Δημοκρατία ν. ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΤΡΑΝΙΔΗΣ, Αρ. Υποθ.: 2702/15, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:19 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 2702/15 Μεταξύ: Δημοκρατία εναντίον ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΤΡΑΝΙΔΗΣ κατηγορουμένου -------------- Ημερομηνία: 22.10.2015 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Χ"Κύρου Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Καραΐσκος (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ν. Νικήτα) Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Τέσσερις κατηγορίες αντιμετώπιζε αρχικά ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει της παραδοχής του στη δεύτερη από αυτές, ο εκπρόσωπος του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα ανακοίνωσε τη διακοπή των υπόλοιπων τριών κατηγοριών, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από αυτές. Η κατηγορία την οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε αφορά το αδίκημα της διενέργειας πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, έχουν σε συντομία ως ακολούθως: Στις 06.04.2015 και περί ώρα 19:00 ο κατηγορούμενος επιστρέφοντας από υπεραγορά όπου είχε πάει μαζί με τη σύζυγο του, βρήκε τη θέση στάθμευσής του κατειλημμένη. Στάθμευσε το όχημα του λίγο πιο κάτω, με σκοπό να κατεβάσει τα ψώνια και στη συνέχεια να μετακινήσει το όχημα του. Ο παραπονούμενος, ο οποίος διαμένει στην ίδια πολυκατοικία με τον κατηγορούμενο, άρχισε να φωνάζει έντονα στον κατηγορούμενο, στην παρουσία της συζύγου του τελευταίου αλλά και άλλων γειτόνων, απαιτώντας από τον κατηγορούμενο να μετακινήσει το όχημα του αμέσως αφού εκεί που το στάθμευσε εμπόδιζε τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος είπε στον παραπονούμενο να μην φωνάζει και ότι στις προθέσεις του ήταν να κατεβάσει τα ψώνια και να φύγει. Ο παραπονούμενος συνέχισε να φωνάζει, υποδεικνύοντας ότι ο κατηγορούμενος πήρε το δικό του χώρο στάθμευσης και ως εκ τούτου έπρεπε να μετακινηθεί αμέσως. Ο κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν έδωσε συνέχεια και αφού κατέβασαν με τη σύζυγό του τα πράγματα από το αυτοκίνητο, μετακίνησε το όχημά του σε άλλο χώρο και πήγε στο διαμέρισμα του. Γύρω στις 23:30 της ίδιας μέρας, ευρισκόμενος ο κατηγορούμενος στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να σταματά το όχημα του πλησίον της πολυκατοικίας όπου διέμεναν και να εξέρχεται από αυτό. Τότε, ο κατηγορούμενος εξήλθε του διαμερίσματος του και κατευθύνθηκε προς το χώρο που βρισκόταν ο παραπονούμενος για να κουβεντιάσουν για το προηγηθέν επεισόδιο. Πλησιάζοντας τον παραπονούμενο, τον ρώτησε γιατί συμπεριφέρθηκε με το συγκεκριμένο τρόπο, υποδεικνύοντας στον τελευταίο ότι ήταν άδικο για ένα χώρο στάθμευσης να δημιουργήσει τη συγκεκριμένη φασαρία προσβάλλοντας τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος άρχισε και πάλι να φωνάζει και να ρωτά τον κατηγορούμενο γιατί στάθμευσε στο συγκεκριμένο χώρο. Στο μεταξύ, η σύζυγος του κατηγορούμενου ακούγοντας τις φωνές μετέβη στο χώρο που βρίσκονταν τα δύο ως άνω άτομα ρωτώντας και αυτή τον παραπονούμενο γιατί φώναζε και γιατί συμπεριφερόταν με αυτό τον τρόπο. Τότε, ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει και εναντίον της συζύγου του παραπονούμενου, ζητώντας με έντονο ύφος από τη τελευταία να φύγει και να ανέβει πάνω. Η εξέλιξη των γεγονότων όπως αυτή εκτέθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής μεταφέρεται αυτούσια: «Ο κατηγορούμενος τότε είπε στον παραπονούμενο να μην μιλά με αυτόν τον τρόπο στην γυναίκα του και να ηρεμήσει. Τότε άρχισε συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών με ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων με αποτέλεσμα να σπάσουν τα γυαλιά μυωπίας που φορούσε ο κατηγορούμενος, να πεταχτούν σε κάποια απόσταση από το σημείο της συμπλοκής και να του προκληθεί μικρό τραύμα πάνω από το αριστερό φρύδι. Διεκόπη η συμπλοκή και ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς το σημείο που είχαν πέσει τα γυαλιά του. Έσκυψε να πάρει τα γυαλιά του και σε κοντινό σημείο εντόπισε ένα κουζινομάχαιρο. Το πήρε και αφού κατευθύνθηκε προς τον παραπονούμενο του κατάφερε 2 κτυπήματα στα πλευρά του με μήκος τραύματος 2 εκ., το κάθε τραύμα, χωρίς το βάθος να είναι ιδιαίτερα μεγάλο (περίπου 6εκ.-βλ. ιατροδικαστική έκθεση για παραπονούμενο Καρατσαουσίδη). Ακολούθως ο κατηγορούμενος πέταξε το κουζινομάχαιρο σε παρακείμενο χωράφι και εγκατέλειψε το μέρος. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε εγχείριση και παρέμεινε για νοσηλεία για περίπου μια εβδομάδα. Έχει αποθεραπευτεί πλήρως. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 7/4/15 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθη η προσοχή του στο νόμο απάντησε "Έκαμα λάθος" και "Εγώ δεν ήθελα να του κάνω κακό". Στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος και παραδέχτηκε τα πιο πάνω αναφερθέντα γεγονότα. Επίσης προέβη σε υποδείξεις σκηνών στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενα. Βρίσκεται υπό κράτηση από την 07.04.
- Δεν υπάρχουν έξοδα.» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αφού εφοδίασε το Δικαστήριο με σχετικό γραπτό κείμενο - το οποίο βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση των προβαλλόμενων θέσεων του - αναφέρθηκε στις αρχές που πρέπει να διέπουν την επιβολή και επιμέτρηση της ποινής, παραπέμποντας ταυτοχρόνως σε σχετική νομολογία. Αναφερόμενος στις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, υιοθέτησε μεταξύ άλλων έκθεση για τον τελευταίο που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών της Δημοκρατίας για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, όπως την επεξέτεινε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης παραθέτοντας περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες στα πλαίσια της αγόρευσης του, τα οποία έγιναν αποδεκτά και από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 28.10.1974 στη Γεωργία. Είναι ο δεύτερος στη σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας του. Και οι δύο του γονείς έχουν συνταξιοδοτηθεί ενώ ο αδελφός του απεβίωσε το 1999 σε ηλικία 26 ετών μετά από τροχαίο ατύχημα. Ο κατηγορούμενος, σε ηλικία 18 ετών μετακινήθηκε από τη Γεωργία στην Ελλάδα μαζί με την οικογένεια του για σκοπούς βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους. Για τον πιο πάνω σκοπό, αρχικά εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του ως εργάτης σε εργοστάσιο εξαγωγής φρούτων, ενώ στη συνέχεια εργαζόταν σε ξυλουργείο. Το 1998 τέλεσε γάμο με συμπατριώτισσα του με την οποία απέκτησε μια κόρη 16 ετών σήμερα, λόγω προβλημάτων όμως που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις του με τη σύζυγο του, πήραν διαζύγιο το
- Τη φύλαξη και φροντίδα της κόρης τους ανέλαβε η τέως σύζυγος του ενώ ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία μαζί της καταβάλλοντας μηνιαία διατροφή ύψους €400, όπως υπέδειξε ο συνήγορος του, για σκοπούς αντιμετώπισης χρόνιων ιατρικών προβλημάτων που η τελευταία αντιμετωπίζει, όπως αυτά περιγράφονται σε ιατρικά πιστοποιητικά που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (ενδογενές μεταβολικό νόσημα - κλασσική φαινυλκετονουρία PKU) και ειδικότερα για την εξασφάλιση από αυτήν της ειδικής διατροφής που είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της ασθένειας που η θυγατέρα του αντιμετωπίζει. Το 1998, λόγω οικονομικών δυσκολιών ο κατηγορούμενος μαζί με το πατέρα του ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας εργοδοτούμενος ως εργάτης σε οικοδομική εταιρεία. Το 2003 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργοδοτήθηκε και πάλι στις οικοδομές. Το 2011 λόγω χαμηλών απολαβών που λάμβανε από την εργασία του στην Ελλάδα επέστεψε στην Κύπρο, όπου διέμενε με τον πατέρα του εργαζόμενος ως εργάτης σε οικοδομές. Το 2012, κατά την παραμονή του στην Κύπρο γνώρισε και παντρεύτηκε την 40χρονη σύζυγο του, Γεωργιανής καταγωγής, διαζευγμένη μητέρα μίας ενήλικης κόρης. Η οικογένεια διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Πάφο. Από το Σεπτέμβριο του 2014 είναι άνεργος, πλην όμως, ως διευκρίνισε ο συνήγορος του, περιστασιακά τουλάχιστον εργαζόταν μέχρι τη σύλληψη του, εξασφαλίζοντας μηνιαίως το ποσό των €300 περίπου. Ο κατηγορούμενος, όπως διευκρινίστηκε από το συνήγορο του με αναφορά στο περιεχόμενο της σχετικής κοινωνικοοικονομικής έκθεσης, από το 2000 (αμέσως μετά το θάνατο του αδελφού του) μέχρι το 2003, υπήρξε περιστασιακός χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών, των οποίων όμως τη χρήση σταμάτησε χωρίς να χρειαστεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Από εξετάσεις που υποβλήθηκε καθ' ον χρόνο τελεί υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώθηκε και πληροφορήθηκε και ο ίδιος για πρώτη φορά ότι είναι φορέας ηπατίτιδας τύπου Γ. Τόσο η μητέρα του όσο και ο πατέρας του αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μητέρα του, 63 ετών, πάσχει από καταθλιπτικό σύνδρομο με έντονες ψυχονευρωτικές διαταραχές, παρακολουθούμενη από τα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής Γιαννιτσών, λαμβάνοντας σχετική φαρμακευτική αγωγή, ενώ ο πατέρας του, 67 ετών σήμερα, πολύ πρόσφατα, μετά τη σύλληψη και προφυλάκιση του κατηγορούμενου υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να παρουσιάζει αναπηρία στη δεξιά πλευρά του σώματος του. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, τόνισε πως η έλλειψη οποιουδήποτε προσχεδιασμού εκ μέρους του τελευταίου σε συνδυασμό με την πρόκληση που δέχθηκε από την πλευρά του παραπονούμενου - πρόσωπο γνωστό στην αστυνομία για τα προβλήματα που δημιουργούσε στην πολυκατοικία όπου διέμεναν - ο οποίος, όχι μόνο συνεπλάκη με τον κατηγορούμενο αλλά φώναζε και εναντίον της συζύγου του τελευταίου με έντονο ύφος, η ένταση και ο φόβος που ένιωσε από τη συμπλοκή του με τον παραπονούμενο, είχαν σαν αποτέλεσμα να απωλέσει τον αυτοέλεγχό του και να προχωρήσει στον τραυματισμό του παραπονούμενου, χρησιμοποιώντας μαχαίρι που βρέθηκε τυχαία στη σκηνή, αποτελούν παράγοντες που καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κριθεί με υπέρμετρη αυστηρότητα. Χαρακτήρισε τα τραύματα του παραπονούμενου ως μη σοβαρά, σημειώνοντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι αυτά έχουν πλήρως αποκατασταθεί και επουλωθεί. Σημείωσε ακόμη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές για την εξιχνίαση του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος, υπέδειξε, μέσω τρίτων, έχει ήδη απολογηθεί και ζητήσει συγνώμη από τον παραπονούμενο για τις ενέργειες του. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος μετέφερε την απολογία του κατηγορούμενου και την ειλικρινή μεταμέλεια του για την πράξη του, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, «το μοναδικό μελανό συμβάν στη ζωή του», επιζητώντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη όχι μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης κοινωνικής έρευνας αλλά και τα όσα ο κ. Καραΐσκος υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του πελάτη του, ως επίσης τις περιστάσεις που περιβάλλουν γενικότερα τη διάπραξη του αδικήματος, ασχέτως αν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Σοβαρότητα που αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, η οποία είναι η ποινή της ισόβιας φυλάκισης. Όπως άλλωστε διακηρύσσεται στη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή για ένα αδίκημα αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος και αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γ. Ε. ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Ευρισκόμενοι άλλωστε στο δύσκολο στάδιο του καθορισμού του είδους και του ύψους της τιμωρίας, δεν λησμονούμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, αφού η ανώτατη προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατά αναλογία Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 442 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632). Τούτο, βεβαίως, χωρίς ποτέ να παραγνωρίζεται η καλά εμπεδωμένη αρχή πως η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. Κουτσούρης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 547). Τα Δικαστήρια, δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, η οποία ασφαλώς και εκτιμάται, αλλά λαμβάνουν υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, όσο και το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη ενός αδικήματος. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, ειδικότερα στη σελ. 402 όπου υποδεικνύεται πως: «.....ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά με το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί για τη διάπραξη του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και της εν γένει συνέπειες που η διάπραξη μπορεί να επιφέρει στη κοινωνία και οι οποίες δυνατό είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Εγκλήματα τα οποία χαρακτηρίζονται από τη χρήση ή ακόμη και απειλή χρήσης βίας εναντίον άλλου προσώπου θεωρούνται πολύ σοβαρά. Η παράνομη προσφυγή στη βία αποτελεί συμπεριφορά απαράδεκτη σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Οι ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την απαρέσκεια της κοινωνίας για τέτοιου είδους εγκλήματα, που τείνουν να υπονομεύσουν το αίσθημα προσωπικής ασφάλειας το οποίο είναι ουσιώδες για την ευημερία των πολιτών. Η επιεικής μεταχείριση προσώπων τα οποία διαπράττουν παρόμοιας φύσης αδικήματα θα έστελλε ασφαλώς λανθασμένα μηνύματα. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στην υπόθεση Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Α. Κραμβής αφού σημείωσε την ιδιαίτερη ανησυχία που προκαλούν τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, υπέδειξε την ανάγκη να ληφθούν έγκαιρα κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι: «Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.» Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Thomas on Principles of Sentencing
(1970)σελ. 93 το οποίο υιοθετήθηκε από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Kaouras v. Republic
(1977)2 C.L.R. 335. 337 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Οι ποινές στην πλειοψηφία των υποθέσεων κυμαίνονται μεταξύ των 3 και 7 ετών φυλάκισης. Ο πλέον σημαντικός παράγοντας ο οποίος επηρεάζει την επιλογή της ποινής φαίνεται να είναι το στοιχείο της προμελέτης. Άλλοι παράγοντες οι οποίοι φαίνονται να είναι σχετικοί περιλαμβάνουν το βαθμό και την έκταση των τραυμάτων που σκοπούντο να προκληθούν και που τελικά προκλήθηκαν. Η χρήση όπλου φαίνεται να είναι σημαντικός παράγοντας κυρίως ως ένδειξη προμελέτης. Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική συμβάλλοντας στη μείωση της σοβαρότητας του αδικήματος.» Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B73, Ποιν. Εφ. 212/2013, ημερ. 05.02.2015, η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση ενός ζητήματος, είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων αλλά και του καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, και L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α. Ποιν. Εφ. 116/2011 ημερ. 17.03.2015). Αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Στην Kaouras (πιο πάνω), ο εφεσείων, μετά από συζήτηση κτύπησε την παραπονούμενη στο κεφάλι με σιδερένια ράβδο προκαλώντας της σοβαρά τραύματα που την άφησαν αναίσθητη. Παρά το γεγονός ότι κινδύνευσε και η ζωή της για κάποιο χρονικό διάστημα, τελικά ανάρρωσε πλήρως. Πρωτόδικα θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης πριν από την πράξη του κατηγορούμενου συνιστούσε πρόκληση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών για το αδίκημα του άρθρου 228(α) η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 43 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών, είχε απρόκλητα επιτεθεί στον παραπονούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του σταματώντας μόνο ύστερα από επέμβαση τρίτου προσώπου. Ο κατηγορούμενος περιγραφόταν ως σχιζοφρενής που διαχώριζε μεταξύ του καλού και του κακού αλλά είχε μειωμένη κρίση. Το Εφετείο έκρινε πως η ποινή δεν μπορούσε να επικριθεί ως έκδηλα υπερβολική. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Ο Εφεσείων κτύπησε το θύμα λειτουργώντας κάτω από τη φόρτιση ερωτικού πάθους για την πρώην ερωτική του σύντροφο. Το τραύμα που υπέστη το θύμα μπορεί να μην ήταν σοβαρό, ήταν όμως τέτοιας μορφής που έθετε την υπόθεση στην κατηγορία βαριάς σωματικής βλάβης. Στην υπόθεση Γιάννης Χ"Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468 για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, άρθρο 228(α), επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ½ χρόνων. Το Εφετείο δεν έκρινε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική και απέρριψε την έφεση. Ο Εφεσείων τραυμάτισε με μαχαίρι τον παραπονούμενο φρουρό ασφαλείας σε κέντρο όταν ο τελευταίος, κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του, απέβαλε τον πρώτο από το κέντρο. Δεν υπήρχαν μόνιμες βλάβες στο θύμα ούτε υπήρχε προσχεδιασμός και οργάνωση εκ μέρους του κατηγορούμενου ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή. Εισήγηση για ύπαρξη πρόκλησης εκ μέρους του παραπονούμενου, απερρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στην υπό συζήτηση υπόθεση, η χρήση του μαχαιριού από τον κατηγορούμενο, ενός επιθετικού οργάνου, αποτελεί από μόνη της παράγοντα επιβαρυντικό. Η εξελικτική όμως πορεία των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αποκαλύπτει εκ μέρους του κατηγορούμενου οποιοδήποτε στοιχείο προσχεδιασμού. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το μαχαίρι βρίσκοντας τούτο τυχαία στο χώρο όπου διαδραματίζονταν τα γεγονότα. Πρόκειται δε για αλληλουχία γεγονότων με ουσιαστική αφετηρία τον λεκτικό διαπληκτισμό που προηγήθηκε, ώρες προηγουμένως, μεταξύ του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου για συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης στην πολυκατοικία όπου και οι δύο διαμένουν. Όταν ο κατηγορούμενος αργότερα την ίδια μέρα επιχείρησε να ζητήσει εξηγήσεις από τον παραπονούμενο για τη συμπεριφορά του τελευταίου απέναντι του σε σχέση με το συμβάν που προηγήθηκε, ο παραπονούμενος άρχισε να φωνάζει στον κατηγορούμενο αλλά και στη σύζυγο του τελευταίου, η οποία προσήλθε στο μέρος, με αποτέλεσμα να επέλθει συμπλοκή μεταξύ των δύο με ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων μεταξύ τους. Καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος, στον οποίο προκλήθηκε μικρό τραύμα πάνω από το αριστερό φρύδι αποτέλεσμα αυτής, κινήθηκε προς το σημείο που είχαν πέσει τα γυαλιά μυωπίας που φορούσε για να τα πάρει, εντόπισε στο χώρο το κουζινομάχαιρο, με το οποίο τραυμάτισε τον παραπονούμενο καταφέρνοντας του δύο κτυπήματα στην αριστερή πλευρά, μήκους 2 εκατοστά το κάθε ένα και βάθους 6 περίπου εκατοστών. Το ότι η συμπεριφορά του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του τελευταίου το συγκεκριμένο βράδυ, σε συνδυασμό με τη συμπλοκή που ακολούθησε, τα γρονθοκοπήματα μεταξύ των δύο, την ένταση που επικράτησε και τον μικροτραυματισμό του κατηγορούμενου αποτελούσαν εξέλιξη που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια του αυτοελέγχου του κατηγορούμενου, ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Αποτελούν πράξεις και περιστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στον κατηγορούμενο μια ξαφνική και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου. Η όποια συναισθηματική φόρτιση στην οποία βρέθηκε ο κατηγορούμενος, αποτέλεσμα γενικότερα της εξέλιξης των γεγονότων και ειδικότερα της στάσης και συμπεριφοράς του παραπονούμενου απέναντι του και απέναντι στη σύζυγο του, παρά το γεγονός ότι δεόντως συνεκτιμάται, επ' ουδενί δεν δικαιολογεί την έκνομη και παντελώς απορριπτέα και καταδικαστέα συμπεριφορά του που ακολούθησε. Ως έχει υποδειχθεί άλλωστε στην Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 342: «Η πρόκληση αποτελεί, όπως είναι θεμελιωμένο, παράγοντα μετριαστικό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Γίνεται δεκτό ότι, κάτω από το βάρος της πρόκλησης, μπορεί το άτομο που τη δέχεται να χάσει τον αυτοέλεγχο του και να δράσει αντίθετα απ΄ ότι επιβάλλει η λογική. Η πρόκληση δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά παράγοντα μετριασμού της σοβαρότητας του εγκλήματος. Η πρόκληση, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα.» Σοβαρά επίσης λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις του τελευταίου, όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της κοινωνικής έρευνας που ετοιμάστηκε σε σχέση με τον κατηγορούμενο από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας σε συνδυασμό πάντα με όσα σχετικά για τα πιο πάνω ζητήματα τέθηκαν υπόψη μας από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, παραπέμποντας ουσιαστικά στις συνέπειες που η ποινή θα επιφέρει στον ίδιο και μέλη της οικογένειας του. Η πραγματικότητα εξάλλου ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου δεν οδήγησε στον επηρεασμό εσωτερικών οργάνων του τελευταίου, ούτε φαίνεται να είχε οποιεσδήποτε σοβαρές συνέπειες, μακροχρόνιες επιπτώσεις και δυσμενή κατάλοιπα - πέραν του ίδιου του τραυματισμού - για τον παραπονούμενο, ο οποίος παρέμεινε για σκοπούς νοσηλείας στο Νοσοκομείο μία εβδομάδα, έχοντας αποθεραπευθεί πλήρως, αποτελεί ευτυχή συγκυρία που συνεκτιμάται επίσης. Η συνεργασία του κατηγορούμενου με τις Αστυνομικές Αρχές, όπως εκδηλώθηκε από τη πρώτη στιγμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα που λαμβάνομε υπόψη προς όφελος του τελευταίου, όπως και η παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν εκδηλώθηκε άμεσα, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε και κατηγορήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παρά μόνο μόλις πριν η υπόθεση οδηγηθεί σε ακρόαση ως είχε προγραμματιστεί, δεν θεωρούμε ότι μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, όπου υποδείχθηκε ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αφού αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα στην εκδίκαση υποθέσεων. Εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας προς όφελος του κατηγορούμενου, καταλήγουμε ότι το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τους οποίους το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, σε συνδυασμό με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις του κατηγορούμενου μπορούν να επηρεάσουν την ένταση της ποινής, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της. Κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δυόμιση (2 ½) ετών. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή από τις 07.04.2015, να συνυπολογιστεί στη βάση των προνοιών του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα Τεκμήρια υπ΄ αριθμό 1, 2, 4-7, 18 και 19 όπως αυτά αριθμούνται στη σχετική Κατάσταση Τεκμηρίων που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο του Έντιμου Γενικού Εισαγγελέα κατά την 16.10.2015, μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν με τις δέουσες διαδικασίες. Τα Τεκμήρια υπ΄ αριθμό 3, 8, 9 και 10 όπως αυτά αριθμούνται στη σχετική Κατάσταση Τεκμηρίων που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο του Έντιμου Γενικού Εισαγγελέα κατά την 16.10.2015, μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης να επιστραφούν στον κατηγορούμενο. Τα Τεκμήρια υπ΄ αριθμό 11-17 του ως άνω Καταλόγου Τεκμηρίων να επιστραφούν στον παραπονούμενο μετά την εκπνοή του χρόνου της έφεσης. Νοείται ότι αν οιοσδήποτε εξ' αυτών αρνηθεί να αναζητήσει ή να παραλάβει τα ως άνω Τεκμήρια εντός 4 μηνών από την ημέρα που θα κληθεί προς τούτο, αυτά να κατασχεθούν και να καταστραφούν από την Αστυνομία με τις δέουσες διαδικασίες. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο