Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο ο Κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο διώροφου διαμερίσματος στο συγκρότημα Stratis Village» Φάση 2 που βρίσκεται στην Πόλη Χρυσοχούς. Η εγγραφή έλαβε χώρα στις 27.2.08 Βεβαίωση από το Περιφερειακό Δημοτικό Σχολείο Πόλης Χρυσοχούς - Τεκμήριο
  3. Η εν λόγω βεβαίωση φέρει ημερομηνία 15.9.15 και υπογράφεται από την Διευθύντρια του σχολείου. Αφορά στην θυγατέρα του Κατηγορούμενου και με αυτό βεβαιώνεται ότι το εν λόγω παιδί του Κατηγορούμενου γεννήθηκε στην Βουλγαρία στις 15.6.06 και ενεγράφη στο πιο πάνω σχολείο στις 10.9.
  4. Ο αριθμός μητρώου της είναι 3821 και φοιτά στο εν λόγω σχολείο από την Α΄ τάξη και κανονικά μέχρι σήμερα στην Δ΄ τάξη Βεβαίωση από το Δημόσιο νηπιαγωγείο Πόλης Χρυσοχούς - Καϊσίδειο - Τεκμήριο
  5. Η εν λόγω βεβαίωση φέρει ημερομηνία 14.10.15 και υπογράφεται από την Διευθύντρια του νηπιαγωγείου. Αφορά στον υιό του Κατηγορούμενου και σύμφωνα με αυτό το εν λόγω παιδί του Κατηγορούμενου φοιτά στο κοινοτικό τμήμα του εν λόγω νηπιαγωγείου κατά την σχολική χρονιά 2015-2016 Βεβαίωση Εγγραφής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 27.6.08 - Τεκμήριο
  6. Με το εν λόγω έγγραφο βεβαιώνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και μέλος της οικογένειάς του. Δεν θεωρώ ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν ισχυροί δεσμοί του Κατηγορούμενου με την Δημοκρατία. Μπορεί η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου να διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο όπως αυτή μαζί με τον 9χρονο υιό του Κατηγορούμενου εγκαταλείψουν την Κύπρο να θεωρείται απομακρυσμένο, δεν παύει, όμως, η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου να είναι η πρώην του συμβία και ο Κατηγορούμενος σήμερα να διάγει την ζωή του με μια άλλη γυναίκα. Πράγμα που σημαίνει ότι και αν ακόμα οι δεσμοί της πρώην συμβίας του Κατηγορούμενου με την Κύπρο θεωρηθούν δυνατοί, τούτο δεν εμποδίζει τον Κατηγορούμενο να φύγει από την Δημοκρατία με την νυν συμβία του. Κάτι το οποίο αποδεικνύεται, άλλωστε, από το ότι ο Κατηγορούμενος έφυγε από την Κύπρο για ένα χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους αφήνοντας το μεγαλύτερό του παιδί στην Κύπρο. Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο παιδί του Κατηγορούμενου ζει στην Κύπρο δεν φάνηκε να είναι αρκετό να αποτρέψει τον Κατηγορούμενο από του να εγκαταλείψει την Κύπρο για το πιο πάνω χρονικό διάστημα ανεξαρτήτως λόγου και αιτίας και να ζήσει στη Βουλγαρία που είναι η χώρα καταγωγής του. Επίσης, τόσο ο ίδιος όσο και η νυν συμβία του είναι αλλοδαποί και το παιδί τους τόσο μικρό σε ηλικία που δεν κατάφερε βέβαια το ίδιο να δημιουργήσει από μόνο του δεσμούς με την Δημοκρατία. Συναφώς δεν υποδείχθηκε ότι η νυν συμβία του Κατηγορούμενου μέσα στα 3 με 4 χρόνια που αυτή εν τέλει ζει στην Κύπρο και όχι 5 δημιούργησε δεσμούς με την Δημοκρατία ή δεσμούς τόσο ισχυρούς ώστε το ενδεχόμενο αυτή να μην ακολουθήσει τον Κατηγορούμενο σε περίπτωση φυγοδικίας του να είναι απομακρυσμένο. Αλλά και αν ακόμα η νυν συμβία του Κατηγορούμενου δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την Κύπρο σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος φυγοδικήσει με σκοπό να αποφύγει την δίκη του δεν θεωρώ ότι το ότι στην Κύπρο θα διαμένουν η νυν συμβία του Κατηγορούμενου μαζί με το παιδί του είναι τέτοιο ώστε να αποτρέπει την σκέψη από το Κατηγορούμενο να φυγοδικήσει με σκοπό να αποφύγει την δίκη του και το ενδεχόμενο καταδίκης του με δεδομένη την σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο αντιμετωπίζει την πιθανότητα να καταδικασθεί, την επιβληθεισόμενη ποινή και την ισχύ της μαρτυρίας που υπάρχει εναντίον του. Επίσης, το ότι ο Κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης διαμερίσματος στην Κύπρο και ότι η εργασία του στην Κύπρο του αποφέρει εισόδημα σύμφωνα με τον συνήγορό του δεν κρίνω πως είναι στοιχεία τα οποία είναι ικανά να εμποδίσουν ή να αποτρέψουν την σκέψη από τον Κατηγορούμενο να φυγοδικήσει. Άλλωστε, το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ τον μήνα που ο Κατηγορούμενος κερδίζει από την εργασία του σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορό του, ακόμα και αν το δεχθώ, δεν είναι τόσο μεγάλο - μάλλον είναι μικρό για μια τριμελή οικογένεια - ώστε αυτό να αποτελεί αποτρεπτικό για τον Κατηγορούμενο παράγοντα προς φυγοδικία. Τέλος θα πρέπει να πω ότι οι όροι που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου προς εξασφάλιση της παρουσίας του κατά την ημέρα της δίκης του, όπως το να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, το όνομά του να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Δημοκρατία, να παρουσιάζεται καθημερινά σε Αστυνομικό σταθμό και να υπογράψει εγγύηση ύψους Ευρώ 20.000,00 σεντ με ένα αξιόχρεο εγγυητή δεν κρίνονται επαρκείς για να εξαλείψουν τον πιθανό και ορατό κίνδυνο διαφυγής του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό που υπό το φως των πιο πάνω καταδείχθηκε ότι συντρέχει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ελλοχεύει πραγματικός και υπαρκτός κίνδυνος ο Κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στην δίκη του και να φυγοδικήσει. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής κρίνεται δικαιολογημένο. Συνακόλουθα διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορουμένου 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ορισθεί η υπόθεση. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.