Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Rohini Nanediri Dewage, Αρ. Υπόθεσης: 4193/12, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4193/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Rohini Nanediri Dewage Κατηγορούμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενη: παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, της καταλογίζεται ότι στις 12.3.2012, στην Πέγεια, ενώ ήταν οικιακή βοηθός της Μαρίας Νικολάου από την Πέγεια έκλεψε από την οικία της ένα ρολόι μάρκας Loginess, αξίας €800,00, ένα ζεύγος σκουλαρίκια με μαργαριτάρια, αξίας €500,00 καθώς και το χρηματικό ποσό των €450,00, όλα, περιουσία της Μαρίας Νικολάου από την Πέγεια. Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε ως μάρτυρες, τον αστυφύλακα 1197 Σωφρόνη Παπαβασιλείου, την παραπονούμενη Μαρία Νικολάου, τον αστυφύλακα 3385 Μιχάλη Σάββα και τέλος, την αστυφύλακα 677 Νίκη Τσαππή (Μ.Κ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Ο αστυφύλακας 1197 Σοφρώνης Παπαβασιλείου (Μ.Κ.1) όπως αναφέρει και στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1) έλαβε απλώς ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, σε σχέση με υπόθεση κλοπής υπό υπαλλήλου, η οποία αρνήθηκε οποιοδήποτε ανάμειξη. Η ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης Μαρίας Νικολάου (Μ.Κ.2) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή της, ημερομηνίας 12.3.2012 (τεκμήριο 3), το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από αυτή για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σε αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατοικεί με την οικογένειά της σε διεύθυνση που δεν αναφέρεται στην κατάθεση. Προσέλαβαν την κατηγορούμενη ως οικιακή βοηθό, πριν από έξι περίπου μήνες. Στις 12.3.2012 το πρωί, η ίδια έφυγε από το σπίτι για τη δουλειά της μαζί με το σύζυγό της και επέστρεψαν γύρω στις 17:
- Όταν εισήλθαν στο σπίτι διαπίστωσαν ότι η κατηγορούμενη απουσίαζε από το δωμάτιό της, το οποίο βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο της οικίας της και η πόρτα ήταν ανοιχτή με τα κλειδιά πάνω. Από έλεγχο που έκανε στο δωμάτιό της διαπίστωσε ότι έλειπε η βαλίτσα της με όλα τα ρούχα και προσωπικά της αντικείμενα. Στη συνέχεια, μετά από έλεγχο που έκανε στο σπίτι της διαπίστωσε ότι έλειπε ένα ρολόι μάρκας loggines, χρώματος ασημί, αξίας €800,00 και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρια λευκού χρυσού, αξίας €500,
- Το ρολόι καθώς και τα σκουλαρίκια, τα είχε τοποθετημένα σ' ένα χάρτινο κουτί στην τουαλέτα του δωματίου της. Διαπίστωσε ακόμη ότι έλειπε από το συρτάρι της γκαρνταρόμπας της, το ποσό των €450,00, σε χαρτονομίσματα των €50,
- Η τελευταία φορά που είχε δει την κατηγορούμενη, ήταν το πρωί, γύρω στις 07:25 προτού φύγει για τη δουλειά της. Η κατηγορούμενη βρισκόταν στην αυλή και σκούπιζε και αφού της είπε καλημέρα έφυγε για τη δουλειά αφήνοντάς της την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή για να κάμει τις δουλειές. Η κατηγορούμενη της φάνηκε φυσιολογική, όπως πάντοτε και δε διαπίστωσε τίποτε το περίεργο. Αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη ανάφερε και τα εξής: Όταν επέστρεψαν με το σύζυγό της και δε βρήκαν την κατηγορούμενη, αν δεν κάνει λάθος, ο σύζυγός της δοκίμασε να της τηλεφωνήσει και το κινητό της ήταν κλειστό. Διαπίστωσε την κλοπή της επίδικης περιουσίας της, μεταξύ των ωρών 20:00 - 20:30 και συγκεκριμένα, μετά που είχε επιστρέψει από τη συνεδρία του συνδέσμου γονέων. Στην υποβολή ότι απλά υποψιάζεται πως είναι η κατηγορούμενη που έκλεψε την περιουσία της απάντησε ως εξής: «Ναι. Δεν την έχω δει, οπότε, ναι, αλλά, στο σπίτι δεν έχει άλλο πρόσωπο πρόσβαση.» Ωστόσο, λίγο αργότερα συμφώνησε ότι το πρωί της επίδικης ημέρας, φεύγοντας από το σπίτι άφησε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή για να κάνει τις δουλειές η κατηγορούμενη. Τέλος, στην υποβολή ότι όλες αυτές τις ώρες που απουσίαζε από το σπίτι, οποιοσδήποτε επίδοξος κλέφτης, θα μπορούσε να εισέλθει από την ανοιχτή πόρτα της οικίας της έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Απλά το σπίτι δεν βρέθηκε ανακατωμένο για να πάει κάπου αλλού το μυαλό μου.» Η ουσία της μαρτυρίας του αστυφύλακα 3385 Μιχάλη Σάββα (Μ.Κ.3) περιέχεται στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Προκύπτει από αυτή, ότι ο μάρτυρας, στις 15.3.2012 και ώρα 10:30 συνέλαβε την κατηγορούμενη στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού της εξήγησε το λόγο της σύλληψής της αυτή απάντησε "Ok". Στη συνέχεια, με τη βοήθεια της συναδέλφου του, αστυφύλακα 881 ερεύνησε την τσάντα της, χωρίς να βρεθεί τίποτε το παράνομη σ' αυτή. Ακολούθως, την ίδια μέρα, μεταξύ των ωρών 14:05 - 14:40 με τη βοήθεια και πάλιν της συναδέλφου του, αστυφύλακα 881, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της κατηγορούμενης ερεύνησε την κατοικία στην οποία διέμενε στη Λευκωσία, χωρίς και πάλιν να βρεθεί οτιδήποτε παράνομο σ' αυτή. Η αστυφύλακας 677 Νίκη Τσαππή (Μ.Κ.4) καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι και η τελευταία μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Όπως και οι υπόλοιποι μάρτυρες έτσι και αυτή υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της (τεκμήριο 5), για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Προκύπτει από την εν λόγω κατάθεση, ότι, στις 15.3.2012 και περί ώρα 09:00, η κατηγορούμενη προσήλθε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Πάφου, με σκοπό να υποβάλει παράπονο εναντίον του εργοδότη της Σάββα Στασή - δηλαδή του συζύγου της παραπονούμενης - προσκομίζοντας γραπτό παράπονο στα αγγλικά. Με αυτό κατάγγειλε ότι εργαζόταν πολλές ώρες και ότι ο εργοδότης της κατακρατεί το διαβατήριό της. Περαιτέρω εξέφρασε την επιθυμία να της παραχωρηθεί συγκατάθεση για αλλαγή εργοδότη. Από περεταίρω έλεγχο που διενήργησε η μάρτυρας, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι ο εργοδότης της, στις 13.3.2012 υπόβαλε γραπτό παράπονο εναντίον της κατηγορούμενης, με το οποίο την κατάγγελλε ότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της και διαμένει παράνομα σε άγνωστη διεύθυνση. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη συνελήφθηκε μετά που πήγε στα γραφεία τους για να υποβάλει το παράπονό της εναντίον του εργοδότη της και όχι μετά από αναζήτηση και εντοπισμό της από την αστυνομία. Συμφώνησε ακόμη ότι, αφού υπόβαλε το παράπονό της συνελήφθηκε επειδή τα στοιχεία της βρίσκονταν στο «Stop List.» Tέλος, η κατηγορούμενη, στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης που της λήφθηκε από το Μ.Κ.1 (τεκμήριο 2 στη μητρική της γλώσσα και τεκμήριο 2 Α η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Έφυγε από το σπίτι που την εργοδοτούσαν, γύρω στις 13:30, επειδή η μαστόρισσά της την έστειλε δουλειά αλλού, δεν είχε φαγητό για να φάει και δεν της έδινε άδεια την Κυριακή. Όταν καθάριζε το υπνοδωμάτιο της μαστόρισσάς της, δεν είδε να υπάρχουν πουθενά σ' αυτό χρυσαφικά. Όταν η μαστόρισσά της έφευγε για δουλειά άφηνε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή για να μπαίνει στο σπίτι να κάνει τις δουλειές. Δεν έκλεψε τίποτε από το σπίτι. Μέσα σ' αυτό υπάρχουν κάμερες και αν έκανε κάτι θα φανεί από αυτές. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στη σχετική κατηγορία. Η εισήγηση εντάσσεται στον πρώτο από τους λόγους - στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια - για τους οποίους δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το, πρώιμο, στάδιο, της δίκης. Συγκεκριμένα, όπως είπε η κα Σαββίδου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι είναι η κατηγορούμενη που έκλεψε την περιουσία της παραπονούμενης, παρά μόνο υποψία. Εάν η κατηγορούμενη κληθεί σε απολογία, πρόσθεσε, είναι για να καλύψει τα κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση της υπεράσπισης υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Όπως είπε η κα Σάββα υπάρχουν αρκετά στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας - τα οποία ανάφερε - για τα οποία η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Καθώς έχει νομολογηθεί η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Και λίγο παρακάτω: «Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L. R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα αρχή». Το αδίκημα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη δημιουργείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα Στην πρόσφατη απόφαση από την υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 γίνεται εκτενής αναφορά στο αδίκημα της κλοπής, κατά το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Για ό, τι μας αφορά, το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.» Το άρθρο 268 του Ποινικού κώδικα (όπως ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο) προνοεί ότι: «Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.» Για ό,τι αφορά την κατηγορούμενη είναι σαφές, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της κατηγορίας που της προσάπτεται πέραν από τα παραπάνω στοιχεία, θα πρέπει να αποδειχθούν και τ' ακόλουθα, που αποτελούν ασφαλώς και αυτά συστατικά στοιχειά του αδικήματος: Πρώτο, ότι η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπηρέτης της παραπονούμενης και δεύτερο, ότι η περιουσία που κλάπηκε είναι περιουσία της παραπονούμενης ή περιήλθε στην κατοχή της για λογαριασμό της παραπονούμενης. Επειδή έχει σημασία προστίθενται και τα εξής, από την απόφαση στην υπόθεση Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646: Το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η κλαπείσα περιουσία δεν έχει επίδραση στη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής, ενώ η πρόθεση αποστέρησής της, επειδή δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης, κατά κανόνα αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία και αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άτομο, προστίθεται, έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης έτσι ώστε αυτή να πρέπει να κληθεί σε απολογία. Θα είμαι σύντομος. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, περιλαμβανομένων και όσων αναφέρει η κατηγορούμενη στην ανακριτική κατάθεσή της θεωρώ πως, μολονότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό η διάπραξη του αδικήματος, εκείνο που δεν έχει αποδειχθεί είναι ότι πρόκειται για την κατηγορούμενη το πρόσωπο που το έχει διαπράξει. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τα ακόλουθα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, εξ αντικειμένου, ενώ δημιουργούν εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι είναι η κατηγορούμενη το πρόσωπο που στον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στο δωμάτιο της παραπονούμενης και έκλεψε την περιουσία της, πόρρω απέχουν από το να μπορεί να λεχθεί ότι δημιουργούν υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως εναντίον της για τη διάπραξη του αδικήματος έτσι ώστε να πρέπει να κληθεί σε απολογία για να προβάλει την υπεράσπισή της στη σχετική κατηγορία που της προσάπτεται. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, η κατηγορούμενη εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της παραπονούμενης και η κλοπή έγινε σε χρόνο που η τελευταία απουσίαζε από αυτό. Όταν η παραπονούμενη, γύρω στις 07:30 έφυγε από το σπίτι για τη δουλειά της, η κατηγορούμενη βρισκόταν στην αυλή και σκούπιζε, ενώ η παραπονούμενη της είχε αφήσει την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή για να κάμει τις δουλειές. Όταν γύρω στις 17:30 επέστρεψε από τη δουλειά της, η κατηγορούμενη απουσίαζε από το σπίτι, το οποίο είχε εγκαταλείψει ενωρίτερα παίρνοντας μαζί της και όλα τα προσωπικά της αντικείμενα που είχε στο δωμάτιο στο οποίο διέμενε, εγκαταλείποντας έτσι, τόσο τον τόπο διαμονής της όσο και την εργασία της. Όταν ο σύζυγος της παραπονούμενης επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί της, το κινητό τηλέφωνό της ήταν κλειστό. Τέλος, μετά τη διάπραξη του αδικήματος, δεν υπήρχε αναστάτωση στο σπίτι της παραπονούμενης. Μολονότι, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας (για να επαναλάβω) δημιουργείται εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι είναι η κατηγορούμενη το πρόσωπο που στον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στο δωμάτιο της παραπονούμενης και έκλεψε από αυτό την περιουσία της, εντούτοις υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο μαρτυρίας, το οποίο καθιστά σαθρό το βάθρο κλήσης της κατηγορούμενης σε απολογία. Συγκεκριμένα, εκτός του ότι δε διέμενε εντός της κυρίως κατοικίας της παραπονούμενης, αλλά, σε ξεχωριστό δωμάτιο που βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας είναι και το γεγονός, ότι, το πρωί, την ημέρα της κλοπής, η τελευταία, φεύγοντας για τη δουλειά της είχε αφήσει την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή για να κάνει τις δουλειές η κατηγορούμενη. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, όταν γύρω στις 17:30 η παραπονούμενη επέστρεψε, η κατηγορούμενη απουσίαζε, αν υποτεθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι έφυγε γύρω στις 13:30 - εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έφυγε οποιαδήποτε άλλη ώρα -, τότε, η υποβολή της κας Σαββίδου προς την παραπονούμενη, ότι όλες αυτές τις ώρες που απουσίαζε από το σπίτι, οποιοσδήποτε επίδοξος κλέφτης θα μπορούσε να εισέλθει από την ανοιχτή πόρτα της οικίας και να κλέψει την περιουσία της έχει βάση, υπό την εξής έννοια: Όσο πιθανό είναι να πρόκειται για την κατηγορούμενη το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα είναι το ίδιο πιθανό, το αδίκημα να διαπράχθηκε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο - ή πρόσωπα - το οποίο, για το σκοπό αυτό, εισήλθε στην οικία της παραπονούμενης από την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας, μετά που έφυγε η κατηγορούμενη, εγκαταλείποντας οριστικά, τόσο την οικία όσο και την εργασία της. Συγκεφαλαιώνοντας, θα έλεγα ότι το παραπάνω κενό δημιουργεί τόσο μεγάλο ρήγμα στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ώστε να τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής, όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται αποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Προφανώς, η κατηγορούμενη δεν πρόκειται να κληθεί σε απολογία, απλώς για να συμπληρώσει αυτό το κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής συμβάλλοντας έτσι η ίδια στην επίτευξη της καταδίκης της. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Ακολουθεί ότι αυτή αθωώνεται. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Αναφορά: κλοπή υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα. - εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συστατικά στοιχεία αδικήματος -. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο