← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιου Τσαβέλλα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11262/12, 27/10/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Στέλιου Τσαβέλλα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11262/12, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11262/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Στέλιου Τσαβέλλα
  2. Σταύρου Χαραλάμπους
  3. BHTABET LIMITED Κατηγορούμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.10.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Περγαντή Για τους κατηγορούμενους 1 μέχρι 3: κ. Ζαννούπας Κατηγορούμενοι 1 μέχρι 3: παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενοι 1 μέχρι 3 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της διεξαγωγής εργασίας βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών, κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)
(2)και 9(α) του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου 75
(1)/1997, όπως τροποποιήθηκε και Κ.Δ.Π. 102/98 (βλέπε την 1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.6.2009 μέχρι και 24.10.2011, στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP» που βρίσκεται στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32 στη Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου, διεξήγαγαν την εργασία του βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρα, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 1105 Νίκο Ιωάννου. Το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου εδράζεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής συμπληρώνει το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων (τεκμήρια 1 μέχρι 20), μέρος των οποίων έχει δηλωθεί ως κοινό παραδεκτό γεγονός (βλ. τις καταθέσεις των αστυφυλάκων, 4096 Π. Παναγιώτου, 2140 Β. Αιμιλίου, 3142 Π. Ζωττή και 46 Χ. Χριστοδούλου - τεκμήρια 1, 2, 3 και 20, αντίστοιχα -). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων στη σχετική κατηγορία. Η εισήγηση - όπως την αντιλαμβάνομαι - εδράζεται στον πρώτο από τους λόγους - στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Σε αντίθεση με τον κ. Ζαννούπα, ο οποίος, για λόγους που έχει αναφέρει ζήτησε την αθώωση και των τριών κατηγορούμενων από αυτό το στάδιο, η κα Περγαντή, για λόγους, που επίσης έχει αναφέρει ζήτησε την κλήση τους σε απολογία. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Το αδίκημα που καταλογίζεται στους κατηγορούμενους δημιουργείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 3
(1)
(2)
(3)και 9
(1)(α)
(2)του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου 75
(1)/1997, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Στον παρόντα Νόµο, εκτός εάν από το κείµενο προκύπτει διαφορετική έννοια— «αδειούχο υποστατικό» σηµαίνει κατάστηµα ή γραφείο για το οποίο έχει εκδοθεί από τον Υπουργό και βρίσκεται σε ισχύ άδεια λειτουργίας ως υποστατικού, στο οποίο διεξάγεται εργασία αποδοχής συλλογικών στοιχηµάτων και οποιαδήποτε άλλη πράξη που σχετίζεται µε την εργασία αυτή· «αποδέκτης συλλογικών στοιχηµάτων» σηµαίνει πρόσωπο το οποίο ως αντιπρόσωπος εταιρείας συλλογικών στοιχηµάτων διεξάγει την εργασία αποδοχής ή διαπραγµάτευσης συλλογικών στοιχηµάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχηµάτων και «βοηθός αποδέκτης συλλογικών στοιχηµάτων» σηµαίνει πρόσωπο το οποίο ως αντιπρόσωπος αποδέκτη συλλογικών στοιχηµάτων διεξάγει την εργασία αποδοχής ή διαπραγµάτευσης συλλογικών στοιχηµάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχηµάτων και ο όρος «αποδοχή συλλογικών στοιχηµάτων» θα ερµηνεύεται ανάλογα· .................................................................... «εταιρεία συλλογικών στοιχηµάτων» σηµαίνει εταιρεία περιορισµένης ευθύνης διά µετοχών η οποία συστάθηκε, είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, µε αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια συλλογικών στοιχηµάτων και της οποίας το εκδοθέν και πληρωθέν µετοχικό κεφάλαιο είναι τουλάχιστον £100.000· «συλλογικό στοίχηµα» σηµαίνει οποιοδήποτε είδος στοιχήµατος διενεργείται από αριθµό προσώπων που συµµετέχουν σε αυτό υπό τον όρο ότι - (α) τα κέρδη του κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διενεργεί το στοίχηµα µε αναφορά στο σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν ή συµφωνήθηκε να καταβληθούν από τα πρόσωπα που συµµετείχαν στο στοίχηµα και στο σύνολο των κερδισάντων, ή (β) τα κέρδη κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διοργανώνει το στοίχηµα πριν από το χρόνο διενέργειας του στοιχήµατος µε αναφορά στο ποσό που ο κάθε κερδίσας κατέβαλε ή συµφώνησε να καταβάλει για τη συµµετοχή του στο στοίχηµα και στην καθορισµένη τιµή απόδοσης του συγκεκριµένου στοιχήµατος· ............................................................... «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών και περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο υποδεικνύεται από αυτόν για το σκοπό εκτέλεσης οποιασδήποτε αρμοδιότητας δυνάμει του παρόντος Νόμου.» Το άρθρο 3
(1)
(2)
(3)του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «
(1)Πρόσωπο που εξασκεί εργασία αποδοχής συλλογικών στοιχηµάτων δε θα προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη σε σχέση µε την εργασία αυτή αν δεν είναι κάτοχος άδειας αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχηµάτων η οποία χορηγείται δυνάµει του παρόντος Νόµου και η οποία αναφέρεται ως «άδεια αποδέκτη» ή «άδεια βοηθού αποδέκτη», ανάλογα µε την περίπτωση.
(2)Η άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη χορηγείται από τον Υπουργό σύµφωνα µε τη διαδικασία, τον τύπο και τους όρους που καθορίζονται σε Κανονισµούς οι οποίοι θα κατατεθούν στη Βουλή των Αντιπροσώπων όχι αργότερα από την 31η ∆εκεµβρίου 1997. ....................................................................
(3)Τηρούµενης της προηγούµενης επιφύλαξης και των διατάξεων του άρθρου 11 του παρόντος Νόµου, η άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη είναι διάρκειας ενός χρόνου και µπορεί να ανανεώνεται από χρόνο σε χρόνο ύστερα από σχετική αίτηση του αποδέκτη ή του βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχηµάτων και ύστερα από έγκριση του Υπουργού.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)(α)
(2)του ίδιου, πάντοτε, Νόμου: «
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο— (α) ∆ιεξάγει την εργασία αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχηµάτων ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση µε αυτή, χωρίς να έχει την άδεια που προβλέπεται από τον παρόντα Νόµο ή κατά παράβαση οποιωνδήποτε όρων της· ή .................................................................... είναι ένοχο αδικήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστηµα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £50.000 ή και στις δύο ποινές.
(2)Όταν ο καταδικασθείς για αδίκηµα δυνάµει του παρόντος Νόµου είναι νοµικό πρόσωπο, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο κατά την ηµεροµηνία διάπραξης του αδικήµατος ήταν διευθυντής ή αξιωµατούχος του νοµικού προσώπου, λογίζεται επίσης ως ένοχο του εν λόγω αδικήµατος. Έκδοση εντάλµατος έρευνας.» Για σκοπούς στοιχειοθέτησης της επίδικης κατηγορίας εναντίον οποιουδήποτε των τριών κατηγορούμενων θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία αποτελούν ασφαλώς συστατικά στοιχεία του αδικήματος: Αυτοί, μεταξύ των ημερομηνιών 21.6.2009 και 24.10.2011, στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP», που βρίσκεται στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32 στη Γεροσκήπου: Πρώτο, διεξήγαγαν την εργασία «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων». Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι υπό την ιδιότητά τους ως αντιπροσώπων κάποιου «αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων», δηλαδή, προσώπου το οποίο, ως αντιπρόσωπος κάποιας «εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων» διεξήγαγε την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης «συλλογικών στοιχημάτων» ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχημάτων, διεξήγαγαν οι ίδιοι την εργασία αυτή. Δεύτερο, η «εταιρεία συλλογικών στοιχημάτων» για την οποία διεξήγαγε την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων κ.λ.π. ο «αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων», τον οποίο, στον ουσιώδη χρόνο αντιπροσώπευαν στην εν λόγω εργασία του οι τρεις κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητά τους ως «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων» ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές η οποία συστάθηκε είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια «συλλογικών στοιχημάτων» και της οποίας το εκδοθέν και πληρωθέν μετοχικό κεφαλαίο ήταν τουλάχιστον €170.860,14 (£100.000,00). Τρίτο, τα «συλλογικά στοιχήματα» που διενεργούσε η εν λόγω «εταιρεία συλλογικών στοιχημάτων» θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ήταν οποιοδήποτε είδος στοιχήματος, το οποίο διενεργείτο από αριθμό προσώπων - δηλαδή, όχι μόνο από ένα πρόσωπο - υπό τον όρο ότι: (α) τα κέρδη κάθε προσώπου που κέρδισε καθορίστηκαν από το πρόσωπο που διενεργούσε το στοίχημα με αναφορά στο σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν ή συμφωνήθηκε να καταβληθούν από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο στοίχημα και στο σύνολο όσων κέρδισαν ή (β) τα κέρδη κάθε προσώπου που κέρδισε καθορίστηκαν από το πρόσωπο που διοργάνωσε το στοίχημα, πριν από το χρόνο διενέργειάς του, με αναφορά στο ποσό που κάθε πρόσωπο που κέρδισε κατέβαλε ή συμφώνησε να καταβάλει για τη συμμετοχή του στο στοίχημα και στην καθορισμένη τιμή απόδοσης του συγκεκριμένου στοιχήματος. Νοουμένου ότι αποδειχθούν όλα τα παραπάνω συστατικά στοιχεία, για όσους από τους τους κατηγορούμενους ήθελε κριθεί ότι ισχύει αυτό, η ευθύνη τους για τη διάπραξη του αδικήματος θεμελιώνεται εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι στον ουσιώδη χρόνο είχαν εξασφαλίσει την, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Νόμου ετήσια «άδεια βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων» η οποία χορηγείται από τον Υπουργό Οικονομικών. Και τούτο, επειδή είναι καλά γνωστό, πως, όταν ένας νόμος προνοεί ότι μια πράξη δημιουργεί ένα ποινικό αδίκημα, εκτός αν η πράξη εκτελείται από ένα πρόσωπο που έχει άδεια μιας ορισμένης αρχής για το σκοπό αυτό, τότε, ένας κατηγορούμενος που βασίζεται πάνω σε μια τέτοια εξαίρεση έχει το νομικό βάρος να το αποδείξει, αφού οι λεπτομέρειες μιας υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο στην προσωπική γνώση του κατηγορούμενου και είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο για την κατηγορούσα αρχή να το αντικρούσει (βλ. Αστυνομία ν. Νικολάου 15 CLR 78 και το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «το Δίκαιο της Απόδειξης (μια πρακτική προσέγγιση)»
(1994), σελ.72). Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως, από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον οποιουδήποτε των τριών κατηγορούμενων για τη διάπραξη του αδικήματος που τους καταλογίζεται ότι διέπραξαν στον ουσιώδη χρόνο (βλ. την Ευσταθίου, ανωτέρω). Από την ενώπιόν μου μαρτυρία - περιλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων - προκύπτουν τ' ακόλουθα: Στις 21.6.2009 και περί ώρα 16:30, ο αστυφύλακας 46 Χ. Χριστοδούλου μαζί με ακόμη δυο συναδέλφους του μετέβησαν στο πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία «BET SHOP» το οποίο βρίσκεται στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Γεροσκήπου, για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος, προς εντοπισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι οποίοι, σύμφωνα με πληροφορία μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνίου. Υπεύθυνος στο μέρος ήταν ο 1ος κατηγορούμενος. Όταν ο μάρτυρας τού εξήγησε τους λόγους της έρευνας και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε, «κάμε τη δουλειά σου.» Κατά είσοδο του μάρτυρα και των συναδέλφων του στο μέρος, ο κατηγορούμενος ασχολείτο με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος ήταν μετατρεμμένος σε μηχανή τύπου «φρουτάκια», δηλαδή έδειχνε φρουτάκια τα οποία έκαναν περιστροφικές κινήσεις. Αφού ο μάρτυρας εξήγησε στον κατηγορούμενο το αδίκημα που διέπραττε (το οποίο δεν αναφέρεται) και το επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε και πάλιν, «κάμε τη δουλειά σου.» Στο μέρος εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 4 πύργοι και 4 οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, 3 πληκτρολόγια, 3 «ποντίκια», ένας διακλαδωτής και το ποσό των €150,00 (τεκμήριο 9 τα χρήματα). Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα περιέχονται στη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 46 Χ. Χριστοδούλου (τεκμήριο 20) το περιεχόμενο της οποίας, όπως ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Απ' εκεί και πέρα, ο 1ος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης που του λήφθηκε στις 21.6.2009 (τεκμήριο 10) - δηλαδή, την ημέρα που έγινε η παραπάνω έρευνα - για διάφορα άλλα αδικήματα και όχι για το αδίκημα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ερωτηθείς αν είναι ο ιδιοκτήτης του πρακτορείου ποδοσφαιρικών στοιχημάτων με την ονομασία «BET SHOP» που βρίσκεται στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32 στη Γεροσκήπου απάντησε καταφατικά. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι στο πρακτορείο έχει 6 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκ των οποίων, τους 5 χρησιμοποιούν οι πελάτες του για να μπαίνουν στο internet και να βλέπουν τις ομάδες που παίζουν, τα προγνωστικά των αγώνων και για οποιοδήποτε άλλο λόγο θέλουν. Στην 8η ερώτηση που του υποβλήθηκε, «Τα λεφτά που βρήκε η Αστυνομία σήμερα 21/06/09 από το ταμείο του πρακτορείου σου, από πού προέρχονται;» απάντησε ως εξής: «Προέρχονται από τις εισπράξεις των ποδοσφαιρικών στοιχημάτων που παίζουν οι πελάτες.» Σε νέα ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στις 3.7.2011 (τεκμήριο 11) για τα ίδια περίπου αδικήματα για τα οποία του λήφθηκε και η ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 10, ανωτέρω) επανέλαβε τη θέση ότι είναι ιδιοκτήτης του υποστατικού με την ονομασία «BET SHOP» (ανωτέρω), πλην όμως, όπως είπε, «..τώρα άλλαξε ονομασία και είναι "BHTA BET"». Στις 24.10.2011 τού λήφθηκε νέα ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 15), αναφορικά με τη διερευνώμενη, τότε, υπόθεση, διεξαγωγής παράνομου στοιχήματος, χωρίς άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη στοιχημάτων, αδίκημα το οποίο, σύμφωνα με τη σχετική προειδοποίηση που του είχε γίνει διαπράχθηκε στις 21.6.2009 στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32 στη Γεροσκήπου, στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP». Το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης ακολουθεί αυτούσιο: «Ερώτηση 1: Έχεις αντιληφθεί τα πιο πάνω που σου έχω διαβάσει; Απάντηση 1: Ναι τα έχω αντιληφθεί. Ερώτηση 2: Είσαι ο ιδιοκτήτης του πιο πάνω υποστατικού; Απάντηση 2: Ναι τώρα όμως συνεργάζομαι και με την ΒΗΤΑ ΒΕΤ. Ερώτηση 3: Στην ανακριτική σου κατάθεση μου λήφθηκε από την Αστυνομία στις 21/06/09 ανάφερες ότι το χρηματικό ποσό των 150 Ευρώ που βρέθηκε στο υποστατικό σου είναι από ποδοσφαιρικά στοιχήματα που παίζουν οι πελάτες. Από έλεγχο που διενεργήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών διαπιστώθηκε ότι δεν είχες σε ισχύει το 2009 άδεια για ποδοσφαιρικά στοιχήματα. Τι έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 3: Η εταιρεία BET SHOP όταν ήρθε και μου έφερε την μηχανή για τα στοιχήματα μου είπε ότι είχε άδεια και μου έφερε μία άδεια που νομίζω ότι την έπιασε η Αστυνομία όταν ήρθε στο υποστατικό μου. Ερώτηση 4: Η άδεια σου που λες ότι είχες ήταν εγκεκριμένη από το Υπουργείο Οικονομικών; Απάντηση 4: Όχι ήταν από την Αγγλία. Δεν το γνώριζα ότι η άδεια για τα στοιχήματα βγαίνει από το Υπουργείο Οικονομικών. Ερώτηση 5: Στο υποστατικό σου παίζονται ποδοσφαιρικά στοιχήματα; Απάντηση 5: Ναι παίζονται. Ερώτηση 6: Η διαδικασία που κάνει όταν παίζει ένας πελάτης ποδοσφαιρικό στοίχημα, τι είναι; Απάντηση 6: Ο πελάτης γράφει τους κωδικούς της ομάδας πάνω στα τυποποιημένα κουπόνια της εταιρείας και εγώ κτυπώ το κουπόνι πάνω στην μηχανή αφού με πληρώσει ο πελάτης το αντίτιμο του κουπονιού και εκτυπώνεται ένα κουπόνι από την μηχανή όπου αναγράφονται οι ομάδες που έπαιξε, το ποσό που πλήρωσε και το αναμενόμενο κέρδος. Το κουπόνι γράφει ότι είναι εγκεκριμένο μέσω διαδικτύου στην εταιρεία που εδρεύει στην Αγγλία. Ερώτηση 7: Μίλησες καθόλου με την εταιρεία όπου συνεργάζεσαι για τις άδειες; Απάντηση 7: Μίλησα μαζί με την εταιρεία και μου είπε ότι έχω άδεια. Ερώτηση 8: Έχεις να μου αναφέρεις οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση την οποία διερευνώ; Απάντηση 8: Όχι δεν έχω να αναφέρω οτιδήποτε άλλο» Την ίδια μέρα, στον 1ο, πάντοτε, κατηγορούμενο προσάφθηκε η ακόλουθη γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 13): «1. Κατηγορείσαι ότι στις 21/06/09 και περί ώρα 1630, ενώ ήσουν ο ιδιοκτήτης στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP» που βρίσκεται στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32 στην Γεροσκήπου, ενώ είσαι αντιπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας επέτρεπες την διεξαγωγή ποδοσφαιρικών στοιχημάτων χωρίς άδεια αποδέκτη η βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων από την Αρμόδια Αρχή. Επιθυμείς να πεις τίποτε; Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός αν θέλεις να πεις ότι όμως πεις θα γραφεί και δυνατόν να δοθεί ως μαρτυρία. Απάντηση Κατηγορούμενου: «Νόμιζα ότι είχα άδεια».» Τέλος, την 1η 6.2012 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από το 2ο κατηγορούμενο (τεκμήριο 14), ο οποίος και στις 10 συνολικά ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απαντούσε στερεότυπα με τη φράση, «ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο.» Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρώ πως δεν έχει νόημα να παραθέσω το περιεχόμενο των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Ό,τι αξίζει να αναφερθεί είναι το περιεχόμενο της σχετικής προειδοποίησης που του έγινε και τούτο, προκειμένου να διαφανεί σε σχέση με ποιο αδίκημα το οποίο διερευνούσε τότε η Αστυνομία επιχειρήθηκε η ανάκρισή του. Το περιεχόμενο της εν λόγω προειδοποίησης ακολουθεί αυτούσιο: «Σε πληροφορώ ότι διερευνώ υπόθεση διεξαγωγής παράνομου στοιχήματος χωρίς να έχεις άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη στοιχημάτων, αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP» που βρίσκεται στην λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 32, στην Γεροσκήπου στην Πάφο το 2011, για το οποίο έχω μαρτυρία που μου παρέχει εύλογη βάση για υπόνοια ότι ενέχεσαι και προτίθεμαι να σε ανακρίνω και να σου πάρω κατάθεση. Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός αν θέλεις να πεις ότι όμως πεις δυνατόν να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία.» Προστίθενται και τα εξής: Κατά τη δίκη κατατέθηκαν μέσω του εξεταστή της υπόθεσης και τ' ακόλουθα έγγραφα που αφορούν την κατηγορούμενη εταιρεία 3: Πιστοποιητικό διεύθυνσης εγγεγραμμένου γραφείου (τεκμήριο 16), πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας (τεκμήριο 17) από το οποίο προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εταιρεία συστάθηκε στις 28.9.2006, πιστοποιητικό αξιωματούχων, ημερομηνίας 9.8.2011 (τεκμήριο 18), στο οποίο, ο 2ος κατηγορούμενος αναφέρεται ως εκ των διευθυντών καθώς και ο γραμματέας της κατηγορούμενης εταιρείας και τέλος, πιστοποιητικό μετόχων, ημερομηνίας και πάλιν 9.8.2011 (τεκμήριο 19), από το οποίο προκύπτει ότι ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο, τουλάχιστον στις 9.8.2011 - που είναι η ημερομηνία έκδοσης του σχετικού πιστοποιητικού - ήταν οι δυο μέτοχοι της κατηγορούμενης εταιρείας, έχοντας από 500 συνήθεις μετοχές, αξίας €1,71 κάθε μετοχή. Στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση της παραπάνω μαρτυρίας δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον οποιουδήποτε των τριών κατηγορούμενων για τη διάπραξη του αδικήματος που τους καταλογίζεται ότι διέπραξαν στον ουσιώδη χρόνο, έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία για να προβάλουν την υπεράσπισή τους, απαντώ αρνητικά. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, η ομολογία του 1ου κατηγορούμενου - στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκμήριο 10) - ότι είναι ιδιοκτήτης του πρακτορείου ποδοσφαιρικών στοιχημάτων με την ονομασία «BET SHOP», ως επίσης και ότι το ποσό των €150,00 που βρήκε η Αστυνομία στο ταμείο του πρακτορείου του, κατά την έρευνα που έγινε σ' αυτό, στις 21.6.2009 προέρχεται από τις εισπράξεις των ποδοσφαιρικών στοιχημάτων που παίζουν πελάτες, πόρρω απέχει από το να μπορεί να λεχθεί ότι τα ποδοσφαιρικά στοιχήματα στα οποία αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος αποτελούν «συλλογικό στοίχημα» τη εννοία του Νόμου, σύμφωνα με την προηγειθείσα ανάλυση της συγκεκριμένης έννοιας. Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι, οποτεδήποτε στον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή, μεταξύ 21.6.2009 και 24.10.2011, στο πρακτορείο του 1ου κατηγορούμενου διενεργήθηκε συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό στοίχημα, στο οποίο συμμετείχαν περισσότερα του ενός πρόσωπα, υπό οποιοδήποτε από τους δυο όρους, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2 του Νόμου, ως μέρος της έννοιας «συλλογικό στοίχημα.» Το γεγονός δε, ότι, όταν ο 1ος κατηγορούμενος, στις 24.10.2011 κατηγορήθηκε γραπτώς, ότι στις 21.6.2009 ενώ ήταν ιδιοκτήτης στο υποστατικό με την ονομασία «BET SHOP» και αντιπρόσωπος της «πιο πάνω εταιρείας» (χωρίς να γίνεται αναφορά στ' όνομα οποιασδήποτε εταιρείας) επέτρεπε τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών στοιχημάτων, χωρίς άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων από την αρμόδια αρχή, απάντησε με τη φράση: «Νόμιζα ότι είχα άδεια» δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Εκτός του ότι, ουδεμία αναφορά υπάρχει στο όνομα της εταιρείας την οποία αντιπροσώπευε ο κατηγορούμενος είναι και το γεγονός, ότι, η απάντησή του στη γραπτή κατηγορία συναρτάται αποκλειστικά με ό, τι αυτή περικλείει. Τούτου λεχθέντος, η απάντησή του, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη φράση, «..επέτρεπες την διεξαγωγή ποδοσφαιρικών στοιχημάτων» που για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν καθιστά άνευ άλλου «συλλογικό στοίχημα» τα ποδοσφαιρικά στοιχήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι επέτρεπε τη διεξαγωγή τους, χωρίς άδεια αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων από την αρμόδια αρχή. Ο Νόμος καθιστά ποινικό αδίκημα τη διεξαγωγή της εργασίας αποδέκτη ή βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών και όχι κάθε μορφής στοίχημα. Και τι αποτελεί συλλογικό στοίχημα έχει ήδη αναφερθεί. Η απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου που (για να επαναλάβω) αποτελεί συστατικό στοιχείο της επίδικης κατηγορίας δεν είναι και ο μόνος λόγος για τον οποίο η κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη. Αυτό θα συμβεί επειδή, η κατηγορούσα αρχή, βασικά απότυχε να αποδείξει οποιοδήποτε στοιχείο συνιστά την κατηγορία σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειές της (βλ. τη Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363). Συγκεκριμένα απότυχε παταγωδώς να αποδείξει ότι οι τρεις κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, στον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγαν την εργασία του «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων». Οι λόγοι για τους οποίους έκρινα ότι δεν αποδείχθηκε η διενέργεια «συλλογικού στοιχήματος» έχουν ήδη αναφερθεί. Ακολουθούν τώρα οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ πως δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι διεξήγαγαν οποτεδήποτε την εργασία του «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων», όπως τους καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας που τους προσάπτεται. Συγκεκριμένα, για να μπορούσε οποιοσδήποτε από αυτούς να θεωρηθεί «βοηθός αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων» θα έπρεπε να είχαν αποδειχθεί τα εξής: Ότι στον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχημάτων, όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά, υπό την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου κάποιου άλλου, του «αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων», δηλαδή προσώπου το οποίο, με τη σειρά του, ως αντιπρόσωπος κάποιας «εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων» διεξήγαγε την εργασία αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων ή οποιαδήποτε επιχείρηση συλλογικών στοιχημάτων. Δηλαδή ότι και ο κατηγορούμενος, ως αντιπρόσωπός του. Ωστόσο, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης της επίδικης κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να είχε αποδείξει και κάτι ακόμη. Ότι η εταιρεία την οποία αντιπροσώπευε στον ουσιώδη χρόνο ο «αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων», που με τη σειρά του, κατά τον ίδιο χρόνο, στις εργασίες αποδοχής ή διαπραγμάτευσης συλλογικών στοιχημάτων κ.λ.π. που διεξήγαγε, αντιπροσωπευόταν από τους κατηγορούμενους, δεν είναι οποιαδήποτε εταιρεία, αλλά, «εταιρεία συλλογικών στοιχημάτων». Δηλαδή, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η οποία συστάθηκε είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια συλλογικών στοιχημάτων και της οποίας το εκδοθέν και πληρωθέν κεφάλαιο είναι (ήταν τότε) τουλάχιστον €170.860,14 (£100.000,00). Στο ερώτημα, ποιος ήταν ο «αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων» στον ουσιώδη χρόνο, τον οποίο, κατά τον ίδιο χρόνο αντιπροσώπευαν οι τρεις κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, υπό την ιδιότητα του «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων», δεν υπάρχει απάντηση μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και για το όνομα της «εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων» την οποία, θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί ότι, κατά τον ίδιο, πάντοτε, χρόνο αντιπροσώπευε ο «αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων». Το γεγονός δε, ότι, ο 1ος κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσής του, ημερομηνίας 24.10.2011 (τεκμήριο 15) ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία «BET SHOP» όταν ήρθε και του έφερε τη μηχανή για τα στοιχήματα τού είπε ότι είχε άδεια, ως επίσης και ότι τώρα (δηλαδή στις 24.10.2011 που του λήφθηκε η κατάθεση) συνεργάζεται και με τη «BHTA BET» και τέλος, ότι μίλησε για τις άδεις, με την εταιρεία με την οποία συνεργάζεται για τα ποδοσφαιρικά στοιχήματα που παίζονται στο υποστατικό του και του είπε πως έχει άδεια δε συμπληρώνει τα παραπάνω κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Καταρχήν, δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη εταιρείας με το όνομα «BET SHOP», ενώ, η κατηγορούμενη εταιρεία 3 «BHTABET LIMITED» - και όχι «BHTA BET» -, της οποίας, στον ουσιώδη χρόνο, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν εκ των διευθυντών και μετόχων της καθώς και ο γραμματέας της (βλ. τα τεκμήρια 17, 18 και 19), ενώ δεν έχει αποδειχθεί ότι υπείχε θέση «αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων», η οποία αντιπροσωπευόταν από τους κατηγορούμενους δεν μπορούσε να υπέχει θέση «εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων». Το δεύτερο, επειδή, πολύ απλά, ενώ είναι άγνωστο κατά πόσο συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια συλλογικών στοιχημάτων και περαιτέρω, ενώ για να θεωρηθεί ως τέτοια, δηλαδή, ως «εταιρεία συλλογικών στοιχημάτων», το εκδοθέν και πληρωθέν κεφάλαιό της, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον €170.860,14 (£100.000,00), το μόνο στοιχείο που έχει τεθεί ενώπιόν μου συναφώς με αυτό ο στοιχείο είναι ότι ο 2ος κατηγορούμενος και ακόμη ένα πρόσωπο, στις 9.8.2011 ήταν οι δυο μέτοχοί της, κατέχοντας από 500 συνήθεις μετοχές, έκαστος. Εν πάση περιπτώσει, εν τέλει, ούτε και έχει σημασία κατά πόσο η κατηγορούμενη εταιρεία 3 στον ουσιώδη χρόνο υπείχε θέση είτε «αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων» είτε «εταιρείας συλλογικών στοιχημάτων», δοθέντος ότι, με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, εκείνο που της καταλογίζεται - όπως και στους συγκατηγορούμενούς της - είναι ότι διεξήγαγε την εργασία του «βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Είναι γεγονός, ότι, με τη μεταβολή που επήλθε στο κατηγορητήριο, στις 10.9.2015, ημερομηνία κατά την οποία τροποποιήθηκε η έκθεση αδικήματος της επίδικης κατηγορίας - με διαγραφή από τη νομική βάση του «περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου 56/72» και αντικατάστασή του με τον ομότιτλο νόμο 75
(1)/1997, ο οποίος ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο και ο οποίος με τη δημοσίευσή του στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 25.7.1997 κατάργησε τον πρώτο - οι τρεις κατηγορούμενοι τέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση απ' ό,τι ήταν πριν από την τροποποίηση και τούτο, επειδή η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα που τους καταλογίζεται με τον ισχύοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο νόμο, ο οποίος μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας είναι καταφανώς πιο αυστηρή από την ποινή που προέβλεπε ο καταργηθείς νόμος, ο οποίος περιλαμβανόταν στο αρχικό κατηγορητήριο. Παρόλα αυτά, δηλώνω ευθέως, ότι, εάν δεν υπήρχαν οι λόγοι ουσίας για τους οποίους οι κατηγορούμενοι θα αθωωθούν, το γεγονός ότι με τη μεταβολή του κατηγορητηρίου η θέση τους μεταβλήθηκε επί το χείρον, δε θα οδηγούσε στην αθώωσή τους. Και τούτο, επειδή, η μεταβολή του κατηγορητηρίου επήλθε, ναι μεν μετά από αίτημα της κατηγορούσας αρχής, πλην όμως, με τη σύμφωνη γνώμη των κατηγορούμενων, οι οποίοι, με ρητή δήλωση του δικηγόρου τους συναίνεσαν στο σχετικό αίτημα. Το γεγονός αυτό, τους απονομιμοποιεί από το να εγείρουν τέτοιο θέμα σ' αυτό το στάδιο - το ίδιο θα συνέβαινε και στο τελικό στάδιο, σε περίπτωση που τους καλούσα σε απολογία -. Την ίδια ώρα αναδεικνύει και το βασικό λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι η απόφαση στην υπόθεση Σάββα ν. Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ.496 στην οποία με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους για σκοπούς θεμελίωσης της θέσης τους συναφώς με το θέμα, στην περίπτωσή τους, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Ακολουθεί ότι, όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: διεξαγωγή εργασίας βοηθού αποδέκτη συλλογικών στοιχημάτων, χωρίς άδεια από τον Υπουργό Οικονομικών, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(2)και 9(α) του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου 75
(1)/1997. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συστατικά στοιχεία αδικήματος -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.