Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, Αρ. Υπόθεσης 11883/12, 20/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 11883/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ Κατηγορούμενου ------------------------------- Ημερομηνία: 20.10.2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σάββα Για Κατηγορούμενο: κ.Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι: «.την 4ην Μαρτίου του 2012 στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ στην Παναγιά της Επαρχίας Πάφου, σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τον Γεώργιο Θεμιστοκλέους από την Παναγιά με την φράση «Ρε πουστούι έδωκες με στην Αστυνομία, εγιώνι ένα να σε γαμήσω με έτσι βίλλον όπως τζίνον του αράπη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση.» Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2926 Κλεόβουλο Κλεοβούλου (Μ.Κ.1), τον παραπονούμενο Γεώργιο Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.2) και τέλος, την Έλλη Μιχαήλ (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς, ωστόσο, να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη κατηγορία περικλείεται στη γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου (τεκμήριο 4). Με αυτή, ο παραπονούμενος, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Την Κυριακή 4.3.2012 και περί ώρα 17:30 ενώ έβγαινε από το σπίτι του Γεώργιου Γρηγορίου στην Παναγιά το οποίο βρίσκεται απέναντι από το σπίτι της μητέρας του πρώην κοινοτάρχη του χωριού, δηλαδή του κατηγορούμενου, ο τελευταίος, που εκείνη τη στιγμή βγήκε από το σπίτι της μητέρας του άρχισε να πηγαίνει από πίσω του και να το βρίζει με τη φράση, «Ρε πουστούι έδωκες με στην Αστυνομία, εγιώνι εν να σε γαμήσω με έτσι βίλλον, όπως τζίνο του αράπη». Επειδή ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει φασαρία μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του για να φύγει. Ωστόσο, μέχρι να φύγει ο κατηγορούμενος συνέχισε να το βρίζει με τα ίδια λόγια ακόμη δυο - τρεις φορές. Η βασική υπερασπιστική θέση του κατηγορούμενου σε όσα του καταλογίζονται από την κατηγορούσα αρχή (ανωτέρω) περικλείεται στην ακόλουθη φράση, η οποία συνθέτει και το όλο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης (τεκμήριο 2) που του λήφθηκε από την Αστυνομία, στις 8.3.2012, στο πλαίσιο της διερευνώμενης, τότε, υπόθεσης, για την οποία βρίσκεται σήμερα στο εδώλιο του κατηγορούμενου: «Εγώ δεν τον είδα καθόλου εκείνη την ημέρα και ούτε του μίλησα καθόλου. Δεν έχω τίποτε άλλο να σου πω.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί - με αναφορά στο περιεχόμενο, τόσο της μαρτυρίας όσο και των σύντομων αγορεύσεων των συνηγόρων - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη κατηγορία καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος οποιουδήποτε από αυτούς στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil και πάλιν (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Η ουσία της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2926 Κλεόβουλου Κλεοβούλου (Μ.Κ.1) περικλείεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Προκύπτει από αυτή, ότι, στις 4.3.2012 και περί ώρα 18:50, ο παραπονούμενος προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς και προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για όσα τον οδήγησαν στο Δικαστήριο όπου αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης. Στις 8.3.2012, ο μάρτυρας προέβη στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, με περιεχόμενο, ως ανωτέρω. Την ίδια μέρα τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης του παραπονούμενου. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε: «Εγώ ούτε τον είδα, ούτε του μίλησα.» Έχοντας υπόψη ότι ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με οτιδήποτε από τα παραπάνω, το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Απ' εκεί και πέρα, από τη μαρτυρία του συγκρατώ και τα εξής, τα οποία ανάφερε αντεξεταζόμενος και θα έλεγα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών: Γνωρίζει ότι κατά την επίδικη περίοδο, ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος είχαν προστριβές, λόγω του ότι ο πρώτος ήταν κοινοτάρχης Παναγιάς και ο δεύτερος γραμματέας του κοινοτικού συμβουλίου του χωριού. Στην υποβολή ότι ο παραπονούμενος κατάγγειλε ξανά τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς, απαντώντας, δεν απέκλεισε να συνέβη κάτι τέτοιο, μολονότι ο ίδιος, όπως είπε, δε θυμόταν και δεν είχε καταγγελία, προσθέτοντας ότι γνωρίζει ότι τότε είχαν αρκετά προβλήματα λόγω της ιδιότητας που είχαν στην κοινότητα. Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει ότι μετά από καταγγελία του παραπονούμενου με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατοικούσε στην Παναγιά, ο τελευταίος παύθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, για να επανέλθει ως κοινοτάρχης μετά από προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαίωσε τα ουσιαστικά γεγονότα, πλην όμως, όπως είπε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν είναι μετά από καταγγελία του παραπονούμενου που αυτά έλαβαν χώρα. Για λόγους που ακολουθούν, ομολογώ πως δεν έχω πειστεί ότι τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης είναι σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Συγκρίνοντας τη μαρτυρία του παραπονούμενου Γεώργιου Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.2) με τη μαρτυρία της Έλλης Μιχαήλ (Μ.Κ.3) εντοπίζω μερικές σοβαρές αντιφάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία και των δυο ως μαρτύρων, γεγονός, το οποίο, με απλά λόγια σημαίνει πως δεν μπορώ να δεχθώ ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδική κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, ένας από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς που και οι δυο έχουν προβάλει, συν τοις άλλοις στερείται και λογικής. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2), για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία (τεκμήριο 4). Όπως αναφέρει σ' αυτή (για να επαναλάβω), την Κυριακή 4.3.2012 και περί ώρα 17:30, ενώ έβγαινε από το σπίτι του Γεώργιου Γρηγορίου στην Παναγιά το οποίο βρίσκεται απέναντι από το σπίτι της μητέρας του κατηγορούμενου, ο τελευταίος, αφού βγήκε από το σπίτι της μητέρας του άρχισε να πηγαίνει από πίσω του και να το βρίζει με τη φράση, «Ρε πουστούι έδωκες με στην Αστυνομία, εγιώνι εν να σε γαμήσω με έτσι βίλλον όπως τζίνον του αράπη». Επειδή ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει φασαρία μπήκε στο αυτοκίνητό του για να φύγει. Ωστόσο, μέχρι να φύγει ο κατηγορούμενος συνέχισε να το βρίζει με τα ίδια λόγια, δυο - τρεις φορές ακόμη. Καταλήγοντας ισχυρίζεται ότι την ώρα που έγινε το περιστατικό, πίσω του έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου και η Έλλη Μιχαήλ (Μ.Κ.2). Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής καθώς και σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου και πόσο αυτά συνάδουν με τους παραπάνω ισχυρισμούς του. Ειδικότερα: Ερωτηθείς από την κα Σάββα πού βρισκόταν την ώρα που δέχθηκε την εξύβριση ισχυρίστηκε ότι έβγαινε στο δρόμο από το σπίτι του Γρηγορίου του χασάπη, πήγε στο αυτοκίνητό του, μπήκε μέσα και ο κατηγορούμενος, ο οποίος έβγαινε από το σπίτι της μητέρας του άρχισε να το βρίζει. Η πρώτη σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Ενώ στην κατάθεσή του ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει καθ' ον χρόνο ο ίδιος έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου, στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε όταν είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητό του. Προχωρώ τώρα και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος: Καταρχήν ισχυρίστηκε πώς όταν είδε τον κατηγορούμενο έβγαινε από την αυλή του σπιτιού της μητέρας του και κατευθύνθηκε προς τον ίδιο που πήγε προς το αυτοκίνητό του και τον εξύβριζε. Ότι αποτελεί νέα εκδοχή ο ισχυρισμός του ότι πήγε προς το αυτοκίνητό του την ώρα που ο κατηγορούμενος τον εξύβριζε είναι τελείως ξεκάθαρο. Στην πρώτη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει ενώ ο ίδιος έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου, ως επίσης και ότι επειδή δεν ήθελε να κάνει φασαρία μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του για να φύγει, καταλογίζοντας στον κατηγορούμενο, ότι, ώσπου να φύγει συνέχισε να το βρίζει με τα ίδια λόγια, ακόμη δυο - τρεις φορές. Στη δεύτερη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει όταν είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητό του. Τέλος, στην τρίτη περίπτωση ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβριζε όταν πήγε προς το αυτοκίνητό του. Για το ίδιο θέμα, αργότερα ισχυρίστηκε και τα εξής: Καταρχήν, ότι δε βγήκε από την πόρτα του σπιτιού του Γρηγορίου, αλλά από το κρεοπωλείο του. Κι όμως, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, η οποία του λήφθηκε μόλις μιάμιση περίπου ώρα μετά το κατ' ισχυρισμό του επίδικο συμβάν, αυτό που ισχυρίστηκε είναι ότι έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ισχυρίστηκε ότι πρώτα μπήκε μέσα στο αυτοκίνητό του και ύστερα ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει. Φυσικά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διέσχιζε το δρόμο και τον έβριζε, ο ίδιος μπήκε στο αυτοκίνητό του και συνέχισε να το βρίζει, ξεκίνησε να φύγει και τον έβριζε, έφυγε και συνέχιζε να το βρίζει. Το ερώτημα πού βρισκόταν ο ίδιος και πού ο κατηγορούμενος την ώρα που ο δεύτερος άρχισε να το βρίζει αιωρείται ακόμη. Ισχυρίστηκε ακόμη ο παραπονούμενος, ότι και τις δυο με τρεις φορές που τον εξύβρισε ο κατηγορούμενος, ήταν ακριβώς με ίδια λόγια. Ερωτηθείς από τον κ. Κορακίδη κατά πόσο υπήρχε διαφοροποίηση, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ήταν περίπου τα ίδια λόγια. Φυσικά, ευθύς αμέσως και προτού καν του υποβληθεί η επόμενη ερώτηση επανήλθε στην αρχική του θέση ισχυριζόμενος ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε με τα ίδια λόγια. Πέραν από το προφανές, που είναι η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε, η τελευταία θέση που προέβαλε συναφώς με το θέμα και συγκεκριμένα, ότι όσες φορές τον εξύβρισε ο κατηγορούμενος, ήταν με τα ίδια λόγια, με μόνο λόγο την έκταση της φράσης με την οποία ισχυρίζεται ότι τον εξύβρισε - «Ρε πουστούι έδωκες με στην Αστυνομία, εγιώνι εν να σε γαμήσω με έτσι βίλλον όπως τζίνον του αράπη» - ομολογώ δυσκολεύομαι να πιστέψω πως ήταν τόσο απλό - για να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός -, καταρχήν, ο κατηγορούμενος να επαναλάβει την ίδια ακριβώς φράση, τρεις φορές, χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση και έπειτα, ο ίδιος, ο οποίος υποτίθεται την άκουσε, επίσης τρεις φορές, να τη συγκρατήσει για να δηλώνει σήμερα βέβαιος ότι επρόκειτο ακριβώς για την ίδια φράση. Προτού υπεισέλθω και σε μερικούς από τους ισχυρισμούς που προέβαλε, η κατά τον παραπονούμενο, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο, Έλλη Μιχαήλ (Μ.Κ.2), συναφώς με μερικούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς του παραπονούμενου καθώς και για διάφορα άλλα θέματα, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω και πως εμπλέκει τη μάρτυρα ο παραπονούμενος στο όλο επεισόδιο, που τόσο αυτός όσο και η μάρτυρας ισχυρίζονται ότι έλαβε χώρα στον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα: Ο παραπονούμενος, στη γραπτή κατάθεσή του (για να επαναλάβω) ισχυρίζεται ότι την ώρα που έγινε το περιστατικό, πίσω του έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου και η μάρτυρας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε τα εξής: Ερωτηθείς αν οι δυο τους έβγαιναν μαζί έξω ισχυρίστηκε ότι έβγαινε αυτός και η μάρτυρας έβγαινε πίσω του. Ότι υπέπεσε σε νέα αντίφαση είναι ολοφάνερο. Ασφαλώς, δεν είναι το ίδιο, το να ισχυρίζεται ότι η μάρτυρας έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου την ώρα του επεισοδίου, δηλαδή την ώρα που τον εξύβριζε ο κατηγορούμενος με τον ισχυρισμό του έβγαινε αυτός και τον ακολουθούσε η μάρτυρας. Μόνο έτσι μπορώ να ερμηνεύσω τον ισχυρισμό του ότι έβγαινε αυτός και η μάρτυρας έβγαινε πίσω του. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι με τη μάρτυρα βγήκαν σχεδόν μαζί έξω, πρώτα ο ίδιος και μετά η μάρτυρας. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είδε πού ήταν η μάρτυρας όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει, «Ήταν πίσω μου, αλλά εντάξει ακριβώς που ήταν, όχι δεν είδα.» απάντησε. «Γύρισες να δεις που ήταν;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Όχι. Έβλεπε προς το μέρος του Ιεζεκιήλ που με έβριζε.» απάντησε. Πέραν από τις εμφανείς - νέες - αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, έχοντας υπόψη την τελευταία απάντησή του, και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής διερωτώμαι και πώς γνώριζε ότι η μάρτυρας ήταν πίσω του και έβλεπε τον κατηγορούμενο που τον έβριζε τη στιγμή που, απαντώντας στην προηγούμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως δεν είχε δει που ακριβώς ήταν η μάρτυρας. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε η μάρτυρας σε σχέση με μερικούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς του παραπονούμενου καθώς και για διάφορα άλλα θέματα της υπόθεσης και πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί και αυτή ως μάρτυρας. Ειδικότερα: Όπως και ο παραπονούμενος έτσι και αυτή, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που της είχε ληφθεί στην Αστυνομία (τεκμήριο 5). Με αυτή, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται τα εξής: Ενώ έφευγε από το Γιώργο το χασάπη όταν κόντεψε στο δρόμο είδε τον κατηγορούμενο να κατεβαίνει από τα σκαλιά του σπιτιού της μητέρας του και να κατευθύνεται προς τον παραπονούμενο, τον οποίο είδε να κάθεται μέσα στο αυτοκίνητό του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει τον παραπονούμενο με τη φράση «Ρε πουστούι έδωκες με στην Αστυνομία, τζιαι εν να σε γαμήσω ρε πουστούι». Επίσης, τον άκουσε να λέει κάτι για αράπη, αλλά δεν κατάλαβε τι ακριβώς. Συνέχισε να το βρίζει ακόμη δυο - τρεις φορές με τα πιο πάνω και ο παραπονούμενος πήρε το αυτοκίνητό του και έφυγε από το μέρος. Η πρώτη σοβαρή αντίφαση την οποία εντοπίζω ανάμεσα σε όσα ανάφεραν οι δυο μάρτυρες για το ίδιο θέμα αφορά στο μέρος που βρισκόταν ο παραπονούμενος όταν άρχισε να το βρίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο και το περιεχόμενο της δικής του κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 4) όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να το βρίζει, ο ίδιος έβγαινε από το σπίτι του Γρηγορίου. Κατά τη μάρτυρα καθόταν μέσα στο αυτοκίνητό του. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μερικούς από τους ισχυρισμούς της μάρτυρος, τους οποίους προέβαλε αντεξεταζόμενη. Ειδικότερα: Ερωτηθείσα αν έφευγε μαζί με τον παραπονούμενο από το κρεοπωλείο απάντησε αρνητικά. Ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος έφυγε λίγο πιο μπροστά από την ίδια . Μπορεί να έφυγε και περισσότερο από δυο λεπτά προηγουμένως, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε στη συνέχεια. Υπενθυμίζω απλώς, ότι, αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος, όπως είπε - κατά μία εκδοχή - , οι δυο τους βγήκαν από το κρεοπωλείο, σχεδόν ταυτόχρονα. Ισχυρίστηκε ακόμη η μάρτυρας, ότι το αυτοκίνητο του παραπονούμενου ήταν απέναντι από το κρεοπωλείο και ότι θα πρεπε να διασχίσει κάποιος το δρόμο - πλάτους 6 περίπου μέτρων, όπως είπε ο παραπονούμενος - για να πάει απέναντι. Το εν λόγω όχημα δε βρισκόταν στην πλευρά του κρεοπωλείου. Κι όμως, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε και επέμενε μάλιστα ότι το αυτοκίνητό του βρισκόταν παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του Γρηγορίου, στα δεξιά του σπιτιού. Δεδομένου ότι η μάρτυρας ισχυρίστηκε και επέμενε και αυτή ότι, όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να βρίζει τον παραπονούμενο, ο τελευταίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του, αναδεικνύεται το μέγεθος της αναξιοπιστίας και των δυο, αφού αναφορικά με αυτή την, τόσο καίριας σημασίας πτυχή της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κατ' επέκταση της υπόθεσης, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητό του ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι του Γρηγορίου, δεξιά του σπιτιού και η μάρτυρας, απέναντι. Ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο πεντέξι φορές συγκρούεται με τον ισχυρισμό της από τη γραπτή κατάθεσή της ότι τον εξύβρισε τρεις με τέσσερις φορές. Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος εξύβριζε τον παραπονούμενο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια λόγια, αναφέρεται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Επομένως, δεν προτίθεμαι να τον επαναλάβω. Τέλος, ο ισχυρισμός της ότι δεν είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δε συνάδει με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου, ότι, καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς το μέρος του μπορούσε να δει τόσο αυτόν όσο και το αυτοκίνητό του. Προφανώς, εάν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του, η μάρτυρας, η οποία ισχυρίστηκε ότι είδε ολόκληρο το επεισόδιο, από την αρχή μέχρι και το τέλος και που όπως ανάφερε γνωρίζει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, δεν μπορεί να είδε τον κατηγορούμενο και να μην είδε το αυτοκίνητό του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Απ' όσα προηγήθηκαν αναδεικνύονται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ, όχι απλώς ότι ο κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο στον ουσιώδη χρόνο, αλλά και ότι οι δυο τους συναντήθηκαν στο μέρος που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος ότι έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Επειδή, δεδομένης της θέση του κατηγορούμενου, ότι ο παραπονούμενος τον κατάγγειλε χιλιάδες φορές για διάφορα θέματα, ακόμη και στην Αστυνομία, στον οποίο αποδίδει και την καταγγελία ότι δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Παναγιάς, με αποτέλεσμα την παύση του από κοινοτάρχη του χωριού, έστω προσωρινά, από τον Υπουργό Εσωτερικών, ενδεχομένως μπορεί να λεχθεί ότι, ο κατηγορούμενος είχε κίνητρο να εξυβρίσει τον παραπονούμενο με την επίμαχη φράση, η οποία, έστω έμμεσα περικλείει και αναφορά σε καταγγελία του στην Αστυνομία, περιορίζομαι να πως τούτο∙ όσο ισχυρό ήταν το κίνητρο που είχε ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει τον παραπονούμενο με την επίμαχη φράση θεωρώ εξίσου σημαντικό και το κίνητρο του παραπονούμενου να προβεί σε ψευδή καταγγελία εναντίον του ότι τον εξύβρισε, ένεκα του γεγονότος, ότι, την επίδικη περίοδο, όπως είπε και ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1), οι μεταξύ τους σχέσεις - λόγω της ιδιότητας του κοινοτάρχη Παναγιάς, ο ένας και του γραμματέα του κοινοτικού συμβουλίου του χωριού, ο άλλος - ήταν διαταραγμένες και είχαν αρκετές προστριβές, με τον κατηγορούμενο, όπως είπε ο παραπονούμενος, να μην του επιτρέπει να εισέλθει στο γραφείο του για να εργαστεί. Ανάλογο κίνητρο, δηλαδή να καταθέσει ψευδώς εναντίον του κατηγορούμενου, θα μπορούσε να λεχθεί πως είχε και η Έλλη Μιχαήλ (Μ.Κ.3), η οποία, έστω έμμεσα, βασικά επιβεβαίωσε εκ προοιμίου τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου - αφού αυτός κατάθεσε μετά από εκείνη - ότι με πρωτοβουλία του καταγγέλθηκε συγγενικό της πρόσωπο στην Αστυνομία και συγκεκριμένα ο εγγονός της, ότι μαζί με άλλα άτομα, παράνομα έκοβαν πεύκα από το δάσος, τα οποία αφού ξηραίνονταν, ακολούθως εμπορεύονταν. Το γεγονός δε, ότι, ενώ αρχικά και χωρίς να έχει υπόψη της, τι αφορούσε η καταγγελία που της υποβλήθηκε από τον κ. Κορακίδη ότι έγινε από τον αδελφό του κατηγορούμενου εναντίον του εγγονού της, απαντώντας αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της καταγγελίας (βλ. την απάντηση της «Ήντα εν τζιαι έκοφκε ξύλα, ο αδελφός του - εννοούσε του κατηγορούμενου - είναι δασονόμος για τα ξύλα.») καθώς και η απάντησή της στην υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο («Λέω την αλήθεια. Ο άγγονας μου επήε πήρε τα σιηλλούθκια του να τα θκιανέψει.» ήταν η απάντηση) την εκθέτουν ανεπανόρθωτα και σε επίπεδο αξιοπιστίας, αφού, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε ποιος κατάγγειλε τον εγγονό της ισχυρίστηκε πως δεν ήξερε, ενώ όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε αν είχε καταγγελία ο εγγονός της απάντησε αρνητικά. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενου στην κατηγορία που του προσάπτει. Ακολουθεί ότι αυτός, δικαιωματικά αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά): Δημόσια εξύβριση - αξιολόγηση μαρτυρίας- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο