Βενιζέλος Στυλιανού Ελαστικά Λτδ ν. Γεώργιος Ζάκος, Αρ. Υπόθεσης: 12950/13, 19/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12950/13 Βενιζέλος Στυλιανού Ελαστικά Λτδ, από τη Πάφο ν Γεώργιος Ζάκος, από τη Πάφο Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19/10/2015 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα A. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα Ν. Παπούτσα Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτώχευσης Νόμου,Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3.2.2011 ενώ ήταν πτωχεύσας με δικαστικό διάταγμα παραλαβής ημερομηνίας 6.11.2008 στην αίτηση πτώχευσης με αρ. 369/2008 του Ε.Δ. Πάφου και ενώ δεν αποκαταστάθηκε εξασφάλισε από την παραπονούμενη επί πιστώσει τέσσερα ελαστικά για το ποσό των €174, χωρίς να την πληροφορήσει ότι δεν αποκαταστάθηκε. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Παραπονούμενη κάλεσε ως μάρτυρα τον Βενιζέλο Στυλιανού (Μ.Κ.1.). Περαιτέρω οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στην αίτηση πτώχευσης 369/2008 διάταγμα παραλαβής ημερομηνίας 6.11.2008 Ο Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από το 2008 είναι ο διευθυντής και γραμματέας της παραπονούμενης και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, Πιστοποιητικό Εγγραφής της παραπονούμενης στο μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Τόσο η παραπονούμενη όσο και ο κατηγορούμενος διατηρούσαν κατά τον επίδικο χρόνο κατάστημα πώλησης και επιδιόρθωσης ελαστικών. Τον κατηγορούμενο τον γνωρίζει λόγω της φιλίας που διατηρούσε με τον πατέρα του. Σε αρκετές περιπτώσεις όταν ο κατηγορούμενος δεν είχε στο κατάστημα του ελαστικά για να πωλήσει σε πελάτες του, αυτός τον βοηθούσε προμηθεύοντας τον σε τιμή κόστους. Εκτός από την τελευταία φορά, που αφορά στην επίδικη περίπτωση, ο κατηγορούμενος πλήρωνε στην παραπονούμενη την αξία των ελαστικών. Αναφορικά με την επίδικη διαφορά ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατόπιν παράκλησης του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.1 αυτός παρέδωσε στο γιο του κατηγορούμενου τέσσερα ελαστικά για το ποσό των €174 και εξέδωσε το τιμολόγιο ημερομηνίας 3.2.2011 (Τεκμήριο 3), που ο ίδιος συμπλήρωσε και υπέγραψε. Έναντι του οφειλόμενου ποσού κατέβαλε μόνον το ποσό των €50 και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του για την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των €124 αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Όπως τέλος ανέφερε, κατά τον χρόνο που παρέδωσε τα ελαστικά και εξέδωσε το τιμολόγιο δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε πτώχευση και αυτό που ζητά είναι η τιμωρία του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε τις υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης, ότι προϋπόθεση για την παράδοση ελαστικών στον κατηγορούμενο ήταν η πληρωμή τους και ότι για την επίδικη διαφορά ο κατηγορούμενος είχε πληρώσει την αξία τους την ίδια ημέρα που αυτά του παραδόθηκαν. Απέρριψε επίσης την θέση της υπεράσπισης ότι η ημερομηνία στο τιμολόγιο δεν συμπληρώθηκε την ημέρα έκδοσης του, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο και επέμενε στη θέση του ότι η ημερομηνία συμπληρώθηκε από αυτόν την ίδια ημέρα που παρέδωσε τα ελαστικά, προσθέτοντας πως εάν είχε σκοπό να συμπληρώσει την ημερομηνία σε μεταγενέστερο χρόνο δεν θα έγραφε στο τιμολόγιο την πληρωμή του ποσού των €
- Μετά το πέρας της υπόθεσης για την παραπονούμενη , η συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία .Συγκεκριμένα η θέση της συνηγόρου ήταν ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα πτώχευσης.Ο κατηγορούμενος ,όπως ανέφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν χρεώστης και όχι πτωχεύσας Αντίθετη υπήρξε η θέση της συνηγόρου της παραπονούμενης, η οποία εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Όπως ανέφερε έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αφού ο κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση για ποσό €174, καταχωρήθηκε εναντίον του η αίτηση πτώχευσης 369/2008 και είχε γνώση της πτώχευσης όταν «έλαβε» το διάταγμα παραλαβής ημερομηνίας 6.11.
- Ήταν επιπρόσθετα εισήγηση της ότι με την υπογραφή του διατάγματος παραλαβής από τον κατηγορούμενο και της γνώσης που είχε για την έκδοση απόφασης εναντίον του στην αίτηση 369/2008, είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης και είχε κηρυχθεί σε πτώχευση στις 6.11.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, «μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία ,ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση ,αθωώνει τον κατηγορούμενο». Οι αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως υπόθεση έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου .Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 320, αφού έγινε αναφορά στην σχετική Αγγλική και Κυπριακή νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα όσα τονίστηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ., ότι δηλαδή η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου, μετά την συμπλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, δικαιολογείται όταν (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Στο στάδιο αυτό το ορθό κριτήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά το κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο (Βλ. Κουνίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 82). Η ύπαρξη αντίφασης στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, από μόνη της δεν συνεπάγεται αυτόματα εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση της υπόλοιπης μαρτυρίας, στην περίπτωση που αυτή ικανοποιεί το κριτήριο της prima facie υπόθεσης (Βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η παραπονούμενη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα, της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 117(α) του Κεφ.5, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, είχε ως ακολούθως: «
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ....................................... Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 117(α) είναι τα εξής: · Η εξασφάλιση πίστωσης στην έκταση των Λ.Κ.10.00 ή πέραν του εν λόγου ποσού, · από πρόσωπο που είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, · το οποίο πρόσωπο να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και · να μην έχει πληροφορήσει το πρόσωπο από το οποίο εξασφάλισε την πίστωση ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Στην παρούσα περίπτωση το ζητούμενο είναι κατά πόσον η παραπονούμενη προσκόμισε μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου διάταγμα πτώχευσης. Θα συμφωνήσω με την συνήγορο του κατηγορουμένου ότι τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε. Εκείνο που προκύπτει τόσο από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όσο και από το παραδεκτό γεγονός, είναι ότι εναντίον του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής και όχι διάταγμα πτώχευσης. Το διάταγμα παραλαβής διακρίνεται από το διάταγμα κήρυξης ενός προσώπου σε πτώχευση (βλ. Άρθρα 4 και 19 του Νόμου όπως αυτά ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο). Η εν λόγω διάκριση με βάση τις τροποποιήσεις που επέφερε στο Κεφάλαιο 5 ο Νόμος 61
(1)/15 έχει καταργηθεί. Κατά τον ουσιώδη όμως για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρόνο, η εν λόγω διάκριση υπήρχε και κατά συνέπεια το διάταγμα παραλαβής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το διάταγμα πτώχευσης. Ενόψει της απουσίας του πιο πάνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κατηγορίας, δηλαδή της έκδοσης διατάγματος πτώχευσης εναντίον του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, δεν καθίσταται αναγκαίο να προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσον από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν ,στον βαθμό που απαιτείται σ'αυτό το στάδιο της δίκης, τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Καταλήγω λοιπόν ότι δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, καθώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί εξ'αντικειμένου υπόθεση εναντίον του ,λόγω της απουσίας του πιο πάνω συστατικού στοιχείου του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της παραπονουμένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Χατζήπαπα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο